Η Κλιματική Δικαιοσύνη μέσα από τη νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ

Παναγιώτης Γαλάνης, Δικηγόρος, ΔΝ, Μεταδιδάκτωρ Νομικής ΕΚΠΑ

Η παρούσα σύντομη συνεισφορά επισκοπεί την έννοια της «κλιματικής δικαιοσύνης» ως πρωτίστως νομική έννοια (αν και παραμένει εξόχως «έξω»-νομική έννοια των λοιπών κοινωνικών επιστημών). Ακολούθως, εξετάζει σειρά καίριων αποφάσεων δικαστηρίων, κυρίως του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ σε ζητήματα κλιματικής δικαιοσύνης για να καταλήξει αν η πραγμάτευση των δικαστηρίων έχει ωριμάσει και, αν ναι, σε τι βαθμό και, κυρίως τι μέλλει γενέσθαι. 

 

Εισαγωγή

Η «κλιματική δικαιοσύνη» είναι ένας όρος που στον πυρήνα του περιλαμβάνει την παραδοχή ότι «παρόλο που η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι μια παγκόσμια κρίση, τα αποτελέσματά της δεν γίνονται ομοιόμορφα αισθητά σε όλο τον κόσμο»[1]. Η κλιματική δικαιοσύνη αντικρίζεται ως μια υπο-έννοια της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης και εστιάζει στη δίκαιη κατανομή των βαρών της κλιματικής αλλαγής και στις προσπάθειες για τον μετριασμό τους. Έχει περιγραφεί ως «ένα σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που έχουν οι εταιρείες, τα άτομα και οι κυβερνήσεις έναντι αυτών των ευάλωτων ατόμων που θα επηρεαστούν με έναν τρόπο σημαντικά δυσανάλογα από την κλιματική αλλαγή»[2]. Η κλιματική δικαιοσύνη μεταχειρίζεται έννοιες όπως η ισότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα συλλογικά δικαιώματα και οι ιστορικές ευθύνες για την κλιματική αλλαγή. Αυτό γίνεται με τη συσχέτιση των αιτιών και των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής με τις έννοιες της δικαιοσύνης, ιδιαίτερα της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης και της κοινωνικής δικαιοσύνης[3].

Οι δράσεις για την κλιματική δικαιοσύνη μπορούν να περιλαμβάνουν το αυξανόμενο παγκόσμιο σώμα νομικής δράσης για ζητήματα κλιματικής αλλαγής. Το 2017, μια έκθεση του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον εντόπισε 894 εν εξελίξει νομικές ενέργειες παγκοσμίως. Η κλιματική δικαιοσύνη αποτελεί, παράλληλα, πτυχή του SDG 13 στο πλαίσιο της Ατζέντας 2030 του ΟΗΕ.

Οι αντιλήψεις για την κλιματική δικαιοσύνη μπορούν να ομαδοποιηθούν στη γραμμή της δικονομικής δικαιοσύνης, η οποία δίνει έμφαση στη δίκαιη, διαφανή και χωρίς αποκλεισμούς λήψη αποφάσεων και στη διανεμητική δικαιοσύνη, η οποία δίνει έμφαση στο ποιος επωμίζεται το κόστος τόσο της κλιματικής αλλαγής όσο και των ενεργειών που λαμβάνονται για την αντιμετώπισή της[4].

Ένας κύριος παράγοντας για την αυξημένη δημοτικότητα και τη συνεκτίμηση της κλιματικής δικαιοσύνης στις λοιπές δημόσιες πολιτικές ήταν η άνοδος των κινημάτων βάσης – όπως τα Fridays for Future, Ende Gelände και Extinction Rebellion. Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο των Πιο Ευάλωτων Ατόμων και Περιοχών (MAPA), δηλαδή, των ομάδων συνολικά δυσανάλογα ευάλωτες ή επηρεάζονται από την κλιματική αλλαγή, όπως γυναίκες, φυλετικές μειονότητες, νέοι, ηλικιωμένοι και φτωχότεροι άνθρωποι. Ιστορικά περιθωριοποιημένες κοινότητες, όπως οι κοινότητες με χαμηλό εισόδημα, οι αυτόχθονες κοινότητες, οι ΛΟΑΤΚΙ+ και οι έγχρωμες κοινότητες αντιμετωπίζουν συχνά τις χειρότερες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής: οι λιγότερο υπεύθυνες για την κλιματική αλλαγή υφίστανται σε γενικές γραμμές τις σοβαρότερες συνέπειές της. Μπορεί επίσης να βρίσκονται σε περαιτέρω μειονεκτική θέση από τις αντιδράσεις στην κλιματική αλλαγή που θα μπορούσαν να αναπαράγουν ή να επιδεινώσουν τις υπάρχουσες ανισότητες, οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί ως «τριπλές αδικίες» της κλιματικής αλλαγής[5].

Ορισμένες προσεγγίσεις κλιματικής δικαιοσύνης προάγουν τη μετασχηματιστική δικαιοσύνη, όπου οι υποστηρικτές εστιάζουν στο πώς η ευπάθεια στην κλιματική αλλαγή αντανακλά διάφορες δομικές αδικίες στην κοινωνία, όπως ο αποκλεισμός περιθωριοποιημένων ομάδων από τα μέσα διαβίωσης ανθεκτικά στο κλίμα και ότι η δράση για το κλίμα πρέπει να αντιμετωπίζει ρητά αυτές τις δομικές ανισορροπίες ισχύος. Για αυτές τις θεωρήσεις, δίνεται προτεραιότητα στη διασφάλιση ότι οι αντιδράσεις στην κλιματική αλλαγή δεν επαναλαμβάνουν ή δεν ενισχύουν τις υπάρχουσες αδικίες, οι οποίες έχουν διαστάσεις διανεμητικής και δικονομικής δικαιοσύνης.

Άλλες αντιλήψεις πλαισιώνουν την κλιματική δικαιοσύνη ως προς την ανάγκη περιορισμού της κλιματικής αλλαγής εντός ορισμένων ορίων, όπως οι στόχοι της Συμφωνίας του Παρισιού στους 1,5 °C, καθώς διαφορετικά οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στα φυσικά οικοσυστήματα θα είναι τόσο σοβαρές ώστε να αποκλείουν τη δυνατότητα δικαιοσύνης για πολλές γενιές και πληθυσμοί[6].

Άλλοι ακτιβιστές υποστηρίζουν ότι η αποτυχία αντιμετώπισης των κοινωνικών επιπτώσεων των μεταβάσεων μετριασμού της κλιματικής αλλαγής θα μπορούσε να οδηγήσει σε βαθιές οικονομικές και κοινωνικές εντάσεις και να καθυστερήσει τις απαραίτητες αλλαγές, ενώ τρόποι που μειώνουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου με κοινωνικά δίκαιο τρόπο – αποκαλούνται «δίκαιη μετάβαση» – είναι δυνατά, προτιμότερα, σε καλύτερη συμφωνία με τα σύγχρονα ανθρώπινα δικαιώματα, δικαιότερα, πιο ηθικά και πιθανώς πιο αποτελεσματικά[7].

Μεταβαίνοντας στην ενδιαφέρουσα εν προκειμένω νομική ανάλυση της κλιματικής δικαιοσύνης, πρέπει να παρατηρηθεί ότι γενικώς η νομική επιστήμη υιοθετεί εσωτερική προσέγγιση, συμμετέχοντας στη διαμόρφωση της έννομης τάξης με αποδοχή των κανόνων της ως προτύπων ζωής και οδηγών συμπεριφοράς. Αντίθετα, ο κοινωνιολόγος του δικαίου επιδιώκει να εξηγήσει νομικούς κανόνες με σύνδεσή τους προς άλλα στοιχεία της κοινωνικής δομής και να προβλέψει δικαϊκές κανονικότητες (πρβλ. και την κοινωνιολογική σχολή του αμερικάνικου δικαίου που προσανατολίζεται στις πράξεις των δικαστών)[8].

Η δογματική νομική προσέγγιση δέχεται τον δεσμευτικό προσανατολισμό των νομικών κειμένων και αποδέχεται ότι έχει μικρότερο βαθμό ελευθερίας από μία νομοθετικά ή νομολογιακά αδέσμευτη θεωρία δικαιοσύνης. Η νομική ως κοινωνική τεχνολογία είναι χρήσιμη κυρίως σε επίπεδο νομοθέτη και σε περιοχές κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, αλλά έχει περιορισμένη χρησιμότητα. Μία κανονιστική δογματική νομική επιστήμη σε αναλυτικά πρότυπα (σαφήνεια, ακρίβεια, ελεγξιμότητα) διατηρεί το παραδοσιακό της δεοντολογικό μοντέλο, αλλά χρησιμοποιεί σύγχρονη επιστημονική θεωρία σε δύο επίπεδα: σε επίπεδο θετικής ανάλυσης για τον εντοπισμό και την εξειδίκευση των συνεπειών των νομικών ρυθμίσεων (τήρησης ή παραβίασής τους) με τη χρήση γνώσεων εμπειρικών επιστημών αναλυτικού τύπου και σε επίπεδο αξιολογικής ανάλυσης για την κατασκευή κριτηρίων αξιολογικής λήψης αποφάσεων που είναι γενικεύσιμες σε όμοιες περιπτώσεις κοινωνικών διαφορών με τη χρήση της αναλυτικής – κανονιστικής επιστήμης[9].

 

1.                  Η κλιματική δικαιοσύνη ως  πρόσβαση στη δικαιοσύνη για θέματα περιβάλλοντος

Βασική, λοιπόν, προβληματική του δικαίου για την κλιματική αλλαγή παραμένει η δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για θέματα που αφορούν αμιγώς την ανάσχεσή της ως μέσο επίτευξης της κλιματικής δικαιοσύνης[10]. Η προβληματική αυτή σχετίζεται με τα περιβαλλοντικά διαδικαστικά δικαιώματα της Σύμβασης Άαρχους και της αντίστοιχης αντιμετώπισης της ενωσιακής έννομης τάξης για θέματα περιβάλλοντος. Συνεπώς, στην παρούσα υποενότητα θα εξεταστούν οι διαστάσεις της πρόσβασης στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά ζητήματα στην ενωσιακή έννομη τάξη και στη Σύμβαση Άαρχους.

