Η ιδιωτικότητα στο επίκεντρο των μεταδεδομένων επικοινωνίας

Μυρτώ Πιλάλη, Δικηγόρος – MSc Δίκαιο και Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Η παρούσα μελέτη φιλοδοξεί να συνεισφέρει στο διαμειβόμενο διάλογο σχετικά με τη φύση, την αξία και τη χρήση των μεταδεδομένων επικοινωνίας στο σύγχρονο περιβάλλον επικοινωνίας, καθώς επίσης την ανάγκη προστασίας τους ως πτυχή του συνταγματικά κατοχυρωμένου επικοινωνιακού απορρήτου. Στην εποχή της ψηφιοποίησης της επικοινωνίας, του πολλαπλασιασμού των τρόπων αυτής και της συσσώρευσης όλων των μέσων της σε μια συσκευή έξυπνου τηλεφώνου, τα μεταδεδομένα επικοινωνίας αποτελούν πληροφοριακό χρυσό, καθώς μπορούν να σκιαγραφήσουν το βιο-πορτρέτο του κάθε χρήστη – συνδρομητή και να προβλέψουν τη μελλοντική συμπεριφορά αυτού. Άλλωστε, η δήλωση του πρώην Διευθυντή των μυστικών υπηρεσιών των Η.Π.Α. NSA και CIA ότι «σκοτώνουμε ανθρώπους με βάση τα μεταδεδομένα επικοινωνίας»[1], αναδεικνύει πανηγυρικά την αξία τους, καθώς επίσης τη συχνότητα χρήσης και εκμετάλλευσής τους από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.

Το ζήτημα υπαγωγής των μεταδεδομένων επικοινωνίας στο προστατευτέο πεδίο του συνταγματικά κατοχυρωμένου επικοινωνιακού απορρήτου έχει απασχολήσει εκτενώς επί δεκαετίες τόσο τη νομοθεσία, όσο και τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, πυροδοτώντας έντονη διχογνωμία σχετικά με το διαχωρισμό των εσωτερικών και εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας. Εμμένοντας στην παραδοσιακή διάκριση κατά την ταχυδρομική επικοινωνία μεταξύ περιεχομένου και διεύθυνσης επί του φακέλου αλληλογραφίας διαμορφώθηκε στο παρελθόν η πεποίθηση ότι τα μεταδεδομένα επικοινωνίας διαφοροποιούνται από το περιεχόμενο αυτής ως προς το βαθμό προστασίας του απορρήτου τους. Αρχικά, αμφισβητήθηκε η υπαγωγή των μεταδεδομένων στο απόρρητο της επικοινωνίας βάσει της παρωχημένης αντίληψης ότι η αποκάλυψη των εξωτερικών στοιχείων είναι λιγότερο παρεμβατική ως προς την ιδιωτικότητα του ατόμου σε σύγκριση με το περιεχόμενο της επικοινωνίας. Παρά ταύτα, η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας και η καθολική χρήση του διαδικτύου καθαίρεσαν τα όρια μεταξύ των ανωτέρω δύο εννοιών. Είναι πλέον κοινώς αποδεκτό ότι δεν νοείται απόρρητο του περιεχομένου της επικοινωνίας χωρίς την παράλληλη προστασία του απορρήτου των συνθηκών διεξαγωγής αυτής, οι οποίες πρέπει να είναι γνωστές και διαφανείς στα υποκείμενα, ώστε να είναι εγγυημένη η δυνατότητα αυτοκαθοριζόμενης και απροκατάληπτης επικοινωνίας[2], δεδομένου ότι το άτομο δεν μπορεί να απολαμβάνει το δικαίωμα στο απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας, όταν γνωρίζει ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να καταστεί γνωστό σε τρίτους με ποιον επικοινωνεί, πότε, με ποια συχνότητα και υπό ποιες περιστάσεις[3].

