Η συμβολή του ΔΕΕ στη συγκρότηση της ενωσιακής έννομης τάξης. Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο του Ι. Σαρμά «Η Ένωση Δικαίου»

Αντώνης Μεταξάς, Αναπλ. Καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Επισκ. Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Βερολίνου

Ι. Εισαγωγικές επισημάνσεις

Η επιλογή της θεματικής της σημερινής επιστημονικής εκδήλωσης, που διοργανώνει το Πανεπιστήμιό μας, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο  Αθηνών και η «Ένωση Επιστημόνων Ευρωπαϊκών Σπουδών», δεν είναι τυχαία[1]. Η νεοσύστατη «Ένωση Επιστημόνων Ευρωπαϊκών Σπουδών» έχει ως κύρια στόχευση τη διεπιστημονική, διακλαδική προσέγγιση του ευρωπαϊκού ενωσιακού φαινομένου, τη θέασή του δηλαδή μέσα από συνδυαστικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις απ’ όλο το φάσμα των κοινωνικών επιστημών. Κεντρική θέση έχει η νομική θεώρηση, αλλά δεν περιοριζόμαστε σε αυτή, αντιθέτως αξιοποιούμε την οπτική και τα μεθοδολογικά εργαλεία και όμορων επιστημονικών κλάδων για τον εμπλουτισμό και την επαύξηση της αναλυτικής ευκρίνειας και της ίδιας της νομικής θέασης της ενωσιακής ενοποιητικής διαδικασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, στόχος μας είναι η στήριξη και προβολή κάθε σημαντικής επιστημονικής και ερευνητικής προσπάθειας που επιχειρεί να φωτίσει επιστημονικά το ενωσιακό φαινόμενο και μέσα από παρακείμενες οπτικές και αλληλοσυμπληρούμενες προσεγγίσεις διαφορετικών επιστημονικών πειθαρχιών. Τούτου λεχθέντος, ως προελέχθη, δεν είναι συμπτωματική, όπως θα αναδειχθεί και κατωτέρω, η επιλογή του επιστημονικού πονήματος του Προέδρου κ. Ι. Σαρμά «Η Ένωση Δικαίου» ως αφορμή και αντικείμενο για τη σημερινή μας επιστημονική εκδήλωση.

Η ανάλυσή μου σε σχέση με το βιβλίο του Προέδρου κ. Σαρμά θα δομηθεί σε δύο μέρη. Στο πρώτο θα προσπαθήσω να αναδείξω στοιχεία, τα οποία συγκροτούν την προσθετικότητα της προσέγγισης που υιοθετεί ο συγγραφέας όσον αφορά ζητήματα μεθοδολογίας και τρόπου σύλληψης και παρουσίασης της επιστημονικής του ύλης, καθώς και τη σημασία μιας τέτοιας προσέγγισης συνολικότερα για τις ευρωπαϊκές σπουδές, τους επιστήμονες που ασχολούνται με το ενωσιακό φαινόμενο στη διεπιστημονική του διάσταση, αλλά και ιδιαίτερα, θα έλεγα, για τον εθνικό μας δικαστή. Στο δεύτερο μέρος της εισήγησής μου θα προσπαθήσω να στοιχειοθετήσω τις προηγηθείσες στο πρώτο μέρος αποτιμήσεις μέσα από την ανάδειξη, όλως παραδειγματικά, του τρόπου παρουσίασης συγκεκριμένων κομβικών θεματικών του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου στο βιβλίο, κυρίως δε μέσα από την κριτική αποτίμηση, η οποία επιχειρείται σε πλείστα σημεία του βιβλίου, του πολυλειτουργικού ρόλου του ιδιοφυούς μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής (άρθρο 267 ΣΛΕΕ)[2].

 