Το ΔΕΕ μέσω της νομολογίας του συμβάλλει στη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για τη διασφάλιση «ευρείας πρόσβασης» του «ενδιαφερόμενου κοινού» στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικές διαφορές σε εθνικό επίπεδο[11]:

  • Τα κράτη μέλη περιορίζονται θεσμικά και διαδικαστικά κατά τη θέσπιση και εφαρμογή των εθνικών δικονομικών κανόνων προσδιορίζεται, με βάση την αρχή της ισοδυναμίας (όχι λιγότερο ευνοϊκοί κανόνες) και την αρχή της αποτελεσματικότητας (οι εφαρμοζόμενοι εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν καθιστούν «αδύνατη ή εξαιρετικά δύσκολη» την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο)[12]. Ο δικαστικός έλεγχος των διαδικασιών των Οδηγιών κρίνεται σύμφωνα με τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες, από δικαστήριο ή άλλο ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο[13]. Το επαρκές συμφέρον και η προσβολή δικαιώματος του αιτούντος διαδίκου κρίνονται κατά το εθνικό δίκαιο
  • Η αποκεντρωμένη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου αποτελεί γενική αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στην ενωσιακή έννομη τάξη αναγνωρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου και ανιχνεύεται και στις σχετικές αποφάσεις του για τις διαδικασίες ΕΠΕ και ΣΠΕ[14], όπως και στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (για εθνικά και υπερεθνικά δικαστήρια)
  • Στο άρθρο 47 παρ. 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ θεμελιώνεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και εκπροσώπηση, συμβουλή και υπεράσπιση από δικηγόρο
  • Δίνεται έμφαση στην προσωρινή δικαστική προστασία στις περιβαλλοντικές διαφορές
  • Δίνεται εγγύηση του μη απαγορευτικού κόστους των διαδικασιών (συμπεριλαμβανομένων των δικηγορικών αμοιβών).

Κατ’ αντίστοιχη συλλογιστική με τη συμμετοχή του κοινού, η δικαστική προστασία απορρέει από το άρθρο 9 παρ. 2 της Σύμβασης Άαρχους[15] . Το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά ζητήματα προβλέπεται στο άρθρο 9 της Σύμβασης Άαρχους, για τις εξής περιπτώσεις:

  • Την ολική/μερική άρνηση ή μη ορθή αντιμετώπιση του αιτήματος πρόσβασης στην περιβαλλοντική πληροφορία
  • Την παραβίαση δικαιώματος συμμετοχής, καθώς και τη δυνατότητα προσβολής σχετικών πράξεων/παραλείψεων για λόγους ουσιαστικής/διαδικαστικής νομιμότητας των προσβαλλόμενων
  • Την παραβίαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας (public law suit).

Παράλληλα, έχει γίνει δεκτό από το ΔΕΕ ότι το άρθρο 9 παρ. 3 της Σύμβασης Άαρχους δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, υπό την έννοια, ωστόσο, ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ερμηνεύσει το δίκαιό του κατά τρόπο σύμφωνα με το ενωσιακό, στο μέτρο του δυνατού[16].

Στην περίπτωση ιδίως των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ) κρίθηκε παλαιότερα νομολογιακά ότι δεν έχουν έννομο συμφέρον για λόγους γενικότερης προστασίας συλλογικών συμφερόντων, αν δεν έχουν έννομο συμφέρον τα μέλη τους ατομικά[17]. Οι ΜΚΟ δύνανται να επικαλεστούν το δικαίωμα από το άρθρο 10 α τρίτο εδάφ. τελευταία περίοδος της Οδηγίας 85/337 επί παραβιάσει των κανόνων της Οδηγίας, αν και «το εθνικό δικονομικό τους δίκαιο δεν το επιτρέπει για τον λόγο ότι οι προβαλλόμενοι κανόνες προστατεύουν αποκλειστικώς τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου και όχι τα συμφέροντα ιδιωτών»[18].

Περαιτέρω αναβάθμιση του ρόλου των περιβαλλοντικών ΜΚΟ (ιδίως στην περιβαλλοντική αδειοδότηση, αλλά και στο υπό μελέτη θέμα) παρέχει το άρθρο 10α της Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, το οποίο απαγορεύει νομοθεσία, η οποία δεν παρέχει στις μη κυβερνητικές οργανώσεις που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος του άρθρου 1 παρ. 2 της εν λόγω Οδηγίας τη δυνατότητα να προβάλλουν ενώπιον δικαστηρίου, στο πλαίσιο προσφυγής κατά αποφάσεων με τις οποίες εγκρίνονται σχέδια που «ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον» κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 της Οδηγίας 85/337, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2003/35, παράβαση κανόνα που απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης και προστατεύει αποκλειστικώς τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου και όχι τα συμφέροντα ιδιωτών. Οι ΜΚΟ μπορούν να αντλήσουν από το άρθρο 10α τρίτο εδάφιο τελευταία περίοδος της Οδηγίας 85/337, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2003/35, το δικαίωμα να προβάλλουν ενώπιον δικαστηρίου, στο πλαίσιο προσφυγής κατά αποφάσεων με τις οποίες εγκρίνονται σχέδια «που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον», κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 της Οδηγίας 85/337, παράβαση των κανόνων του εθνικού δικαίου που απορρέουν από το άρθρο 6 της Οδηγίας 92/43/ΕΚ, μολονότι το εθνικό δικονομικό δίκαιο δεν το επιτρέπει για τον λόγο ότι οι προβαλλόμενοι κανόνες προστατεύουν αποκλειστικώς τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου και όχι τα συμφέροντα ιδιωτών[19].

Βασικά άρθρα της Οδηγίας ΕΠΕ που αφορούν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι το άρθρο 1 παρ. 2 στοιχ. ε) (ενδιαφερόμενο κοινό) και το άρθρο 11 της Οδηγίας ΕΠΕ που εξειδικεύει την ως άνω ρύθμιση. Το ΔΕΕ έκρινε ότι καταλείπεται διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη «όσον αφορά τον προσδιορισμό της έννοιας της προσβολής δικαιώματος και τον καθορισμό των προϋποθέσεων παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων και των οργάνων ενώπιον των οποίων πρέπει να ασκούνται»[20].

Κάτωθι επισκοπούνται εν είδει εισαγωγικών παρατηρήσεων ορισμένες αποφάσεις του ΔΕΕ, όχι για ζητήματα κλιματικής αλλαγής, αλλά προκειμένου να εκφράσουν τις βασικές προβληματικές που αφορούν το εδώ ενδιαφέρον ζήτημα.

 

Α) «Ευρεία πρόσβαση στη δικαιοσύνη»

Στην απόφαση C-263/08 Djurgården-Lilla Värtans Miljöskyddsförening, το Δικαστήριο έκρινε πως η συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικών με το περιβάλλον που προβλέπεται στη σύμβαση του Άαρχους είναι αυτοτελής και έχει διαφορετικό σκοπό απ’ ό,τι η ένδικη προσφυγή (σκ. 56), ενώ και ο σκοπός της διασφάλισης «ευρείας πρόσβασης στη δικαιοσύνη», ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 9 παρ. 2 και ο σεβασμός της πρακτικής αποτελεσματικότητας της διάταξης αυτής δεν θα διασφαλίζονταν από νομοθεσία, η οποία θα εξαρτούσε το παραδεκτό προσφυγής ασκηθείσας από μη κυβερνητική οργάνωση από τον ρόλο που η τελευταία διαδραμάτισε κατά το στάδιο της συμμετοχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, παρά το γεγονός ότι το στάδιο αυτό δεν έχει το ίδιο αντικείμενο με την άσκηση ένδικης προσφυγής και η εκτίμηση της εν λόγω ΜΚΟ για ένα έργο δύναται να μεταβληθεί αναλόγως της έκβασης της διαδικασίας αυτής (σκ. 58)[21].

 

2.      Climate change litigation: Οι ιδιαιτερότητες της πρόσβασης στη δικαιοσύνη για θέματα κλιματικής αλλαγής – Τα χαρακτηριστικά της «κλιματικής νομολογίας»

To climate change litigation (η νομική αντιδικία για την αλλαγή του κλίματος, γνωστή και ως «δικονομία για το κλίμα») αντικρίζεται στη θεωρία ως ένα αναδυόμενο σώμα δικαστικών υποθέσεων για την περαιτέρω προσπάθεια μετριασμού της κλιματικής αλλαγής από δημόσιους φορείς, όπως κυβερνήσεις και εταιρείες, αλλά και ιδιώτες.

Ενόψει της αργής πολιτικής της κλιματικής αλλαγής που καθυστερεί τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, ακτιβιστές και νομικοί έχουν αυξήσει τις προσπάθειες να χρησιμοποιήσουν εθνικά και διεθνή δικαστικά συστήματα για να προωθήσουν την προσπάθεια[22]. Στο πλαίσιο αυτό, έχει προταθεί από τη θεωρία ο όρος «στρατηγική» προσφυγή στη δικαιοσύνη (strategic litigation) για την υπέρβαση των δικονομικών ορίων του forum και την εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων[23].

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, τα νομικά εργαλεία για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής διατίθενται ολοένα και περισσότερο μέσω της νομοθεσίας, και η νομολογία έχει αναδείξει τις σχετικές με το κλίμα νομικές προκλήσεις, που σχετίζονται με όλους τους κλάδους δικαίου. Πολλές από τις υποθέσεις και προσεγγίσεις έχουν επικεντρωθεί στην προώθηση των αναγκών της κλιματικής δικαιοσύνης και του κινήματος για το κλίμα της νεολαίας.

Η τελευταία ειδική έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) για τον στόχο 1,5 βαθμών καταλήγει, μεταξύ άλλων, στο συμπέρασμα ότι ο υφιστάμενος στόχος των 2 βαθμών θα είχε καταστροφικές και μη αναστρέψιμες συνέπειες: μόλις επιτευχθούν ορισμένα σημεία ανατροπής, τα φαινόμενα ντόμινο θα προκαλούσαν παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας, η οποία θα λάβει χώρα με ακόμη ταχύτερο ρυθμό από ό,τι συμβαίνει ήδη ως αποτέλεσμα των ανθρωπογενών εκπομπών. Σύμφωνα με την έκθεση, ο περιορισμός της υπερθέρμανσης του πλανήτη στους 1,5 βαθμούς απαιτεί ριζική αλλαγή προσέγγισης και μάλιστα άμεση. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα; Η τελευταία έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας αναφέρει ότι οι παγκόσμιες εκπομπές CO2 εξακολουθούν να αυξάνονται αντί να μειώνονται. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και ο στόχος των 2 βαθμών αρχίζει να απομακρύνεται. Με τη θέρμανση να έχει ήδη φτάσει τον ένα βαθμό, οδεύουμε προς θέρμανση 3 ή και 4 βαθμών. Ως εκ τούτου, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αποφασίζουν να κινηθούν νομικά, αξιοποιώντας αρχικώς τα ένδικα βοηθήματα που οι έννομες τάξεις τους προβλέπουν.