     Α. Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Στην εθνική έννομη τάξη, το απόρρητο της επικοινωνίας κατοχυρώνεται στο άρθρο 19 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι είναι «απόλυτα απαραβίαστο» κι αίρεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις, που ορίζει το δεύτερο εδάφιο της ανωτέρω συνταγματικής διάταξης, δηλαδή μόνο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, τα οποία ορίζονται περιοριστικά στον εκτελεστικό του συγκεκριμένου άρθρου νόμο 2225/1994, σε συνδυασμό με τις ταχθείσες εγγυήσεις της διαδικασίας άρσης του απορρήτου. Στο άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος το επικοινωνιακό απόρρητο βρίσκεται στο μεταίχμιο περισσότερων ατομικών ελευθεριών[4] και κατοχυρώνεται ως ατομικό δικαίωμα με δύο επιμέρους συνιστώσες[5], αρρήκτως συνδεδεμένες μεταξύ τους, αφενός την ελευθερία της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας κάθε είδους και αφετέρου το απαραβίαστο του απορρήτου της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας κάθε είδους, εφόσον βέβαια τα επικοινωνούντα μέρη επιθυμούν να διατηρήσουν τη μυστικότητα αυτής[6]. Ως εκ τούτου, το άρθρο 19 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα στην απόρρητη ελεύθερη επικοινωνία, καθώς η ελευθερία της επικοινωνίας αποτελεί προϋπόθεση του απορρήτου αυτής[7], αφού πριν καταστεί απόρρητη προϋποτίθεται ότι διεξάγεται ελεύθερα σε τόπο και χρόνο της επιλογής του καθενός, με συνομιλητή και μέσο επικοινωνίας της επιλογής του, σε γλώσσα και με περιεχόμενο, το οποίο ο ίδιος επέλεξε χωρίς καθορισμό της χρονικής διάρκειας της επικοινωνίας του[8]. Σχετικά με την έννοια του απορρήτου της επικοινωνίας έχει υποστηριχθεί ότι αυτό καταφάσκεται στις περιπτώσεις, που τα επικοινωνούντα μέρη εκδηλώνουν την εύλογη προσδοκία ότι το περιεχόμενο και τα μεταδεδομένα αυτής δεν θα περιέλθουν σε γνώση τρίτου, γεγονός που απορρέει από τη γενική αρχή «in dubio pro libertate» και από την ύπαρξη τεκμηρίου υπέρ του απορρήτου[9]. Ως εκ τούτου, τα μέρη που επικοινωνούν, κάνοντας χρήση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε δημόσιο δίκτυο έχουν την προσδοκία ότι κάθε τρίτος θα απέχει από τη λήψη γνώσης του περιεχομένου ή των εξωτερικών στοιχείων αυτής, δηλαδή ότι η επικοινωνία τους σε όλη την έκτασή της δεν θα καταγραφεί και δεν θα διατηρηθεί ούτε από τον Πάροχο, ούτε από οποιονδήποτε άλλο τρίτο, ούτε ακόμα και από τον ίδιο τον συνομιλητή, πάντα με την επιφύλαξη της νόμιμης άρσης του απορρήτου[10].

Συνεπώς, με τη διάταξη 19 του Συντάγματος το απόρρητο της επικοινωνίας προστατεύεται έναντι πάντων (ιδιωτών ή φορέων δημόσιας εξουσίας), από κάθε είδους προσβολή και εκτείνεται στο σύνολο του επικοινωνιακού γεγονότος, καλύπτει, δηλαδή, όχι μόνο τα εσωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, δηλαδή το περιεχόμενο αυτής, όπως φωνή, κείμενο, εικόνα, ήχο, ιστοσελίδα κ.λπ., αλλά και τα συναφώς παραγόμενα δεδομένα επικοινωνίας, ήτοι τα λεγόμενα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας ή άλλως μεταδεδομένα, που προσδιορίζουν τις συνθήκες επικοινωνίας και την εξατομικεύουν, όπως πληροφορίες για τον τόπο, το χρόνο, τη διάρκεια, τη μορφή και το είδος επικοινωνίας, στοιχεία προσδιοριστικά του μέσου, με το οποίο διεξήχθη η επικοινωνία, στοιχεία ταυτότητας και διευθύνσεων επικοινωνούντων μερών κ.λπ.., με αποτέλεσμα να εγγυάται ένα περιβάλλον ιδιαίτερα αυξημένης προστασίας της εμπιστευτικότητας κατά τη διεξαγωγή της επικοινωνίας και συνακόλουθα της ιδιωτικής ζωής[11]. Τούτο καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικό εν όψει της διακινδύνευσης, που συνεπάγεται για την ιδιωτική ζωή και την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης επικοινωνίας η συστηματική επεξεργασία, ειδικώς, των δεδομένων επικοινωνίας, από ιδιωτικούς ή και κρατικούς φορείς και για διάφορους σκοπούς, η οποία είναι ικανή να οδηγήσει όχι μόνο στην άντληση πληροφοριών για όλο το δίκτυο των ιδιωτικών και κοινωνικών σχέσεων των ανθρώπων, αλλά και στην ανίχνευση των προσωπικών, πολιτικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών στάσεων ή πεποιθήσεών τους[12].