ΙΙ. Συνταγματική αρχιτεκτονική της Ένωσης και ο κομβικός ρόλος του ΔΕΕ

Η συνταγματική αρχιτεκτονική της Eυρωπαΐκής Ένωσης και το δικαιϊκό σύστημα πάνω στο οποίο αυτή οικοδομείται συνιστά σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα του ΔΕΕ. Το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου επεξεργάστηκε νομολογιακά και συχνά -ας μου επιτραπεί να πω- επέβαλε στην ασθμαίνουσα ή και απρόθυμη πολιτική όχι μόνο τους βασικούς δογματικούς άξονες, πάνω στους οποίους συναρθρώνεται η ενωσιακή έννομη τάξη, αλλά και ζωτικούς μηχανισμούς για την ίδια την ύπαρξη και εξέλιξη του ευρωπαϊκού ενωσιακού εγχειρήματος[3]. Κατ’ αυτήν την έννοια μόνο τυχαίο ή ανούσιο δεν είναι το γεγονός ότι κύριοι δογματικοί πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται το ενωσιακό δικαιϊκό σύστημα, ήτοι η αρχή της υπεροχής, η αρχή του άμεσου αποτελέσματος και η αρχή της ευθύνης των κρατών μελών επί παραβιάσεων του ενωσιακού δικαίου από κρατικά όργανα, θεμελιώθηκαν μέσα από τη νομολογία του Δικαστηρίου, συχνότατα – αν όχι κατά κανόνα -, παρά την αρχική έστω, οξύτατη αντίθεση των κρατών μελών αλλά και μείζονος τμήματος της επιστημονικής θεωρίας και σημαντικού αριθμού ανώτατων – κυρίως συνταγματικών – εθνικών δικαστηρίων επιμέρους κρατών μελών.

Για να καταστεί σαφές και στους μη νομικούς, οι οποίοι ενδεχομένως θα θεωρούσαν ότι οι συγκεκριμένοι δογματικοί άξονες που προανέφερα συνιστούν κάποιες δικαιϊκές αρχές παραπέμπουσες σε μια αμιγώς νομική εργαλειακότητα, να επισημάνουμε ότι αυτές συνιστούν τις κατ’ ουσίαν λειτουργικές προϋποθέσεις για την ύπαρξη και εμπέδωση του ίδιου του ενωσιακού εγχειρήματος, χωρίς τις οποίες η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι απλώς δεν θα συνιστούσε το ποιοτικά όλως ιδιαίτερο ιστορικά πρωτότυπο υπερεθνικό εγχείρημα του καιρού μας, αλλά ενδεχομένως δεν θα υφίστατο καν[4].

Η αρχή της υπεροχής, άλλως αρχή προτεραιότητας εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου[5], συνιστά τη βασική προϋπόθεση ύπαρξης και βιωσιμότητας του ενωσιακού κανονιστικού συστήματος[6], η αρχή του άμεσου αποτελέσματος συνιστά, στη ρηξικέλευθή της σύλληψη, τη βάση και προϋπόθεση της ενωσιακής πολιτότητας[7], η δε αρχή της ευθύνης, την ουσιαστική διαφοροποιούσα προϋπόθεση που διακρίνει ένα συνεκτικό κανονιστικό σύστημα, η παραβίαση των ρυθμίσεων του οποίου οφείλει να ενεργοποιεί αρνητικές έννομες συνέπειες, αλλά και, στην αντίστροφη οπτική της θέαση, αποζημιωτικές αξιώσεις του παρανόμως ζημιούμενου ενωσιακού πολίτη.

Ο τίτλος του βιβλίου του Ι. Σαρμά «Η Ένωση Δικαίου» είναι εύστοχος. Τούτο διότι συνιστά ίσως την πιο περιεκτική συμπύκνωση του τί είναι εν τέλει ή τί οφείλει να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως ο συγγραφέας ανάγλυφα μας παρουσιάζει μέσα από την όλως προσεκτική, εύστοχη και επίσης ουδόλως τυχαία επιλογή κρίσιμων νομολογιακών αποφάνσεων του Δικαστηρίου, ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός και η εν τέλει αντίστοιχη τελολογία του ενωσιακού εγχειρήματος δεν μπορούσε αλλά και δεν μπορεί να υπηρετηθεί χωρίς την καίρια ζωτική συμβολή του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου. Το ΔΕΕ έχει πολλάκις χαρακτηρισθεί ότι δρα ως ένα ακτιβιστικό δικαιοδοτικό όργανο[8]. Η αναλυτική ακρίβεια και ευκρίνεια αυτού του κριτικού τόπου δεν μπορεί με επάρκεια να αποτιμηθεί εδώ. Θα έλεγα εντούτοις ότι η προσωπική μου επίγευση είναι ότι το ΔΕΕ δρα εν πολλοίς με συνείδηση του ιστορικού και όχι απλώς του συγκυριακού του ρόλου[9], έχοντας δηλ. επίγνωση της ιστορικής του απόστολής να δρα ως ο κύριος ενοποιητικός αρμός της Ένωσης, πράγμα ιδιαιτέρως εμφανές στις δυστυχώς όχι ευάριθμες στιγμές ατολμίας, έλλειψης συντονισμού ή και βαριάς ανεπάρκειας των ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ. Χαρακτηριστικότατο είναι εδώ το παράδειγμα των καίριων παρεμβάσεων του Δικαστηρίου στις σύγχρονες δομικές κρίσεις του κράτους δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση[10], οι οποίες έχουν ως κύρια αλλά όχι μοναδική, αρνητικώς κορυφαία έκφανση, την υπονόμευση της αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας σε κράτη μέλη, με κύρια αρνητικά παραδείγματα την Πολωνία και την Ουγγαρία[11]. Εκεί συνεπώς που η πολιτική σιωπά, το δικαστήριο καλείται εκ των πραγμάτων να ομιλεί και να παρεμβαίνει καίρια, στεκόμενο στο ύψος των ιστορικών περιστάσεων. Από αυτήν την κρίσιμη ιδιαιτερότητα του Δικαστηρίου και την προβεβλημένη του ιστορική ευθύνη εκπορεύονται χαρακτηριστικά τα οποία προφανώς το διαφοροποιούν από άλλα δικαιοδοτικά όργανα και συνπροσδιορίζουν και τις ερμηνευτικές του προσεγγίσεις και μεθόδους[12].

