Η προστασία του περιβάλλοντος στον ευρωπαϊκό χώρο (ιδίως στην ΕΣΔΑ) και η προβληματική της προσχώρησης της ΕΕ στην ΕΣΔΑ

Παναγιώτης Γαλάνης, Δικηγόρος, ΔΝ, Μεταδιδάκτωρ Δικαίου Περιβάλλοντος Νομικής ΕΚΠΑ

Απόσπασμα:

Σκοπός του παρόντος μελετήματος συνιστά η μελέτη της προστασίας του περιβάλλοντος στον ευρωπαϊκό χώρο (ιδίως στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ) αφενός και η εξέταση της προσχώρησης της ΕΕ στην ΕΣΔΑ ως προς την αναβάθμιση ή μη της παρεχόμενης περιβαλλοντικής προστασίας.

 

 1.      Γενικές εισαγωγικές διαπιστώσεις και παρατηρήσεις

Ορίζοντας την περιβαλλοντική δικαιοσύνη

Η μελέτη των «περιβαλλοντικών αξιών» καταδεικνύει την ηθική σεβασμού της φύσης και την ηθική ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στο περιβάλλον, η οποία μεταφράζεται και νομικά στο σύγχρονο Δίκαιο του Περιβάλλοντος. Η διάκριση αυτή εισάγεται από τον H. Jonas ως δέσμευση έναντι του μέλλοντος στη σφαιρικότητα μεταθέτοντας τις άμεσες ή έμμεσες συνέπειες των πράξεων της τεχνολογίας[1], η οποία αποκαλείται «συσσωρευτική» ή «εξαναγκαστική» και ως εκ τούτου φυσικοποιείται. Ο Jonas διατείνεται ότι σταδιακά και με έμφαση τη Βιομηχανική Επανάσταση καθίσταται εξουσιαστική η σχέση ανθρώπου – φύσης[2].  Μέχρι το σημείο αυτό, επρόκειτο για συμβιωτική σχέση, μετά όμως μεταβλήθηκε η λογική φυσικών πόρων, χωρίς να συνυπολογίζονται οι αλόγιστες συνέπειες στους φυσικούς πόρους[3].

Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη συνιστά κατά τον Environmental Protection Agency (EPA)[4] έννοια πολύσημη, ευρεία και περιλαμβάνει τη δίκαιη μεταχείριση και ουσιαστική συμμετοχή των ανθρώπων, ανεξαρτήτως των διαφορετικών τους χαρακτηριστικών, του εισοδήματος, της εθνικής καταγωγής κλπ. και επιτάσσει την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και την άρθρωση περιβαλλοντικών πολιτικών[5].  Βασική συνιστώσα της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης αποτελεί η «δίκαιη μεταχείριση» που προσδιορίζεται αποθετικά, δηλ. υπό την έννοια να μη φέρει καμία πληθυσμιακή ομάδα δυσανάλογο μερίδιο των αρνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη μπορεί καταρχάς να αναζητηθεί στις θεωρίες διανεμητικής δικαιοσύνης (distributive justice), όταν αυτή αφορά άτομα που εθελοντικά προσφέρονται να παράγουν σύνολο αγαθών, ήτοι τα περιβαλλοντικά οφέλη. Τα μη ανθρώπινα όντα δεν πληρούν ούτε την αρχή της ανταποδοτικότητας (reciprocity). Η φιλοσοφική πραγμάτευση του περιβάλλοντος και της φύσης φιλοδοξεί να δώσει απάντηση στο επίμαχο δίλημμα «τεχνοκρατισμός» ή «αξιακή ηθική»; Η επίλυση των νομικών διαφορών για το περιβάλλον διαμεσολαβείται από μία σειρά τεχνικών κρίσεων, που σηματοδοτούν την ενεργό εμπλοκή του τεχνοκράτη – επιστήμονα στη δικαστική διαδικασία[6].

O J. Rawls μίλησε πρώτος για την αρχή της αποταμίευσης που θα εξασφαλίζει ένα κεφάλαιο για το μέλλουσες γενεές. Κάθε γενεά, εκτός από την πρώτη (νοητά) επωφελείται από έναν εύλογο αριθμό αποταμίευσης[7]. Μάλιστα, ο B. Baxter ισχυρίζεται ότι η ρωλσιανή ιδέα της δικαιοσύνης είναι συμβατή με την περιβαλλοντική δικαιοσύνη[8]. Ακόμα και φιλόσοφοι, όπως ο R. Nozick έχουν υπερασπιστεί από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού τα δικαιώματα των ζώων (όπως ο Singer)[9].

Το ζήτημα της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης τίθεται εμφατικότερο σε σχέση με τα ζητήματα των αναπτυσσόμενων χωρών, των δικαιωμάτων των μη ανθρώπινων όντων, της διαγενεακής αλληλεγγύης[10] και των περιβαλλοντικών κινημάτων[11].

Η προστασία του περιβάλλοντος φέρει, λοιπόν, διεθνή «σφραγίδα», αφού τόσο ιστορικοί όσο και οικονομικοί λόγοι την επιβάλλουν. Η περιβαλλοντική και κλιματική δικαιοσύνη είναι, παράλληλα, ζήτημα πολιτικών δικαιωμάτων.  Τοξικές εγκαταστάσεις, όπως σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα και αποτεφρωτήρες, εκπέμπουν υδράργυρο, αρσενικό, μόλυβδο και άλλους ρύπους στο νερό, τα τρόφιμα και τους πνεύμονες των κοινοτήτων. Πολλές από αυτές τις ίδιες εγκαταστάσεις εκπέμπουν επίσης διοξείδιο του άνθρακα και μεθάνιο – τους βασικούς παράγοντες της κλιματικής αλλαγής. Αλλά δεν επηρεάζονται όλοι οι άνθρωποι το ίδιο.

Η προστασία όμως αυτή, για να διασφαλιστεί απαιτεί την ύπαρξη ενός δικαιώματος πρόσβασης στην οργανωμένη κρατική δικαιοσύνη γενικά και ειδικά για περιβαλλοντικά ζητήματα.

Σύμφωνα με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η έννοια της πρόσβασης στη δικαιοσύνη υποχρεώνει τα κράτη να εγγυώνται σε κάθε άτομο το δικαίωμα να προσφύγει σε δικαστήριο –ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε ένα εναλλακτικό όργανο επίλυσης διαφορών– για να ζητήσει ένδικα μέσα όταν αυτό αποφασιστεί. ότι τα ατομικά δικαιώματα έχουν παραβιαστεί. Επομένως, είναι επίσης ένα δικαίωμα που βοηθά τα άτομα να επιβάλλουν άλλα δικαιώματα. Η γενική έννοια της πρόσβασης στη δικαιοσύνη περιλαμβάνει πολλά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη σύμφωνα με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΕΣΔΑ) και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, και το δικαίωμα σε αποτελεσματικά ένδικα μέσα δυνάμει του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 47 του Χάρτη της ΕΕ. Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι ταυτόχρονα διαδικασία και στόχος και έχει κρίσιμη σημασία για τα άτομα που επιδιώκουν να επωφεληθούν από άλλα διαδικαστικά και ουσιαστικά δικαιώματα που έχουν, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Τέλος, το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος της Ελλάδας και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (που κατοχυρώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) δεν εμποδίζουν τον κοινό νομοθέτη από το να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις πρόσβασης στη δικαιοσύνη (όπως η πρόβλεψη καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της άσκησης ενδίκου βοηθήματος ή μέσου) υπό τον όρο ότι αυτές τελούν σε άμεση σχέση με την επιδίωξη βελτίωσης της απονομής της δικαιοσύνης και την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και δεν αναιρούν την ουσία του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη[12]. Άλλωστε, η αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης εξυπηρετείται και όταν αποφεύγεται η άσκηση απερίσκεπτων, αστήρικτων και καταχρηστικών ενδίκων βοηθημάτων[13].

Όσον αφορά την πρόσβαση στη δικαιοσύνη στον τομέα του περιβαλλοντικού δικαίου, αυτή φέρει ορισμένες ιδιαίτερες πτυχές που τη διακρίνουν από άλλους τομείς του δικαίου. Αν και επί του παρόντος δεν υπάρχει ουσιαστικό δικαίωμα του ανθρώπου στο περιβάλλον σε διεθνές επίπεδο, η προώθηση των διαδικαστικών και συμμετοχικών δικαιωμάτων μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό μέσο για την εξασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος.

Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα μπορεί να οριστεί ως ένα σύνολο εγγυήσεων που δίδει σε μη κυβερνητικές οργανώσεις και άτομα τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν στο δικαστήριο τη νομιμότητα αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων που βλάπτουν το περιβάλλον.

Τις τελευταίες δεκαετίες, υπάρχει μια αυξανόμενη αναγνώριση ότι η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί θεμελιώδη κοινωνική ανάγκη. Η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί δημόσια ανησυχία και η υποβάθμιση και η καταστροφή του περιβάλλοντος έχουν αντίκτυπο στη συνολική ποιότητα ζωής. Κατά συνέπεια, οι περιβαλλοντικές πολιτικές και νομοθεσία επηρεάζουν άμεσα κάθε άτομο, ομάδα και οργανισμό και τα περιβαλλοντικά συμφέροντα είναι συλλογικά, διάχυτα και εξαιρετικά κατακερματισμένα.

Η Ευρώπη είναι παγκόσμιος ηγέτης όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά παρά τον μεγάλο αριθμό νόμων, τα περιβαλλοντικά οφέλη συχνά δεν αναγνωρίζονται λόγω κακής εφαρμογής στα κράτη μέλη της ΕΕ. Το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά ζητήματα σχετίζεται με την κατοχύρωση του ευρύτερου δικαιώματος για δικαστική προστασία στα εθνικά Συντάγματα των χωρών, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και με τις αντίστοιχες εξελίξεις στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αλλά και σε περιφερειακές συμβάσεις εκτός Ευρώπης.

 

Το σύστημα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΣΔΑ

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΣΔΑ) και τα Πρωτόκολλά της αποτελούν ένα θεμελιώδες κείμενο με σκοπό την τυποποίηση και προάσπιση των αρχών ενός δημοκρατικού κράτους. Τις αρχές αυτές οφείλει κάθε συμβαλλόμενο μέρος να τηρεί και να σέβεται, υιοθετώντας κι εναρμονίζοντας τις στην εθνική έννομη τάξη τους[14].

Τον τρόπο πρακτικής προσέγγισης κι ορθής ερμηνείας των εν λόγω αρχών, ορίζει σύμφωνα με τη νομολογία του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΔΔΑ), που διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο ως προς τη διαμόρφωση των προστατευόμενων αρχών της Σύμβασης, με άξονα τη δημοκρατία[15]. Η ΕΣΔΑ εμπνέεται από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1948.