Έχει καταστεί σαφές πλέον ότι τα μεταδεδομένα επικοινωνίας είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα με το περιεχόμενο, ώστε να μην υφίσταται επικοινωνία χωρίς αυτά, αποτελώντας σύστοιχο στοιχείο για την πραγματοποίησή της.  Έτσι, η αντιμετώπιση των μεταδεδομένων ως απλών τεχνικών δεδομένων, δηλαδή ως αριθμών και χαρακτηριστικών μιας ηλεκτρονικής ανταλλαγής πληροφοριών όχι μόνο δεν αποτυπώνει τη νομική φύση τους και δεν αναδεικνύει τη σπουδαιότητά τους[13], αλλά επίσης έρχεται σε αντίθεση τόσο με το συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο προστασίας τους, όσο και τη σχετική ευρωπαϊκή και εθνική νομολογία, που έχει εκδοθεί αναφορικά με αυτά. Άλλωστε, στην περίπτωση των επικοινωνιών μέσω διαδικτύου η ταξινόμηση μεταξύ περιεχομένου και μεταδεδομένων επικοινωνίας γίνεται ακόμα δυσκολότερη, καθώς δεν αντικατοπτρίζει πλέον μια αυστηρή οριοθέτηση μεταξύ «ευαίσθητων» και «αβλαβών» πληροφοριών για τα υποκείμενα, αφού πολλές υπηρεσίες, όπως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περιέχουν αλληλουχίες πληροφοριών, που περιλαμβάνουν δεδομένα αναφορικά τόσο με το περιεχόμενο της επικοινωνίας, όσο και με τα εξωτερικά στοιχεία αυτής[14], ήτοι λ.χ. η περίπτωση του «θέματος» ενός e-mail, το οποίο αποτελεί περιεχόμενο[15], χωρίς ωστόσο να συμπεριλαμβάνεται στο βασικό κείμενο του μηνύματος[16]. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι το πλήρες εννοιολογικό περιεχόμενο της έννοιας της ελεύθερης επικοινωνίας προσδιορίζεται εξελικτικά ανάλογα της τεχνολογικής προόδου στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και κυρίως του επιπέδου διακινδύνευσης, που συνεπάγεται η τεχνολογική εξέλιξη για την ιδιωτική ζωή, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας  και την ελευθερία της έκφρασης[17].

Β. ΤΑ ΜΕΤΑΔΕΔΟΜΕΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Ι. Η φύση των μεταδεδομένων επικοινωνίας

Με την πλήρη ψηφιοποίηση της επικοινωνίας και την καθολική χρήση των κοινωνικών δικτύων έχουν επικρατήσει παγκοσμίως τα φορητά μέσα επικοινωνίας, έχοντας ως επακόλουθο τη συσσώρευση όλων των επικοινωνιών μας σε μία μοναδική συσκευή, η οποία μάλιστα βρίσκεται συνεχώς πάνω μας, παρέχοντας παράλληλα άμεση πρόσβαση στο Διαδίκτυο[18]. Τα αναλυτικά ίχνη των μεταδεδομένων επικοινωνίας, που παράγει η αδιάκοπη χρήση των φορητών έξυπνων συσκευών επικοινωνίας διευκολύνουν τη συλλογή πρωτοφανούς πληθώρας δεδομένων, διαμορφώνοντας νέες κατηγορίες μεταδεδομένων, όπως δεδομένα γεω-εντοπισμού, βιομετρικά δεδομένα, δεδομένα αναγνώρισης προσώπου και δακτυλικών αποτυπωμάτων[19], που μπορούν να αποκαλύψουν ζωτικές πληροφορίες για τα υποκείμενα, ιδιαίτερα μάλιστα όταν συλλέγονται σε μεγάλη κλίμακα σε ολόκληρο τον πληθυσμό.

Βασικό χαρακτηριστικό των μεταδεδομένων επικοινωνίας, το οποίο μάλιστα τα ανάγει σε πληροφοριακό χρυσό, αποτελεί η ευκολία συλλογής και ανάλυσής τους, καθώς αποτελούν από τη φύση τους δομημένα δεδομένα με τυποποιημένη και προβλέψιμη μορφή, αφού αποτυπώνουν κυρίως νούμερα, δηλαδή τηλεφωνικούς αριθμούς, ημερομηνία, ώρα και διάρκεια της επικοινωνίας, με αποτέλεσμα να μπορούν να υποβληθούν εύκολα σε ποσοτική ανάλυση σε μεγάλη κλίμακα. Η τυποποιημένη φύση τους έχει καταστήσει ακόμα πιο εύκολη την επεξεργασία τους με τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, την ψηφιακή εξόρυξη δεδομένων μέσω εξελιγμένων υπολογιστικών προγραμμάτων και τη δυνατότητα συλλογής, αποθήκευσης κι επεξεργασίας τεράστιου όγκου δεδομένων προσωπικών επικοινωνιών, που μπορούν με ευχέρεια να μετατρέψουν αυτά τα ίχνη επικοινωνίας σε ουσιαστικές και ζωτικές πληροφορίες για τα υποκείμενα[20].

