Η προσωρινή δικαστική προστασία στον καιρό του κορωνοϊού: Αδιέξοδα και αναθεωρήσεις

Μαρλένα Π. Τριπολιτσιώτη - Βασίλειος Π. Ανδρουλάκης, Σύμβουλοι Επικρατείας

Εισαγωγική υπενθύμιση: Προϋποθέσεις της αναστολής εκτελέσεως  *

Είναι γνωστό ότι, πλην συγκεκριμένων νομοθετικών εξαιρέσεων, η άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης. Για να επιτύχει την αποφυγή καταστάσεων που δύσκολα θα ανατραπούν και οφείλονται στην εκτέλεση της εξοπλισμένης με το τεκμήριο της νομιμότητας διοικητικής πράξης, ο αιτών οφείλει, μετά την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως, να καταθέσει αίτηση αναστολής εκτελέσεως. Η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως είναι τόσο σημαντική, ώστε η νομολογία, εγκαταλείποντας την αρχική της προσέγγιση,[1] θεωρεί πλέον (πρώτη απόφαση η Ε.Α. 718/1993) ότι το συνταγματικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας δεν περιλαμβάνει μόνο την οριστική επίλυση της διαφοράς αλλά και την παροχή προσωρινής έννομης προστασίας «… για να αποσοβηθεί η ανεπανόρθωτη βλάβη που κατά περίπτωση συνδέεται με την άμεση εκτέλεση της διοικητικής πράξης, ήτοι για να αποσοβηθεί η ματαίωση του σκοπού, για τον οποίο παρέχεται το ένδικο μέσο της αίτησης ακυρώσεως».

Ως βασική προϋπόθεση για την χορήγηση της αναστολής,[2]  2 η νομολογία ανέκαθεν δεχόταν την ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη την οποία θα επιφέρει στον αιτούντα η εκτέλεση της πράξης.[3]

Με το άρθρο 35 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112) αντικαταστάθηκε το σχετικό με την αναστολή εκτελέσεως των διοικητικών πράξεων στο πλαίσιο της ακυρωτικής δίκης άρθρο 52 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) και επιχειρήθηκε ο εκσυγχρονισμός του σχετικού νομοθετικού πλαισίου. Έτσι, εκτός από την περίπτωση της ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης (εδ. α παρ. 6 του άρθρου 52 του π.δ. 18/1989), η αναστολή χορηγείται πλέον, ανεξαρτήτως επελεύσεως βλάβης, και σε περίπτωση πρόδηλης βασιμότητας της αιτήσεως ακυρώσεως (εδ. α παρ. 7 του άρθρου 52). Και αντιστρόφως, η αίτηση μπορεί να απορριφθεί ακόμα και αν επέρχεται ανεπανόρθωτη βλάβη, αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη (εδ. β παρ. 7 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989). Επίσης, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί αν κατά την στάθμιση των συμφερόντων του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος κριθεί ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος (εδ. β παρ. 6 του άρθρου 53). Περαιτέρω, και τούτο αποτελεί σημαντική καινοτομία ειδικά για την περίπτωση των αρνητικών διοικητικών πράξεων, η Επιτροπή Αναστολών μπορεί, πλην της αναστολής, να διατάξει κάθε κατάλληλο μέτρο χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων (παρ. 8). Τέλος, εισήχθη ο θεσμός της προσωρινής διαταγής (υπό τις προϋποθέσεις της παρ. 5).[4]

Η νομολογιακή επεξεργασία των περί αναστολής εκτελέσεως διατάξεων σταθερά δέχεται ότι «περίπτωση πρόδηλης βασιμότητας του κυρίου ενδίκου βοηθήματος συντρέχει, ιδίως, όταν αυτό βασίζεται σε πάγια νομολογία ή νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και πάντως όχι όταν πιθανολογείται απλώς η ευδοκίμησή του» (Ε.Α. 343/2019 σκ. 6, 230/2019 Ολομ., σκ. 5, 232/2019 Ολομ. σκ. 5, 161/2019 Ολομ. σκ. 7, 58/2018 σκ. 4, 329/2016 σκ. 10, 15/2015, σκ. 8, 110/2013 Ολομ., σκ. 5, κ.ά.),[5]   5 ότι «η Επιτροπή Αναστολών, προκειμένου να αποφανθεί επί της κρινομένης αίτησης, οφείλει να διαγνώσει εάν η βλάβη που επικαλείται η αιτούσα από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη και, περαιτέρω, να προβεί, σύμφωνα με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, σε στάθμιση της βλάβης αυτής με τα συμφέροντα τρίτων προσώπων και το δημόσιο συμφέρον» (Ε.Α. 193/2017, 15/2015, 430/2013 κ.ά.) και περαιτέρω ότι «η οικονομική ζημία δεν δικαιολογεί, κατ’ αρχήν, τη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως, εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, ως εκ των οποίων η οικονομική βλάβη από την εκτέλεση της προσβαλλομένης πράξεως συνεπάγεται ανεπανόρθωτο ή δυσχερώς επανορθώσιμο κλονισμό της αιτούσης επιχειρήσεως, σε βαθμό που να τίθεται σε κίνδυνο η υπόστασή της» (Ε.Α. 162/2017, 390/2016, 62/2014, 211/2013, 299/2012, 512/2011 κ.ά.). Τέλος, η όποια βλάβη δεν πρέπει να προέρχεται ευθέως εκ του νόμου ή από μέλλουσες να εκδοθούν ατομικές πράξεις (Ε.Α. 29/2016 Ολομ. κ.ά.).

 