 

III. Η προσέγγιση της νομολογίας του ΔΕΕ με αναφορά στα συγκείμενα της παραγωγής της

Ποια είναι όμως η άκρως σημαντική πρωτοτυπία της παρουσιαζόμενης επιστημονικής εργασίας του Προέδρου Σαρμά και η προσθετικότητά της; Κατ’ αρχάς – και τούτο δεν συνιστά εν προκειμένω την κοινοτοπία, η οποία συχνά χρησιμοποιείται κατά την κριτική αποτίμηση ενός βιβλίου – η επιλογή της εξεταζόμενης και αναλυόμενης νομολογίας του ΔΕΕ, ο τρόπος παρουσίασής της, αλλά και η επιλογή της μεθοδολογικής της προσέγγισης είναι πρωτότυπη, εύστοχη και καλύπτει πράγματι ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία.

Θα σταθώ εδώ ιδιαίτερα σε δύο σημεία. Πρώτον, στην επιλεγείσα από τον συγγραφέα περιοδολόγηση των ιστορικών εξελικτικών σταδίων της νομολογίας του Δικαστηρίου που αναλύεται, η οποία όντως φαίνεται εύλογη και εύστοχη: πρώτη περίοδος 1954 έως και 1967 – τα θεμέλια, 1967-1984 – Η ανάπτυξη, 1984-2003 – η εμβάθυνση και 2003 ως σήμερα[13] – ο δυναμισμός. Δεύτερον, στο ότι η εν λόγω περιοδολόγηση εκπέμπει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από την απλή συστηματική υποβοήθηση του αναγνώστη κατά την ταξινόμηση της ύλης. Αντίθετα, αποδίδει και συνοδεύει μια καίρια μεθοδολογική επιλογή, η οποία αποτυπώνεται με σαφήνεια στις πυκνές ιστορικές εισαγωγές με τις σημαντικότερες θεσμικές και πολιτικές μεταβολές εκάστης συγκεκριμένης περιόδου και προσκαλεί τον αναγνώστη να γνωρίσει το δίκαιο της Ένωσης μέσα από τα ιστορικά και θεσμικά συγκείμενα (Kontexte), εντός των οποίων αυτό παρήχθη και παράγεται.

Έχουμε συχνά αναφερθεί σε επιστημονικές εργασίες στη μεθοδολογική ανάγκη της προσέγγισης του δικαίου της Ένωσης μέσα από τα ιστορικά συγκείμενα αλλά και τις παράλληλες θεάσεις που καθιστά εφικτές η επίσκεψη του δικαίου της Ένωσης και μέσα από τα εργαλεία όμορων επιστημονικών κλάδων, όπως αυτού της πολιτικής επιστήμης αλλά και άλλων κοινωνικών επιστημών[14]. Χωρίς αυτή τη συμπερίληψη αναλυτικών εργαλείων από έτερες κοινωνικές επιστήμες, το δικαιϊκό φαινόμενο, ως συμπροσδιορίζον καθοριστικά το στίγμα της ενωσιακής πορείας, δεν μπορεί επαρκώς να κατανοηθεί ως ένα Σύστημα Δικαίου, αυτό δε ισχύει κατά μείζονα λόγο για τις ερμηνευτικές επιλογές και δικαιοδοτικές τομές του Δικαστηρίου και τον όχι τυχαίο χρονισμό τους.

