Η συνταγματικότητα της εγκατάστασης παραρτημάτων αλλοδαπών μη κρατικών πανεπιστημίων. Μια οφειλόμενη απάντηση.

Aντώνης Μανιτάκης, Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ, Επικεφαλής της επιστημονικής επιτροπής της Νομικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας
  1. Όφειλα μια απάντηση, από μέρες τώρα, στους δύο αγαπητούς, από τα πολύ παλιά, συναδέλφους, στην Ιφιγένεια Καμτσίδου και στον Κώστα Μποτόπουλο, για τον διάλογο που άνοιξαν μαζί μου στον παρόντα ιστότοπο, σχετικά με την εγκατάσταση στη χώρα μας παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων. Απαντώ με καθυστέρηση, είναι αλήθεια, εξαιτίας της καλοκαιρινής ραστώνης, του παρατεταμένου καύσωνα και της ηλικιακής νωθρότητας. Το κάνω, ωστόσο, με μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να συνομιλήσω μαζί τους, δημόσια, πάνω σε ένα θέμα ερμηνείας του Συντάγματος, πολιτικά και θεσμικά καυτό, και σφόδρα αμφιλεγόμενο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση για έναν δάσκαλο από το να δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των επιστημονικών απόψεών του και να ανακαλύπτει τυχόν λάθη, ελλείψεις ή παραλείψεις της σκέψης του, συνομιλώντας με τους μαθητές τους και διδασκόμενος από αυτούς.

Θα αρχίσω από την πρωτόκλητη και αγαπημένη μου μαθήτρια, για χρόνια πολλά, στενή συνεργάτιδα μου στα πανεπιστημιακά μου καθήκοντα, την Ιφιγένεια. Δεν σκοπεύω ωστόσο να απαντήσω αναλυτικά στα όσα ενδιαφέρονται θίγει, όχι μόνον ελλείψει χώρου και χρόνου, αλλά κυρίως διότι δεν ασχολείται, κατά τη γνώμη μου, με το περιορισμένο αντικείμενο της μελέτης μου, που ήταν η ερμηνεία του άρθρου 16 παρ. 8 εδ.β΄ Σ., που απαγορεύει ρητά την σύσταση ιδιωτικών σχολών τριτοβάθμιας  εκπαίδευσης, σε αρμονία με το ενωσιακό δίκαιο, όπως πιστεύω ότι είναι συνταγματικά θεμιτό και επιβεβλημένο να κάνουμε. Ούτε ασχολήθηκε  με το   παρεπόμενο και κύριο ζητούμενο για μένα, πού είναι αν  μπορεί να θεωρηθεί  συνταγματικά ανεκτή η εγκατάσταση στην Ελλάδα παραρτήματος αλλοδαπού ιδιωτικού ή μη κρατικού ή δημόσιου ή μη κερδοσκοπικού πανεπιστημίου, ενόψει της ενωσιακής, οικονομικής ελευθερίας της εγκατάστασης φυσικών ή νομικών προσώπων, που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και έχουν την έδρα τους σε χώρα της ΕΕ ή που παρέχουν υπηρεσίες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επ΄αμοιβή. Σε συνάρτηση με τα προηγούμενα ερωτήματα, αν η ρητή κατοχύρωση από την Ευρωπαϊκή Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ακαδημαϊκής ελευθερίας με την μορφή της επιχειρηματικής ελευθερίας, ασκεί επιρροή στην ερμηνεία της επίμαχης συνταγματικής διάταξης

Αν επιχειρούσα να απαντήσω στα όσα ζητήματα θέτει η Ιφιγένεια  θα ξεστράτιζα από το θέμα μου και θα χανόμουν σε γενικότητες συνταγματικής πολιτικής και πολιτικής φιλοσοφίας, ως προς τη σκοπιμότητα αναθεώρησης του άρθρου του άρθρου 16 παρ. 5 και 8 Σ και της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων. Μια συζήτηση πολύ πλούσια και κορεσμένη για μένα, που έχει απασχολήσει τις τρεις τελευταίες αναθεωρήσεις και έχει προκαλέσει φρενήρη διάλογο. Έχουν λεχθεί, πιστεύω, τα πάντα. Δεν θα είχα να προσθέσω τίποτε το νέο και θα αναλωνόμουν σε τετριμμένα επιχειρήματα. Προτιμώ να ασχοληθώ με μια επίκαιρη με άμεσο πρακτικό ενδιαφέρον και νεόκοπη ερμηνευτική πρόκληση. Με αυτήν που αποκάλεσα μεταφορικά σε άρθρο μου στα «Νέα», ‘Η κρυφή γοητεία του άρθρου 28Σ’, στις 15 Ιουλίου 2023, και με αυτήν, που σε ένα άλλο άρθρο μου στην κυριακάτικη ‘Καθημερινή’ τιτλοφόρησα: ‘Η διάτρητη συνταγματικά απαγόρευση του άρθρου 16Σ’, 16 Ιουλίου 2023.

Αισθάνομαι, πάντως, την ανάγκη να τονίσω, εμφατικά, ότι αντικείμενο της μελέτης μου δεν ήταν η ρητή συνταγματική απαγόρευση στην ελληνική επικράτεια της ίδρυσης πανεπιστημιακής μονάδας, ή «σχολής» όπως αναφέρει το άρθρο 16 παρ. 8 εδ. β΄ Σ («Η σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται»), αλλά η εγκατάσταση παραρτήματος αλλοδαπού, «ιδιωτικού» κυρίως, πανεπιστημίου και μόνον αυτή.