  1. Ο κίνδυνος αδιεξόδωνΗ επιδημία του κορωνοϊού η οποία επηρέασε έντονα τη καθημερινή ζωή των πολιτών σε παγκόσμιο επίπεδο και για την αντιμετώπιση της οποίας οι κυβερνήσεις έλαβαν μέτρα περιοριστικά των ελευθεριών, ώστε να διασφαλιστεί η δημόσια υγεία, έθεσε τον δικαστή της αναστολής ενώπιον νέων διλημμάτων.Οι συνθήκες διακινδύνευσης υπό της οποίες διαβιούμε όλοι και οι οποίες ενέχουν έντονα στοιχεία αβεβαιότητας, απαιτεί, ειδικά στις περιόδους έξαρσης της πανδημίας, άμεση λήψη κατάλληλων μέτρων, ορισμένης χρονικής ισχύος, ώστε να αντιμετωπιστεί μια κατάσταση δυναμική, διαρκώς εξελισσόμενη και μεταβαλλόμενη. Έτσι, είναι γνωστό ότι κατά περιόδους, για τον περιορισμό της μετάδοσης του κορωνοϊού ελήφθη σειρά μέτρων που περιέχονταν σε αλλεπάλληλες, εβδομαδιαίας ισχύος κοινές υπουργικές αποφάσεις. Τα μέτρα αυτά επηρέαζαν και επηρεάζουν σχεδόν κάθε όψη της καθημερινότητας των πολιτών και θίγουν, στις διάφορες εκφάνσεις τους, ιδίως, την προσωπική και επαγγελματική ελευθερία, την ελευθερία του συνέρχεσθαι, την ελευθερία της λατρείας και της μετακίνησης.Όπως ήταν αναμενόμενο, πολλά από αυτά προσεβλήθησαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας με αίτηση ακυρώσεως και παράλληλα ζητήθηκε η αναστολή εκτελέσεως των σχετικών διοικητικών πράξεων.Η παροχή δικαστικής προστασίας, ιδίως δε προσωρινής, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις δεν αποδεικνύεται εύκολη: Από προσωρινής ισχύος μέτρα,[6] που λαμβάνονται κατ’ επίκληση υγειονομικών δεδομένων και εισηγήσεων ειδικών επιτροπών, φαίνεται να είναι δυσχερές, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, να αποδειχθεί βλάβη, όπως απαιτεί η νομολογία, δηλαδή ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη, λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψιν ότι, κατά πάγια νομολογία της Επιτροπής Αναστολών, μόνη η οικονομική βλάβη δεν έχει, κατ’ αρχήν, ανεπανόρθωτο χαρακτήρα.

    Εξ άλλου τα μέτρα που λαμβάνονται στηρίζονται σε νομοθεσία που θεσπίζεται λόγω ακριβώς της κατάστασης που διανύουμε[7] και η οποία προφανώς, στα πρώτα στάδια εφαρμογής της, δεν έχει υποστεί νομολογιακή επεξεργασία και, επομένως, δεν μπορεί να πιθανολογηθεί η πρόδηλη βασιμότητα της αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά των μέτρων αυτών (ούτε, βεβαίως, και το αντίθετο).[8] Και όταν έρθει η ώρα να εκδικασθεί η αίτηση ακυρώσεως, είναι πιθανόν η ισχύς των μέτρων να έχει λήξει, οπότε τίθεται ζήτημα κατάργησης της δίκης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 32 του π.δ. 18/1989.[9] Ελλοχεύει, επομένως, ο κίνδυνος ο διάδικος να μην λάβει απάντηση ούτε καν σε επίπεδο πιθανολόγησης σε σχέση με την βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων ακυρώσεως σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα που αφορά περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων, επιβαλλόμενο κατ’ επίκληση της διασφάλισης της δημόσιας υγείας, αλλά και της κατά το δυνατόν ομαλής λειτουργίας της οικονομίας.[10]

 