Έτερη σημαντικότατη, θεωρώ, προσθετικότητα του βιβλίου του Προέδρου κ. Σαρμά είναι η επιλεγείσα διάταξη αλλά και ευρύτητα της πραγματευόμενης ύλης η οποία, μόνο από την ανάγνωση των τίτλων των επιμέρους μερών του, καταδεικνύει την εμβέλεια της κανονιστικής διείσδυσης του ενωσιακού δικαίου σε όλα κατ’ ουσίαν τα μείζονα αντικείμενα της εν γένει δικαιοδοτικής ύλης. Αυτό το γεγονός από μόνο του είναι όλως ενδεικτικό της σημασίας που έχει η καλή γνώση του ενωσιακού δικαίου για τον εφαρμοστή του δικαίου σήμερα, ιδιαίτερα δε για τον εθνικό δικαστή. Ο εθνικός δικαστής, ως συχνά λέγεται, ασκεί έναν πολυλειτουργικό ρόλο δρώντας παράλληλα ως εθνικός αλλά και ως ενωσιακός δικαστής[15]. Τούτο δεν συνιστά απλώς ένα σχήμα λόγου. Μείζονες, ποσοτικά και ποιοτικά σημαντικότατες κανονιστικές προβλέψεις του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου και αντίστοιχα δικαιώματα που η ενωσιακή έννομη τάξη παρέχει στον ενωσιακό πολίτη, δεν μπορούν να υλοποιηθούν στην πράξη αν δεν διέλθουν μέσα από τη δικαιοδοτική διάγνωση του εθνικού δικαστή στο πλαίσιο πάντα -αυτό είναι σημαντικό να το επισημαίνουμε- των δεσμευτικών για τον εθνικό δικαστή ερμηνειών του εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου που υιοθετεί το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου.

Από αυτό και μόνο αναδεικνύεται η μείζονα προσθετικότητα του εν λόγω επιστημονικού έργου του Ι. Σαρμά, το οποίο συμπυκνώνει σημαντική ύλη του ενωσιακού δικαίου, με σχεδόν εγχειριδιακή προσήλωση και πληρότητα, καθιστάμενο έτσι ένα απαραίτητο βοήθημα για κάθε μελετητή της ενωσιακής δικαιοταξίας αλλά και τον εθνικό δικαστή. Αυτή η συνεισφορά είναι σημαντική. Μια όσο το δυνατόν αντικειμενική αποτίμηση της νομολογίας των εθνικών μας δικαστηρίων οδηγεί δυστυχώς στο εμπειρικό εύρημα ότι η νομολογιακή παραγωγή στο κομβικό γνωστικό αντικείμενο του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου χρήζει ποιοτικής ενίσχυσης. Τούτο δεν επισημαίνεται εδώ με διάθεση κριτικού σχολιασμού ή στηλίτευσης, αντίθετα επιρρωνύει την ευθύνη του επιστημονικού λόγου να παράσχει κάθε αρωγή ούτως ώστε η ποιότητα της παραγόμενης νομολογίας των εθνικών μας δικαστηρίων σε θέματα ενωσιακού δικαίου να καταστεί αντίστοιχη της ποσοτικής και ποιοτικής διείσδυσης του εν λόγω νομικού κλάδου στη δικαιοδοτική ύλη.