Στον τομέα του climate change litigation, πληθαίνουν, λοιπόν, σταδιακώς οι προσφυγές στα δικαστήρια με επίκληση της κλιματικής αλλαγής. Κοινά χαρακτηριστικά αυτών των προσφυγών είναι[24]:

  • Ενάγοντες/προσφεύγοντες είναι αρκετές κατηγορίες προσώπων, π.χ. ομοσπονδιακές πολιτείες, Δήμοι, Περιφέρειες, ΜΚΟ, αγρότες, φυσικά πρόσωπα κλπ.
  • Εναγόμενοι/καθού είναι τα κράτη (το Δημόσιο), οι Δήμοι, αλλά και ιδιώτες (βιομηχανίες – Carbon Majors[25])
  • Αφορούν όλες τις χώρες του πλανήτη, με αρκετά, ωστόσο, διαφορετικά γνωρίσματα η καθεμιά
  • Τα επιχειρήματά τους αντλούνται από τα εσωτερικά τους δίκαια, αλλά και το διεθνές δίκαιο
  • Τα δικονομικά ζητήματα που αναφύονται ομοιάζουν αρκετά μεταξύ τους
  • Ως αποδεικτικά τους μέσα προσάγουν συχνότατα επιστημονικά και οικονομικά στοιχεία και εμπειρικά δεδομένα[26].

Ως προς την πρόσβαση των πολιτών (φυσικών προσώπων) και ΜΚΟ στη δικαιοσύνη[27]: Εξασφαλίζεται η διαφάνεια, η δημοκρατία, ο πλουραλισμός απόψεων και πραγματούται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (δικαίωμα κατοχυρωμένο στις εθνικές τάξεις, την ΕΣΔΑ, το Διεθνές Σύμφωνο, και την ενωσιακή δικαιοταξία). Πραγματώνονται οι προβλέψεις της Σύμβασης Άαρχους που απονέμει περιβαλλοντικά διαδικαστικά δικαιώματα στους πολίτες (στην οποία η ΕΕ είναι συμβαλλόμενο μέρος). Η δικαστική προστασία (ιδιωτών και ΜΚΟ) αφορά την ορθή πρόσβαση στην πληροφορία, την παραβίαση του δικαιώματος συμμετοχής και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Επίσης, δίνεται έμφαση στην αρχή αποκατάστασης των περιβαλλοντικών προσβολών και της «ο ρυπαίνων πληρώνει». Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη παρέχει πλήρη προστασία (οριστική και προσωρινή) και το προσιτό κόστος της, αλλά και η αποτελεσματικότητα (βλ. και το άρθρο 19 ΣΕΕ) των ενδίκων βοηθημάτων συν τω χρόνω. Ως προς την πρόσβαση των ΜΚΟ στη δικαιοσύνη, οι τελευταίες διαθέτουν τη σαφή τεχνογνωσία, το ενδιαφέρον και το έννομο συμφέρον, ανά πεδίο δραστηριότητας[28].

Κοινά προβλήματα για τους ιδιώτες και ΜΚΟ είναι επίσης:

  1. το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος: Διανοίγεται, ωστόσο, υπέρμετρα το έννομο συμφέρον, σε βαθμό που προσομοιάζει της actio popularis, ενώ ενίοτε το κόστος είναι de facto απαγορευτικό. Τα εθνικά δικαστήρια είναι εξαιρετικά σημαντικά στην εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας και ελέγχουν τη νομιμότητα των πράξεων. Δύνανται δε να υποβάλουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ, με το οποίο διεξάγεται ειλικρινής διάλογος (βλ. και αρχή της θεσμικής και διαδικαστικής αυτονομίας)
  2. το ζήτημα της νομικής βάσης (βλ. π.χ. Connecticut v. American Electric Power)
  3. το ζήτημα ορθής ερμηνείας των σχετικών περιβαλλοντικών νόμων (βλ. Greenpeace Nordic Association v. Ministry of Petroleum and Energy)
  4. το ζήτημα έκτασης και έντασης δικαστικού ελέγχου, όπως και το ζήτημα της διάκρισης των εξουσιών (ο Δικαστής ως προστάτης του πλανήτη;!)
  5. τα δικονομικά απαράδεκτα που συχνά αναφύονται (βλ. Juliana and others v. USA) το ζήτημα του είδους των προσβαλλομένων πράξεων και το αν – σε ενωσιακό επίπεδο – αφορούν άμεσα και ατομικά (ρήτρα Plaumann-Peoples’ Climate Case του ΔΕΕ).

 

3. Η επισκόπηση καίριων υποθέσεων με βάση ιδίως τη νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ

 

State of the Netherlands v. Urgenda Foundation

Κομβική παραμένει στη σχετική βιβλιογραφία η λεγόμενη απόφαση Urgenda (συναντάται συχνά και ως Urgenta)[29]. Η απόφαση μνημονεύεται από πληθώρα πηγών, άρθρων, μελετών και συγγραμμάτων σχετικών με την κλιματική αλλαγή.

Η Ολλανδία είχε δεσμευτεί να μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τα επίπεδα του 1990 κατά 49% έως το 2030 με διάφορους ενδιάμεσους στόχους. Ωστόσο, η Ολλανδική Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Αξιολόγησης έκρινε ότι η χώρα δεν θα κατορθώσει να επιτύχει τους στόχους της για το 2020. Το 2012 ο Ολλανδός δικηγόρος Roger Cox τάχθηκε υπέρ της δικαστικής παρέμβασης για την αναγκαστική δράση κατά της κλιματικής αλλαγής. Το 2013 το Ίδρυμα Urgenda, με 900 συνενάγοντες, κατέθεσε αγωγή κατά της κυβέρνησης της Ολλανδίας «για τη μη λήψη επαρκών μέτρων για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, που προκαλούν επικίνδυνη κλιματική αλλαγή». Το 2015 το Περιφερειακό Δικαστήριο της Χάγης αποφάσισε ότι η κυβέρνηση της Ολλανδίας πρέπει να προβεί σε περαιτέρω θετικές ενέργειες,  για να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, προκειμένου να προστατεύσει τους πολίτες της από την κλιματική αλλαγή (υπόθεση Urgenda). Περιγράφηκε ως «κρίση που δημιούργησε νομολογιακό προηγούμενο» και ως «η πρώτη υπόθεση για την κλιματική ευθύνη στον κόσμο»[30].

Επί της ουσίας, το Δικαστήριο δέχεται ότι απαιτούνται προληπτικά μέτρα, ακόμα και αν η υλοποίησή τους κρίνεται αβέβαιη. Κάθε χώρα είναι υπεύθυνη για το δικό της μερίδιο, επανεξετάζεται η πολιτική του κράτους και αυτή εξευρίσκεται ανεπαρκής από το Δικαστήριο.  Το Supreme Court δέχεται παραβίαση των άρθρων 2 και 8 της ΕΣΔΑ. Η απόφαση συνιστά βάση για παραβίαση θετικού καθήκοντος, εντάσσεται δε στην κοινή ερμηνευτική μέθοδο του ΕΔΔΑ.

Στο πλαίσιο, όμως, του culture justification, το δικαστήριο δεν διευκρίνισε ακριβώς το ποσοστό που πρέπει να μειωθούν οι εκπομπές των αερίων.

Σημαντικό, ωστόσο, παραμένει πως νομολογήθηκε ότι θεμελιώνονται θετικές υποχρεώσεις των κρατών να αναλάβουν συγκεκριμένη δράση για την κλιματική αλλαγή. Η απόφαση αυτή στη νομική θεωρία αλλού επικροτήθηκε και αλλού κατακρίθηκε, αφού το δικαστήριο πραγματοποιεί σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Σημαίνον είναι και το ζήτημα των ορίων του δικαστικού ελέγχου, που διατρέχει όλο το δίκαιο για την κλιματική αλλαγή[31].

Σύμφωνα με τον James Thornton, διευθύνοντα σύμβουλο της Client Earth, «Το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι βασίζεται στην ουσία στην καθιερωμένη επιστήμη και την αρχαία αρχή του καθήκοντος φροντίδας μιας κυβέρνησης. Αυτή η συλλογιστική ισχύει σε οποιοδήποτε νομικό σύστημα και σίγουρα θα χρησιμοποιηθεί από τα δικαστήρια σε άλλες χώρες»[32], ρήση που αποδείχτηκε προφητική.

Το 2019 το Ανώτατο Δικαστήριο της Ολλανδίας επικύρωσε την απόφαση επί της έφεσης. Έτσι, επιβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση πρέπει να μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά 25% από τα επίπεδα του 1990 έως το τέλος του 2020, με βάση την αυτονόητη θεώρηση ότι η κλιματική αλλαγή ενέχει κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία.

Το Εφετείο της Χάγης αποφάσισε υπέρ των προσφευγόντων και διέταξε την ολλανδική κυβέρνηση να λάβει πιο αποτελεσματικά μέτρα για την κλιματική αλλαγή. Η απόφαση απαιτεί από την κυβέρνηση να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 25% έως το 2020.

Το πιο σημαντικό σημείο στην υπόθεση Urgenda είναι η νομική βάση της απόφασης του δικαστηρίου, που δεν ήταν άλλη από το επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας του κράτους: Το δικαστήριο θεώρησε ότι ο ανεπαρκής μετριασμός της κλιματικής αλλαγής αποτελεί επικίνδυνη παραβίαση αυτού του καθήκοντος. Ένα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο σημείο είναι ότι το δικαστήριο θεώρησε ότι η τρέχουσα κατάσταση της έρευνας για το κλίμα επιβάλλει στο κράτος συγκεκριμένες (θετικές) υποχρεώσεις για δράση[33]. Θεώρησε ότι, από νομική άποψη, το καθήκον της κυβέρνησης να αποτρέψει τις κλιματικές αλλαγές που επηρεάζουν τη ζωή και την υγεία υπαγορεύει την υιοθέτηση μιας οδού μείωσης των εκπομπών,  προσαρμοσμένης στον στόχο δύο βαθμών που καθορίζει η IPCC. Η απόφαση ελήφθη πριν από τη δημοσίευση της Ειδικής Έκθεσης της IPCC που συνιστά ξεκάθαρα στόχο 1,5 βαθμού. Διερωτάται, λοιπόν, ευλόγως κανείς: Αν δεν συνέβαινε αυτό, θα είχε προχωρήσει η απόφαση ακόμη παραπέρα;[34]

Η απόφαση είναι σημαντική,  καθώς καταδεικνύει πώς ένα δικαστήριο μπορεί να καθορίσει τις ευθύνες ενός μεμονωμένου κράτους, παρά το γεγονός ότι η κλιματική αλλαγή προκαλείται από πολλούς άλλους παράγοντες που μοιράζονται την ευθύνη για τις επιβλαβείς επιπτώσεις της. Σε όλο τον κόσμο εξαπλώνεται μία κίνηση κατάθεσης δικογράφων για τη δικαστική αναγνώριση της νομικής ευθύνης στους φορείς που συμβάλλουν στην κλιματική αλλαγή. Η απόφαση Urgenda, η οποία έχει θεωρηθεί ως η «ισχυρότερη» από όλες, καθιστά σαφές ότι το γεγονός πως ένα κράτος συνεισφέρει σε μικρότερο βαθμό σε σύγκριση με πολλούς άλλους παράγοντες δεν αποκλείει την ατομική του ευθύνη. Η απόφαση περιέχει σημαντικές προτάσεις στις οποίες μπορούν να βασιστούν οι προσφεύγοντες και τα δικαστήρια σε παρόμοιες υποθέσεις.