Από την άλλη πλευρά, το περιεχόμενο της επικοινωνίας δεν διαθέτει δομημένη φύση, καθώς στερείται μιας κοινής ενιαίας μορφής, με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά δύσκολο να υποστεί επεξεργασία με τον ίδιο αυτοματοποιημένο τρόπο, όπως τα μεταδεδομενα επικοινωνίας. Το περιεχόμενο επηρεάζεται άμεσα από υποκειμενικούς και απρόβλεπτους παράγοντες, αφού μπορεί να είναι αποτυπωμένο σε έμμεση ή δυσνόητη μορφή, μπορεί να εκφέρεται με υπονοούμενα ή σε γλώσσα, που δεν είναι εύκολα ή αυτόματα κατανοητή, έτσι ώστε η «ανάγνωση», η «ακρόαση» και η επεξεργασία του να αποτελεί δύσκολο εγχείρημα, δεδομένου μάλιστα ότι η κρυπτογράφησή του πραγματοποιείται ευκολότερα από τα μεταδεδομένα[21]. Παρά δε το γεγονός ότι η τεχνική της αυτοματοποιημένης αποκρυπτογράφησης της επικοινωνίας έχει εξελιχθεί τεχνολογικά, εξακολουθεί από τη φύση της να αποτελεί μια δύσκολη και επιρρεπής σε σφάλματα διαδικασία, με αποτέλεσμα η απομαγνητοφώνηση και η εξόρυξη του περιεχομένου εκατοντάδων εκατομμυρίων επικοινωνιών ημερησίως να αποτελεί δύσκολο έργο. Δεν προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι στις περιπτώσεις επιτήρησης των επικοινωνιών οι μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών και οι Αρχές επιβολής του νόμου καταφεύγουν πρωτίστως στα μεταδεδομένα επικοινωνίας, αφού η συλλογή κι η επεξεργασία τους πραγματοποιείται πιο εύκολα, οικονομικά και αποδοτικά σε σύγκριση με την ανάλυση του περιεχομένου της επικοινωνίας, που δημιουργεί ανυπέρβλητες δυσκολίες λόγω της φύσης του[22].

Καθίσταται σαφές από τα παραπάνω ότι τα «συμφραζόμενα» της επικοινωνίας, τα οποία στο εγγύς παρελθόν θεωρούνταν άχρηστα υποπροϊόντα των υπηρεσιών των Παρόχων έχουν σταδιακά μεταβληθεί σε πολύτιμες πηγές πληροφοριών σχετικά με τους χρήστες – συνδρομητές[23]. Δεν είναι πλέον ασφαλές να υποθέσει κανείς ότι οι εν λόγω πληροφορίες «μη περιεχομένου», που παρέχουν τα μεταδεδομένα επικοινωνίας είναι λιγότερο αποκαλυπτικές ή ευαίσθητες για την ιδιωτική ζωή των υποκειμένων από το ίδιο το περιεχόμενο της επικοινωνίας, αλλά αντιθέτως θα μπορούσαν να περιγραφούν ορθότερα ως «διαφορετικά παρεμβατικές»[24], καθώς δύνανται να αποκαλύψουν με απόλυτη ακρίβεια τον ιστό των κοινωνικών, θρησκευτικών και πολιτικών πεποιθήσεων των υποκειμένων – χρηστών. Τα μεταδεδομένα επικοινωνίας μπορεί να δίνουν την πρώτη εντύπωση ότι αποτελούν πληροφορίες σχετικά με τους αριθμούς, που καλούνται ή απλά τη διάρκεια της επικοινωνίας, παρά ταύτα η συλλογή κι η επεξεργασία τους αποκαλύπτουν πληροφορίες, που παραδοσιακά μπορούσαν να συλλεχθούν μόνο με την ανάλυση του περιεχομένου της επικοινωνίας. Άλλωστε, αν αναλογιστεί κανείς ότι ορισμένοι τηλεφωνικοί αριθμοί προορίζονται αποκλειστικά και μόνο για έναν σκοπό, όπως για παράδειγμα οι τηλεφωνικές γραμμές υποστήριξης για θύματα ενδοοικογενειακής βίας, συνάγεται ευχερώς το συμπέρασμα ότι επανειλημμένες κλήσεις σε έναν τέτοιο αριθμό αποκαλύπτουν ουσιαστικές και συχνά ευαίσθητες πληροφορίες για το άτομο, οι οποίες είναι πολύ συχνά πιο διεισδυτικές σε σύγκριση με την επεξεργασία του ίδιου του περιεχόμενου της επικοινωνίας[25].

ΙΙ. Η χρήση και η αξία των μεταδεδομενων επικοινωνίας στο πλαίσιο της ψηφιοποιημένης επικοινωνίας