Ο πυρήνας της ΕΣΔΑ αποτελείτο (και αποτελείται) από έναν κατάλογο βασικών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στη ζωή, στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια, στην ελευθερία έκφρασης, στην απαγόρευση των βασανιστηρίων κλπ.[16] Η ΕΣΔΑ συμπληρώνεται από πληθώρα Πρωτοκόλλων που διεύρυναν το κανονιστικό της περιεχόμενο, π.χ. το κρίσιμο 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο για την προστασία της περιουσίας. Κρίσιμο είναι και το 11ο Πρωτόκολλο (με ισχύ από 1.11.1998), το οποίο αφαίρεσε από την Επιτροπή Υπουργών τον δικαιοδοτικό της ρόλο, ενοποίησε την Επιτροπή και το Δικαστήριο και εξύψωσε τον ρόλο του ΕΔΔΑ[17]. Οι προσφεύγοντες και τα εναγόμενα κράτη είναι δικονομικώς ισάξια ενώπιον του ΕΔΔΑ (άρθρο 35 ΕΣΔΑ). Ακολούθως, πλήθυναν οι απευθυνόμενες προσφυγές στο ΕΔΔΑ και τέθηκαν επί τάπητος ζητήματα, όπως η επιτάχυνση των διαδικασιών, η πιλοτική δίκη κλπ.[18]

Τα κράτη, τα οποία έχουν προσυπογράψει την εν λόγω Σύμβαση, οφείλουν να μην παρεκκλίνουν από αυτή και να προσαρμόζουν τις εγχώριες διατάξεις τους βάσει των αρχών που ορίζονται σε αυτή. Η ΕΣΔΑ υπήρξε η πρώτη Σύμβαση σε επίπεδο διεθνούς συμβατικού δικαίου που αποσκοπούσε στην εγκαθίδρυση συστήματος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[19].

Ως προς τις προϋποθέσεις προσφυγής στο ΕΔΔΑ, λεκτέα τα κάτωθι: Αιτήσεις από άτομα κατά συμβαλλόμενων κρατών, που ισχυρίζονται ότι το κράτος παραβίασε τα δικαιώματά τους βάσει της ΕΣΔΑ, μπορούν να υποβληθούν από οποιοδήποτε άτομο, μη κυβερνητική οργάνωση ή ομάδα ατόμων. Αν και οι επίσημες γλώσσες του Δικαστηρίου είναι τα αγγλικά και τα γαλλικά, οι αιτήσεις μπορούν να υποβληθούν σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες των συμβαλλόμενων κρατών. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί γραπτώς και να υπογραφεί από τον αιτούντα ή από τον εκπρόσωπο του αιτούντος. Οι κρατικές αιτήσεις δεν υπόκεινται σε κριτήρια αποδοχής. Ωστόσο, οι μεμονωμένες αιτήσεις πρέπει να πληρούν ορισμένα κριτήρια παραδεκτού (άρθρο 35 της ΕΣΔΑ)[20].

Εκτός από το ότι έχουν πρώτα εξαντληθεί όλα τα εσωτερικά ένδικα μέσα, οι αιτήσεις δεν πρέπει να είναι ανώνυμες, να μην είναι ασυμβίβαστες με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ καθ’ οιονδήποτε τρόπο και να μην είναι προδήλως αβάσιμες ή ασκούνται κατά κατάχρηση του δικαιώματος υποβολής αίτησης. Η αίτηση που υποβάλλεται δεν μπορεί να είναι ίδια με άλλη που έχει εξεταστεί προηγουμένως από το Δικαστήριο ή έχει υποβληθεί επίσης σε άλλο διεθνές όργανο διερεύνησης ή επίλυσης διαφορών, εκτός εάν περιέχει νέες πληροφορίες[21]. Ο προσφεύγων πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει ευθεία και προσωπική παραβίαση των δικαιωμάτων του, που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ. Άρα, εκ των προτέρων, είναι σαφές πως επίκληση του δικαιώματος στο περιβάλλον καθεαυτού δεν μπορεί να θεμελιώσει παραδεκτή προσφυγή[22].

Το Πρωτόκολλο 14 έχει προσθέσει ένα άλλο κριτήριο παραδεκτού, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει απαράδεκτη μια ατομική αίτηση όταν ο αιτών δεν έχει υποστεί σημαντικό μειονέκτημα, εκτός εάν ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως ορίζονται στη Σύμβαση και στα Πρωτόκολλά της απαιτεί εξέταση της αίτησης στην ουσία της και εάν η υπόθεση δεν έχει εξεταστεί δεόντως από εγχώριο δικαστήριο (άρθρο 12 του Πρωτοκόλλου 14)[23]. Αυτό το νέο κριτήριο παραδεκτού έχει επικριθεί από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και από αρκετά κράτη μέλη και την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα οποία θεωρούν ότι είναι πολύ ασαφές και ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο το δικαίωμα ατομικής αίτησης. Στην πράξη, εναπόκειται στους δικαστές να ερμηνεύσουν αυτές τις νέες διατάξεις. Η διακριτική ευχέρεια των δικαστών σε αυτόν τον τομέα έχει επιβεβαιωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο αναγνωρίζει, για παράδειγμα, ότι το κριτήριο της εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων απαιτείται μόνο σε περιπτώσεις όπου αυτά τα ένδικα μέσα είναι πραγματικά διαθέσιμα και αξιόπιστα. Είτε μια επιτροπή τριών δικαστών είτε ένα τμήμα με επτά δικαστές αποφασίζει για το παραδεκτό της υπόθεσης. Εάν συνεδριάσει επιτροπή τριών δικαστών και εάν αυτή η Επιτροπή κηρύξει την αίτηση παραδεκτή, θα διαβιβαστεί σε Τμήμα. Από τότε που τέθηκε σε ισχύ το Πρωτόκολλο 14, έχει καταστεί δυνατό για έναν μόνο δικαστή να αποφασίζει για μεμονωμένες αιτήσεις (αλλά ο δικαστής δεν μπορεί να εξετάσει καμία αίτηση κατά του κράτους για το οποίο έχει εκλεγεί): ο μόνος δικαστής είτε θα δηλώσει την αίτηση απαράδεκτη ή διαβιβάζεται σεν Επιτροπή για περαιτέρω εξέταση[24].

Το τμήμα μπορεί να παραιτηθεί από τη δικαιοδοσία του υπέρ του τμήματος μείζονος συνθέσεως, εάν μια υπόθεση εγείρει σοβαρό ζήτημα που επηρεάζει την ερμηνεία της Σύμβασης ή όταν η επίλυση ενός ζητήματος ενώπιον του Τμήματος μπορεί να έχει αποτέλεσμα ασυμβίβαστο με απόφαση που είχε εκδοθεί προηγουμένως από το Δικαστήριο (άρθρο 30 της ΕΣΔΑ). Τα μέρη στην υπόθεση που επιθυμούν να αντιταχθούν σε αυτήν την παραίτηση πρέπει να το πράξουν εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της πρόθεσής τους να παραιτηθούν[25].

Το άρθρο 35 της ΕΣΔΑ ορίζει ως προϋπόθεση για την παραπομπή στο ΕΔΔΑ την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων. Η προϋπόθεση αυτή είναι συνέπεια της επικουρικής δικαιοδοσίας του υπερεθνικού δικαστηρίου, το οποίο παρακολουθεί την εφαρμογή της σύμβασης και επιδιώκει την εξάλειψη των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[26]. Ο αιτών πρέπει να αποδείξει την αδυναμία των εθνικών δικαστηρίων να επανορθώσουν τις παραβιάσεις, ασκώντας τα κατάλληλα ένδικα μέσα αποτελεσματικά και κατάλληλα, και κατ’ ουσίαν επικαλούμενος παραβίαση της Σύμβασης.

Καθώς, επιπρόσθετα, παρατηρούνται διαφορετικές αποφάσεις όπου διαγιγνώσκονται παραβιάσεις των δημοκρατικών αρχών αυτών, το κείμενο της ΕΣΔΑ είναι «ζωντανό»[27], ενώ και η προσαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΔΑ βάσει των εκάστοτε πραγματικών γεγονότων, των εθνικών παραδόσεων και της συνεχώς εξελισσόμενης κοινωνίας είναι αδιαμφισβήτητη.

Από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ  δεσμεύονται μόνο τα κράτη που έχουν αποδεχτεί την ΕΣΔΑ και έχουν προσχωρήσει σε αυτήν. Σε περίπτωση διαπίστωσης μιας προσβολής της ΕΣΔΑ από το κράτος, τότε το ΕΔΔΑ το καταδικάζει, και, αυτό με τη σειρά του  βάσει του άρθρου 46 παρ. 1 ΕΣΔΑ δεν υποχρεούται προς ορισμένη ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή. Εντούτοις, κατά το άρθρο 46 παρ. 2, η Επιτροπή Υπουργών επιβλέπει αν το κράτος-μέλος προέβη στις απαραίτητες ενέργειες μετά την καταδίκη του, ώστε ακόμα και η απλή διαπίστωση μιας παράβασης του δικαίου της ΕΣΔΑ γεννά κάποιες υποχρεώσεις[28]. Δηλαδή το δικαστήριο δεν προβλέπει (καταρχήν) συγκεκριμένα μέτρα για την αποκατάσταση της ασυμφωνίας με το δίκαιο της ΕΣΔΑ[29]. Η απόφασή του, επομένως, έχει κυρίως διαπιστωτικό χαρακτήρα και αφήνει στο κράτος-μέλος την επιλογή των μέσων, με τα οποία θα εκπληρώσει την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 46 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Ούτε βεβαίως δύναται το ΕΔΔΑ να εισηγηθεί την αλλαγή της εθνικής νομοθεσίας αλλά ούτε μπορεί να ακυρώσει τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων. Σε εξαιρετικές ωστόσο περιπτώσεις, όπως στη γνωστή υπόθεση Αθανασίου κ. Ελλάδας[30], το ΕΔΔΑ ναι μεν υπογράμμισε ότι «εναπόκειται καταρχήν στο καθ’ ου η προσφυγή κράτος να επιλέξει, υπό τον έλεγχο της Επιτροπής Υπουργών, τα μέσα για να εκπληρώσει την έννομη υποχρέωσή του που απορρέει από το άρθρο 46 της Σύμβασης», αλλά  υπέδειξε στο κράτος ορισμένα βασικά κριτήρια που επιτρέπουν να εξακριβωθεί η αποτελεσματικότητα των προσφυγών αποζημιωτικής φύσης όσον αφορά την υπερβολική διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών, αφού καταδικάστηκε η Ελλάδα για υπέρβαση του εύλογου χρόνου της δίκης[31].

Σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 1 της Σύμβασης, στη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επαφίεται κάθε ζήτημα που άπτεται της ερμηνείας και εφαρμογής της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων. Καθίσταται πλέον μόνο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, μετά αποξένωσης της Επιτροπής Υπουργών[32], επίλυσης των τυχόν παρερμηνειών ή παραβιάσεων της Σύμβασης, μετά αίτησης του ενδιαφερομένου[33]. Οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα και τα ηττημένα μέρη οφείλουν να εφαρμόσουν ό,τι αυτή ορίζει, ειδάλλως, αν αντιληφθεί τυχόν μη συμμόρφωση, θα υποστούν κυρώσεις. Τα παραδείγματα της νομολογίας, καθώς κι η ορθή ανάλυση της σημασίας του εξευρωπαϊσμού, ευελπιστούν να προσδώσουν λύση στην προβληματική που αντιμετωπίζει η χώρα μας (και άλλα κράτη), μέσω της επίτευξης μιας ποιοτικής εναρμόνισης[34].

2.      Η προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ και η προστασία του περιβάλλοντος στο πλαίσιο του άρθρου 37 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ

Αξίζει να επισημανθεί σε αυτό το τμήμα της ανάλυσης η «διαπλοκή» του δικαστικού διαλόγου των δικαστηρίων του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου, υπό την έννοια της συνεργασίας και του διαλόγου που λαμβάνει χώρα μεταξύ τους. Το Δικαστήριο τη Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: ΔΕΕ) και το ΕΔΔΑ τελούν ανέκαθεν υπό έναν «τακτικό διάλογο»[35], ο οποίος έχει καταστεί αντικείμενο εξέτασης  από τη σκοπιά της νομολογίας του Στρασβούργου, λόγω της εξειδίκευσής του στον τομέα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[36]. Πρέπει να τονιστεί εισαγωγικά η διαφορετική θέση και ταυτότητα του καθενός δικαστηρίου, που είναι μέλος στον διάλογο («συζήτηση»): Το ΕΔΔΑ αφενός κινείται στο χώρο του Διεθνούς Δικαίου και αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης μιας «ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης», μιας τάξης που αχνά οριοθετεί το χώρο «Ευρώπη» από τον υπόλοιπο κόσμο[37]. Το ΔΕΕ αφετέρου κινείται σε μια νέα αυτόνομη έννομη τάξη με τους δικούς της θεσμούς, τους δικούς της νομοπαραγωγικούς μηχανισμούς αλλά και τις ιδιαιτερότητές της (η άμεση ισχύς, η υπεροχή του δικαίου της ΕΕ, η αποκλειστικότητα της αρμοδιότητας του ΔΕΕ), ιδιαιτερότητες που δεν μπορούν να την εντάξουν ούτε στο χώρο του Διεθνούς ούτε  στο χώρο του εθνικού δικαίου[38].

Η εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, ωστόσο σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναγνωρίζεται δικαίωμα προσφυγής στο ΕΔΔΑ. Αυτά γίνονται πιο εμφανή στην υπόθεση Cantoni κ. Γαλλίας[39], όπου το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η εξάρτηση του εθνικού κανόνα από το δίκαιο της ΕΕ δεν εμποδίζει το ΕΔΔΑ να προβεί στον έλεγχο συμβατότητας του ενωσιακού κανόνα με τις προβλέψεις της ΕΣΔΑ. Η προέκταση της νομολογίας Cantoni θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε μια κατάσταση, όπου το ΕΔΔΑ θα αναγνώριζε εαυτό αρμόδιο να ελέγχει το σύνολο του δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου, κάτι όμως που δεν συνέβη, όπως φάνηκε από τη νομολογία που ακολούθησε[40].

Αναφορικά με το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, η δικαιοδοσία του ΔΕΕ δεν εκτείνεται μέχρι τον έλεγχο νομιμότητάς του, εντούτοις, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι καθίσταται δικαστήριο αρμόδιο διαμέσου των κρατών μελών για την κρίση της νομιμότητας του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου έναντι της ΕΣΔΑ (Matthews κ. Ηνωμένου Βασιλείου[41]). Αυτό συνεπάγεται βεβαίως μία ενίσχυση του επεμβατικού και ελεγκτικού ρόλου του ΕΔΔΑ αναφορικά με την Ενωσιακή έννομη τάξη. Επισημαίνεται ότι ενδεχόμενη ασυλία του πρωτογενούς δικαίου θα σήμαινε οπισθοδρόμηση που ενοχλεί δεδομένης της απόφασης Matthews[42].

Αναφορικά με την εξέταση του δευτερογενούς ενωσιακού δικαίου, κομβική στην εξέλιξη του διαλόγου ΔΕΕ και ΕΔΔΑ είναι η απόφαση Bosphorus[43], όπου το ΕΔΔΑ προέβη στον έλεγχο της συμβατότητας με την ΕΣΔΑ ενός εθνικού μέτρου στο πλαίσιο εφαρμογής ενός ευρωπαϊκού Κανονισμού, και έκρινε ότι δεν υπάρχει παραβίαση εφόσον εφαρμόζεται η αρχή της «ισοδύναμης προστασίας»[44]. Η διαπίστωση ισοδυναμίας υπόκειται βέβαια σε συνεχή έλεγχο [45]. Η απόφαση Bosphorus κατέδειξε τις νομικές συμπληγάδες που έπρεπε να διαβεί το ΕΔΔΑ[46], σταθμίζοντας ανάμεσα στον έλεγχο των πράξεων της ΕΕ και τη συνεργασία και εμπιστοσύνη προς την έννομη τάξη της ΕΕ[47]. Διεφάνησαν από νωρίς η αυτονομία της ενωσιακής έννομης τάξης[48], αλλά και η έμφαση στην ιεραρχία των κανόνων του δικαίου της ΕΕ[49].

Εξεταστέα τώρα η αντίληψη του διαλόγου των δικαστών από τη σκοπιά του ΔΕΕ. Μνεία της θέσης της ΕΣΔΑ στην ενωσιακή έννομη τάξη γίνεται στην πλειάδα αποφάσεων όπως στη Nold και στη Hauer[50]. Στην απόφαση Rutili, η ΕΣΔΑ γίνεται αντιληπτή ως σύνολο κατευθυντήριων γραμμών που θα πρέπει να τηρούνται όταν ερμηνεύεται το περιεχόμενο αλλά και οι περιορισμοί θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου[51]. Αφής στιγμής όμως «η ΕΕ δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της ΕΣΔΑ, δεν δύναται αυτή να δεσμεύει πάντα τα ενωσιακά όργανα»[52]. Ενίοτε δε το ΔΕΕ χρησιμοποιεί τις λέξεις «κατ’ αναλογία» προκειμένου να δείξει ακριβώς ότι δεν υπάρχει απευθείας δέσμευση του ΔΕΕ από το ΕΔΔΑ[53].

Το ΔΕΕ διαχρονικά έχει επιδείξει ένα σεβασμό προς την ερμηνεία του ΕΔΔΑ, καθιερώνοντας έτσι τη «δικαιοδοτική του αλλελεγγύη». Η προστασία της ΕΣΔΑ διευρύνεται και εξειδικεύεται εντός της ενωσιακής έννομης τάξης, συναρτάται δε και με τους γενικούς στόχους και το συμφέρον της ΕΕ[54]. Ωστόσο, δεν έλειψαν από τη νομολογία του αποφάσεις, όπου παρεξέκλινε από την νομολογία του ΕΔΔΑ. Ανάμεσα σε άλλες περιπτώσεις[55], ας παραπέμψουμε εδώ ενδεικτικά την απόφαση Emesa Sugar[56], όπου το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη ερμηνεύθηκε κατ’ απόκλιση απ’ την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ. Οι διαφοροποιήσεις εξηγούνται από την διαφοροποίηση της δικαιοδοτικής θέσης, σκοπού και νομικού περιβάλλοντος όπου εδράζεται έκαστο δικαστήριο[57].

Αναφορικά τέλος, με τη σχέση του Χάρτη με την ΕΣΔΑ, το ΔΕΕ – στην απόφαση McB[58], έκρινε ότι η έννοια και η έκταση του άρθρου 7 του Χάρτη αντιστοιχεί στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Όπως προειπώθηκε και έγινε αντιληπτό, στον τομέα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αρνητικά επιδρά  – κατά πολλούς – η  μη προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ, που δημιούργησε αμφισβητήσεις αναφορικά με την τυπική ισχύ των διατάξεών της στην κοινοτική (και νυν ενωσιακή) έννομη τάξη. Το ζήτημα αυτό, που χαρακτηρίσθηκε ευλόγως ως «μόνιμο θεσμικό εργοτάξιο»[59] χρήζει αναλυτικότερης εξέτασης, καθώς αποτελεί ένα ζήτημα «εύπλαστο»[60], με μία νομική ιδιαιτερότητα.

Οι στόχοι που επιδιώκονται με την προσχώρηση στην ΕΣΔΑ είναι οι ακόλουθοι.

Πρώτον, η συνοχή και ασφάλεια δικαίου με στον τομέα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ[61]. Με την προσχώρηση αυτή θα ετίθετο – κατά τους ένθερμους υποστηρικτές της – εκποδών ο υπαρκτός σήμερα κίνδυνος να τεθεί ο εθνικός δικαστής ενώπιον δύο διαφορετικών ερμηνειών για την ίδια επίδικη περίπτωση θεμελιώδους δικαιώματος,  από το ΔΕΕ και το ΕΔΔΑ και να πρέπει να «επιλέξει» μεταξύ αυτών[62].

Δεύτερον, η επίλυση με το μικρότερο δυνατό κόστος του διλήμματος που είχε τεθεί νομολογιακώς και αφορά τον καταλογισμό ευθύνης μεταξύ του κρατών μελών και ΕΕ για παραβιάσεις της ΕΣΔΑ.

Τρίτον, η υποβολή σε εξωτερικό έλεγχο (external review) από το ΕΔΔΑ των παραβιάσεων των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, από τα κράτη μέλη είτε από την ΕΕ[63]. Ενδεχομένως, τέλος, η προσχώρηση στην ΕΣΔΑ να απονείμει στα φυσικά και νομικά πρόσωπα πρόσθετες δυνατότητες για άμεση πρόσβαση για την απευθείας προσβολή των κανονιστικών κοινοτικών πράξεων, πράγμα που βεβαίως σήμερα δεν επιτρέπεται από την ΕΣΔΑ αλλά ούτε και το ενωσιακό δίκαιο[64].

Παρότι τα δύο νομικά συστήματα ΔΕΕ και ΕΔΔΑ είναι θεσμικώς ανεξάρτητα, δεν δρουν σε πλήρη απομόνωση το ένα από το άλλο. Αντιθέτως, έχουν αναπτύξει σχέση συνεργασίας, τέμνονται και αλληλοεπηρεάζονται[65].