Η διαδικασία σε όλες τις περιπτώσεις διέπεται από τον ολλανδικό αστικό κώδικα και τον ολλανδικό κώδικα πολιτικής δικονομίας. Επιπλέον, οι διατάξεις του ολλανδικού συνταγματικού δικαίου σχετικά με την επίδραση του διεθνούς δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη ήταν πολύ σημαντικές. Η απόφαση αναδεικνύει και το ιδιωτικό δίκαιο της κλιματικής αλλαγής που τελεί σε αλληλεξάρτηση με το δημόσιο-συνταγματικό. Τονίζουμε τρεις σχετικές πτυχές αυτού του ολλανδικού νομικού πλαισίου:

Πρώτον, η Urgenda είχε το δικαίωμα να υποβάλει αξίωση συλλογικής αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 3:305 του ολλανδικού Αστικού Κώδικα. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι τα συμφέροντα των κατοίκων της Ολλανδίας σε σχέση με την κλιματική αλλαγή είναι επαρκώς πανομοιότυπα και μπορούν να «ομαδοποιηθούν», έτσι ώστε η νομική προστασία με συλλογική αγωγή να είναι πιο αποτελεσματική. Διαπίστωσε ότι αυτό υποστηρίχθηκε επίσης από τη Σύμβαση του Άαρχους[35].

Δεύτερον, σύμφωνα με τους κανόνες του ολλανδικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τα δικαστήρια θα μπορούσαν να θεωρήσουν δεδομένα εκείνα τα γεγονότα στα οποία συμφωνούν οι διάδικοι και γεγονότα που παρουσιάζονται από το ένα μέρος και δεν αμφισβητούνται (επαρκώς) από το άλλο. Δεδομένου ότι το ολλανδικό κράτος συμφώνησε με την Urgenda πως η κλιματική αλλαγή παρουσίαζε σοβαρούς κινδύνους, τα δικαστήρια δεν χρειάστηκε να λάβουν απόφαση για αυτά τα γεγονότα.

Τρίτον, σε όλη τη διαδικασία το διεθνές δίκαιο διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο. Βάσει του άρθρου 93 του ολλανδικού Συντάγματος, διατάξεις του διεθνούς δικαίου οι οποίες μπορεί να είναι «δεσμευτικές για κάθε πρόσωπο» εφαρμόζονται άμεσα στην εθνική έννομη τάξη. Το Εφετείο και το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισαν την άμεση επίδραση της ΕΣΔΑ, στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί και η Urgenda. Άλλοι κανόνες που ενέπνευσαν το Δικαστήριο περιελάμβαναν τη Σύμβαση Πλαίσιο του 1992, τη Συμφωνία των Παρισίων του 2015, την υποχρέωση άσκησης δέουσας επιμέλειας για την πρόληψη σημαντικών διασυνοριακών ζημιών και την αρχή της προφύλαξης.

Σε αυτό το πλαίσιο, εκτίθενται εν συντομία τα τρία κύρια συμπεράσματα που διατύπωσε το Ανώτατο Δικαστήριο που παρουσιάζουν ενδιαφέρον από την άποψη του διεθνούς δικαίου.

 

αα) Τα ανθρώπινα δικαιώματα ως βάση των υποχρεώσεων για την πρόληψη της κλιματικής αλλαγής

Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με το Εφετείο ότι η υποχρέωση της Ολλανδίας να λάβει προληπτικά μέτρα για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 25% έως το τέλος του 2020 θα μπορούσε να θεμελιωθεί στη νομοθεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Με τον τρόπο αυτό έδωσε σημαντική ώθηση στο επιχείρημα ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που διατυπώθηκε μεταξύ άλλων από τον Ειδικό Εισηγητή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και το Περιβάλλον και το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τη Συμβουλευτική Γνώμη του 2018 του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (IACHR), ορισμένες εγχώριες δικαστικές υποθέσεις[36].

Το ολλανδικό κράτος είχε υποστηρίξει ότι, παρόλο που αναγνώριζε τους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής, τα άρθρα 2 και 8 της ΕΣΔΑ δεν θα περιέχουν υποχρεώσεις παροχής προστασίας έναντι των κινδύνων της κλιματικής αλλαγής. Το επιχείρημά του ήταν ότι οι κίνδυνοι δεν θα ήταν επαρκώς συγκεκριμένοι, ότι θα είχαν παγκόσμιο χαρακτήρα και σε κάθε περίπτωση ότι το περιβάλλον αυτό καθαυτό δεν θα προστατεύεται από την ΕΣΔΑ.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αυτά τα επιχειρήματα και επιβεβαίωσε ότι οι κίνδυνοι της κλιματικής αλλαγής εμπίπτουν απόλυτα στο πεδίο εφαρμογής της ΕΣΔΑ. Με βάση τη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με το άρθρο 2 (π.χ. Öneryildiz κ. Τουρκίας) και το άρθρο 8 (π.χ. Tătar κατά Ρουμανίας), έκρινε ότι αυτές οι διατάξεις υποχρέωναν το κράτος να λάβει μέτρα κατά της απειλής επικίνδυνης κλιματικής αλλαγής[37].

Δύο σημαντικά στοιχεία εν προκειμένω επιρρωνύουν τις σκέψεις αυτές:

Το πρώτο στοιχείο είναι ότι οι κίνδυνοι που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή είναι επαρκώς πραγματικοί και άμεσοι,  ώστε να ενταχθούν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 2 και 8. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι αυτοί οι κίνδυνοι μπορεί να λάβουν μεγάλη ποικιλία μορφών, συμπεριλαμβανομένης της ανόδου της στάθμης της θάλασσας, του θερμικού στρες, της επιδείνωσης της ποιότητας του αέρα, της αυξανόμενης εξάπλωσης μολυσματικών ασθενειών, των υπερβολικών βροχοπτώσεων και διακοπής της παραγωγής τροφίμων και της παροχής πόσιμου νερού (§4.2). Μπορεί να μην γνωρίζουμε ποιοι κίνδυνοι θα επαληθευτούν πότε. Αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι,  χωρίς επαρκή πολιτική για το κλίμα, η συνδυασμένη επίδραση τέτοιων κινδύνων μπορεί να οδηγήσει σε εκατοντάδες χιλιάδες θύματα στη Δυτική Ευρώπη μόνο κατά το δεύτερο μισό αυτού του αιώνα (§2.1.8). Το γεγονός ότι αυτοί οι κίνδυνοι θα γίνονταν εμφανείς μόνο σε λίγες δεκαετίες δεν σήμαινε ότι τα άρθρα 2 και 8 ΕΣΔΑ δεν θα προσφέρουν προστασία έναντι αυτής της απειλής (§5.6.2). Στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο στηρίχθηκε επίσης στην αρχή της προφύλαξης.

Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι σε σχέση με την κλιματική αλλαγή, το ερώτημα εάν η προστασία που προσφέρει η ΕΣΔΑ περιορίζεται στους κατοίκους των συμβαλλομένων μερών είναι περιορισμένης σημασίας. Το ίδιο μπορεί να ισχύει και για άλλες διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Στην υπόθεση Urgenda, το Ανώτατο Δικαστήριο φάνηκε να ασχολείται μόνο με την προστασία των συμφερόντων των κατοίκων στις Κάτω Χώρες, λόγω του γεγονότος ότι το Δημόσιο δεν είχε αμφισβητήσει την ιδιότητά του όσον αφορά στην αξίωση για την προστασία των συμφερόντων των κατοίκων της Ολλανδίας από την επικίνδυνη κλιματική αλλαγή. Σε πρώτο βαθμό, το Περιφερειακό Δικαστήριο είχε αποδεχθεί τη θέση της Urgenda για λογαριασμό ανθρώπων εκτός Ολλανδίας και για λογαριασμό των μελλοντικών γενεών, στις οποίες το κράτος de facto αντιτάχθηκε. Το Εφετείο δεν αξιολόγησε εάν η Urgenda θα μπορούσε να έχει νομική θέση ως προς αυτό το τελευταίο, σημειώνοντας ότι ούτως ή άλλως η στάση της Urgenda για λογαριασμό των σημερινών Ολλανδών υπηκόων ήταν αδιαμφισβήτητη μεταξύ των μερών (και επομένως έπρεπε να γίνει αποδεκτή ως ζήτημα πολιτικής δικονομίας). Ως εκ τούτου, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν συζήτησε εάν το πεδίο δικαιοδοσίας της ΕΣΔΑ θα του επέτρεπε να εξετάζει και συμφέροντα εκτός των Κάτω Χωρών, αλλά περιορίστηκε στους κατοίκους των Κάτω Χωρών. Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο επεσήμανε συγκεκριμένα τον κίνδυνο απότομης ανόδου της στάθμης της θάλασσας, που μπορεί να καταστήσει τις χαμηλές Κάτω Χώρες εν μέρει μη κατοικήσιμες (§5.6.2).

Συνεπώς, το Ανώτατο Δικαστήριο ούτε απέρριψε ούτε υποστήριξε το συμπέρασμα του IACHR σχετικά με τη δικαιοδοσία στη συμβουλευτική του γνώμη του 2018 για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον. Το IACHR είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, όταν επέρχεται διασυνοριακή βλάβη ή ζημία, ένα πρόσωπο βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία του κράτους προέλευσης, εάν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης που έλαβε χώρα στην επικράτειά του και των αρνητικών επιπτώσεων στα ανθρώπινα δικαιώματα των προσώπων που βρίσκονται εκτός της επικράτειάς του.