  1. i. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω μπορεί να διαπιστωθεί ότι η πρόσβαση στο περιεχόμενο των επικοινωνιών δεν είναι πλέον απαραίτητη για να εξορυχθούν μοτίβα και να χαρτογραφηθεί η συμπεριφορά των χρηστών. Η σκιαγράφηση του βιο-πορτρέτου του υποκειμένου μέσω της συλλογής και της επεξεργασίας των μεταδεδομένων επικοινωνίας δεν βασίζεται πλέον σε συμβατικές μεθόδους ψυχολογίας, όπως απαιτείται για την ανάλυση του περιεχομένου αυτής, όπου κρίνεται απαραίτητη η μεσολάβηση του ανθρώπινου παράγοντα και η θεωρητική ερμηνεία του νοήματος του εκάστοτε μηνύματος, αλλά αντίθετα πηγάζει από μαθηματική ανάλυση βάσει αλγοριθμικών συσχετισμών κατόπιν σύγκρισης τεράστιας ποσότητας δεδομένων[26]. Έτσι, οι πληροφορίες, που αντλούνται από την επεξεργασία των μεταδεδομένων επικοινωνίας είναι δυνατόν να διαμορφώσουν το ψηφιακό προφίλ του χρήστη, δημιουργώντας ένα λεπτομερές αρχείο, το οποίο μάλιστα αποτυπώνει ιδιαίτερα προσωπικές πληροφορίες για το άτομο, όπως τις φιλικές, ερωτικές ή επαγγελματικές σχέσεις, την καταναλωτική συμπεριφορά, τις προσωπικές προτιμήσεις, την οικονομική κατάσταση, τη γεωγραφική θέση[27], τις πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις του χρήστη – συνδρομητή. Άλλωστε, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το επίπεδο διεισδυτικότητας στην ιδιωτική ζωή του ατόμου των μεταδεδομένων, που αποτυπώνουν με ακρίβεια την τοποθεσία των χρησιμοποιούμενων συσκευών επικοινωνίας, αφού η διεύθυνση κατοικίας του υποκειμένου μπορεί να αποκαλύψει ευχερώς την οικονομική του επιφάνεια, ο τόπος λατρείας δύναται να υποδηλώσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, ενώ οι τακτικές επισκέψεις σε ιατρικές υπηρεσίες μπορούν να σκιαγραφήσουν ευαίσθητα ιατρικά δεδομένα του ατόμου[28].  Από τα ανωτέρω λεχθέντα συνάγεται ότι η αδιάκοπη συγκέντρωση δεδομένων γεω-εντοπισμού των εκάστοτε συσκευών επικοινωνίας μπορεί να οδηγήσει στην αναγνώριση της ταυτότητας ενός χρήστη αποκλειστικά και μόνο βάσει ενός ανώνυμου ίχνους θέσης[29], ταυτίζοντας με αυτόν τον τρόπο την κατοχή μιας φορητής έξυπνης συσκευής επικοινωνίας με την ύπαρξη ενός «κατασκόπου στην τσέπη» του χρήστη[30], αφού με αυτόν τον τρόπο χαρτογραφείται λεπτομερώς κάθε ενέργεια του υποκειμένου καθημερινά, σε τέτοιο βαθμό επιτήρησης, που πλησιάζει το επίπεδο ενός κρατούμενου στη φυλακή[31]. Κατά συνέπεια, η συλλογή και η επεξεργασία των μεταδεδομένων επικοινωνίας ενός υποκειμένου μπορεί να παρέχει τόσο διεισδυτική παρακολούθηση των κινήσεων και των επικοινωνιών του, σε επίπεδο που δεν ήταν ποτέ εφικτό στο παρελθόν.

Συνεπώς, μεμονωμένα δεδομένα, τα οποία στο παρελθόν ουδέν αποκάλυπταν για τους συνδρομητές, μπορούν πλέον να μαρτυρήσουν ευαίσθητες λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή των υποκειμένων, λεπτομέρειες τις οποίες τα άτομα δεν είχαν καμία πρόθεση να μοιραστούν δημοσίως[32]. Σε αυτό, άλλωστε, έχει συμβάλλει καθοριστικά η αλλαγή του τρόπου, με τον οποίο χρησιμοποιείται το διαδίκτυο από τα υποκείμενα για κάθε πτυχή της ζωής τους, αφού μέσω αυτού επικοινωνούν και συνάπτουν επαγγελματικές, κοινωνικές και προσωπικές σχέσεις. Ακόμη και τα «αρνητικά» μεταδεδομένα, δηλαδή όταν ένα κινητό τηλέφωνο απενεργοποιηθεί, μπορεί να παράξει συμπεράσματα και να διαγνώσει τη συμπεριφορά του χρήστη, αφού τα μοτίβα επικοινωνίας δύνανται να χαρτογραφήσουν λεπτομερώς ακόμα και τις ώρες ύπνου του κάθε ατόμου[33]. Η διάγνωση μοτίβων συμπεριφοράς των χρηστών μέσω των μεταδεδομένων επικοινωνίας, που αφήνουν εν αγνοία τους στα ψηφιακά μέσα επικοινωνίας, αποτελούν πολύτιμα εργαλεία όχι μόνο στην αποκάλυψη ευαίσθητων πληροφοριών για το παρελθόν, αλλά επίσης στην πρόβλεψη της μελλοντικής συμπεριφοράς των ατόμων. Η εν λόγω δεδομενοποίηση, ήτοι η ποσοτικοποίηση των δεδομένων, που προκύπτουν από τη δυνατότητα παραμετροποίησης της ανθρώπινης ζωής, προκειμένου να ταξινομηθεί και να επεξεργαστεί εντός μεγάλων συνόλων, αποτελεί τον απώτερο στόχο της χαρτογράφησης και πρόβλεψης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αφού η μελλοντική τοποθεσία και οι δραστηριότητες ενός ατόμου μπορούν να προβλεφθούν, αναζητώντας μοτίβα στο ιστορικό τοποθεσίας του ιδίου του υποκειμένου, καθώς και του κοινωνικού ιστού του.