Με την πάροδο των χρόνων και καθότι η ΕΕ απέκτησε μεγαλύτερη εξουσία και πολιτική δύναμη[66], το ΔΕΕ ανέπτυξε σταδιακά το δικό του σύστημα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων με σαφή αναφορά στην ΕΣΔΑ και στη νομολογία του ΕΔΔΑ[67]. Η ταυτόχρονη προστασία των δικαιωμάτων από τα δύο δικαστήρια οδήγησε στην ιδέα της προσχώρησης[68], η οποία εμφανίστηκε ήδη από το 1979. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε έκθεσή της, υποστήριξε ότι η προσχώρηση θα εξασφάλιζε στους πολίτες της ΕΚ το ίδιο επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων τους όπως αυτό που είχαν πριν τη μεταφορά αρμοδιοτήτων από τα Κράτη Μέλη στην ΕΕ[69]. Κατόπιν της αρνητικής Γνωμοδότησης 2/94, η σχέση διαλόγου μεταξύ των δύο δικαστηρίων αναπτύχθηκε σταδιακά. Δύο γεγονότα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της σχέσης: Το πρώτο ήταν η Συνθήκη της Λισαβόνας όπου ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατέστη νομικά δεσμευτικός για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το δεύτερο ήταν η Γνωμοδότηση 2/13 του ΔΕΕ σύμφωνα με την οποία το σχέδιο προσχώρησης της ΕΕ στην ΕΣΔΑ παραβίαζε τις Συνθήκες της ΕΕ, παρά την αντίθετη γνώμη της Γενικής Εισαγγελέως J. Kokott.

Πριν την έκδοση της Γνωμοδότησης 2/13 του ΔΕΕ, και στο πλαίσιο διεξαγωγής διαπραγματεύσεων Ε.Ε. και ΕΣΔΑ για την προσχώρηση, ολοκληρώθηκε η κατάρτιση του 16ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο είναι έκτοτε ανοικτό για υπογραφή από τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη. Το πρωτόκολλο αυτό, που χαρακτηρίστηκε ως το «πρωτόκολλο του διαλόγου» επιδιώκει  την ενίσχυση και τη διεύρυνση της γνωμοδοτικής αρμοδιότητας του ΕΔΔΑ (καθόσον παρέχεται στα ανώτατα δικαστήρια των υψηλών συμβαλλομένων μερών η δυνατότητα να υποβάλλουν στο Δικαστήριο αιτήματα γνωμοδοτήσεων σε θέματα αρχών σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των δικαιωμάτων και ελευθεριών που περιλαμβάνει η Σύμβαση ή τα πρωτόκολλα, στο πλαίσιο υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιόν του). Συνεπώς, η σχέση εξουσίας που υφίσταται μεταξύ του ΕΔΔΑ και των εθνικών δικαστηρίων μετατρέπεται έτσι σε σχέση διαλόγου και συνεργασίας.

Μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, η Επιτροπή, υπέβαλε στις 4 Ιουλίου 2013 αίτηση προς το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 218 παρ. 11 ΣΛΕΕ, για την έκδοση γνωμοδότησης επί του ακόλουθου ερωτήματος: «Είναι το σχέδιο συμφωνίας για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών συμβατό με τις Συνθήκες;» Η γνώμη της γενικής εισαγγελέα Kokott υπήρξε μετριοπαθής[70] υποστηρίζοντας ότι το σχέδιο προσχώρησης είναι συμβατό με τις Συνθήκες εφόσον περιληφθούν σε αυτό ορισμένες τροποποιήσεις ώστε να διασφαλιστεί κατά δεσμευτικό τρόπο από απόψεως διεθνούς δικαίου η ιδιαίτερη κατάσταση των κρατών μελών και της ΕΕ, ιδίως στο επίπεδο του δικαστικού ελέγχου[71].

Ωστόσο, το ΔΕΕ ασπάστηκε αντίθετη άποψη και στην ανάλυσή του επικεντρώθηκε στα εξής σημεία: στην υπενθύμιση της νομικής φύσης της ΕΕ, στα χαρακτηριστικά της αυτονομίας της, στην αρχή της δοτής αρμοδιότητας, στην ταυτότητα και συνταγματική δομή της καθώς και στην ιδιαιτερότητα του δικαιοδοτικού της συστήματος[72]. Βασική διαδικασία του  δικαιοδοτικού συστήματος αποτελεί η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ η οποία, καθιερώνοντας τον άμεσο διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών, αποσκοπεί στη διασφάλιση της ενότητας της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης[73].

Στο σημείο αυτό, η ανάλυση προχωρά στην εξέταση του δικαιώματος στο περιβάλλον στην ενωσιακή δικαιοταξία:

Κατά δε το άρθρο 37 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, το υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και η βελτίωση της ποιότητάς του πρέπει να ενσωματώνονται στις πολιτικές της Ένωσης και να διασφαλίζονται σύμφωνα με την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης. Το άρθρο 37 συνιστά μια καινοτόμο, αλλά ταυτόχρονα περίπλοκη νομική διάταξη για διάφορους λόγους. Δεν εκφράζεται ως «δικαίωμα», αλλά περιλαμβάνεται σε έναν Χάρτη δικαιωμάτων. Η διατύπωσή του είναι παρόμοια με την αρχή της ολοκλήρωσης του άρθρου 11 της ΣΛΕΕ, αλλά η διατύπωσή του δεν είναι ισοδύναμη[74]. Το νομικό και συνταγματικό καθεστώς του Χάρτη εξακολουθεί να διερευνάται και να κατανοείται ως κεφαλαιώδες ζήτημα του δικαίου της ΕΕ. Η τελευταία πτυχή της διατύπωσης του άρθρου 37 που είναι αξιοσημείωτη είναι το πώς διαφέρει από το άρθρο 11 ΣΛΕΕ[75]. Παρά τις ομοιότητες στη διατύπωση αυτών των δύο διατάξεων, φέρουν ορισμένες δυνητικά σημαντικές διακρίσεις. Ειδικότερα, το άρθρο 11 αναφέρεται σε «απαιτήσεις περιβαλλοντικής προστασίας» που πρέπει να ενσωματωθούν στον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και δραστηριοτήτων της ΕΕ, ενώ το άρθρο 37 του Χάρτη αναφέρεται σε υψηλό επίπεδο προστασίας και όχι σε οποιοδήποτε σύνολο «απαιτήσεων»[76]. Όσον αφορά την πιθανή εμβέλεια του άρθρου 37 ως γενικής εγγύησης για την προστασία του περιβάλλοντος στο δίκαιο της ΕΕ, το άρθρο 11 ΣΛΕΕ (γενικής εφαρμογής διάταξη) και το άρθρο 3 παρ. 3 ΣΕΕ είναι αναμφισβήτητα πιο σχετικές διατάξεις για την εξήγηση του άρθρου 37. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αποτελούν γενικές διατάξεις που επηρεάζουν όλους τους τομείς δραστηριότητας της ΕΕ. Υπό το πρίσμα της περιορισμένης αλλά σκόπιμης αναφοράς στη διάκριση δικαιωμάτων – αρχών στον Χάρτη, ένα κεφαλαιώδες ερώτημα είναι πώς δύναται να προσδιοριστεί εάν συγκεκριμένα άρθρα του Χάρτη περιέχουν δικαιώματα ή αρχές. Τα κράτη σκοπίμως απέφυγαν να προσδιορίσουν ποιες διατάξεις του Χάρτη περιέχουν αρχές σε αντίθεση με τα δικαιώματα, καταλείποντας αυτό στη δικαστική ερμηνεία, αν και ορισμένες διατάξεις εμπεριέχουν προφανώς δικαιώματα λόγω της διατύπωσής τους («δικαίωμα στο άσυλο», «δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης», άρθρο 38 κλπ.)[77]. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της έκφρασης της «ενωσιακής ενοποίησης»[78] υπογράμμισε, επίσης, και μεταγενέστερα στην απόφαση της 14ης Μαΐου 1974, Nold (Slg. 1974, 491), ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο, το οποίο υποχρεούται να καθοδηγείται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, κατά τρόπον ώστε να μην επιτρέπονται στην Κοινότητα μέτρα ασυμβίβαστα με τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από τα συντάγματα των κρατών αυτών, ενώ και οι διεθνείς συμβάσεις που αναφέρονται στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, στην κατάρτιση των οποίων συνεργάστηκαν τα κράτη μέλη ή στις οποίες προσχώρησαν, μπορούν επίσης να παράσχουν ενδείξεις οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη εντός του πλαισίου του κοινοτικού δικαίου[79]. Η αντίληψη αυτή αναγνωρίστηκε αργότερα με την κοινή δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 5ης Απριλίου 1977, η οποία, στηριχθείσα στη νομολογία του Δικαστηρίου, αναφέρεται αφενός στα δικαιώματα που εξασφαλίζονται από τα συντάγματα των κρατών μελών, αφετέρου στην ΕΣΔΑ[80].

Το γραπτό δίκαιο δεν περιέχει ρητώς ένα αναγνωρισμένο δικαίωμα στο περιβάλλον. Ωστόσο το περιβαλλοντικό φαινόμενο δέον όπως αντιμετωπίζεται και ατομικιστικά, με την αναγνώριση αμυντικής διάστασης. Αναφορικά με τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών, σε λίγα κράτη στο Σύνταγμα περιέχεται ρητό δικαίωμα στο περιβάλλον (π.χ. Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα από το 2001 κλπ.)[81]. H δε απλή υποβολή καταγγελίας δεν γεννά υποχρέωση της Επιτροπής[82]. Οι προσπάθειες του Κοινοβουλίου για εισαγωγή ρητού δικαιώματος κυριολεκτικώς ναυάγησαν. Στην ίδια κατεύθυνση, ο δικαστής δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμα αν αναγνωρίζει ρητό δικαίωμα στο περιβάλλον.  Για δε την αναγνώριση σε διάταξη του πρωτογενούς ή παραγώγου ενωσιακού δικαίου απαιτείται η διάταξη να είναι ανεπιφύλακτη και επαρκώς ακριβής[83].