 

αβ) Κοινή και διαφοροποιημένη ευθύνη

Το ολλανδικό κράτος προσέφερε ακόμη ένα θεμελιώδες επιχείρημα κατά της εφαρμογής της ΕΣΔΑ στην κλιματική αλλαγή. Αυτό ήταν το επιχείρημα (που είναι πιθανό να προκύψει σε πολλές υποθέσεις διαφορών για το κλίμα και έπαιξε ρόλο στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Όσλο που απέρριψε μια αξίωση για το κλίμα κατά της νορβηγικής κυβέρνησης) ότι το κράτος συνέβαλε ελάχιστα στην κλιματική αλλαγή. Δεδομένου ότι το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής προκαλείται από τη συμβολή μεγάλου αριθμού κρατών (και άλλων παραγόντων), θα μπορούσε η Ολλανδία να ξεχωρίσει και να θεωρηθεί υπεύθυνη για το (μικρό) μερίδιό της στο παγκόσμιο κλιματικό πρόβλημα; Το κράτος είχε απαντήσει αρνητικά σε αυτό το ερώτημα και υποστήριξε ότι η αναλογία των Κάτω Χωρών στις παγκόσμιες εκπομπές είναι αμελητέα, έτσι ώστε οι ολλανδικές μειώσεις να μην είναι αποτελεσματικές για την αντιμετώπιση του παγκόσμιου προβλήματος της κλιματικής αλλαγής[38].

Η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα μπορούσε να είναι μάλλον απλή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι Κάτω Χώρες υπόκειντο στις δικές της ανεξάρτητες υποχρεώσεις και, ως εκ τούτου, όφειλαν να πράξουν το μέρος που τους αναλογεί για την πρόληψη της επιβλαβούς κλιματικής αλλαγής, όπως ορίζεται από αυτές τις υποχρεώσεις.

Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε μόνο στις υποχρεώσεις βάσει της ΕΣΔΑ, αλλά και στη Σύμβαση Πλαίσιο και στην αρχή του no damage (αρχή της μη πρόκλησης βλάβης),  για να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι κάθε κράτος έχει τις δικές του, ανεξάρτητες υποχρεώσεις για την πρόληψη των ζημιών από την κλιματική αλλαγή. Από αυτή την άποψη, η απόφαση αντικατοπτρίζει απλώς τη γενική αρχή ότι η ευθύνη κάθε συμμετέχοντος κράτους καθορίζεται μεμονωμένα, με βάση τη δική του συμπεριφορά και με αναφορά στις δικές του διεθνείς υποχρεώσεις (το Ανώτατο Δικαστήριο επικαλέστηκε το σχόλιο στο άρθρο 47 για την ευθύνη του κράτους προς υποστήριξη αυτής της αρχής)[39].

Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε σε βάθος με το επιχείρημα ότι οι συνεισφορές των Κάτω Χωρών ήταν σχετικά ήσσονος σημασίας και υποστήριξε την πρόταση ότι «η μερική αιτιότητα δικαιολογεί τη μερική ευθύνη»: Κάθε κράτος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για το μερίδιό του στη μείωση της εκπομπής των αερίων του θερμοκηπίου (§5.7.5).

Από την άποψη του διεθνούς δικαίου, αυτή η πρόταση μπορεί να γίνει κατανοητή με δύο τρόπους, που δεν αποκλείουν ο ένας τον άλλον:

Πρώτον, αυτή η πρόταση δικαιολογεί τη θετική υποχρέωση των Κάτω Χωρών να μειώσουν τις εκπομπές τους κατά 25%. Η συνεισφορά των Κάτω Χωρών μπορεί να είναι σχετικά μικρή, αλλά οι Κάτω Χώρες θα πρέπει ακόμα να κάνουν αυτό που τους αναλογεί. Αυτό ήταν πιθανώς το σκεπτικό του Ανώτατου Δικαστηρίου, καθώς ανέφερε ότι η ανάγνωση του στόχου του 25% στις επιμέρους θετικές υποχρεώσεις των Κάτω Χωρών δικαιολογούνταν από την αρχή ότι οι Κάτω Χώρες έπρεπε να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους,  ώστε να μπορούν να αναλάβουν την ευθύνη για το δικό τους μερίδιο.

Δεύτερον, η κατανομή της ευθύνης για τις επιβλαβείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής σε πολλούς συνεισφέροντες παράγοντες, για παράδειγμα σε σχέση με αξιώσεις για αποζημίωση,  προτείνεται ως τρόπος κατανόησης αυτής της πρότασης. Για αυτήν την ανάγνωση, ένα βασικό ερώτημα προκύπτει, εάν και πώς θα μπορούσε να καθοριστεί ποια συμβαλλόμενα μέρη ευθύνονται περισσότερο ή εάν η συνεισφορά στην κλιματική κρίση πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αδιαίρετη[40]. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ολλανδίας δεν έλαβε θέση, αλλά ανέφερε διάφορες προσεγγίσεις σε αυτό το ζήτημα, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 47 των άρθρων της ILC σχετικά με την ευθύνη των κρατών για διεθνώς παράνομες πράξεις (αρχή 3:105 των Αρχών του Ευρωπαϊκού Δικαίου Αδικοπραξίας) προβλέποντας ότι,  όταν είναι βέβαιο ότι κανένας μεμονωμένος παράγοντας δεν προκάλεσε ολόκληρη τη ζημία ή ένα αναγνωρίσιμο μέρος αυτής, όλοι οι παράγοντες που συνέβαλαν στη ζημία τεκμαίρεται ότι προκάλεσαν ίσα μερίδια αυτής, καθώς και μια προηγούμενη υπόθεση των Κάτω Χωρών, στην οποία έγινε δεκτή η αναλογική ευθύνη σε σχέση με τη διασυνοριακή ρύπανση των υδάτων, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτό μπορεί να ισχύει mutatis mutandis και για την κλιματική αλλαγή.

Δεδομένου ότι η αξίωση της Urgenda δεν αφορούσε σε αποζημίωση, αλλά μόνο  εντολή εκτέλεσης μιας υποχρέωσης, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν χρειάστηκε να διερευνήσει τις συνέπειες της πρότασης της «μερικής αιτιώδους συνάφειας που δικαιολογεί μερική ευθύνη» για το ερώτημα πώς πολλά κράτη θα πρέπει να μοιράζονται αποζημίωση σε σχέση με την κλιματική αλλαγή.

Ούτως ή άλλως, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ολλανδίας απεφάνθη ότι το γεγονός ότι άλλα κράτη αποτυγχάνουν να εκπληρώσουν την ευθύνη τους δεν αποτελεί λόγο για το κράτος να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του (§5.7.7). Το γεγονός ότι οι ολλανδικές εκπομπές είναι ήσσονος σημασίας σε σύγκριση με το παγκόσμιο σύνολο ομοίως δεν αποτελεί λόγο μη απόδοσης, καθώς «διαφορετικά, ένα κράτος μπορεί απλώς να αποφύγει την ευθύνη του δείχνοντας άλλα έθνη» (§5.7.7.) και καμία μείωση δεν είναι αμελητέα, καθώς κάθε μείωση έχει θετική επίδραση στη μείωση της επικίνδυνης κλιματικής αλλαγής (§5.7.8).

 

αγ) Θετικές Υποχρεώσεις

Στηρίζοντας την απόφασή του κυρίως στις υποχρεώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το Δικαστήριο συνέβαλε στην αναγκαία συζήτηση σχετικά με την περίπλοκη σχέση μεταξύ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ευθύνης του κράτους, της κλιματικής αλλαγής και του περιβάλλοντος.

Ενώ η ΕΣΔΑ δεν περιέχει ειδικές διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος, το Δικαστήριο βασίστηκε στη νομολογία του ΕΔΔΑ,  ερμηνεύοντας το άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) και το άρθρο 8 (δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή) και αναγνωρίζοντας τους  κινδύνους που ενέχουν ορισμένα περιβαλλοντικά ζητήματα που μπορεί να έχουν άμεσες συνέπειες στη ζωή ενός ατόμου, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών καταστροφών και των επικίνδυνων βιομηχανικών δραστηριοτήτων[41].

Έτσι, και τα δύο άρθρα θέτουν θετική υποχρέωση στα κράτη να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα, για να προστατεύσουν τη ζωή όσων υπάγονται στη δικαιοδοσία τους. Το Δικαστήριο εν προκειμένω επιβεβαίωσε την απαίτηση για «πραγματικό και άμεσο κίνδυνο» που είναι «πραγματικός και επικείμενος». Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν συζήτησε εάν ισχύει ο κίνδυνος διασυνοριακής βλάβης που πλήττει αλλοδαπούς. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην πρόσφατη συμβουλευτική γνώμη του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο έκρινε ότι τα κράτη μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνα για πράξεις ή παραλείψεις που προκαλούν περιβαλλοντική ζημία σε άτομα εκτός της δικής τους δικαιοδοσίας.

Είναι σημαντικό πως επιβεβαίωσε ότι οι θετικές υποχρεώσεις ισχύουν για κινδύνους που ενδέχεται να υλοποιηθούν μακροπρόθεσμα, συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών γενεών. Επιπλέον, αυτή η προστασία δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα άτομα αλλά στο κοινωνικό σύνολο.

Τέλος, η «αρχή της προφύλαξης» απαιτεί από τα κράτη να επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια για τη θέσπιση εύλογων και κατάλληλων μέτρων, ακόμη και αν ο κίνδυνος που τίθεται είναι αβέβαιος. Ενώ οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε ένα κράτος δεν πρέπει να οδηγούν σε αδύνατη ή δυσανάλογη επιβάρυνση, το κράτος πρέπει να διασφαλίζει μέτρα μετριασμού και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.

 

Carvalho/Peoples’ Climate Case

Η υπόθεση του Carvalho, δημοσίως γνωστή ως «People’s Climate Case», εκκίνησε το 2018 από 36 άτομα που δραστηριοποιούνται στη  γεωργία και τον τουρισμό σε ευαίσθητες στο κλίμα περιοχές εντός και εκτός Ευρώπης, όπως η γερμανική ακτή της Βόρειας Θάλασσας ή η Βόρεια Κένυα. Υποφέροντας ήδη από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, τις πλημμύρες ή τις ξηρασίες – συνέπειες της κλιματικής αλλαγής – οι αιτούντες ήταν δυσαρεστημένοι με μια νομοθετική δέσμη του 2018 που ρυθμίζει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου για τα έτη 2021 έως 2030: Την οδηγία για την εμπορία εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τον κανονισμό GHG και τον κανονισμό LULUCF. Αυτά τα μέσα της ΕΕ θέτουν έναν συνολικό στόχο για τη μείωση των ετήσιων εκπομπών κατά 40% σε σχέση με τα επίπεδα εκπομπών του 1990[42], όπως εκτέθηκε ως άνω.