  1. Σύντομη παρέκβαση: Προσωρινή προστασία στη Γαλλία και κορωνοϊόςΕίναι αυτονόητο ότι ο Έλληνας δικαστής δεν ήταν ο μόνος που κλήθηκε να αποφανθεί για την νομιμότητα των μέτρων που ελήφθησαν και εξακολουθούν να λαμβάνονται προς αντιμετώπιση των συνεπειών της της πανδημίας.Καθ’ όσον αφορά την προσωρινή δικαστική προστασία στη διοικητική δίκη, η συγγενής προς την δική μας γαλλική έννομη τάξη έχει εισαγάγει (νόμος της 30ής Ιουνίου 2000, που προσέθεσε τα άρθρα L 511-1 έως 552-2 του Code de justice administrative)[11] διάφορους τύπους ασφαλιστικών μέτρων (référés administratifs).[12] Το σημαντικότερο, ίσως, είδος ασφαλιστικού μέτρου, όπως αποδείχθηκε στην παρούσα συγκυρία,[13]   είναι αυτό του référé-liberté,[14] το οποίο δεν προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση κυρίου ενδίκου βοηθήματος και με το οποίο ζητείται από το δικαστήριο να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο. Το δικαστήριο αποφαίνεται εντός 48 ωρών.[15]Οι προϋποθέσεις άσκησής του είναι οι ακόλουθες (άρθρο L 521-2): α) Βαρεία προσβολή θεμελιώδους ελευθερίας εκ μέρους νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού ιδιωτικού δικαίου επιφορτισμένου με την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Η προσβολή μπορεί να προέρχεται από την έκδοση εκτελεστής πράξης ή ακόμα και από παράλειψη ή υλική ενέργεια. β) Προσβολή προδήλως παράνομη. Βασικό εργαλείο για την εκτίμηση της παρανομίας είναι ο έλεγχος αναλογικότητας. Έτσι, την πρώτη περίοδο της πανδημίας, όταν ο πρωτόγνωρος κίνδυνος για τη δημόσια υγεία κρίθηκε από τις αρμόδιες αρχές ιδιαίτερα αυξημένος, η νομολογία δέχθηκε ότι οι περιορισμοί στην ελευθερία της μετακίνησης ή στην οικονομική ελευθερία ήταν δικαιολογημένοι και αναλογικοί. Όταν, αργότερα, πέρασε το πρώτο κύμα και ο κίνδυνος φάνηκε κάπως να υποχωρεί, η νομολογία άρχισε να διαφοροποιείται και να κρίνει ότι ορισμένοι περιορισμοί υπερέβαιναν το ανεκτό όριο. Η κρίση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι, παρά το ότι βρισκόμαστε στο πεδίο της προσωρινής δικαστικής προστασίας, εν τοις πράγμασι –και λόγω του προσωρινού χαρακτήρα των προσβαλλόμενων μέτρων– η προστασία αυτή καθίσταται οριστική. Και γ) Επείγουσα ανάγκη λήψης του αναγκαίου μέτρου, το οποίο θα διασφαλίσει την πραγματική άσκηση της προσβληθείσας θεμελιώδους ελευθερίας, στις συγκεκριμένες συνθήκες. Η προσέγγιση είναι πραγματιστική: Τα μέτρα που διατάσσονται, όταν κάτι τέτοιο συμβεί, συναρτώνται με τα μέσα που έχει στη διάθεσή της την δεδομένη στιγμή η διοίκηση, αλλά και τα μέτρα που έχει ήδη λάβει. Στο πλαίσιο αυτό αναδείχθηκε η σημασία της προφορικότητας σε μια διαδικασία κατά την οποία, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα, δεν υπάρχει χρόνος για σύνταξη, υποβολή και ανταλλαγή γραπτών υπομνημάτων, με συνέπεια σε πολλές περιπτώσεις τα μέτρα που διατάχθηκαν, ή τα οποία η διοίκηση δεσμεύτηκε ενώπιον του δικαστηρίου να λάβει, να είναι αποτέλεσμα πολύωρης ανταλλαγής απόψεων.[16]Κάθε έννομη τάξη αντιμετωπίζει τα προβλήματα τα οποία της τίθενται με τους δικούς της τρόπους και διαδικασίες, που στηρίζονται στις νομικές της παραδόσεις, τις ιδιαίτερες συνθήκες οργάνωσης και λειτουργίας του δικαστικού συστήματος, το επίπεδο ανάπτυξης της οικονομίας. Αν, πάντως, κάτι μπορεί να κρατήσει κανείς από το γαλλικό παράδειγμα και τον τρόπο που έχει λειτουργήσει η προσωρινή προστασία την περίοδο της υγειονομικής κρίσης[17] (που ακόμα δεν έχει παρέλθει) είναι η εντατική χρήση της πιθανολόγησης σχετικά με την αξιολόγηση της πρόδηλης παρανομίας των προσβαλλόμενων πράξεων, ενεργειών ή παραλείψεων της διοίκησης, που δεν συνάπτεται με προηγούμενη πάγια νομολογία επί του θέματος, και η στενή συνεργασία του δικαστηρίου, κατ’ αντιμωλία, με όλους τους διαδίκους,[18] μέσω της ενίσχυσης της προφορικότητας,[19]  ώστε να προσδιοριστούν τα μέτρα που τυχόν διαταχθούν από το δικαστήριο.[20]  Μπορεί, ενδεχομένως, η πλευρά αυτή της διαδικασίας να μας ξενίζει, ανταποκρίνεται, όμως, στον ρόλο του διοικητικού δικαστή, ο οποίος αναζητεί την καλύτερη δυνατή λύση η οποία να μπορεί πράγματι να υλοποιηθεί και να μην παραμείνει κενό γράμμα.
  2. Η εξέλιξη της νομολογίας της Ε.Α. του Συμβουλίου της ΕπικρατείαςΗ πανδημία, η ολοένα παρατεινόμενη διάρκειά της και τα μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπισή της οδήγησαν προς στάθμιση ενώπιον της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως ήδη αναφέρθηκε, τις περισσότερες από τις κλασικές ατομικές ελευθερίες: την ελευθερία της λατρείας, την ελευθερία της ελεύθερης μετακίνησης, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, την επαγγελματική ελευθερία, το δικαίωμα στην υγεία. Μέχρι τη στιγμή που γράφεται το κείμενο αυτό, δεν έχει γίνει δεκτή κάποια αίτηση αναστολής σε υπόθεση σχετική με τα μέτρα για την ανάσχεση του κορωνοϊού. Ωστόσο, η νομολογία, διατηρώντας πάγιες μείζονες σκέψεις προηγούμενων περιπτώσεων προσβολής κανονιστικών πράξεων, εμπλούτισε σταδιακά το σκεπτικό των αποφάσεών της με εκτεταμένες σταθμίσεις και πιθανολόγηση.
  1. Στις αποφάσεις με τις οποίες αντιμετωπίσθηκε το μέτρο της αναστολής τέλεσης λειτουργιών με την παρουσία πιστών στους χώρους λατρείας, οι αιτήσεις αναστολής απορρίφθηκαν αποκλειστικά κατ’ επίκληση του επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος που έγκειται στην ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο εξάπλωσης του κορωνοϊού. Η έλλειψη αναφοράς στη βλάβη των αιτούντων πιστών αντισταθμίστηκε με την επισήμανση ότι ελήφθη υπ’ όψιν από την Επιτροπή Αναστολών τόσο ο εντελώς προσωρινός χαρακτήρας του μέτρου όσο και το ότι ήταν κοινώς γνωστό πως δεν υπήρχε, στο χρονικό εκείνο σημείο, δυνατότητα εφαρμογής άλλων μέτρων για την αποτελεσματική προφύλαξη της δημόσιας υγείας (Ε.Α. 49, 60/2020, 1, 2, 3/2021). Εξ άλλου, οι ισχυρισμοί περί πρόδηλης βασιμότητας των αντίστοιχων αιτήσεων ακυρώσεως απορρίφθηκαν με την λιτή, πάγια διατύπωση ότι πρόδηλη βασιμότητα του κυρίου ενδίκου βοηθήματος συντρέχει, ιδίως, όταν ο σχετικός λόγος ακυρώσεως βασίζεται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, περίπτωση που δεν συνέβαινε στις κρινόμενες υποθέσεις.