Το άρθρο 37 του Χάρτη αντιπροσωπεύει ένα βήμα στη συνταγματική ιστορία της προστασίας του περιβάλλοντος στο δίκαιο της ΕΕ. Το πόσο σημαντικό θα είναι αυτό το βήμα ως θέμα νομικής συλλογιστικής δεν έχει φανεί ακόμη, αλλά το ζήτημα της νομικής του ισχύος είναι πιο περίπλοκο από το να διερευνηθεί απλώς εάν το άρθρο 37 αντιπροσωπεύει ένα «δικαίωμα» στο δίκαιο της ΕΕ. Ο ίδιος ο Χάρτης καθιστά σαφές ότι το άρθρο 37 δεν αποτελεί νόμιμο δικαίωμα με τους δικούς του όρους. Η υπόθεση μερίδας της θεωρίας είναι ότι η διάθεσή του ως «αρχή» του Χάρτη κινδυνεύει να καταστήσει το άρθρο αυτό λιγότερο σημαντικό ως εργαλείο ή νομική βάση για την προστασία του περιβάλλοντος. Ενώ, σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ απίθανο ένα «δικαίωμα» στην προστασία του περιβάλλοντος να ισοδυναμεί με μια απλή εγγύηση ευεργετικών αποτελεσμάτων προστασίας του περιβάλλοντος, το άρθρο 37 αποτελεί ένα διαφορετικό είδος «νομικού πλάσματος». Αυτοί οι περιορισμοί δεν καθορίζονται με σαφήνεια στον Χάρτη, καθώς η νομική φύση των αρχών του είναι ανεπαρκώς καθορισμένη, αλλά η εμπειρία των περιβαλλοντικών αρχών της ΕΕ μέχρι σήμερα υποδηλώνει πώς αυτοί οι περιορισμοί θα μπορούσαν να λειτουργήσουν στη νομική συλλογιστική[84].

Συμπερασματικά, το άρθρο 37 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, ο οποίος είναι ισόκυρος των Συνθηκών είναι αντιφατική διάταξη. Φαίνεται γεμάτο υποσχέσεις ως μια αυστηρά διατυπωμένη διάταξη για την προστασία του περιβάλλοντος που περιλαμβάνεται σε έναν χάρτη δικαιωμάτων. Αποτελεί πηγή έμπνευσης για όσους ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη ενός παραδείγματος για τα περιβαλλοντικά δικαιώματα και τη νομολογία στο πλαίσιο του δικαίου της ΕΕ και παγκοσμίως.

Αφού, λοιπόν, έγινε αντιληπτή η προσέγγιση της έκτασης και έντασης της περιβαλλοντικής προστασίας ως δικαιώματος στο πλαίσιο κυρίως του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, γίνονται αντιληπτά τα προβλήματα που ανακύπτουν από την προσχώρηση (ή και μη προσχώρηση) της ΕΕ στην ΕΣΔΑ. Παρά την έντονη κριτική από μερίδα θεωρητικών της γνωμοδότησης 2/13 του ΔΕΕ, για «εγωισμό», «πολιτική λύση» αλλά και λήψη του αιτουμένου σε πολλές πτυχές της, παραμένει – σύμφωνα και με τη δική μου γνώμη – χαρακτηριστική του ιδιαίτερου ρόλου του ΔΕΕ ως θεματοφύλακα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ενωσιακής έννομης τάξης[85]. Πράγματι η προσχώρηση στο παρόν στάδιο στερούνταν δικλίδων ασφαλείας που θα απέτρεπαν την παρείσφρηση του ΕΔΔΑ στις αποκλειστικές αρμοδιότητες του ΔΕΕ. Γίνεται λόγος επίσης στη βιβλιογραφία για «αμυντική αναδίπλωση» του ΔΕΕ που θέτει τέρμα στις όποιες προσδοκίες για την προσχώρηση[86]. Το ΔΕΕ βεβαίως δεν θα μπορούσε να στηρίξει αλλού τη συλλογιστική του: Μέσα από ένα κείμενο που έχει έντονα διδακτικό χαρακτήρα, εμμένει στις βασικές αρχές και θεμέλια της ενωσιακής έννομης τάξης και τονίζει τις ιδιαιτερότητες, ενώ δεν κάνει λόγο καθόλου με τυχόν προτάσεις του για τροποποιήσεις, συμπληρώσεις αναγκαίες ώστε να επέλθει η προσχώρηση. Εμφανίζεται άκαμπτο και αυτό δικαιολογείται από κάποιους, διότι μη όν δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στη συλλογιστική του δεν θα μπορούσε να στηρίξει αλλού τα επιχειρήματά του[87].

Το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα μοναδικά χαρακτηριστικά του, με κύριο την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των Κρατών Μελών, καθώς και ο ιδιαίτερος  ρόλος του ΔΕΕ[88], καθιστά την προσχώρηση στην ΕΣΔΑ εγχείρημα με αμφίβολα αποτελέσματα. Κατά την εδώ υιοθετούμενη άποψη, η προσχώρηση δεν κρίνεται αναγκαία για τους ακόλουθους συμπερασματικά συναγόμενους λόγους:

Πρώτον, η ήδη υπάρχουσα προστασία βάσει του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων  που στάθηκε αφορμή ενός γενικότερου προβληματισμού γύρω από το σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην ΕΕ, ενέταξε σε ένα ενιαίο κείμενο τα δικαιώματα του ανθρώπου που προστατεύονται από την ενωσιακή έννομη τάξη, ανεξαρτήτως «γενιάς» ο Χάρτης αποτέλεσε  στοιχείο κάλυψης ενός σημαντικού ελλείμματος. Η ΕΕ έχει στο οπλοστάσιό της ένα πλήρες και ισάξιο σε σχέση με την ΕΣΔΑ σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και δη του περιβάλλοντος[89].

Δεύτερον, ακόμη και το επιχείρημα ανάπτυξης στενής συνεργασίας μεταξύ ΔΕΕ και ΕΣΔΑ, μέσω μηχανισμών συντονισμού, συνεργασίας των δύο δικαστηρίων, π.χ. η εκδίκαση των προσφυγών κατά ενωσιακών πράξεων από χωριστό τμήμα του ΕΔΔΑ ή η υποχρεωτική αποστολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΕΔΔΑ αποτελούν λύσεις ευκαιριακές που περιπλέκουν έτι περαιτέρω το ζήτημα που υφίσταται ήδη. Ο γόνιμος δικαιοδοτικός διάλογος που έχει αναπτυχθεί μεταξύ των δύο δικαστηρίων, που θεμελιώνεται στην αρχή του «πειστικού προηγουμένου» (persuasive precedent/persuasive authority), που υπαγορεύει τη λήψη υπόψη του διατακτικού και σκεπτικού της απόφασης εκατέρωθεν, θα φαλκιδευόταν ουσιωδώς αν θεσμοποιούνταν και επισήμως ο διάλογος με την προσχώρηση, ενώ θα έτεινε να παραβιάζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ενωσιακής έννομης τάξης. Θα οδηγούμεθα έτσι σε ένα εύσχημα χαρακτηριζόμενο “sandwich effect”, στο οποίο το ΔΕΕ θα βρισκόταν διπλά ελεγχόμενο από αφενός τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια, ελέγχοντας (βάσει και της προλεχθείσας νομολογίας Solange) αν το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων συνάδει με το σύνταγμα του εκάστοτε κράτους και αφετέρου από το ΕΔΔΑ, του οποίου ο εξωτερικός έλεγχος θα ενισχυόταν και θα προωθούνταν[90].  Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο κίνδυνος του ανταγωνισμού είναι υπαρκτός με την έννοια ότι το ερώτημα ποιο δικαστήριο θα έχει «τον τελευταίο λόγο» στην προστασία των δικαιωμάτων  παραμένει πάντα στο προσκήνιο, τιθέμενο εντούτοις από το λεκτικό της νομολογίας στο περιθώριο[91].

Τέλος, ενδεχόμενη προσχώρηση θα δημιουργούσε μια επιπλέον βαθμίδα δικαστικής κρίσης στην προστασία των δικαιωμάτων. Τίθεται επομένως το ερώτημα κατά πόσον η βαθμίδα αυτή θα άλλαζε ουσιαστικώς την ποιότητα της παρεχόμενης προστασίας ή αντιθέτως θα καθιστούσε τη διαδικασία έτι πιο σύνθετη και πολυέξοδη. Στα ως άνω, πρέπει να προστεθεί και η μακρά χρονική διάρκεια που θα απαιτείτο για την επίλυση των υποθέσεων, γεγονός που υπονομεύει την αποτελεσματική παροχή δικαστικής προστασίας[92].

Δ) Η δυνατότητα πρόσθετου πρωτοκόλλου στην ΕΣΔΑ: Το περιεχόμενο του δικαιώματος σε ένα υγιές περιβάλλον

Από τη δεκαετία του 1970, το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει λάβει αρκετές προτάσεις για την ένταξη ενός συγκεκριμένου, ανεξάρτητου δικαιώματος σε ένα υγιές περιβάλλον στην ΕΣΔΑ. Ο Lluis Maria de Puig, Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, δραστηριοποιείται στην προώθηση του δικαιώματος σε ένα υγιές περιβάλλον ως πρόσθετο πρωτόκολλο στην ΕΣΔΑ από το 2008[93]. Το 2009, δήλωσε: «Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση, εμείς, επιθυμούμε να ενθαρρύνουμε την πρόοδο σε αυτόν τον τομέα συμπεριλαμβάνοντας το δικαίωμα σε ένα υγιές περιβάλλον στο ευρωπαϊκό σύστημα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω ότι τον Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους, θα έχουμε μια κοινοβουλευτική συζήτηση σχετικά με ένα πρόσθετο πρωτόκολλο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – που θεσπίζει το δικαίωμα σε ένα υγιές και βιώσιμο περιβάλλον. Πιστεύουμε ότι η ζωή σε ένα υγιές περιβάλλον είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα»[94].

Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης συνέστησε τη σύνταξη πρόσθετου πρωτοκόλλου στην ΕΣΔΑ τον Σεπτέμβριο του 2009 με στόχο την αναγνώριση του δικαιώματος σε ένα υγιές περιβάλλον. Στη σύσταση της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης αναφέρθηκε ότι το πρόσθετο πρωτόκολλο θα αποτελεί «λογική επέκταση του ρόλου που διαδραματίζει το Συμβούλιο της Ευρώπης στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος». Η Επιτροπή Υπουργών απέρριψε το σχέδιο πρότασης στις 18 Ιουνίου 2010, βασιζόμενη κυρίως στο επιχείρημα «το σύστημα της σύμβασης ήδη συμβάλλει έμμεσα στην προστασία του περιβάλλοντος μέσω των υφιστάμενων δικαιωμάτων συμβάσεων και της ερμηνείας τους στην εξελισσόμενη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».

Σύμφωνα με τη Shelton, ο λόγος για τον οποίο το Συμβούλιο της Ευρώπης απορρίπτει τις πρώιμες προτάσεις βασίζεται σε συνδυασμό παραγόντων όπως ο φόβος υποβάθμισης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης με μια σειρά από νέα ανθρώπινα δικαιώματα, η πεποίθηση ότι το δικαίωμα στο περιβάλλον στερείται δικαιοσύνης και το γεγονός ότι κάθε κράτος έχει σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο καταγγελίας εάν το υπήρχε ρητή κατοχύρωση του δικαιώματος.