Ισχυριζόμενοι παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους και στηριζόμενοι σε νόμους ανώτερης τυπικής ισχύος, όπως η Συμφωνία των Παρισίων, οι προσφεύγοντες συνδύασαν δύο αξιώσεις: Μια αίτηση ακυρώσεως και μια αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 2 ΣΛΕΕ, που δεν στοχεύει σε χρηματική αποζημίωση, αλλά μια εντολή που απευθύνεται στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο να εγκρίνουν αυστηρότερους στόχους εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από 50% έως 60%.

Το 2019 το ΔΕΕ δεν έθιξε τα εξίσου ενδιαφέροντα ζητήματα ουσίας, όπως εάν η ΕΕ έπρεπε να υποχρεωθεί να θέσει αυστηρότερους στόχους για τις εκπομπές GHG (κάτι που τουλάχιστον σχεδιάζει τώρα να κάνει με την Πράσινη Συμφωνία της ΕΕ). Κήρυξε τις προσφυγές απαράδεκτες. Στηριζόμενο σε αυστηρή ερμηνεία της νομολογίας Plaumann, αποφάσισε ότι οι προσφεύγοντες δεν αφορούσαν ατομικά[43]. Επιπλέον, έκρινε ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η νομολογία επιτρέπει στις ενώσεις να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως. Τέλος, όπως ισχυρίζεται η αγωγή αποζημίωσης, σύμφωνα με το ΔΕΕ που αποσκοπεί στην επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος με την αγωγή ακυρώσεως, το ΔΕΕ την απέρριψε και αυτή. Η απόφαση επαναφέρει τον σκόπελο του παραδεκτού ως πρόβλημα στις κλιματικές διαφορές.

 

ΔΕΕ, C-121/21, Τσεχική Δημοκρατία κ. Πολωνίας (Mine de Turów)

Με την αίτησή της που κατατέθηκε βάσει του άρθρου 259 της ΣΛΕΕ, η Τσεχική Δημοκρατία, υποστηριζόμενη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας έχει παραβεί αρκετούς κανόνες της ΕΕ για την προστασία του περιβάλλοντος, θεσπίζοντας μέτρα στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας για την παράταση της παραχώρηση εξόρυξης για το λιγνιτωρυχείο στο Turów (Πολωνία) έως το 2026[44].

Η διαφορά εν προκειμένω σχετίζεται με τις διασυνοριακές επιπτώσεις που προκύπτουν από τις εξορυκτικές δραστηριότητες του πολωνικού φορέα εκμετάλλευσης του προαναφερθέντος ορυχείου και αποτελεί αμφιλεγόμενο θέμα μεταξύ των δύο κρατών μελών. Αφενός,  η Τσεχική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι οι πολίτες της που βρίσκονται κοντά στα σύνορα επηρεάζονται αδικαιολόγητα από τις περιβαλλοντικές συνέπειες των εξορυκτικών δραστηριοτήτων, δηλαδή τη σημαντική πτώση του επιπέδου των υπόγειων υδάτων καθώς και την καθίζηση του εδάφους. Αφετέρου, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι το κλείσιμο του ορυχείου θα συνεπαγόταν σοβαρές οικονομικές απώλειες, τόσο όσον αφορά στον ενεργειακό εφοδιασμό όσο και τις θέσεις εργασίας. Εφόσον αυτή είναι η πρώτη διακρατική διαφορά που εμπίπτει αποκλειστικά στον τομέα του περιβαλλοντικού δικαίου της Ένωσης και εκδικάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου, η απόφαση που θα εκδώσει στην παρούσα υπόθεση είναι πιθανό να συμβάλει σημαντικά στην υπόθεση των διεθνών δικαστηρίων.

Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, πρότεινε ο Γεν. Εισαγγελέας στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

  1. Με την έκδοση κανονισμού που επιτρέπει στις αρμόδιες διοικητικές αρχές να παρατείνουν την άδεια για εξόρυξη λιγνίτη για έξι χρόνια χωρίς τη διενέργεια εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η Δημοκρατία της Πολωνίας παραβίασε το άρθρο 4, παρ. 1 και 2, της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 2014/52/ΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παρ. 4 έως 6, το άρθρο 5, παρ. 1 και 2, και τα άρθρα 6 έως 9 της εν λόγω Οδηγίας.
  2. Με τη μη δημοσίευση του περιεχομένου της απόφασης για την έγκριση εξορυκτικών δραστηριοτήτων έως το 2026 και των συνθηκών που επισυνάπτονται στην παρούσα απόφαση ούτε των λόγων και εκτιμήσεων στα οποία βασίστηκε αυτή η εξουσιοδότηση και με τη μη κοινοποίηση αυτού του περιεχομένου στην Τσεχική Δημοκρατία ότι μετά από περισσότερους από πέντε μήνες, και επιπλέον ατελώς, η Δημοκρατία της Πολωνίας παραβίασε το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας 2011/92, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2014/52.
  3. Με τη μη δημοσίευση του περιεχομένου της απόφασης για την εξουσιοδότηση εξορυκτικών δραστηριοτήτων έως το 2026 ή του τόπου όπου θα ήταν δυνατό να ζητηθεί, η Δημοκρατία της Πολωνίας παραβίασε το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/4/ΕΚ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και την κατάργηση της Οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου.
  4. Μη παρέχοντας πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία έκδοσης της απόφασης για την έγκριση των εξορυκτικών δραστηριοτήτων έως το 2026, η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέλειψε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της βάσει της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας, η οποία είναι αφιερωμένη στο άρθρο 4 παρ. 3 της ΣΕΕ.
  5. Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.

 

Duarte Agostinho and others v. Portugal et. al. (32)

Στις 2 Σεπτεμβρίου 2020 έξι νεαροί Πορτογάλοι υπέβαλαν προσφυγή στο ΕΔΔΑ κατά 33 χωρών. Με την προσφυγή ισχυρίζονται ότι αυτές παραβίασαν τα ανθρώπινα δικαιώματα,  αποτυγχάνοντας να λάβουν επαρκή μέτρα για την κλιματική αλλαγή και ζητείται δικαστική εντολή που απαιτεί να αναλάβουν πιο φιλόδοξα μέτρα.

Η προσφυγή βασίζεται στα άρθρα 2, 8 και 14 της ΕΣΔΑ, τα οποία προστατεύουν το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και το δικαίωμα να μην υφίστανται διακρίσεις. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι το δικαίωμά τους στη ζωή απειλείται από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Πορτογαλία, όπως οι δασικές πυρκαγιές, ότι το δικαίωμά τους στην ιδιωτική ζωή περιλαμβάνει τη σωματική και ψυχική τους ευεξία, η οποία απειλείται από τους καύσωνες που τους αναγκάζουν να περνούν περισσότερο χρόνο σε εσωτερικούς χώρους και ότι ως νέοι άνθρωποι θα βιώσουν τις χειρότερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής[45].

Η υπόθεση ασκείται κατά των κρατών μελών της ΕΕ (Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κύπρος, Τσεχία, Γερμανία, Ελλάδα, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Κροατία, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Λετονία, Μάλτα, την Ολλανδία, την Πολωνία, την Πορτογαλία, τη Ρουμανία, τη Σλοβακική Δημοκρατία, τη Σλοβενία, την Ισπανία και τη Σουηδία) καθώς και τη Νορβηγία, τη Ρωσία, την Ελβετία, την Τουρκία, την Ουκρανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι οι ερωτηθέντες δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποτυγχάνοντας να συμφωνήσουν σε μειώσεις εκπομπών που θα διατηρήσουν την άνοδο της θερμοκρασίας στους 1,5 βαθμούς Κελσίου, όπως προβλέπεται από τη Συμφωνία των Παρισίων.

Στις 30 Νοεμβρίου 2020 το ΕΔΔΑ κοινοποίησε την υπόθεση σε 33 αντίδικες χώρες, ζητώντας από αυτές να απαντήσουν έως τα τέλη Φεβρουαρίου 2021. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Δίκτυο Νομικής Δράσης (GLAN), το οποίο υποστηρίζει την περίπτωση, μόνο μια ελάχιστη μειοψηφία υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου παρακολουθούνται και κοινοποιούνται γρήγορα.

Στις 4 Φεβρουαρίου 2021 το Δικαστήριο απέρριψε μια πρόταση των εναγόμενων κυβερνήσεων που ζητούσαν από το Δικαστήριο να ακυρώσει την ταχεία απόφασή του. Οι κυβερνήσεις είχαν ζητήσει από το Δικαστήριο να ανατρέψει την εξέταση κατά προτεραιότητα της υπόθεσης και να ακούσει επιχειρήματα μόνο για το παραδεκτό της υπόθεσης. Το Δικαστήριο έστειλε επιστολή στα μέρη με την οποία απέρριψε αυτές τις προτάσεις και έδωσε στους κατηγορούμενους προθεσμία έως τις 27 Μαΐου 2021,  για να υποβάλουν υπεράσπιση τόσο για το παραδεκτό όσο και για την ουσία της υπόθεσης.

Το Δικαστήριο επέτρεψε επίσης μέχρι τις 6 Μαΐου 2021 παρεμβάσεις τρίτων. Μεταξύ άλλων επτά παρεμβάσεων τρίτων, στις 5 Μαΐου 2021 η Διεθνής Αμνηστία παρενέβη στην υπόθεση και υπέβαλε τις γραπτές της παρατηρήσεις στο ΕΔΔΑ. Ο ισχυρισμός υποστηρίζει τη θέση των εναγόντων, παρέχοντας νομικά επιχειρήματα στο Δικαστήριο,  για να αποδείξει ότι το διεθνές δίκαιο απαιτεί από τα κράτη να μην βλάπτουν και να μην επιτρέπουν σε εταιρείες εντός της δικαιοδοσίας τους να βλάπτουν τα ανθρώπινα δικαιώματα των ανθρώπων εκτός των συνόρων τους.

Στις 19 Μαΐου 2021 έγινε νέα παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  που υπέβαλε τις γραπτές της παρατηρήσεις στο ΕΔΔΑ. Σημειώνοντας τον έντονο αντίκτυπο της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και της κλιματικής αλλαγής στα ανθρώπινα δικαιώματα, ο Επίτροπος υποστηρίζει ότι τα διεθνή νομοθετήματα για το περιβάλλον και τα δικαιώματα των παιδιών θα πρέπει να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό του πεδίου της υποχρέωσης των κρατών να αποτρέπουν τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προκαλούνται από περιβαλλοντική βλάβη. Η Επιτροπή στηρίζει την υπεράσπιση της πολιτικής της ΕΕ στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος σε ορθή νομική αιτιολογία και επιστημονικά τεκμήρια. Ο όρος «κλιματική έκτακτη ανάγκη» εκφράζει την πολιτική βούληση για εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συμφωνία των Παρισίων. Ο Επίτροπος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ο αυξανόμενος αριθμός αιτήσεων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή παρέχει στο Δικαστήριο μια μοναδική ευκαιρία να συνεχίσει να χαράσσει τη νομική οδό προς την πληρέστερη εφαρμογή της Σύμβασης και να προσφέρει προστασία της ζωής σε άτομα που πλήττονται από περιβαλλοντική υποβάθμιση και κλιματική αλλαγή.