Ομοίως κατ’ επίκληση του ίδιου επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος απορρίφθηκαν οι αιτήσεις αναστολής πολιτικού κόμματος και σωματείου που στρέφονταν κατά της απαγόρευσης των συναθροίσεων άνω των τεσσάρων (4) ατόμων κατά το διάστημα από 15-11-2020 μέχρι 18-11-2020, με την ρητή αναφορά ότι η συνδρομή του παραπάνω λόγου εκώλυε την χορήγηση της αναστολής, ανεξάρτητα από το επανορθώσιμο ή μη της βλάβης των αιτούντων · η βλάβη αυτή είχε προσδιορισθεί με τις αιτήσεις αναστολής στην παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του συνέρχεσθαι αλλά και στην αποστέρηση του δικαιώματος των αιτούντων να τιμήσουν με δημόσιες συναθροίσεις την εξέγερση του Πολυτεχνείου (Ε.Α. 262, 263/2020). Ωστόσο, η Επιτροπή Αναστολών ενίσχυσε την απορριπτική κρίση της με την επισήμανση ότι το επίμαχο μέτρο της αναστολής των συναθροίσεων εχώρησε στα πλαίσια αναστολής ή περιορισμού του συνόλου σχεδόν των δραστηριοτήτων των πολιτών, όπως ο περιορισμός της κυκλοφορίας, η απαγόρευση της μετακίνησης με οποιοδήποτε μέσο εκτός Περιφερειακής Ενότητας ή Περιφέρειας και η αναστολή της διά ζώσης εκπαιδευτικής λειτουργίας των σχολικών μονάδων κάθε βαθμού. Η επισήμανση αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον αν παραβληθεί με την απόφαση της 18-5-2020 του juge des référés του Conseil d’Εtat (υπόθεση 440366), με την οποία έγινε δεκτή αίτηση προσωρινής προστασίας κατά του μέτρου της απαγόρευσης τέλεσης λειτουργιών στους χώρους λατρείας, με την αιτιολογία ότι, κατά το επίμαχο χρονικό σημείο, ήταν επιτρεπτή, υπό τον όρο τήρησης αποστάσεων, η παρουσία μεγάλου αριθμού προσώπων στα μέσα μεταφοράς, στα εμπορικά καταστήματα, στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τις βιβλιοθήκες. Τέλος, στην παραπάνω υπόθεση για τις συναθροίσεις, οι ισχυρισμοί των αιτούντων για την πρόδηλη βασιμότητα των λόγων ακυρώσεως απορρίφθηκαν με την συνοπτική διατύπωση των προαναφερόμενων 49, 60/2020 και 1, 2, 3/2021 αποφάσεων της Επιτροπής.
  2. Οι μεταλλάξεις του κορωνοϊού προκάλεσαν μέτρα υποκείμενα σε συνεχή αξιολόγηση από τους ειδικούς και, για τούτο, βραχείας διάρκειας, συχνά καταργούμενα και αντικαθιστάμενα από άλλα, ακόμη και με χρονικό ορίζοντα μιας εβδομάδας.Με αίτηση αναστολής δικηγόρος, εισερχόμενος στη χώρα από το εξωτερικό, προσέβαλε την υποχρέωση να παραμείνει επί επτά (7) ημέρες σε κατ’ οίκον περιορισμό, η οποία θεσπίσθηκε στο πλαίσιο των εν λόγω μέτρων, προβάλλοντας ειδικότερα ότι συντρέχει στο πρόσωπό του περίπτωση εισόδου, εξόδου και επανεισόδου στη χώρα, με αποτέλεσμα να πρέπει να υποστεί και δεύτερη φορά τον περιορισμό. Στην περίπτωση αυτή, η αναφορά στον λόγο δημοσίου συμφέροντος που απέκλεισε την χορήγηση της αναστολής υπήρξε ιδιαίτερα αναλυτική και εμφατική. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το μέτρο συνιστούσε σοβαρότατο περιορισμό της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, απέρριψε, όμως, την αίτηση αναστολής, ανεξαρτήτως της βλάβης που επικαλέστηκε ο αιτών, για την ύπαρξη της οποίας η Επιτροπή διατήρησε, πάντως, αμφιβολίες για λόγους αποδείξεων· και τούτο επειδή το μέτρο του περιορισμού της κυκλοφορίας κρίθηκε απαραίτητο από εκείνους που έχουν την ευθύνη για την προστασία της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα και διεθνώς λόγω της δυσχέρειας της ιατρικής επιστήμης να αντιμετωπίσει με αποτελεσματικό τρόπο την πρωτόγνωρη υγειονομική κρίση, προβλέφθηκε σε περίοδο έξαρσης της πανδημίας («δεύτερο πανδημικό κύμα») και απέβλεπε στην ανάσχεση του επιδημικού κύματος, κατά το μέρος που αυτό επηρεάζεται από τις διεθνείς ανθρώπινες μετακινήσεις (Ε.Α. 32/2021). Ωστόσο, οι ισχυρισμοί για πρόδηλη βασιμότητα των λόγων ακυρώσεως αντιμετωπίστηκαν με ειδικές σκέψεις στην απόφαση της Επιτροπής Αναστολών, παρότι κατ’ αρχάς επισημάνθηκε ότι δεν παρίστανται ως προδήλως βάσιμοι, διότι δεν στηρίζονται σε πάγια νομολογία ή σε απόφαση της Ολομέλειας, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 52 παρ. 7 του π.δ. 18/1989. Η παραπάνω αντιμετώπιση των ισχυρισμών του αιτούντος για το προδήλως βάσιμο των λόγων ακυρώσεως φαίνεται ότι συναρτήθηκε προς την συνειδητοποίηση της Επιτροπής Αναστολών ότι το momentum της υπόθεσης βρίσκεται στη δική της κρίση αλλά και προς την μέριμνά της να δοθεί απάντηση στους λόγους ακυρώσεως για το ενδεχόμενο κατάργησης της ακυρωτικής δίκης, λόγω επικείμενης λήξης της ισχύος της ιδιαίτερα βραχύβιας προσβαλλόμενης πράξης.
  3. Η νομολογιακή πρακτική της απόφανσης της Επιτροπής Αναστολών επί της πρόδηλης βασιμότητας των λόγων ακυρώσεως συνεχίζεται και εμπλουτίζεται με πιο αναλυτικές σκέψεις σε επόμενες αιτήσεις αναστολής που αφορούν μέτρα σχετιζόμενα με την πανδημία.Τούτο συνέβη στην απόφαση 43/2021, που αφορούσε περιορισμούς στις μετακινήσεις σε συγκεκριμένες Περιφερειακές Ενότητες με σκοπό τη θήρα αγριόχοιρου και, κατά μείζονα λόγο, στην απόφαση 44/2021. Στην τελευταία αυτή περίπτωση προσεβλήθη κοινή υπουργική απόφαση για την προσωρινή αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων και των διαδικασιών διενέργειας πλειστηριασμών, με αιτούντες τον Πρόεδρο και μέλη των Συντονιστικών Επιτροπών της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων. Οι λόγοι ακυρώσεως, εκτός της παραβίασης της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας των αιτούντων, αναφέρονταν στην παραβίαση των συνταγματικών αρχών της διάκρισης των λειτουργιών, διότι δεν ελήφθη η γνώμη των οικείων ανώτατων δικαστηρίων, της δικαστικής προστασίας, της συνεχούς λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών και της αναλογικότητας, καθώς προβλήθηκε ότι δεν τεκμηριώνεται πώς το μέτρο συντείνει πράγματι στη μείωση της διασποράς του κορωνοϊού. Εξ άλλου, ως βλάβη οι αιτούντες προέβαλαν ότι προκύπτει ουσιαστικά αρνησιδικία από την συσσώρευση των υποθέσεων που θα καθυστερήσουν υπερβολικά να εκδικασθούν –εξειδικεύοντας τους ισχυρισμούς τους με βάση τις επιμέρους δικαιοδοσίες–, αλλά και ανεπανόρθωτος κλονισμός επαγγελματικού και οικονομικού χαρακτήρα για αυτούς, ως επαγγελματίες.Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ήδη, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης αναστολής, η προσβαλλόμενη πράξη είχε καταργηθεί · επειδή, όμως, αυτή είχε ήδη αντικατασταθεί με πράξη ομοίου περιεχομένου, η κατάργηση δεν εμπόδισε την Επιτροπή Αναστολών να προχωρήσει σε αναλυτικές σκέψεις σχετικά με την βλάβη της οποίας έγινε επίκληση, αλλά και με την πρόδηλη βασιμότητα των λόγων ακυρώσεως. Τούτο, κατά το μέρος που αφορούσε την πρόδηλη βασιμότητα, φαίνεται να έγινε και αυτή τη φορά στο πλαίσιο της προσπάθειας να προοικονομηθεί η οριστική δικαστική προστασία εν όψει της πιθανότητας κατάργησης της ακυρωτικής δίκης λόγω της κατάργησης της προσβαλλόμενης και της αντικατάστασής της.