Το ανεξάρτητο δικαίωμα σε ένα υγιές περιβάλλον και το περιεχόμενό του γενικότερα έχει συζητηθεί στην παρούσα. Είναι απολύτως δυνατό να αναπτυχθεί το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος μέσω της ερμηνείας του Δικαστηρίου ως προς τα περιβαλλοντικά πρότυπα που φαίνεται κατάλληλο να εφαρμοστούν με βάση τις λεπτομέρειες κάθε υπόθεσης.

Η ακόλουθη πρόταση για το δικαίωμα σε ένα υγιές περιβάλλον από αυτόν τον συγγραφέα βασίζεται σε έργα άλλων συγγραφέων που έχουν ήδη συντάξει προτάσεις για ένα τέτοιο δικαίωμα σε διάφορα πλαίσια. Η γλώσσα και η ορολογία που χρησιμοποιείται στην ακόλουθη πρόταση βασίζεται στην υφιστάμενη γλώσσα της ΕΣΔΑ, με έμφαση στο άρθρο 8, προκειμένου να ταιριάζει απόλυτα με τα υπάρχοντα άρθρα. Η πρόταση έχει ως εξής:

1) Καθένας έχει το θεμελιώδες δικαίωμα σε ένα περιβάλλον ευνοϊκό για την υγεία και την ευημερία του.

2) Δεν επιτρέπεται καμία παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος αυτού εκτός από ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο για τη διατήρηση και ανάπτυξη των οικονομικών συνθηκών της κοινότητας και εάν δεν υπάρχει εναλλακτικός τρόπος για να αποφευχθεί μια τέτοια παρέμβαση.

Στην πρώτη παράγραφο, το ουσιαστικό δικαίωμα σε ένα υγιές περιβάλλον εκφράζεται με τρόπο που επιτρέπει την ανάπτυξη του ακριβούς περιεχομένου του δικαιώματος μέσω της ερμηνείας του Δικαστηρίου κατά περίπτωση. Η δεύτερη παράγραφος επιτρέπει εξαιρέσεις από το δικαίωμα σε ένα υγιές περιβάλλον, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει αυτές τις εξαιρέσεις σε σχέση με την τρέχουσα πρακτική του ΕΔΔΑ[95].

Κατά κάποιο τρόπο, το προτεινόμενο πρωτόκολλο ομοιάζει με το άρθρο 8, καθώς επιτρέπει στο Δικαστήριο να υιοθετήσει μια πρακτική σε περιβαλλοντικά ζητήματα με βάση ορισμένες από τις αρχές που συζητούνται σε αυτή τη μελέτη. Για παράδειγμα, το Δικαστήριο θα θεωρήσει πιθανότατα φυσικό να προβεί σε στάθμιση των συμφερόντων παρόμοια με την αρχή της δίκαιης ισορροπίας, εκτός από το ότι το «περιθώριο εκτίμησης» θα είναι σημαντικά μικρότερο από την πλευρά του κράτους. Θα ισχύει επίσης η απαίτηση να θίγονται άμεσα, αλλά μια παραβίαση δεν θα περιορίζεται στο να έχει επιπτώσεις στο σπίτι ή στην «ιδιωτική σφαίρα» με τον ίδιο τρόπο όπως στο άρθρο 8[96].

Το προτεινόμενο πρωτόκολλο θα επιτρέψει στο Δικαστήριο να αποφασίσει το επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος που είναι πρακτικά δυνατό να διασφαλιστεί με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Παράγοντες όπως η οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη θα επέτρεπαν μια εξελικτική ερμηνεία του πρωτοκόλλου, με στόχο τη σταδιακή αύξηση του επιπέδου προστασίας που προσφέρεται. Αυτό θα συμπίπτει με την προσέγγιση του Δικαστηρίου σχετικά με το υπέρ ερμηνεία άλλων δικαιωμάτων στην ΕΣΔΑ, όπως περιγράφεται από τους διαφωνούντες δικαστές στην υπόθεση Hatton.

 

3.      Καταληκτικές σκέψεις: Το «πρασίνισμα» (greening) του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Πώς τοποθετείται η νομοθεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα απέναντι στο πρόβλημα του περιβάλλοντος; Επιφανειακά, η απάντηση μπορεί να τείνει να είναι αρνητική ως προς την κατοχύρωση αυτού του δικαιώματος κατά τρόπο ρητό. Η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εγκρίθηκε το 1948, και τα δύο Διεθνή Σύμφωνα, που εγκρίθηκαν και τα δύο το 1966, δεν περιλαμβάνουν δικαίωμα σε ένα υγιές περιβάλλον. Το διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο έχει αναπτυχθεί, ως επί το πλείστον, σε διαφορετικό δρόμο από το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[97].

Αλλά η αποτυχία να συμπεριληφθεί το δικαίωμα σε ένα υγιές περιβάλλον στα θεμελιώδη μέσα για τα ανθρώπινα δικαιώματα οφείλεται στο χρονοδιάγραμμα και όχι στην ουσία. Το σύγχρονο περιβαλλοντικό κίνημα ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960, πολύ αργά για να αντικατοπτριστεί στις θεμελιώδεις συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Είναι, ωστόσο, σαφές ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και η προστασία του περιβάλλοντος εξαρτώνται το ένα από το άλλο. Η ικανότητά μας να απολαμβάνουμε τα δικαιώματά μας στη ζωή και την υγεία, καθώς και μια σειρά από άλλα δικαιώματα, εξαρτάται από τη ζωή μας σε ένα περιβάλλον υγιές και βιώσιμο[98]. Η διεθνής κοινότητα αναγνώρισε αυτή τη σύνδεση στην πρώτη της μεγάλη περιβαλλοντική διάσκεψη, στη Στοκχόλμη το 1972, η οποία διακήρυξε ότι το φυσικό περιβάλλον είναι «ουσιώδες» για την απόλαυση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του δικαιώματος στη ζωή.

Η άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος, το οποίο με τη σειρά του επιτρέπει την πλήρη απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει εξίσου σαφές ότι ισχύει και το αντίστροφο: η άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι απαραίτητη, ή τουλάχιστον εξαιρετικά σημαντική για την απόλαυση ενός υγιούς περιβάλλοντος. Όταν τα άτομα που ενδέχεται να επηρεαστούν από προτεινόμενες πολιτικές και δραστηριότητες μπορούν να συμμετέχουν ελεύθερα στη διαδικασία λήψης περιβαλλοντικών αποφάσεων, οι κοινωνίες τους είναι πολύ πιο πιθανό να έχουν ισχυρή προστασία του περιβάλλοντος[99]. Με αυτόν τον τρόπο, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η προστασία του περιβάλλοντος μπορούν να σχηματίσουν έναν ενάρετο κύκλο: η άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος, το οποίο με τη σειρά του επιτρέπει την πλήρη απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[100].

 

[1] C. Larrere, Σεβασμός ή ευθύνη; Ποια ηθική για το περιβάλλον; σε: Περιβαλλοντική Ηθική: από την έρευνα και τη θεωρία στην εφαρμογή, εκδ. Διάδραση, 2009, 50-51.

[2] Μ. Despax, Droit de l’ environnement, eds. Librairies Techniques, Paris, 1980, 5.

[3] R. Frodeman et al. “Commentary on the Future of Environmental Philosophy.” Ethics and the Environment, vol. 12, no. 2, 2007, 117–50. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/40339143. Accessed 30 Aug. 2023.

[4] EPA, Learn about Environmental Justice, www.epa.gov/environmentaljustice/learn-about-environmental-justice#eo12898.

[5] G. Walker, Environmental Justice, Concepts, Evidence and Politics, Routledge, 2012, 1-15.

[6] P. Thompson, “Sustainability and Environmental Philosophy.” The Agrarian Vision: Sustainability and Environmental Ethics, University Press of Kentucky, 2010, 18–41. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/j.ctt2jcqjc.5. Accessed 30 Aug. 2023.

[7] W. Buchholz, W. Peters, A Rawlsian Approach to International Cooperation. Kyklos, 58(1), 2005, 25–

[8] Β. Baxter, A theory of ecological justice, London, Routledge, 2005.

[9] X. Yao, “Thinking Environmentally: Introduction to the Special Issue on Environmental Ethics.” Frontiers of Philosophy in China, vol. 12, no. 2, 2017, 191–94. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/44630940. Accessed 30 Aug. 2023.

[10] L. Westra, Environmental justice and the Rights of the unborn and future generations, Law, Environmental Harm and the Right to Health, London, Earthscan, 2006.

[11] D.E. Newton, Environmental justice, A reference handbook, Santa Barbara, ABC-CLIO, 2009.

[12] Μεταξύ άλλων ΟλΣτΕ 3087/2011 και 1583/2010. Ο θεσμός του παραβόλου αναντίρρητα συμβάλλει προς αυτήν την κατεύθυνση. Σε κάθε περίπτωση το παράβολο επιστρέφεται σε περίπτωση νίκης του ασκούντος το ένδικο βοήθημα.

[13] Μεταξύ άλλων ΟλΣτΕ 3470/2009 και 1852/2009.

[14] E. Brems, “Conflicting Human Rights: An Exploration in the Context of the Right to a Fair Trial in the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms.” Human Rights Quarterly, vol. 27, no. 1, 2005, 294–326. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/20069786. Accessed 17 Dec. 2023.

[15] Α. Μαγγανάς, Χ. Χρυσανθάκης, Δ. Βανδώρος, Λ. Καρατζά, Η ΕΣΔΑ: Νομολογιακά και ερμηνευτικά σχόλια, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2011, 3-4.

[16] C. Eckes, “EU Accession to the ECHR: Between Autonomy and Adaptation.” The Modern Law Review, vol. 76, no. 2, 2013, 254–85. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/41857470. Accessed 17 Dec. 2023.

[17] V.F. Comella “The Impact of the European Court of Human Rights.” Constitutional Courts and Democratic Values: A European Perspective, Yale University Press, 2009, 139–54. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/j.ctt1np70w.16. Accessed 17 Dec. 2023.

[18] Λ.-Α. Σισιλιάνος, ΕΣΔΑ – Ερμηνεία κατ’ άρθρον, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2013, 2017, 1-32.

[19] S. O’Leary “COURTS, CHARTERS AND CONVENTIONS: MAKING SENSE OF FUNDAMENTAL RIGHTS IN THE EU.” Irish Jurist, vol. 56, 2016, 4–41. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/26447994. Accessed 17 Dec. 2023.