Ο συγγραφέας επιλέγει να αποτυπώσει βασικούς άξονες, κατ ουσίαν της ίδιας της δογματικής συνάρθρωσης της ενωσιακής έννομης τάξης στη βάση της ανάλυσης επιλεγμένων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου συγκρότησε εν πολλοίς τους βασικούς αρμούς της ενωσιακής έννομης τάξης, το έπραξε αυτό αξιοποιώντας σε σημαντικότατο βαθμό τον μηχανισμό της προδικαστικής παραπομπής, ήτοι αυτόν τον, θα έλεγε κανείς, πρωτοπόρου συλλήψεως μηχανισμό δικαστικής συνεργασίας μεταξύ ενωσιακού και εθνικού δικαστή, ο όποιος επέτρεψε και επιτρέπει στο Δικαστήριο του Λουξεμβούργου να μεριμνά για τη συνοχή, ενιαία ερμηνεία και εφαρμογή και συντεταγμένη εξέλιξη του ενωσιακού δικαίου[16]. Δεν είναι κατ’ αυτήν την έννοια διόλου τυχαίο ότι τα γνωστά αυταρχικά καθεστώτα κρατών μελών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης – κατά κύριο λόγο αναφέρομαι εδώ στην Πολωνία και την Ουγγαρία – τυποποιούν την ίδια την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων ως πειθαρχικό παράπτωμα για τον παραπέμποντα εθνικό τους δικαστή, καθότι έτσι αποσκοπούν στην άμβλυνση ή και πλήρη αναίρεση του ζωτικού αυτού συνδετικού μηχανισμού και, δι’ αυτού, στην αυτονόμηση της εθνικής τους έννομης τάξης και την αποφυγή «ενοχλητικών» κανονιστικών περιστολών από το ενωσιακό δικαιοκρατικό κεκτημένο.

Αυτή η σημασία της προδικαστικής παραπομπής άλλωστε, τονίζεται και με ενάργεια αναδεικνύεται σε πολλά σημεία του βιβλίου του Προέδρου κ. Σαρμά. Καταρχάς, δεν είναι τυχαίο ότι η πλειοψηφία των αποφάσεων που ο συγγραφέας κριτικά παρουσιάζει και αναλύει έχουν παραχθεί στο πλαίσιο προδικαστικών παραπομπών. Για όλους τους λόγους που προαναφέραμε η προδικαστική παραπομπή, όπως εξάλλου προκύπτει από πλείστες ρητές αναφορές στις οποίες προβαίνει ο συγγραφέας, αντίθετα προς μια όχι ενδεχομένως τόσο σπάνια προσέγγιση από επιμέρους εθνικούς δικαστές, δεν συνιστά έναν μηχανισμό χαλαρού, ας μου επιτραπεί η διατύπωση, προαιρετικού διαλόγου με το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου. Η πρόσληψη μιας προαιρετικότητας σε σχέση με τη χρήση του εν λόγω μηχανισμού είναι όλως προβληματική και όσον αφορά μια δήθεν υφιστάμενη ευχέρεια του εθνικού δικαστή να υποβάλει ή όχι προδικαστικό ερώτημα – εννοείται σε όλες εκείνες της περιπτώσεις που βάσει της νομολογίας του ΔΕΕ χωρεί παραδεκτή υποβολή προδικαστικού ερωτήματος. Κατά μείζονα λόγο όμως, καμία προαιρετικότητα δεν χωρεί εν σχέσει με τη συμμόρφωση του υποβάλλοντος το προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου με το περιεχόμενο της απόφασης του ΔΕΕ, η οποία εκδίδεται επί του εκάστοτε τεθέντος ερωτήματος. Αν και η δεύτερη αυτή η επισήμανση ηχεί ως επισήμανση του προφανούς, τούτο δυστυχώς ενίοτε δεν συντρέχει. Χαρακτηριστική είναι η προσέγγιση που υιοθέτησε το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας στην ιστορική απόφαση Weiss[17], αλλά και το λεγόμενο – ακριβώς διότι δεν πρόκειται περί δικαστηρίου κατά την έννοια των κριτηρίων που υιοθετεί το ενωσιακό δικαιοκρατικό κεκτημένο – «Συνταγματικό Δικαστήριο» της Πολωνίας σε μεταγενέστερες αποφάσεις του[18].

Σημαντικότατο είναι επίσης το γεγονός – και οφείλει εδώ να αναδειχθεί με παρρησία –  ότι το εν λόγω επιστημονικό έργο έχει εκπονηθεί από έναν Έλληνα Δικαστή. Δικαστή που προφανώς αντιλαμβάνεται τη σημασία του ενωσιακού δικαίου για την ποιότητα του συνολικού δικαιοδοτικού έργου. Τούτο δεν ανάγεται σε μια αφηρημένη, αυθαίρετη, ιεραρχική αξίωση που εγείρει η ενωσιακή έννομη τάξη, αλλά πόρισμα από τη ζώσα πραγματικότητα και την εμπειρική παρατήρηση. Πόσοι είναι άραγε σήμερα οι τομείς δικαιοδοτικής ύλης οι οποίοι δεν διέπονται αμέσως ή εμμέσως από το ενωσιακό δίκαιο; Πώς είναι εν γένει εφικτή η ποιοτικά πλήρης δικαιοδοτική εποπτεία σημαντικότατων πεδίων δικαιοδοτικής ύλης χωρίς γνώση, πλέον όχι μόνο των βασικών αξόνων του ενωσιακού δικαίου, αλλά ολοένα και περισσότερο και πιο εξειδικευμένων του κλαδικών εκφάνσεων;