Περαιτέρω, η λεπτομερής εξέταση των ισχυρισμών και για τη βλάβη οφειλόταν αναμφίβολα στην πρόθεση του Δικαστηρίου να παράσχει ουσιαστική δικαστική προστασία ανεξάρτητα από το γεγονός της ισχύος της συγκεκριμένης προσβαλλομένης, ενόσω η Επιτροπή βρισκόταν αντιμέτωπη με αντίστοιχη πράξη, από την ισχύ της οποίας απέρρεαν συνέπειες τις οποίες οι αιτούντες χαρακτήριζαν ως βλαπτικές. Έτσι, οι ισχυρισμοί περί «αρνησιδικίας» αποκρούστηκαν με αναφορά σε όλες τις λεπτομερείς ρυθμίσεις με τις οποίες επετράπησαν εξαιρέσεις από το επίμαχο μέτρο (π.χ. υποθέσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας), οι ισχυρισμοί περί παραβίασης της επαγγελματικής και οικονομικής ελευθερίας των αιτούντων με μνεία τόσο του προσωρινού χαρακτήρα του μέτρου αλλά και της δυνατότητας των δικηγόρων να συντάσσουν και να καταθέτουν δικόγραφα, όσο και του γεγονότος ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 9-11-2020 έως 12-2-2021, ήταν δυνατή η συζήτηση σε όλα τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια των υποθέσεων ακυρωτικών και ουσιαστικών διαφορών, εφ’ όσον θα είχε υποβληθεί από όλους τους διαδίκους κοινή ή χωριστή δήλωση παράστασης χωρίς εμφάνιση στο ακροατήριο· ως αποτέλεσμα των παραπάνω, η Επιτροπή κατέληξε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση δυσεπανόρθωτης βλάβης. Τέλος, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο λόγος για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, από την άποψη ότι θα μπορούσαν να ληφθούν ηπιότερα μέτρα για την λειτουργία των δικαστηρίων, κατόπιν συνεννόησης με τα όργανα διοίκησής τους απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι πλήσσει την ανέλεγκτη τεχνική κρίση της διοίκησης σχετικά με τα ενδεικνυόμενα μέτρα.[21]
  4. Όταν προσεβλήθη κοινή υπουργική απόφαση που αφορούσε εκτεταμένους περιορισμούς της κυκλοφορίας των πολιτών και προβλήθηκε ότι η προστασία της δημόσιας υγείας δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος που εμποδίζει τη χορήγηση της αναστολής, διότι ο περιορισμός της ελευθερίας κίνησης των πολιτών σε ανοιχτούς χώρους προκαλεί α) εστίες υπερμετάδοσης, λόγω συνωστισμού και ενδοοικογενειακής μετάδοσης και β) επιδείνωση της υγείας, λόγω μείωσης της άσκησης σε υπαίθριους χώρους, η Επιτροπή Αναστολών έκρινε σκόπιμο να αναφερθεί απευθείας στη γνώμη των ειδικών επιστημόνων για την αναγκαιότητα και καταλληλότητα των μέτρων, παραθέτοντας στην απόφασή της αυτούσια αποσπάσματα από διαδοχικές εισηγήσεις της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19, αλλά και να αποφανθεί ότι η παραπάνω γνώμη, που αποτελεί ανέλεγκτη τεχνική κρίση, αφορά και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα ισχύσουν τα μέτρα (Ε.Α. 84/2021). Η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε, ανεξαρτήτως της βλάβης του αιτούντος ως προς το δικαίωμά του για ελεύθερη μετακίνηση, την οποία αυτός είχε χαρακτηρίσει και ως προσβολή της προσωπικότητάς του, και αφού οι ισχυρισμοί του για το προδήλως βάσιμο των λόγων ακυρώσεως αποκρούσθηκαν με ειδικές σκέψεις στην απόφαση.
  5. Ιδιαίτερης μνείας χρήζουν οι αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή Αναστολών κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον «σκληρό πυρήνα» των μέτρων για την ανάσχεση της πανδημίας. Υπηρετούντες στις Ειδικές Μονάδες Αντιμετώπισης Κρίσεων (Ε.Μ.Α.Κ.) προσέβαλαν πράξη του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος περί εμβολιασμού των υπαλλήλων των μονάδων αυτών (Ε.Α. 133/2021). Το Δικαστήριο, παρότι έκρινε ότι η ανάγκη διασφάλισης της αδιάλειπτης λειτουργίας των Ε.Μ.Α.Κ., η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, στηριζόταν και στην πλήρη διαθεσιμότητα του προσωπικού τους, αποτελούσε επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος που απέκλειε τη χορήγηση αναστολής, προχώρησε και στην εκτίμηση της βλάβης, για να διαπιστώσει ότι η βλάβη της υγείας από τον εμβολιασμό, της οποίας έγινε επίκληση, δεν υφίστατο, εφ’ όσον οι αιτούντες δεν ήταν υποχρεωμένοι να εμβολιαστούν και διατηρούσαν την ευχέρεια να παραμείνουν στο Πυροσβεστικό Σώμα και να τοποθετηθούν απλώς σε άλλη υπηρεσία. Παρά την έλλειψη βλάβης, για μία ακόμη φορά, υπήρξε εκτενής απάντηση στους ισχυρισμούς για πρόδηλη βασιμότητα των λόγων ακυρώσεως.Αντίστοιχα, επί προσβολής του μέτρου του υποχρεωτικού διαγνωστικού ελέγχου των μαθητών και του προσωπικού των σχολικών μονάδων, μέσω δωρεάν αυτοδιαγνωστικών δοκιμασιών, ως προϋπόθεση συμμετοχής τους στην εκπαιδευτική διαδικασία, η Επιτροπή Αναστολών δεν διέγνωσε την ύπαρξη βλάβης, την οποία είχαν επικαλεστεί οι αιτούντες, που ήσαν γονείς μαθητών Γυμνασίου και Λυκείου και εκπαιδευτικοί και είχαν προβάλει διακινδύνευση της υγείας και προσβολή της προσωπικότητας και του δικαιώματος στην εκπαίδευση των μαθητών λόγω της υποχρέωσής τους να υποστούν αυτοδιαγνωστικό έλεγχο· τούτο, διότι είχαν πάντως, τη δυνατότητα να επιλέξουν, αντί του αυτοδιαγνωστικού ελέγχου, τη διενέργεια διαγνωστικού ελέγχου (rapid test ή PCR test· Ε.Α.145/2021). Τέλος, σε αναλυτική στάθμιση της βλάβης προς τον ίδιο λόγο δημοσίου συμφέροντος προχώρησε η Επιτροπή Αναστολών στις αποφάσεις 250, 251, 252/2021 και 303/2021, στις οποίες οι προσβαλλόμενες πράξεις αφορούσαν τον υποχρεωτικό εμβολιασμό του προσωπικού των δομών υγείας και την άμεση αναπλήρωση του  ανεμβολίαστου προσωπικού. Για τη στάθμιση αυτή, η Επιτροπή εξειδίκευσε την υποχρέωση της Πολιτείας για την προστασία της δημόσιας υγείας με την ανάγκη αποφυγής εξάπλωσης του κορωνοϊού στην ευπαθή κατηγορία των νοσηλευόμενων στις δομές υγείας, αλλά και την ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας των νοσοκομείων, η οποία θα διαταρασσόταν αν νοσούσαν οι υπόχρεοι σε εμβολιασμό, αφού τόσο οι ίδιοι, όπως και όσοι είχαν έρθει σε επαφή με αυτούς μέσα στη μονάδα, θα έπρεπε να τεθούν σε απομόνωση. Εξ άλλου, ως προς την αναγκαιότητα και προσφορότητα του μέτρου, το Δικαστήριο επισήμανε ότι «… ο εμβολιασμός … κατά την απολύτως κρατούσα στην διεθνή επιστημονική κοινότητα άποψη επιβάλλεται για την αντιμετώπιση της πανδημίας …» (Ε.Α. 303/2021).