[20] E. Voeten, “The Politics of International Judicial Appointments: Evidence from the European Court of Human Rights.” International Organization, vol. 61, no. 4, 2007, 669–701. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/4498164. Accessed 17 Dec. 2023.

[21] P. Stephanie “A Wrong Turning: Article 3 ECHR and Proportionality.” The Cambridge Law Journal, vol. 65, no. 2, 2006, 438–51. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/4509209. Accessed 17 Dec. 2023.

[22] Ι. Κυριτσάκη, Το δικαίωμα στο περιβάλλον: υπό το πρίσμα του δικαίου της ΕΕ, εκδ. Σάκκουλα, 2010, 1.

[23] R.M. Mikael, “From Cold War Instrument to Supreme European Court: The European Court of Human Rights at the Crossroads of International and National Law and Politics.” Law & Social Inquiry, vol. 32, no. 1, 2007, 137–59. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/4490555. Accessed 17 Dec. 2023.

[24] M. von Grafenstein, “The Function of the Principle of Purpose Limitation in Light of Article 8 ECFR and Further Fundamental Rights.” The Principle of Purpose Limitation in Data Protection Laws: The Risk-Based Approach, Principles, and Private Standards as Elements for Regulating Innovation, 1st ed., Nomos Verlagsgesellschaft mbH, 2018, 109–596. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/j.ctv941v5w.5. Accessed 17 Dec. 2023.

[25] K. David, L. Lixinski. “Domestic Judicial Design by International Human Rights Courts.” The American Journal of International Law, vol. 109, no. 4, 2015, 713–60. JSTOR, https://doi.org/10.5305/amerjintelaw.109.4.0713. Accessed 17 Dec. 2023.

[26] E. Brems, L. Lavrysen. “Procedural Justice in Human Rights Adjudication: The European Court of Human Rights.” Human Rights Quarterly, vol. 35, no. 1, 2013, 176–200. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/23352256. Accessed 17 Dec. 2023.

[27] Χ. Ροζάκης, Σκέψεις για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ΤοΣ 2002, 22.

[28] C. Brown, “Strasbourg Follows Suit on Provisional Measures.” The Cambridge Law Journal, vol. 62, no. 3, 2003, 532–34. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/4509020. Accessed 17 Dec. 2023.

[29] ΕΔΔΑ, Marckx κ. Βελγίου, προσφυγή υπ’ αρ. 6833/74, απόφαση της 13.6.1979.

[30] ΕΔΔΑ, Αθανασίου κ. Ελλάδας, προσφυγή υπ’αρ. 50973/08, απόφαση της 21.12.2010.

[31] F. Dehousse, M. Benedetta, “The ECHR Today: A Reminder.” The Reform of the EU Courts (III): The Brilliant Alternative Approach of the European Court of Human Rights, Egmont Institute, 2016, 8–11. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/resrep06695.5. Accessed 17 Dec. 2023.

[32] Μ. Κατσογιάννου, Quo vadis legislator? Η κάμψη της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου και η διά πληρεξουσίου παράσταση στο ελληνικό ποινικό δικονομικό δίκαιο: Στην οριογραμμή μεταξύ εναρμόνισης προς τις επιταγές της ΕΣΔΑ και υπερφαλάγγισης του σκοπού της ΠειρΝομ 1.2016 Σημ.63 30.

[33] Βλ. για τη σημασία της Σύμβασης Θ.Ι. Δαλακούρα, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο Τόμος  1 εκδ. Π.Ν. Σάκκουλας,  2012, 82.

[34] G. Pentassuglia, “The Strasbourg Court and Minority Groups: Shooting in the Dark or a New Interpretive Ethos?” International Journal on Minority and Group Rights, vol. 19, no. 1, 2012, 1–23. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/24675640. Accessed 17 Dec. 2023.

[35] Βλ. την παρ. 2 της Δήλωσης σχετικά με τις προβλέψεις των Συνθηκών και συγκεκριμένα για το άρθρο 6 παρ. 2 ΣΕΕ, όπως προσαρτήθηκε στην Τελική Πράξη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης της Λισαβώνας το 2007 (EE C 83/30.03.2010), στην οποία αναγνωρίστηκε «η ύπαρξη τακτικού διαλόγου μεταξύ του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ».

[36] Σ. Περράκης, Ευρωπαϊκό Δίκαιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εκδ. Ι. Σιδέρης, 2013, κεφάλαιο:  «Η Συνθήκη της Λισαβώνας και τα δικαιώματα του ανθρώπου. Η άρθρωση μιας πολυμερούς πολιτικής προαγωγής και προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου.», όπου αναφέρεται ακριβώς και ο ήδη υφιστάμενος προ της μεταρρυθμιστικής συνθήκης διάλογος.

[37] L. Edwards, E. Harbinja. “‘Be Right Back’: What Rights Do We Have over Post-Mortem Avatars of Ourselves?” Future Law: Emerging Technology, Regulation and Ethics, edited by Lilian Edwards et al., Edinburgh University Press, 2020, 262–92. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/10.3366/j.ctv10kmd10.15. Accessed 17 Dec. 2023.

[38] D. McGrogan, “Human Rights’ Directing Idea.” Critical Theory and Human Rights: From Compassion to Coercion, Manchester University Press, 2021, 91–122. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/j.ctv1n55sv4.8. Accessed 17 Dec. 2023.

[39] P. Mahoney P., Σκέψεις για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας: Από το Στρασβούργο στο Λουξεμβούργο και αντίστροφα, Αρμενόπουλος, τ. 1,2012,  9 επ.

[40]  Ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.utrechtlawreview.org/ Volume 2, Issue 2 (December) 2006 177, όπου  η Kathrin Kuhnert αναφερόμενη στην υπόθεση Cantoni, τονίζει ακριβώς τους κινδύνους που εγείρονται. «After Cantoni the ECtHR could examine  (1)  if the national act (which originated in EC law) constituted an infringement of the ECHR and  (2)  if the ECJ provided equivalent protection of the applicant’s fundamental rights. With this scenario, diverging judgments of the ECJ and ECtHR became possible».

[41] ΕΔΔΑ (Τμήμα μείζονος συνθέσεως), Matthews κ. Ηνωμένου Βασιλείου, 18.02.1999 (αρ. προσφ. 24833/94)

[42] J.-P. Jacqué, The accession of the EU to the European Convention on Human Rights and Fundamental Freedoms, διαθέσιμο στη διεύθυνση              http://archives.cerium.ca/IMG/pdf/Jacque_u_accesion_EU_to_the_ECtHR.pdf, 1001.

[43] Γ. Κατρούγκαλος, Η απόφαση Βόσπορος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Κοινοτικό Δίκαιο, Δικαιώματα του Ανθρώπου, Σάκκουλας, τ. 8,  30/2006.

[44] Μ. Περάκης, Η δικαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ, εκδ. Νομ Βιβλιοθήκη, 2015, 76-77.

[45] Κατά το ΕΔΔΑ, «αν θεωρείται ότι παρέχεται τέτοια ισοδύναμη προστασία από το διεθνή οργανισμό, θα τεκμαίρεται ότι το κράτος δεν έχει παρεκκλίνει από τις απαιτήσεις της ΕΣΔΑ, όταν δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να εφαρμόζει νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή του στον οργανισμό. Ωστόσο, ένα τέτοιο τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί αν, υπό τις συνθήκες μιας συγκεκριμένης υπόθεσης, θεωρείται ότι η προστασία των δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ ήταν προδήλως ελλιπής. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το συμφέρον της διεθνούς συνεργασίας θα υποχωρούσε έναντι του ρόλου της ΕΣΔΑ, ως συνταγματικού κειμένου της Ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης στο πεδίο των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Διατηρείται ο κανόνας ότι ένα κράτος θα έφερε πλήρη ευθύνη βάσει της Σύμβασης για όλες τις πράξεις που εμπίπτουν εκτός των εν στενή εννοία διεθνών του υποχρεώσεων.

[46] Η απόφαση έχει κατακριθεί ως εισάγουσα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» (ελέγχου και προστασίας), αφού εισάγει στην ΕΕ σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων που είναι «πιο επιεικές και λιγότερο απαιτητικό» απ’ αυτό των εθνικών δικαστηρίων.

[47] Π. Βογιατζής, Ο έλεγχος των πράξεων των οργάνων της ΕΕ από το δικαστήριο του Στρασβούργου: Από τον Βόσπορο στη Λισαβόνα, ΝοΒ, τ. 58 (2010), 2227.

[48] P. Mahoney, ό.π., 15.

[49] Επίσης βλ. ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.utrechtlawreview.org/ Volume 2, Issue 2 (December) 2006 177

[50] Hauer, C-44/79, απόφαση της 13.12.1979, Hauer/Land Rheinland-Pfalz, ECLI:EU:C:1979:290, όπου επαναλαμβάνεται ότι «τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων εξασφαλίζει το Δικαστήριο εξασφαλίζοντας την προάσπιση αυτών των δικαιωμάτων, υποχρεούται να καθοδηγείται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών… οι δε συμβάσεις που αναφέρονται στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, μπορούν επίσης να παράσχουν ενδείξεις οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη εντός του πλαισίου του κοινοτικού δικαίου» (σκ. 15).

[51] Rutili, C- 36/75, απόφαση της 28.10.1975, Rutili / Ministre de l’ interieur, ECLI:EU:C:1975:137. Η αντίληψη της ΕΣΔΑ ως «σύνολο κατευθυντηρίων αρχών» και μόνο είναι τρόπον τινά προβληματική, αν ιδωθεί μονοδιάστατα ως «κατεύθυνση» και όχι ως κανονιστική δέσμευση.

[52] Telefonica, C-295/12 P, απόφαση της 10.7.2014, Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2014:2062

[53] Βλ ενδεικτικά Akrich, C-109/01, απόφαση της 23.9.2003, ECLI:EU:C:2003:491

[54] Μ. Μαργαρίτης, «η ΕΣΔΑ ως αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού δικαίου και το δικαίωμα σιωπής του κατηγορουμένου» εις ΦουντεδάκηΟ. Τσόλκα Ο., Χάνο Α., Ελευθερίες – δικαιώματα – ασφάλεια στην ΕΕ, εκδ Νομ Βιβλιοθήκη, 2010, 125.

[55] Konstantinidis, C-168/91, απόφαση της 30.3.1993, Χρήστος Κωνσταντινίδης κατά Stadt Altensteig και Landratsamt Calw, ECLI:EU:C:1993:115.