Κατ’ αυτήν την έννοια το έργο του Προέδρου κ. Σαρμά, συνιστά και μια έμπρακτη επιβεβαίωση της σύνταξης του συγγραφέα με αυτό, το οποίο συχνά λέγεται αλλά όχι τόσο συχνά απαντάται στην πράξη, δηλαδή τη συνειδητοποίηση της διπλής λειτουργικής διάστασης του δικαιοδοτικού έργου του εθνικού δικαστή, ο οποίος καλείται να δρα και ως ενωσιακός δικαστής, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ουσιαστική πραγμάτωση εντός της έννομής του τάξης της κανονιστικής εμβέλειας του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχει στον πολίτη η διπλή του αναφορά ως συμμετέχοντος τόσο στην εκάστοτε εθνική πολιτεία όσο και στην Ευρωπαϊκή Κοινή μας Συμπολιτεία[19].

 

 

[1] Το παρόν κείμενο συνιστά προδημοσίευση από την «Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου» και στηρίζεται εν πολλοίς στην ομιλία του γράφοντος στο πλαίσιο της επιστημονικής εκδήλωσης που διοργανώθηκε από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών σε συνεργασία με την “Ένωση Επιστημόνων Ευρωπαϊκών Σπουδών” με τη συμμετοχή των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας στην κεντρική Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 18 Οκτωβρίου 2022. Η επιστημονική αυτή εκδήλωση έγινε επ’ αφορμή της έκδοσης του βιβλίου του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου κ. Ι. Σαρμά «Η ¨Ενωση Δικαίου», Πρόλογος: Β. Σκουρής, Εκδ. Σάκκουλα 2022.

[2] Α. Mεταξάς, Η Ποιοτική Ιδιαιτερότητα της Ενωσιακής Έννομης Τάξης – Αλληλένθεση, Κρίση, Εξαίρεση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2020, σελ. 119 επ.

[3] Χαραλάμπης, Δ., Το Πολιτικό και η Πολιτική: Η πολιτική άρνηση του πολιτικού ως προοπτική έκπτωσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, εν: Κοντιάδης, Ξ. / Σπυρόπουλος, Φ. / Τσουκαλάς, Κ. (επιμ.), (2012), Δημοκρατία, Σύνταγμα, Ευρώπη στην εποχή της κρίσης: Μελέτες στη μνήμη του Δημήτρη Θ. Τσάτσου, Σαββάλας, Αθήνα, σελ. 251 επ.

[4] Α. Μεταξάς, Το Ενωσιακό Δίκαιο ως ενοποιητικός παράγοντας στην εποχή της έκτακτης ανάγκης, εν: Κανελλοπούλου-Μαλούχου, Ν./Μεταξάς, Α./Παπαδοπούλου, Λ., (2014), Δημοσιονομική Κρίση και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση. Καταλύτης προώθησης ή αιτία αναστολής;, Παπαζήσης, Αθήνα, σελ. 33-48.

[5] Α. Μανιτάκης, (2016), «Η προτεραιότητα εφαρμογής του Κοινοτικού Δικαίου έναντι του Συντάγματος, η εναρμονισμένη με το Κοινοτικό ερμηνεία του και η τεχνική της αναλογικότητας (με αφορμή το τέλος του «βασικού μετόχου»), στο: Παπαδοπούλου, Λ., Πρεβεδούρου, Ε., Γώγος, Κ., (2016), Το Δικαστήριο της ΕΕ: Εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δικαιωμάτων των πολιτών (επιμ), Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σελ. 97-142

[6] Α. Μεταξάς, Η Ποιοτική Ιδιαιτερότητα της Ενωσιακής Έννομης Τάξης, ό.π.

[7] Λ. Παπαδοπούλου / Δ. Αναγνωστοπούλου (επιμ.), Προς μια συμπεριληπτική ευρωπαϊκή πολιτότητα, Αθήνα: εκδ. Παπαζήση 2019.