  1. ii. Ως εκ τούτου, ο ψηφιακός μετασχηματισμός της επικοινωνίας πυροδότησε μια βιομηχανία, που χτίστηκε πάνω στην ανεκτίμητη αξία των μεταδεδομένων επικοινωνίας, δηλαδή πάνω σε αυτά τα αυτοματοποιημένα αρχεία καταγραφής, που αποτυπώνουν με ακρίβεια τις συνθήκες της επικοινωνίας[34]. Άξιο μνείας αποτελεί το γεγονός ότι κατά την τελευταία δεκαετία, τα μεταδεδομένα χρησιμοποιούνται ευρέως από τον ιδιωτικό τομέα και την αγορά προσωπικών πληροφοριών για σκοπούς προσωποποιημένης διαφήμισης και άμεσου μάρκετινγκ, καθώς έχουν εμφανιστεί Πάροχοι, που προσφέρουν υπηρεσίες παρακολούθησης, οι οποίες βασίζονται στη σάρωση μεταδεδομένων επικοινωνίας και ειδικότερα πληροφοριών σχετικών με τη γεωγραφική θέση του εξοπλισμού του χρήστη και προσφέρουν δυνατότητες, όπως ο προσδιορισμός του αριθμού των προσώπων, που διαμένουν σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Οι εν λόγω βιομηχανίες έχουν εκτινάξει στα ύψη την κερδοφορία τους, χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες, που συνάγονται από τα μεταδεδομένα επικοινωνίας, με αποτέλεσμα να πιέζουν ασφυκτικά για τη δημιουργία βάσεων δεδομένων απαρτιζόμενων από αυτά[35]. Με το πρόσχημα ότι οι χρήστες έχουν παράσχει συγκατάθεση για τη χρήση των εν λόγω δεδομένων, χωρίς βέβαια να έχουν κατανοήσει το επίπεδο διείσδυσής τους στην ιδιωτική τους ζωή, τα μεταδεδομένα επικοινωνίας αποθηκεύονται και χρησιμοποιούνται για εμπορικούς σκοπούς[36]. Οι χρήστες συγκατατίθενται στην επεξεργασία των μεταδεδομένων τους, προκειμένου να λαμβάνουν συγκεκριμένες υπηρεσίες, όπως οι υπηρεσίες προστασίας από δόλιες δραστηριότητες, πλην όμως οι υπηρεσίες αυτές συχνά παρέχονται έναντι μη χρηματικής αντιπαροχής, όπως είναι η έκθεση των χρηστών σε προσωποποιημένο διαφημιστικό υλικό. Εξάλλου, πρόσφατα, οι Πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών έφτασαν στο σημείο να εξαναγκάσουν τους χρήστες να επιλέξουν ανάμεσα στη συλλογή των μεταδεδομένων τους (και εν γένει δεδομένων τους) για σκοπούς συμπεριφορικής διαφήμισης ή στην καταβολή μηνιαίου τέλους συνδρομής για την προστασία της ιδιωτικότητάς τους, γεγονός που αποδυναμώνει παραχρήμα την αξία της πραγματικής συναίνεσης στη χρήση των δεδομένων του ατόμου.

Έτσι, με τον τρόπο αυτό, τα μεταδεδομένα επικοινωνίας χρησιμοποιούνται κι επεξεργάζονται για εμπορικούς σκοπούς, αποκαλύπτοντας στοιχεία του βιο-πορτρέτου του υποκειμένου, που χρήζουν ενισχυμένης προστασίας του απορρήτου, γεγονός που μάλιστα συμβαίνει εν αγνοία του τελικού χρήστη και συνιστά σοβαρή παραβίαση της ιδιωτικής ζωής του[37]. Καθίσταται σαφές από τα παραπάνω ότι τα μεταδεδομένα επικοινωνίας, όταν συλλέγονται σε ευρεία κλίμακα, λειτουργούν ως πλούσιο αποθετήριο προσωπικών πληροφοριών για τα άτομα, καθώς η επεξεργασία τους σε αυτό το εύρος μπορεί να σκιαγραφήσει το κοινωνικό γράφημα του πληθυσμού κατά την πάροδο του χρόνου, χαρτογραφώντας με ακρίβεια τη σύνθεση της εκάστοτε κοινωνικής ομάδας, τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των υποκειμένων τους, τις προσωπικές σχέσεις τους, τα μοτίβα συμπεριφοράς τους και την κοινωνική θέση τους[38]. Άλλωστε, η ισχύς των μεταδεδομένων επικοινωνίας και ο ενδεχόμενος αντίκτυπος της συλλογής και επεξεργασίας τους στην ιδιωτικότητα, στην ισότητα και την ελευθερία των ατόμων αυξάνεται όσο μεγαλύτερη είναι η κλίμακα του συλλεχθέντος δείγματος και όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια της αποθήκευσης.