Στις 14 Αυγούστου 2021 οι προσφεύγοντες έλαβαν τις αντίστοιχες προτάσεις των κυβερνήσεων. Ωστόσο, μετά από νομική συμβουλή, οι ενάγοντες αποφάσισαν να μην τις δημοσιοποιήσουν. Οι προσφεύγοντες έχουν προθεσμία έως τις 12 Ιανουαρίου 2022, για να ανταποκριθούν στις υπερασπίσεις των κυβερνήσεων.

Στις 30 Ιουνίου 2022 το Τμήμα του ΕΔΔΑ παραιτήθηκε από τη δικαιοδοσία υπέρ του Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως. Η υπόθεση πρόκειται τώρα να εξεταστεί από το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως του ΕΔΔΑ που αποτελείται από 17 δικαστές λόγω του γεγονότος ότι η υπόθεση εγείρει ένα σοβαρό ερώτημα που επηρεάζει την ερμηνεία της Σύμβασης (άρθρο 30 ΕΣΔΑ)[46].

Ashgar Leghari v. Federation of Pakistan

Ο Ashgar Leghari, ένας Πακιστανός αγρότης προσέφυγε κατά της εθνικής κυβέρνησης για την αποτυχία της να εφαρμόσει την Εθνική Πολιτική για την Κλιματική Αλλαγή του 2012 και το Πλαίσιο για την Εφαρμογή της Πολιτικής για την Κλιματική Αλλαγή (2014-2030). Ο ίδιος υποστήριξε ότι η κυβέρνηση πρέπει να συνεχίσει τις προσπάθειες μετριασμού ή προσαρμογής του κλίματος και ότι η αποτυχία της να επιτύχει τους στόχους προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή είχε ως αποτέλεσμα άμεσες επιπτώσεις στην ασφάλεια νερού, τροφίμων και ενέργειας του Πακιστάν. Τέτοιες επιπτώσεις προσέβαλλαν το θεμελιώδες (ατομικό) δικαίωμά του στη ζωή[47].

Στις 4 Σεπτεμβρίου 2015 ένα δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο Πακιστάν αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς των Leghari, περιγράφοντας την κλιματική αλλαγή ως καθοριστική πρόκληση της εποχής μας. Επικαλούμενο εγχώριες και διεθνείς νομικές αρχές, το δικαστήριο έκρινε ότι «η καθυστέρηση της Πολιτείας στην εφαρμογή του Πλαισίου προσβάλλει τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών». Το δικαστήριο δέχτηκε ότι τα συνταγματικά δικαιώματα στη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (βάσει των άρθρων 9 και 14 του συντάγματος) περιελάμβαναν το δικαίωμα σε ένα υγιές και καθαρό περιβάλλον. Επιπλέον, η ερμηνεία αυτών των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να καθοδηγείται αφενός από τις συνταγματικές αξίες της δημοκρατίας, της ισότητας και της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής δικαιοσύνης και αφετέρου από τις διεθνείς περιβαλλοντικές αρχές της αειφόρου ανάπτυξης, της προφύλαξης, της ισότητας μεταξύ των γενεών και από το δόγμα της δημόσιας εμπιστοσύνης. Οι παρατηρήσεις αυτές συνιστούν σαφή καινοτομία και πρόοδο στη συζήτηση της κλιματικής δικαιοσύνης, αφού με πνεύμα σαφώς διασταλτικό εντάσσει ηθικοπολιτικές αξίες στο νομολογιακό πλαίσιο, προσφέροντας εύχρηστα «κλιματικά εργαλεία» στη φαρέτρα κατά της κλιματικής αλλαγής.

Αν και η κυβέρνηση είχε διαμορφώσει μια πολιτική και πλαίσιο εφαρμογής για την κλιματική αλλαγή, το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε πραγματική πρόοδος στην εφαρμογή. Για να επιβλέπει την εκτέλεση της πολιτικής, το δικαστήριο  έδωσε εντολή σε πολλά κυβερνητικά υπουργεία να ορίσουν το καθένα «ένα συνολικό πρόσωπο για την κλιματική αλλαγή»,  για να συμβάλει στη διασφάλιση της εφαρμογής του Πλαισίου,  να παρουσιάσει έναν κατάλογο σημείων δράσης έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015 και δημιούργησε μια Επιτροπή Κλιματικής Αλλαγής που αποτελείται από εκπροσώπους βασικών υπουργείων, ΜΚΟ και τεχνικούς εμπειρογνώμονες για την παρακολούθηση της προόδου της κυβέρνησης. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2015 το δικαστήριο εξέδωσε συμπληρωματική απόφαση με την οποία κατονομάζονται 21 άτομα στην Επιτροπή και της ανατίθενται διάφορες εξουσίες.

Στις 25 Ιανουαρίου 2018 το δικαστήριο όρισε την υποβολή έκθεσης από την Επιτροπή Κλιματικής Αλλαγής, σημειώνοντας ότι κατά την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 2015 έως τον Ιανουάριο του 2017 έχει υλοποιηθεί το 66% των δράσεων προτεραιότητας από το Πλαίσιο Εφαρμογής της Πολιτικής για την Κλιματική Αλλαγή. Μετά τη διάλυση της επιτροπής, το δικαστήριο σχημάτισε μόνιμη επιτροπή, δημιουργώντας έναν συνεχή σύνδεσμο μεταξύ του δικαστηρίου και της εκτελεστικής εξουσίας.

Το κομβικό σημείο της υπόθεσης είναι ότι στην τελική του διάταξη το δικαστήριο όρισε την κλιματική δικαιοσύνη ως διάδοχο της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην αντίστιξη των δύο. Ειδικότερα,

  • Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη περιστρεφόταν γύρω από την επιβολή των εθνικών νόμων, με αποφάσεις που βασίζονται στις διεθνείς νομικές αρχές. Επικεντρώθηκε στη μετατόπιση ή την παύση των ρυπογόνων βιομηχανιών.
  • Απεναντίας, η κλιματική δικαιοσύνη, όπως την οραματίστηκε το δικαστήριο, υιοθέτησε μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Συνέδεσε τα ανθρώπινα δικαιώματα με την ανάπτυξη. Προσπάθησε να διαφυλάξει τα δικαιώματα των ευάλωτων πληθυσμών και να μοιραστεί «τα βάρη και τα οφέλη της κλιματικής αλλαγής και τις επιπτώσεις της δίκαια». Η κλιματική δικαιοσύνη «γεννήθηκε από την επιστήμη, ανταποκρίνεται στην επιστήμη και αναγνωρίζει την ανάγκη για δίκαιη διαχείριση των πόρων του κόσμου»[48]. Ωστόσο, συνειδητοποιώντας ότι η κλιματική δικαιοσύνη ήταν πρόκληση, το δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι ρυπαίνοντες συχνά ξεπερνούσαν τα εθνικά σύνορα και ήταν δύσκολο να εντοπιστούν. Τέλος, το δικαστήριο περιέγραψε το όραμά του για τη δικαιοσύνη για το νερό ως ανθρώπινο δικαίωμα πρόσβασης σε καθαρό νερό και μια υπο-έννοια της κλιματικής δικαιοσύνης.

 

Αντί συμπεράσματος – πρόταση

Από την επισκόπηση της κλιματικής νομολογίας, τίθενται ως κοινά, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, τα κάτωθι ζητήματα: Τα ζητήματα παραδεκτού αναφύονται ως πρόκριμα και συνιστούν λόγο απόρριψης πλείστων δικογράφων για την κλιματική αλλαγή, συνεπώς χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής. Η έκταση και ένταση του δικαστικού ελέγχου (πολύπλοκα επιστημονικά δεδομένα) καθίσταται ένα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα του δικαίου για την κλιματική αλλαγή: Ο έλεγχος των παραβιάσεων της κλιματικής νομοθεσίας των κρατών ουδόλως είναι δεδομένος, αλλά στηρίζεται στην επάρκεια, σαφήνεια και πληρότητα των κλιματικών ισχυρισμών των προσφευγόντων/εναγόντων και φυσικά στην αποδεικτική διαδικασία. Ακόμα, Τα ζητήματα διάκρισης των εξουσιών και η συμβολή του Δικαστή στη σωτηρία του πλανήτη προϋποθέτουν,  για να επιλυθούν,  τη χάραξη ορίων με σαφήνεια ανάμεσα στη Διοίκηση, τον Δικαστή και τον Νομοθέτη. Αρκετές αποφάσεις έκαναν λόγο για πολιτική απόφαση που επαφίεται στο εκλογικό σώμα.

Η κλιματική δικαιοσύνη ως έννοια δεν έχει απασχολήσει επαρκώς τα δικαστήρια ως αυτοτελής έννοια. Πάντως, η αξιοσημείωτη ποικιλία των δικαστικών υποθέσεων για το κλίμα αναδεικνύει τη διακλαδική θεώρηση του δικαίου για την κλιματική αλλαγή. Από τη συστηματική πραγμάτευση του συνόλου του δικαίου για την κλιματική αλλαγή και ιδίως από τα ζητήματα της επιστημονικής αβεβαιότητας, της λήψης αποφάσεων από τις αρμόδιες αρχές, προκύπτει ότι η πραγμάτευση του ζητήματος δεν είναι άμοιρη ιδεολογικών επιρροών ούτε κείται σαφώς εκτός φιλοσοφικού, ηθικού και πολιτικού πλαισίου[49].  Η υπερβολικά διασταλτική ή υπερβολικά συσταλτική ερμηνεία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση παραγνωρίζει τον αναγκαίο ρεαλισμό της πραγματικότητας και ρέπει προς αντιδημοκρατικές, συγκεντρωτικές και αναχρονιστικές πρακτικές.