[8] Mark Dawson / Bruno De Witte / Elise Muir, Judicial Activism at the European Court of Justice, Elgar 2013, Herzog, Roman / Gerken, Lüder, ‘Stop the European Court of Justice’ (2008), EUobserver https://euobserver.com/opinion/26714.

[9] Η εδώ χρησιμοποιούμενη διάκριση απηχεί την πολλαπλώς ωφέλιμη αναλυτική αντίστιξη που έχει εισαγάγει στην επιστημονική συζήτηση ο Ευ. Βενιζέλος, βλ. ενδεικτικά του ιδίου (2018), Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας. Προσδοκίες και Κίνδυνοι από την Αναθεώρηση του Συντάγματος, Πατάκης, Αθήνα .

[10] Μεταξάς, Α., «Μετά την Ευρώπη τί; Πέρα από τη φενάκη της μη θνητότητας», στο: Α. Μεταξάς (επιμ.), (2019), Η Κρίση του Κράτους Δικαίου στην Ε.Ε., Ευρασία, Αθήνα, Πλιάκος, Α., «Η οπισθοδρόμηση του κράτους δικαίου στην Ε.Ε. και ο ρόλος του ΔΕΕ», στο: Ο Ευρωπαϊκός Συνταγματισμός και η κρίση του, (2019), Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σελ. 85-108.

[11] Πρβλ. Μεταξάς, Α. / Pernice, I, (2015), Η Ευρώπη σε Κρίση. Ανάμεσα στο Δίκαιο και Πολιτική, Ι. Σιδέρης, Αθήνα.

[12] Α. Μεταξάς, «Σκέψεις για την ανάγκη συγκρότησης μιας ευρωπαϊκής συνταγματικής ταυτότητας», εν: Μεταξάς, Α-Ι. Δ., Πολιτική Επστήμη. Διακλαδική και Συγχρονική Διερεύνηση της Πολιτικής Πράξης, (2016), Τόμος VII, Β’ Έκδοση, Ι. Σιδέρης, Αθήνα, σελ. 315-341.

[13] Η εν λόγω περίοδος απηχεί σε σημαντικό βαθμό το καθοριστικό στίγμα της Προεδρίας του ΔΕΕ (2003-2015) από τον Καθηγητή Β. Σκουρή, γεγονός μείζονος σημασίας και αξίας ευρύτερα για την ελληνική νομική επιστήμη.

[14] Βλ. αναλυτικά Α. Μεταξάς, «Η έκτακτη ανάγκη ως η νέα legitimitas: Προκαταρκτικές σκέψεις για μια διεπιστημονική προσέγγιση του ευρωπαϊκού δικαίου», εν: Ο Ευρωπαϊκός Συνταγματισμός και η κρίση του,  Έδρα Jean Monnet Νομικής Σχολής ΔΠΘ (επιμ.), 2019, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σελ. 49-63.

[15] Α. Μεταξάς, H εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων για τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων από τα εθνικά δικαστήρια: Ο πολυλειτουργικός ρόλος του διοικητικού δικαστή, ΔιΔικ 2, 2017, εκδ. Σάκκουλας

16] Λ. Παπαδοπούλου, Ο χρυσός κανόνας στο Σύνταγμα και το Δικαστήριο της Ένωσης, εν: Παπαδοπούλου / Λ., Ευγ. Πρεβεδούρου / Κ. Γώγος (επιμ.), 2016, Το Δικαστήριο της ΕΕ: Εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δικαιωμάτων των πολιτών, εκδ. Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σελ. 307 επ.

[17] Βλ. αναλυτικά με πλείονες περαιτέρω παραπομπές για μια κριτική αποτίμηση της απόφασης Weiss του ΟΣΔΓ Α. Μεταξά, Η ποιοτική ιδιαιτερότητα της ενωσιακής έννομης τάξης, ό.π.

[18] Βλ. ενδεικτικά Marta Lasek-Markey, Poland’s Constitutional Tribunal on the status of EU law: The Polish government got all the answers it needed from a court it controls, https://europeanlawblog.eu/2021/10/21/polands-constitutional-tribunal-on-the-status-of-eu-law-the-polish-government-got-all-the-answers-it-needed-from-a-court-it-controls/.

[19] Για τις σχετικές έννοιες βλ. Δ. Χρυσοχόου, (2020), Πολιτειολογία των ενώσεων, Ι. Σιδέρης, Αθήνα

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

five − four =