iii. Περαιτέρω, τα μεταδεδομένα επικοινωνίας ανέκαθεν χρησιμοποιούνταν για στρατιωτικούς σκοπούς, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες έχουν καταστεί σύνηθες εργαλείο για τη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας, την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και τη διερεύνηση εγκληματικών δραστηριοτήτων[39]. Άλλωστε, στο πλαίσιο της παρακολούθησης των υποκειμένων, η προγνωστική ανάλυση και η συσχέτιση μοτίβων μεταδεδομένων με την πραγματική ή δυνητική συμπεριφορά των ατόμων παρέχει αποκαλυπτικές πληροφορίες για το ποιοι είμαστε και τι κάνουμε[40]. Συνεπώς, ευχερώς διαγιγνώσκεται ότι οι κρατικές Αρχές και οι εθνικές μυστικές υπηρεσίες, έχοντας διαθέσιμους ανεξάντλητους πορους, μπορούν να προβούν στη συλλογή και επεξεργασία των μεταδεδομένων επικοινωνίας των πολιτών σε τεράστια κλίμακα και να χρησιμοποιήσουν τα εν λόγω δεδομένα τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο μάλιστα και σε επίπεδο ανταγωνισμού κρατών[41].

Καταληκτικά, μπορεί να διαπιστωθεί ότι η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας και η καθολική χρήση του διαδικτύου έχουν καταστήσει παρωχημένη τη δυαδική διάκριση μεταξύ μεταδεδομένων και περιεχομένου επικοινωνίας, καθώς τα μεταδεδομένα ενός ατόμου μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο επικοινωνίας ενός άλλου ατόμου. Το εν λόγω όριο δεν είναι πια αφηρημένο και ασαφές, αλλά καθορίζεται κάθε φορά από τα συναφώς παραγόμενα δεδομένα κάθε επικοινωνιακού γεγονότος[42], με αποτέλεσμα το απόρρητο των μεταδεδομένων επικοινωνίας να χρήζει του ίδιου επιπέδου προστασίας με το περιεχόμενο αυτής.

 

[1] Loideain, N.N. (2015) “EU Law and Mass Internet Metadata Surveillance in the Post-Snowden Era. Cogitatio Media and Communication, Τόμος 3 (Τεύχος 2), σελ. 54. Διαθέσιμο στο https://www.mendeley.com/search/?query=EU+Law+and+Mass+Internet+Metadata+Surveillance+in+the+Post-Snowden+Era&dgcid=md_homepage.

[2] Λίβος, Ν. (1994) «Ποινικοδικονομικές επεμβάσεις σε δεδομένα τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων». ΠοινΧρ, ΜΔ΄, σελ. 742, παρουσίαση άρθρου του Welp, J. Strafprozessuale Zugriffe auf Verbindungsdaten des Fernmeldeverkehrs.

[3] Τσόλιας, Γ (2013) «Απόρρητο Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών Ι – Συνταγματικό πλαίσιο προστασίας του απορρήτου στον τομέα των τηλεπικοινωνιών». Σε Παύλου, Σ., Σάμιο, Θ. επιμ. Ειδικοί Ποινικοί Νόμοι. Αθήνα: Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, σελ. 37.

[4] Τσόλιας, Γ. (2013), ό.π., σελ. 3.

[5] Χρυσόγονος, Κ. (2006) Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 256 επ.

[6] Χρυσόγονος, Κ. (1998) Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα. Αθήνα: Εκδόσεις Σάκκουλας, σελ. 213.

[7] Λυντέρης, Χ. (1995) «Η άρση του απορρήτου της επικοινωνίας ως μέσο αντεγκληματικής πολιτικής – παρουσίαση του Ν. 225/1994». ΠοινΧρ, 1995, σελ. 119.

[8] Μάνεσης, Α. (2013) Συνταγματικά Δικαιώματα, α΄ Ατομικές Ελευθερίες, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις. Αθήνα: Εκδόσεις Σάκκουλας, σελ. 245.

[9] Παπαδόπουλος, Ν. (2008) Προστασία του Απορρήτου της Επικοινωνίας, Ερμηνευτική Προσέγγιση του Άρθρου 19 του Συντάγματος της Ελλάδος. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 172, 183.

[10] Τσόλιας, Γ. (2013), ό.π., σελ. 8.

[11] Απόφαση Συμβουλίου της Επικρατείας 1593/2016, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOΣ.

[12] Απόφαση Συμβουλίου της Επικρατείας 1593/2016, ό.π.

[13] Τσόλιας, Γ. (2004) «Τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα υπό το πρίσμα του απορρήτου: προβληματισμοί εν όψει της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ». ΔΙΤΕ (π. ΔΙΜΕΕ), (Τεύχος 3/2004).

[14] Smith, J.C. (2003) “The USA PATRIOT Act: Violating reasonable expectations of privacy protected by the Fourth Amendment without advancing national security”. North Carolina Law Review, τ. 82, σελ. 412.

[15] Crump, C. (2003) “Data retention—Privacy, anonymity, and accountability online”, StanfordLaw Review, τ. 56, σελ. 191. Διαθέσιμο στο https://www.jstor.org/stable/1229685.

[16] Mitrou, L. (2007) “Communications Data Retention: A Pandora’s Box for Rights and Liberties?”. Σε Acquisti, Α., Gritzalis, S., Lambrinoudakis, C., Di Vimercati, S. Digital Privacy, Theory, Technologies and Practices. New York: Auerbach Publications, σελ 423. Διαθέσιμο στο: https://www.academia.edu/8379843/Communications_Data_Retention_A_Pandoras_Box_for_Rights_and_Liberties.