 

Επιλέγοντας

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, καλούμενο να παράσχει προσωρινή δικαστική προστασία στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες της πανδημίας, όπως ήταν αναμενόμενο, επιχείρησε να εξισορροπήσει την ανάγκη επίκαιρης προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων τα οποία υπέστησαν σοβαρότατους περιορισμούς, με την μέριμνα για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας.

Η νομολογία, εξελισσόμενη σε σύντομο διάστημα, προέβη, σε εντατικές και εκτεταμένες σταθμίσεις των συγκρουόμενων, συνταγματικής τάξεως εννόμων αγαθών, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση και με αυξημένη ένταση απ’ όσο στο παρελθόν. Για την πραγματοποίηση της στάθμισης, που ανέδειξε την κεφαλαιώδη σημασία του κοινωνικού δικαιώματος στην προστασία της υγείας, η Επιτροπή Αναστολών αξιοποίησε κατ’ εξοχήν τα ιατρικά δεδομένα και τις μελέτες ειδικών υγειονομικών επιτροπών (εκτενή αποσπάσματα των οποίων παρέθεσε μερικές φορές), στις οποίες εκτίθεται η υγειονομική κατάσταση κατά τον χρόνο λήψης των μέτρων. Από τις αποφάσεις προκύπτει, άλλωστε, ότι η κρισιμότητα και το καινοφανές των συνθηκών, η εξέλιξη της επιδημιολογικής κατάστασης αλλά και της κατάστασης της οικονομίας καθώς και οι αντοχές του συστήματος υγείας συντέλεσαν αποφασιστικά ώστε το δικαστήριο να αναγνωρίσει το ιδιαίτερα ευρύ περιθώριο εκτίμησης που διέθεταν ο νομοθέτης και η διοίκηση κατά την επιλογή των αναγκαίων κάθε φορά μέτρων.

Ιδιαίτερα πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι η Επιτροπή Αναστολών, παρ’ ότι διατήρησε την πάγια μείζονα σκέψη σε σχέση με την πιθανολόγηση της βασιμότητας των λόγων ακυρώσεως (πάγια νομολογία ή απόφαση της Ολομέλειας), συχνά κατ’ ουσίαν δεν δίστασε να απομακρυνθεί από αυτήν, προβαίνοντας σε αναλυτική πιθανολόγηση αν και δεν συνέτρεχαν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ιδίως όταν διαφαινόταν το ενδεχόμενο κατάργησης της ακυρωτικής δίκης, λόγω της περιορισμένης χρονικής ισχύος των μέτρων. Η πιθανολόγηση αυτή μπορεί να αξιολογηθεί ως ακόμα πιο σημαντική στην περίπτωση που εχώρησε παρ’ ότι δεν διαγνώστηκε καμία βλάβη των διαδίκων από τα ληφθέντα μέτρα.

Η Επιτροπή Αναστολών κατά τη διάρκεια της πανδημίας βρέθηκε, όπως και το σύνολο της κοινωνίας, ενώπιον μιας πρωτόγνωρης κατάστασης. Η πανδημία, ως γνωστόν, συνεχίζεται και αιτήσεις παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας εξακολουθούν να κατατίθενται.

Το Δικαστήριο επέδειξε γρήγορα αντανακλαστικά, μέσω της εμπεριστατωμένης στάθμισης των διακυβευόμενων αγαθών και της πιθανολόγησης σε ευρεία κλίμακα της βασιμότητας των λόγων ακυρώσεως και προέβη στην αναγκαία, στον βαθμό που επιβάλλεται, αναθεώρηση της μεθοδολογίας αντιμετώπισης των αιτήσεων αναστολής, προκειμένου η προσωρινή δικαστική προστασία, και στην συγκεκριμένη συγκυρία, να παρέχεται με αποφάσεις πειστικές για τον μέσο πολίτη και να μην κινδυνεύσει να καταστεί «πουκάμισο αδειανό».-

 

*  Το παρόν άρθρο  δημοσιεύτηκε στον τόμο μελετών που εκδόθηκε προς τιμή της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου, εκδ. Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2022, με γενικό τίτλο «Το βιώσιμο Κράτος».

[1] Κατά την οποία η Επιτροπή Ανατολών εκτελούσε διοικητικό έργο, βλ. Α. Τσούτσο, Η αναστολή εκτελέσεως των διοικητικών πράξεων ως μέσον προστασίας των διοικουμένων, ΝοΒ 1969, σελ. 801 επ. και στον τόμο μελετών «Διοίκησις και Δίκαιον», Π. Σάκκουλας, 1979, σελ. 281 επ.