Προεχόντως, όμως, εν προκειμένω, τα ερωτήματα αυτά, αγγίζοντας τον μυχό της δημοσιολογικής σύλληψης, εκθέτουν την επαναπρόσληψη του όλου οικοδομήματος του Δημοσίου Δικαίου, που καλείται να είναι ευέλικτο και να αναγνωρίσει expressis verbis μια παγκόσμια πρόκληση, όπως αυτή της κλιματικής δικαιοσύνης, η οποία αποτελεί παγκόσμιο ζητούμενο, αλλά και αίτημα των παρουσών για τις μέλλουσες γενεές στη βάση της ενδογενεακής και διαγενεακής ευθυδικίας.

 

[1] M. Frisch “Climate Change Justice.” Philosophy & Public Affairs, vol. 40, no. 3, 2012, 225–53. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/23323976. Accessed 19 Feb. 2024.

[2] E. Gibbons, “Climate Change, Children’s Rights, and the Pursuit of Intergenerational Climate Justice.” Health and Human Rights, vol. 16, no. 1, 2014, 19–31. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/healhumarigh.16.1.19. Accessed 19 Feb. 2024.

[3] T. Brooks, “Introduction to Climate Change Justice.” PS: Political Science and Politics, vol. 46, no. 1, 2013, 9–12. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/43284272. Accessed 19 Feb. 2024.

[4] V. Satgar, “THE CLIMATE CRISIS AND SYSTEMIC ALTERNATIVES.” The Climate Crisis: South African and Global Democratic Eco-Socialist Alternatives, edited by Vishwas Satgar, Wits University Press, 2018, 1–28. JSTOR, https://doi.org/10.18772/22018020541.6. Accessed 19 Feb. 2024.

[5] S. Anderson, Climate Justice and International Development: Policy and Programming. International Institute for Environment and Development, 2013. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/resrep01530. Accessed 19 Feb. 2024.

[6] M. Robinson, “Climate Justice: Challenge and Opportunity.” Irish Studies in International Affairs, vol. 22, 2011, 67–74. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/41413194. Accessed 19 Feb. 2024.

[7] G. Terry, “No Climate Justice without Gender Justice: An Overview of the Issues.” Gender and Development, vol. 17, no. 1, 2009, 5–18. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/27809203. Accessed 19 Feb. 2024.

[8] Π. Γέμτος, Οι Κοινωνικές Επιστήμες, εκδ. Τυπωθήτω, 2012, 130-134.

[9] Π. Γέμτος, ό.π., 248.

[10] Βλ. αντί πολλών, H.M. Osofsky, Climate Change Litigation as Pluralist Legal Dialogue (2007) 43A(1) Stanford Journal of International Law, 181-237.

[11] Βλ. αντί πολλών, J.H. Jans, H.H.B. Vedder, European Environmental Law, Groningen, Europa Law Publishing, 2008.

[12] Ενδεικτικώς: ΔΕΚ,  Υπόθ. C-33/76,  Απόφ. της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Rewe-Zentralfinanz eG και Rewe-Zentral AG κ. Landwirtschaftskammer für das Saarland, ECLI:EU:C:1976:188, σκ. 5 και ΔΕΚ, Συνεκδικασθείσες Υπόθ. C-31/91 έως και C-44/91,  Απόφ. της 1ης Απριλίου 1993, SpA Alois Lageder και λοιποί κ. Amministrazione delle finanze dello Stato,  ECLI:EU:C:1993:132, σκ. 29.

[13] J. Lin, Climate Change and the Courts (2012) 32(1) Legal Studies, 35-57.

[14] Α. Αrnull, The Principle of Effective Judicial Protection in EU Law: An unruly horse? European Law Review, 2011, 51.

[15] Β. Καραγεώργου, ό.π., 605.

[16] ΔΕΕ, Υπόθ. C-240/09, Απόφ. της 8ης Μαρτίου 2011, ECLI:EU:C:2011:125.

[17] ΔΕΚ, Υπόθ. C-321/95, Απόφ. της 2ης Απριλίου 1998, Stichting Greenpeace Council (Greenpeace International) κ.λπ. κ. Επιτροπής, ECLI:EU:C:1998:153.

[18] ΔΕΕ, Υπόθ. C-115/09, Απόφ. της 12ης Μαΐου 2011, Bund fur Umwelt und Naturschutz Deutschland κ.λπ. κατά Bezirksregierung Arnsberg, ECLI:EU:C:2011:289 (παρατ. Κ. Παναγούλιας), ΠερΔικ 3/2011, 543.

[19] ΔΕΕ Υπόθ. C-115/09, Απόφ. της 12.5.2011 Bund fur Umwelt und Naturschutz Deutschland κ.λπ. κατά Bezirksregierung Arnsberg (παρατ. Κ. Παναγούλιας), ΠερΔικ 3/2011, 543.

[20] Γ. Μπάλιας, ό.π., 136-137 και J. Darpo, Article 9.2 of the Aarhus Convention and EU Law, 2011, 14, Journal for European Environmental and Planning Law, 369.

[21] ΔΕΕ, Υπόθ. C-826/18, Απόφ. της 14ης Ιανουαρίου 2021, Stichting Varkens in Nood κλπ., ECLI:EU:C:2021:7.

[22] Βλ. και Π. Πικραμμένο, Η Κλιματική Δίκη: Μια καθοριστική εξέλιξη για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής σε: Το Βιώσιμο Κράτος, Τιμ. Τόμος Κ. Σακελλαροπούλου, εκδ. Σάκκουλα, 2022.

[23] Μ. Γαβουνέλη σε: Κλιματική Κρίση και Δίκαιο, ό.π., 31.

[24] M. Dellinger, See you in court: Around the World in Eight Climate Change Lawsuits, William and Mary Environmental Law and Policy Review, 42, 525-551.

[25] Carbon Majors θεωρούνται οι Μεγάλοι Ρυπαίνοντες.

[26] J. Setzer, C. Higham, Global Trends in climate change litigation, 2021 snapshot, London, Gratham Research Institute on Climate Change and the Environment and Centre for Climate Change Economics and Policy, LSE, 2021.

[27] Β. Καραγεώργου, Κλιματική αλλαγή και ανθρώπινα δικαιώματα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων: Μια νέα εντεινόμενη τάση ως αφετηρία για καινοτομικές προσεγγίσεις, σε: Τιμ. Τόμος Κ. Σακελλαροπούλου, Το Βιώσιμο Κράτος, εκδ. Σάκκουλα, 2022.

[28] C. Pandey, “Managing Climate Change: Shifting Roles for NGOs in the Climate Negotiations.” Environmental Values, vol. 24, no. 6, 2015, 799-824. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/43695280. Accessed 13 Aug. 2022.

[29] State of the Netherlands v. Urgenda Foundation, ECLI:NL:HR:2019:200.

[30] De Graaf, J. H. Jans. “The Urgenda Decision: Netherlands Liable for Role in Causing Dangerous Global Climate Change.” Journal of Environmental Law, vol. 27, no. 3, 2015, 517-27.

[31] Κ. Καλλικάκη, Απόφαση “URGENTA”: Μια νέα προοπτική για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής; ΠερΔικ 2/2017, 213.

[32] S. Roy, “Urgenda II and Its Discontents.” Carbon & Climate Law Review, vol. 13, no. 2, 2019, 130-41.

[33] De Jong, R. Elbert, “Dutch State Ordered to Cut Carbon Emissions.” European Journal of Risk Regulation, vol. 6, no. 3, 2015, 448-53.

[34] M. Zemel, “THE RISE OF RIGHTS-BASED CLIMATE LITIGATION AND GERMANY’S SUSCEPTIBILITY TO SUIT.” Fordham Environmental Law Review, vol. 29, no. 3, 2018, 484-527.

[35] M. Zemel, ό.π.

[36] Κ. Purnhagen, “Towards a Regime of Emission Litigation Based on Science.” European Journal of Risk Regulation, vol. 6, no. 3, 2015, 443-44.

[37] C-F. Wu, “Challenges to Protecting the Right to Health under the Climate Change Regime.” Health and Human Rights, vol. 23, no. 2, 2021, 121-38.

[38] B.H. Powell, “Judicial Notice of Climate Change.” Environment in the Courtroom, edited by Allan E. Ingelson, University of Calgary Press, 2019, 646-62.

[39] D. Estrin, “FUTURE DIRECTIONS: TIME FOR CLIMATIZING JUDICIAL DECISIONS?” LIMITING DANGEROUS CLIMATE CHANGE: THE CRITICAL ROLE OF CITIZEN SUITS AND DOMESTIC COURTS — DESPITE THE PARIS AGREEMENT, Centre for International Governance Innovation, 2016, 23-25. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/resrep15534.9. Accessed 8 Aug. 2022.

[40] Αυτή η ερώτηση τίθεται λίγο σε άλλες κλιματικές υποθέσεις, για παράδειγμα αυτή που ξεκίνησε από τον Περουβιανό αγρότη Lliuya εναντίον της γερμανικής εταιρείας ενέργειας RWE – ο Lliuya ισχυρίζεται ότι το 0,47% των ζημιών που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή πρέπει να πληρωθεί από την RWE, επειδή προκαλεί το 0,47% των παγκόσμιες εκπομπές GHG.

[41] R. Kupers, “Kicking the Coal Habit.” A Climate Policy Revolution: What the Science of Complexity Reveals about Saving Our Planet, Harvard University Press, 2020, 55-60.

[42] ΔΕΕ, Υπόθ. C-565/19P, Απόφ. της 25ης Μαρτίου 2021, ECLI:EU:C:2021:252.

[43] P. Staviczky, “Difficulties to Prove Direct Concern for Competitors of State Aid Beneficiaries: Annotation of the Judgment of the General Court (Second Chamber) of 22 June 2016 in Case T-118/13 Whirlpool Europe BV v European Commission.” European State Aid Law Quarterly, vol. 16, no. 1, 2017, 77-81. JSTOR, https://www.jstor.org/stable/26694120. Accessed 15 Aug. 2022.

[44] ΔΕΕ, Υπόθ. C-121/21, Προτάσεις, ECLI:EU:C:2022:74.

[45] Duarte Agostinho and others v. Portugal et. al., http://climatecasechart.com/non-us-case/youth-for-climate-justice-v-austria-et-al/.

[46] Duarte Agostinho climate case pending before the European Court of Human Rights, https://www.europarl.europa.eu/doceo/document/P-9-2021-002219_EN.html.

[47] Ashgar Leghari v. Federation of Pakistan, http://climatecasechart.com/non-us-case/ashgar-leghari-v-federation-of-pakistan/.

[48] S. Atapattu, Human Rights Approaches to Climate Change. Challenges and Opportunities, London, Routledge, 2016.

[49] R.M. M’ Gonigle, T. Lynne Jamieson, M.K. McAllister, R.M. Peterman, Taking Uncertainty Seriously: from permissive regulation to preventive design in environmental decision making, 1994, 32, Osgood Hall Law Journal, 104.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

4 − one =