[56] Emesa Sugar, C-17/98 Απόφαση της 8.2.2000, Emesa Sugar (Free Zone) NV κατά Aruba, ECLI:EU:C:2000:70

[57] Μ. Μαργαρίτης, «η ΕΣΔΑ ως αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού δικαίου και το δικαίωμα σιωπής του κατηγορουμένου» σε: Φουντεδάκη Ο.,  Τσόλκα Ο., Χάνο Α., Ελευθερίες – δικαιώματα – ασφάλεια στην ΕΕ, εκδ Νομ Βιβλιοθήκη, 2010, 125.

[58] McB, C-400/10, απόφαση της 5.10.2010, J. McB. κατά L. E.., ECLI:EU:C:2010:582.

[59] Jacqué, J.-P., The accession of the EU to the European Convention on Human Rights and Fundamental Freedoms, διαθέσιμο στη διεύθυνση http://archives.cerium.ca/IMG/pdf/Jacque_u_accesion_EU_to_the_ECtHR.pdf , επίσης διαθέσιμο στο CML Rev. 2011, 1023.

[60] Jose Martin Y peréz de Nanclares, The accession of the European Union to the ECHR: More than just a legal issue, 2013 Working Papers on European Law and Regional Integration, διαθέσιμο στη διεύθυνση https://www.ucm.es/data/cont/docs/595-2013-11-07-the%20accesion.pdf, 3.

[61]  Σύμφωνα με την άποψη που διατυπώνεται από τους Στεφάνου Κ./Λυμούρη Ν.  σε: «Ο χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2003, 192, η προσχώρηση αποτελεί «ιδεώδες εργαλείο για την αρμονική ανάπτυξη της νομολογίας των ΔΕΕ και ΕΔΔΑ. Ιδίως δε σε περιπτώσεις που το ΕΔΔΑ καλείται εμμέσως να αποφανθεί για το δίκαιο της ΕΕ χωρίς να μπορεί η ΕΕ να υπερασπιστεί τον ίδιο της τον εαυτό ενώπιον του ΕΔΔΑ», πρόδηλη παρίσταται η ως άνω ανάγκη προσχώρησης.

[62]  Χ. Παπαδημητρίου, Η σημασία της προσχώρησης της ΕΚ στην ΕΣΔΑ για την ενίσχυση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη, ΑρχΝ 2007, 21-22.

[63] Ε. Πρεβεδούρου, «Η προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ και η σχέση των δύο υπερεθνικών δικαστηρίων», εις Τιμητικό Τόμο για τα 50 χρόνια των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσ/νίκη, 2015, 1220-21.

[64] P. Andreas “Human Rights Protection in a European Network of Courts.” Proceedings of the Annual Meeting (American Society of International Law), vol. 107, 2013, 174–82. JSTOR, https://doi.org/10.5305/procannmeetasil.107.0174. Accessed 17 Dec. 2023.

[65] G. Harpaz, ‘the European Court of justice and its relations with the European Court of Human Rights: the Quest of Enhanced Reliance, Coherence and Legitimacy’ (2009) 46 Common market law review 105,106

[66] L. Scheeck, ‘The Relationship between the European Courts and integration through Human Rights’ (2005) 65 Zeitschrift fur auslandisches offentliches Recht und Volkerrecht 837, 837

[67] Stauder v City ofUlm 29/69 [1969] ECR 419; Internationale Handelsgesellschaft mbH v Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel 11/70 [1970] ECR 1125;  Nold v Ruhrkohle Aktiengesellschaft 4/73 [1977] ECR 1.

[68] C. Lebeck, ‘the European Court of humans Rights on the relation between ECHR and EC-law: The Limits of Constitutionalisation of public international Law’ (2007) 62 Zeitschrift fur Offentliches recht 195, 196.

[69] Memorandum of the accession of the European Communities to the Convention for the protection of Human Rights and Fundamental freedoms, Bulletin, Supplement 2/79 COM (79210 final, para. 15)

[70] Γνώμη της Γενικής Εισαγγελέα Juliane Kokott της 13.6.2014,  Διαδικασία για την έκδοση γνωμοδοτήσεως 2/13, ECLI:EU:C:2014:2475, επί παραδείγματι σκ. 127.

[71] Γνώμη της Γενικής Εισαγγελέα Juliane Kokott της 13.6.2014,  ό.π.

[72] Ανακοινωθέν τύπου, αριθμ. 180/2014, ΔΕΚ, της 18.12.2014, Λουξεμβούργο, διαθέσιμο στη διεύθυνση http://curia.europa.eu/jcms/upload/docs/application/pdf/2014-12/cp140180el.pdf

[73] Γνωμοδότηση 1/09, EU:C:2011:123, σκέψεις 67 και 83.

[74] P. Wenneras, ό.π.

[75] C-75/91, Απόφ. της 6ης Φεβρουαρίου 1992, ECLI:EU:C:1992:60.

[76] S. Marsden, “INVOKING DIRECT APPLICATION AND EFFECT OF INTERNATIONAL TREATIES BY THE EUROPEAN COURT OF JUSTICE: IMPLICATIONS FOR INTERNATIONAL ENVIRONMENTAL LAW IN THE EUROPEAN UNION.” The International and Comparative Law Quarterly, vol. 60, no. 3, 2011, 737–57. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/23017027. Accessed 18 Apr. 2023.

[77] K. Ewing, “The EU Charter of Fundamental Rights.” International Union Rights, vol. 7, no. 3, 2000, 7–8. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/41937110. Accessed 18 Apr. 2023.

[78] F. Jacobs, The Role of the ECJEU in the Protection of the Environment, JEL 2006, 185.

[79] H G. Sevenster, J.M.P. Janseen, Environmental Spill-Overs from the European Court of Justice, Fordham ILJ 2007, 1360.

[80] ΔΕΚ, Yπόθ. C-44/79, Απόφ. της 13ης Δεκεμβρίου 1979, ECLI:EU:C:1979:290.

[81] Douglas-Scott, Environmental Rights in the EU in Human Rights Approaches, 111.

[82] ΠΕΚ, Υπόθ. Τ-201/96, ΔΕΚ, Υπόθ. C-29/92, Απόφ. της 12ης Ιουνίου 1992, ECLI:EU:C:1992:264.

[83] S. O’Leary, “COURTS, CHARTERS AND CONVENTIONS: MAKING SENSE OF FUNDAMENTAL RIGHTS IN THE EU.” Irish Jurist, vol. 56, 2016, 4–41. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/26447994. Accessed 18 Apr. 2023.

[84] S. Clauwaert, “The EU Charter of Fundamental Rights: An Overview.” International Union Rights, vol. 7, no. 3, 2000, 3–4. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/41937108. Accessed 18 Apr. 2023.

[85] Μ. Περάκης, Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων…, ό.π., 108. Jacqué, J.-P., L’avis 2/13 CJUE. Non a l’adhesion de l’ UE a la CEDH, Droit de l’UE, http:/www.droit-union-europeenne.be/412337458  «Une décision judiciaire ne peut être analysée sur la base d’intentions politiques supposées du juge»

[86] J.-P. Jacqué, ό.π., όπου γίνεται λόγος για «Une attitude résolument défensive».

[87] D. von Arnim, “The Accession of the European Union to the European Convention on Human Rights: The Draft Agreement on the Accession of the European Union to the European Convention on Human Rights — a Major Step towards a Coherent Protection of Fundamental Rights in Europe.” KritV, CritQ, RCrit. Kritische Vierteljahresschrift Für Gesetzgebung Und Rechtswissenschaft / Critical Quarterly for Legislation and Law / Revue Critique Trimestrielle de Jurisprudence et de Législation, vol. 95, no. 1, 2012, 37–66. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/43265026. Accessed 17 Dec. 2023.

[88] J-P Jacque, L’ adhesion a la Convention Européenne des droit de l’ homme. Note a l’attention de la commission institutionnelle en vue de l’audition du 18 mars 2010’, European parliament, Committee on Constitutional Affairs, Hearing on the Institutional Aspects of the European Union’s Accession to the European Convention on Human Rights, 18 March 2010, 2.

[89] M.L. Paris, “PAVING THE WAY: ADJUSTMENTS OF SYSTEMS AND MUTUAL INFLUENCES BETWEEN THE EUROPEAN COURT OF HUMAN RIGHTS AND EUROPEAN UNION LAW BEFORE ACCESSION.” Irish Jurist (1935-), vol. 51, 2014, 59–89. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/44027278. Accessed 17 Dec. 2023.

[90] J.M. Y peréz de Nanclares, ό.π., 16.

[91] Π. Δονάτος, εισήγηση της 22/1/2016 στο Ίδρυμα Στασινοπούλου και σε αίθουσα του ΣτΕ με θέμα «ο διάλογος μεταξύ ΔΕΕ και ΕΔΔΑ», διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://donpapagiannis.blogspot.gr/2016/02/blog-post.html

[92] C. Eckes, “EU Accession to the ECHR: Between Autonomy and Adaptation.” The Modern Law Review, vol. 76, no. 2, 2013, 254–85. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/41857470. Accessed 17 Dec. 2023.

[93] H. Mullerova, Environment Playing Short-handed: Margin of Appreciation in Environmental Jurisprudence of the European Court of Human Rights – Review of European Community & International Environmental Law (RECIEL) 24 (1) 2015, 83-92.

[94] M. Fitzmaurice, The European Convention on Human Rights and the Human Right to a Clean Environment. In: Contemporary Issues in International Environmental Law. Edward Elgar Publishing 2009. 170-207.

[95] P.G. Carozza, Subsidiarity as a Structural Principle of International Human Rights Law, The American Journal of International Law, Vol. 97, No. 1 (January 2003), 38-79.

[96] A. Boyle, Relationship between International Environmental Law  and Other Branches of International Law στο Bodansky, D./ Brunee, J./ Hey, E (eds.).- The Oxford Handbook of International Environmental Law – Oxford University Press, 1η έκδοση, 2007.

[97] L.H. Leib, “THEORISATION OF THE VARIOUS HUMAN RIGHTS APPROACHES TO ENVIRONMENTAL ISSUES.” Human Rights and the Environment: Philosophical, Theoretical and Legal Perspectives, Brill, 2011, 71–108. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/10.1163/j.ctt1w8h1t2.7. Accessed 28 Dec. 2023.

[98] R. Hiskes, “The Right to a Green Future: Human Rights, Environmentalism, and Intergenerational Justice.” Human Rights Quarterly, vol. 27, no. 4, 2005, 1346–64. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/20069836. Accessed 28 Dec. 2023.

[99] E. Louka, INTERNATIONAL ENVIRONMENTAL LAW – Fairness, Effectiveness and World Order – Cambridge, Cambridge University Press, 2006

[100] A. Boyle, “HUMAN RIGHTS OR ENVIRONMENTAL RIGHTS? A REASSESSMENT.” Fordham Environmental Law Review, vol. 18, no. 3, 2007,  471–511. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/44175132. Accessed 28 Dec. 2023.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

five − four =