[2] Η αίτηση αναστολής έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι πρέπει να έχει προηγηθεί η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως, άλλως είναι απαράδεκτη (Ε.Α. 1330/2009, 293/1998 κ.ά.).

[3] Βλ. Μ. Στασινόπουλο, Δίκαιον των διοικητικών Διαφορών, 1964, 4η έκδ., ανατύπωση 1980, σελ. 241-242. Κατά τον συγγραφέα, με την πρόβλεψη της αιτήσεως αναστολής ο νομοθέτης προλαμβάνει «παραλόγους και αδίκους συνεπείας», που μπορεί να προκύψουν από την άμεση εκτέλεση της διοικητικής πράξης. Αναλυτικά για το μέχρι το 1999 ισχύον καθεστώς βλ. Β. Σκουρή, Η δικαστική αναστολή εκτελέσεως των διοικητικών πράξεων, εκδ. Α.Ν. Σάκκουλα, 1984, 3η έκδ., passim.

[4] Αναλυτικά για την αίτηση αναστολής στις διοικητικές εν γένει διαφορές βλ. Π. Λαζαράτο, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, εκδ, Νομική Βιβλιοθήκη, 2018, 3η έκδ., σελ. 681 επ.

[5] Η αποδοχή λόγω πρόδηλης βασιμότητας προϋποθέτει, πάντως, ότι δεν καταλείπονται αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως ακυρώσεως (Ε.Α. 184/2019, 201/2018 κ.ά.).

 

[6] Βλ. Χρ. Ακριβοπούλου, Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τα όρια της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων, Εφημ.Δ.Δ. 2020, σελ. 623 επ., η οποία αναφέρεται στην «αρχή της προσωρινότητας».

[7] Το νομοθετικό πλαίσιο άρχισε να διαμορφώνεται με την από 25-2-2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, «Κατεπείγοντα μέτρα αποφυγής και περιορισμού της διάδοσης κορωνοϊού» (Α΄ 42), η οποία κυρώθηκε από τη δημοσίευσή της με το άρθρο 1 του ν. 4682/2020 (Α΄ 76/3-4-2020). Ακολούθησαν άλλες π.ν.π., νόμοι και πλημμυρίδα κανονιστικών αποφάσεων.

[8] Πρόσθετο πρόσκομμα στην χορήγηση της αναστολής αποτελεί το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις προσβάλλονται κανονιστικού χαρακτήρα αποφάσεις. Οι Επιτροπές Αναστολών, υπενθυμίζουν ότι «κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά (Ε.Α. Ολομ. 44/2021, 84/2021 κ.ά.), η αναστολή εκτέλεσης κανονιστικής πράξης ή η διαταγή άλλου κατάλληλου μέτρου σε σχέση με κανονιστική πράξη προς αποτροπή βλάβης του αιτούντος δεν είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτή. Συγχωρείται κατ’ εξαίρεση στην περίπτωση που η ασκηθείσα αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη, καθώς και στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος επικαλείται και αποδεικνύει ότι από την εφαρμογή της κανονιστικής πράξης θα υποστεί ευθεία και άμεση βλάβη, δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακυρώσεως, οπότε –και εφόσον δεν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος περί του αντιθέτου– χορηγείται ανα στολή της εκτέλεσης μόνο ως προς τον αιτούντα» (Ε.Α. 145/2021).

[9] Έτσι, με την Ε.Α. 49/2020 (βλ. σχετικώς κατωτ. 3.i.) απορρίφθηκε αίτηση αναστολής κατά του μέτρου της προσωρινής απαγορεύσεως της τελέσεως κάθε είδους λειτουργιών και ιεροπραξιών στους θρησκευτικούς χώρους λατρείας για το χρονικό διάστημα από 16-3-2020 έως τις 30-3-2020, προθεσμία η οποία παρατάθηκε έως τις 11-4-2020. Ακολούθως, με την 1296/2020 απόφαση η επί της αιτήσεως ακυρώσεως δίκη καταργήθηκε λόγω λήξεως της ισχύος των προσβαλλομένων πράξεων. Με την Σ.τ.Ε. 1294/2020 απορρίφθηκε και άλλη

αίτηση ακυρώσεως λόγω λήξεως της ισχύος των προσβαλλόμενων πράξεων. Οι αιτούντες

στην δεύτερη αυτή υπόθεση προσέφυγαν στο δικαστήριο του Στρασβούργου προβάλλοντας παραβίαση των άρθρων 6 παρ. 1 και 9 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

[10] Δεν αποκλείεται η οδός της αγωγής αποζημίωσης (άρθρο 105 ΕισΝΑΚ), στο πλαίσιο της οποίας ο δικαστής της ουσίας θα εκτιμήσει παρεμπιπτόντως την νομιμότητα διοικητικών πράξεων. Ωστόσο, για την επιδίκαση αποζημίωσης δεν αρκεί η διάγνωση της παρανομίας. Πρέπει να πληρούνται και οι λοιποί όροι, δηλαδή ζημία και αιτιώδης συνάφεια, αλλά και να κριθεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση, τα επίδικα μέτρα δεν έχουν ληφθεί αποκλειστικά χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Εξ άλλου, οι ατομικές πράξεις με τις οποίες επιβάλλονται πρόστιμα ή διαφόρων τύπων κυρώσεις για την ανάσχεση της πανδημίας είναι δυνατόν, κατά κανόνα, να προσβληθούν με προσφυγή ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

[11] Τις διατάξεις αυτές συμπλήρωσε ο κανονιστικός νομοθέτης με τα άρθρα R 511-1 έως 557-2 του ίδιου Κώδικα).

[12] Βλ. B. Pacteau, Traite de contentieux administratif, εκδ. PUF 2008, σελ. 381 επ., C. Broyelle, Contentieux Administratif, LGDJ 2018, 6θme ιd., σελ. 449 επ.

[13] Σύμφωνα με δελτίο τύπου του Conseil d’Etat της 20ής Απριλίου 2021, κατά την περίοδο Μαρτίου 2020/Απριλίου 2021 κατατέθηκαν 648 αιτήσεις για την λήψη αποφάσεως με την διαδικασία των référés. Πολλές αποφάσεις ελήφθησαν εντός της προθεσμίας των 48 ωρών. Επίσης, βλ. B. Lasserre, Le Conseil d’Etat face à la crise sanitaire du Covid-19, Εισήγηση σε συνέδριο, Σεπτέμβριος 2020.