[17] Μαρκόπουλος, Ν. (2018) «Η συνταγματική προστασία των εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας», Πρακτικά Ημερίδας της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών με θέμα Απόρρητο Επικοινωνιών – Σύγχρονες Προκλήσεις. Αθήνα, 08-05-2018. Αθήνα: Α.Δ.Α.Ε., σελ. 67.

[18] Wicker, S.B. (2013) Cellular Convergence and the Death of Privacy, Oxford: Oxford University Press.

[19] Bernal, P. (2016) “Data gathering, surveillance and human rights: recasting the debate”. Journal of Cyber Policy, 1(2), σελ. 247. Διαθέσιμο στο https://www.mendeley.com/search/?page=1&query=%20Bernal%2C%20P.%20%282016%29%20%E2%80%9CData%20gathering%2C%20surveillance%20and%20human%20rights%3A%20recasting%20the%20debate&sortBy=relevance.

[20] Felten, E. (2013) “Written Testimony”, Committee on the Judiciary Hearing on Continued Oversight of the Foreign Intelligence Surveillance Act. United States Senate, 02-10-2013, σελ. 4.

[21] Bernal, P. (2016), ό.π., σελ. 248.

[22] Felten, E. (2013), ό.π., σελ. 6.

[23] Van Dijck, J. (2014) “Datafication, dataism and dataveillance: Big Data between scientific paradigm and ideology”. Surveillance and Society, 12(2), σελ. 199. Διαθέσιμο στο https://www.mendeley.com/search/?page=1&query=%E2%80%9CDatafication%2C%20dataism%20and%20dataveillance%3A%20Big%20Data%20between%20scientific%20paradigm%20and%20ideology&sortBy=relevance.

[24] Bernal, P. (2016), ό.π., σελ. 248.

[25] Felten, E. (2013), ό.π., σελ. 8-9.

[26] Bernal, P. (2016), ό.π., σελ. 249.

[27] Τσόλιας, Γ. (2004), ό.π., σελ. 3.

[28] Μπαντή-Μαρκούτη, Β., Ηλιοπούλου, Μ., Kιούση, Τζ., Ματσούκα, Α. (2015) «Mεταδεδομένα και ηλεκτρονικές επικοινωνίες: Η κατάργηση της Οδηγίας 2006/24 και η USA Freedom Act 2015». ΔΙΤΕ (π. ΔΙΜΕΕ) (Τεύχος 3), σελ. 15.

[29] Wicker, S.B. (2012) «The Loss of Location Privacy in the Cellular Age». Communications of the ACM, Vol. 55, (No. 8), σελ 62. Διαθέσιμο στο http://wisl.ece.cornell.edu/wicker/SWicker_CACM_9_12.pdf.

[30] Green, Ν. και Smith, S. (2004) “A Spy on your pocket? The Regulation of Mobile Data in the UK”. Surveillance and Society, 1 (4), σελ. 573-578. Διαθέσιμο στο https://www.researchgate.net/publication/265007629_’A_Spy_in_your_Pocket’_The_Regulation_of_Mobile_Data_in_the_UK.

[31] Davis, D. (2014) “Your mobile phone is watching YOU”, Mail Online, 12-01-2014. Διαθέσιμο στο https://www.dailymail.co.uk/news/article-2537828/Your-mobile-phone-watching-YOU-writes-DAVID-DAVIS-Campaigning-former-Shadow-Home-Secretarys-phone-log-reveals-insidious-tracking-move.html.

[32] Felten, E. (2013), ό.π., σελ. 7.

[33] Landau, S. (2020) “Categorizing uses of communications metadata: Systematizing knowledge and presenting a path for privacy”. NSPW ‘20, USA, 26-29 2020, Online, σελ. 2. Διαθέσιμο στο https://www.mendeley.com/search/?page=1&query=susan%20landau%20categorizing&sortBy=relevance, σελ. 1.

[34] Van Dijck, J. (2014), ό.π., σελ. 201.

[35] Wicker, S.B. and Schrader, D.E. (2011) “Privacy-Aware Design Principles for Information Networks”. Proceedings of the IEEE, vol. 99(2), σελ. 334-6. Διαθέσιμο στο https://www.researchgate.net/publication/224185721_Privacy-Aware_Design_Principles_for_Information_Networks.

[36] Landau, S. (2020), ο.π., σελ. 1.

[37] Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2017) Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 10-1-2017 για τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και την κατάργηση της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ, 2017/0003, αιτιολογική σκέψη 18 και 20.

[38] Felten, E. (2013), ό.π., σελ. 10.

[39] Landau, S. (2020), ο.π., σελ. 1.

[40] Van Dijck, J. (2014), ό.π., σελ. 200.

[41] Landau, S. (2020), ο.π., σελ. 5.

[42] Landau, S. (2020), ο.π., σελ. 2-3.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

4 × three =