[14] Άρθρο L 521-2 «Saisi d’une demande en ce sens justifiée par l’urgence, le juge des réfères peut ordonner toutes mesures nécessaires a la sauvegarde d’une liberté fondamentale a laquelle une personne morale de droit public ou un organisme de droit prive charge de la gestion d’ un service public aurait porte, dans l’exercice d’ un de ses pouvoirs, une atteinte grave et manifestement illégale. Le juge des réfères se prononce dans un délai de quarante-huit heures».

[15] Σε ορισμένες περιπτώσεις οι διάδικοι χρησιμοποίησαν τον μηχανισμό του référé suspension (L 521-1), που βρίσκεται πιο κοντά στην δική μας αίτηση αναστολής. Πρέπει να

προηγηθεί η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως και στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως. Προϋπόθεση της αναστολής εκτελέσεως είναι η επείγουσα αποτροπή σοβαρής και άμεσης βλάβης που θα επιφέρει στον αιτούντα η εκτέλεση της πράξεως και η σοβαρή αμφιβολία (doute sérieux) ως προς την νομιμότητα της πράξεως.

 

[16] Χαρακτηριστική η απόφαση (Ordonnance) της 8ης Απριλίου 2020, Section Française de l’ Observatoire International κ.λπ. Στο κείμενο γίνεται εκτενής αναφορά στις δεσμεύσεις που η διοίκηση, στο πλαίσιο εξάωρης διαδικασίας, προφορικά ανέλαβε ενώπιον του δικαστηρίου και των αιτούντων και στα μέτρα που έλαβε και που επρόκειτο αμελλητί να λάβει ώστε να βελτιωθούν οι συνθήκες κράτησης, όπως ζητούσαν οι αιτούντες, και να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού στον πληθυσμό των φυλακών. Εν όψει αυτών η αίτηση τελικώς απορρίφθηκε. Σύμφωνα με τον B. Lasserre, ό.π., η απόρριψη δεν σήμαινε ότι η αίτηση ήταν αβάσιμη. Είχε την έννοια ότι κατά τον χρόνο εκφοράς της κρίσης κατέστη δυνατό να εξευρεθεί μια λύση ικανοποιητική λαμβανομένων υπ’ όψιν των μέσων που διέθετε εκείνο το χρονικό σημείο η διοίκηση.

[17] Βλ. σχετικά Β. Καψάλη, Η υγειονομική κρίση υπό το βλέμμα της γαλλικής διοικητικής δικαιοσύνης: Υπάρχει έδαφος για συγκρίσεις; ΕφημΔΔ 2020, σελ. 46 επ.

[18] Η ακρόαση των διαδίκων δεν είναι άγνωστη κατά τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Αναστολής του Σ.τ.Ε. Εκτός, όμως, από τη διαφορετική στόχευση σε σχέση με όσα αναφέρθηκαν, έχει μάλλον εξαιρετικό χαρακτήρα και αφορά τις πιο σημαντικές υποθέσεις, όπως την περίπτωση των τούρκων αξιωματικών που κατέφυγαν στην Ελλάδα μετά την απόπειρα πραξικοπήματος (Ε.Α. 97/2018 Ολομ.), την συμφωνία των Πρεσπών (Ε.Α. 199/2018 Ολομ.) ή τη δραστηριότητα της εκμετάλλευσης των μεταλλείων Κασσάνδρας (Ε.Α. 299/2015 Ολομ.).

[19] Η προφορική διαδικασία, που κατά την περίοδο της πανδημίας γνώρισε εκτεταμένη εφαρμογή ενώπιον του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, ώθησε τον νομοθέτη να θεσπίσει μέτρα τόνωσης της προφορικότητας στη διοικητική δικονομία (Dialoguer pour mieux juger) με το διάταγμα 2020-2404/18-11-2020, για διάστημα 18 μηνών, οπότε θα αξιολογηθούν τα αποτελέσματα της νέας διαδικασίας και θα εκτιμηθεί αν μπορεί να γενικευθεί.

[20] Όλα τούτα απαιτούν διοικητικό μηχανισμό που μπορεί να ανταποκριθεί με επάρκεια στο βάρος (νομικό, κοινωνικό, πολιτικό) τέτοιας κατηγορίας υποθέσεων. Κάτι που δεν είναι πάντοτε δυνατόν για τη δική μας διοίκηση, όπου ακόμα και ο φάκελος με τα στοιχεία της υπόθεσης και οι απόψεις της διοίκησης αποστέλλονται, όχι λίγες φορές, χάρις στην επιμονή των (βοηθών) εισηγητών των υποθέσεων, που δαπανούν χρόνο για να επικοινωνήσουν με τις υπηρεσίες, να εντοπίσουν τον αρμόδιο υπάλληλο και να υπερβούν τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και φοβίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τον τρόπο που η διοίκηση συμπεριφέρεται ενίοτε σε υποθέσεις με ιδιαίτερα σοβαρό διακύβευμα αποτελεί η Σ.τ.Ε. 1013/2021: Ο αιτών στην υπόθεση εκείνη δικηγόρος ζητούσε να ακυρωθεί η παράλειψη συμπερίληψης των λειτουργών της Δικαιοσύνης στην πλατφόρμα προγραμματισμού των εμβολιασμών κατά του κορονοϊού. Ο φάκελος δεν απεστάλη παρά τις οχλήσεις και το Δικαστήριο αναγκάστηκε να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Σ.τ.Ε. 698/2021) με την οποία αυτός εζητείτο. Η διοίκηση ολιγώρησε με συνέπεια στην οριστική απόφαση το Δικαστήριο να αναγκαστεί να συναγάγει τεκμήριο ομολογίας των πραγματικών ισχυρισμών του αιτούντος. Κατά την δίκη ο εκπρόσωπος του καθ’ ου η αίτηση Υπουργού Υγείας δεν εμφανίστηκε καν στο ακροατήριο για να αναπτύξει τις απόψεις της υπηρεσίας, αρκούμενος σε υποβολή δήλωσης παράστασης.

[21] Βλ. σχετικά Conseil Constitutionnel απόφαση 2015-458 QPC της 20-3-2015, σκ. 10, όπου κρίθηκε ότι το Δικαστήριο δεν έχει γενική εξουσία εκτίμησης και απόφασης ανάλογη με εκείνη του νομοθέτη και δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις επιλογές του ούτε να ελέγξει εάν ο επιδιωκόμενος σκοπός της προστασίας της υγείας θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα μέσα, εφ’ όσον οι οικείες νομοθετικές διατάξεις δεν είναι προδήλως ακατάλληλες για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

17 − 4 =