Το ερώτημα που είχα θέσει στον εαυτό μου, πολλούς μήνες πριν από τις πρωθυπουργικές εξαγγελίες, ήταν αν στην απαγόρευση ίδρυσης σχολής συμπεριλαμβάνεται νοηματικά και η απαγόρευση εγκατάστασης παραρτήματος αλλοδαπού πανεπιστημίου. Η διαφορά ως προς τις έννομες συνέπειες της απαγόρευσης «ίδρυσης» ή της «εγκατάστασης παραρτήματος» είναι σημαντική, όπως θα δούμε αναλυτικά πιο κάτω. Η κάθε μία περίπτωση απαιτεί διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση, διότι βασίζεται σε διαφορετικά νομικά και πραγματικά περιστατικά.

  1. Αυτό επιχείρησα να κάνω και αυτό θα επιχειρήσω και τώρα απαντώντας, στη συνέχεια, στα εκτενή και λίαν κατηγορηματικά σχόλια του Κώστα Μποτόπουλου. Θα μπορούσα βέβαια να παραλείψω να απαντήσω, αφού και ο ίδιος αποδέχεται, εκ των προτέρων, ερμηνεύοντας, γραμματικά, τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.8 εδ. β΄Σ, ότι δεν καθιερώνεται συνταγματικά απαγόρευση «εγκατάστασης παραρτημάτων» αλλοδαπών πανεπιστημίων, αλλά μόνον η «ίδρυση» ιδιωτικών πανεπιστημιακών σχολών. Ως προς αυτό, συμφωνούμε. Με την κοινή, μάλιστα, αυτή παραδοχή, θα περίττευε κάθε περαιτέρω συζήτηση. Επειδή όμως θίγει, παρεμπιπτόντως, και άλλα σημαντικά, θεωρητικά ζητήματα, κυρίως συνταγματικής ερμηνείας και θέματα, που αφορούν τις σχέσεις του Δικαίου της Ένωσης με το εθνικό δίκαιο και το Σύνταγμα, είμαι υποχρεωμένος να αντικρούσω τους ισχυρισμούς του, παρόλο που ορισμένοι από αυτούς δεν χρειάζονται καν απάντηση, επειδή είναι από καιρό απαντημένοι από τη θεωρία και νομολογία.

Η ερμηνεία σαφούς και ρητής συνταγματικής διάταξης που εισάγει γενική και απόλυτη εξαίρεση άσκησης συνταγματικής ελευθερίας

Ο κ Μποτόπουλος υποστηρίζει  εμφατικά ότι «η επίμαχη συνταγματική διάταξη θέτει έναν ρητό, ευθέως προκύπτοντα και σαφή κανόνα –στην προκείμενη περίπτωση: μια ρητή, ευθέως προκύπτουσα και σαφή απαγόρευση- και επομένως δεν αφήνει περιθώρια για ερμηνευτικές αμφιβολίες». Και συνεχίζει εξίσου κατηγορηματικά: «Επί σαφούς και ρητής, επομένως, διάταξης δεν χωρεί ερμηνεία νοήματος».

Και όμως πρεσβεύω το εντελώς αντίθετο και το έχω υποστηρίξει γραπτά σε μελέτες μου σχετικά με την ερμηνεία του Συντάγματος, τρεις δεκαετίες πριν, σε σχετική, πλούσια σε ιδέες επιστημονική συζήτηση, που η κοινότητα των συνταγματολόγων είχε την ευκαιρία, τότε, με αφορμή κρίσιμα συνταγματικά ζητήματα, να αντιμετωπίσει (βλέπε για την ερμηνεία του Συντάγματος, τον συλλογικό τόμο ‘Ερμηνεία του Συντάγματος’, Επι. Δ. Τσάτσος, Αντ. Σάκκουλας, 1995).

Η αρχαϊκή λατινική ρήση ότι οι σαφείς νοηματικά διατάξεις δεν επιδέχονται ερμηνεία έχει δεχτεί απηνή κριτική και έχει εγκαταλειφθεί, εξ όσων γνωρίζω, διεθνώς. Δεν νοείται διάταξη νόμου ή Συντάγματος, όσο ρητή και κατηγορηματική και αν είναι, που να μην επιδέχεται ερμηνεία, που να μην καταλείπει κενά ή να μην έχει αμφισημίες, που να μη βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλά, απρόβλεπτα, πραγματικά περιστατικά που ζητούν νομική αξιολόγηση και λογική υπαγωγή ή μη στο πεδίο εφαρμογής της κρίσιμης, ‘σαφούς’ -κατά τα άλλα- νοηματικά διάταξης. Σε αυτό το ζήτημα θα επανέλθουμε, πιο κάτω, με αφορμή την υπόθεση του βασικού μετόχου.

Η ερμηνεία του Συντάγματος είναι διαρκής και αδιάλειπτη, γραπτή ή άγραφη, άτυπη, θεωρητική ή επίσημη από τα δικαστήρια με αφορμή ποικίλα πραγματικά περιστατικά και αμφιβολίες ή αντιδικίες, ως προς το νόημα και τη σημασίας μιας επίμαχης διάταξης. Ο ερμηνευτής, άλλωστε, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, δεν καλείται να ανακαλύψει ένα «δεδομένο» ή «γεγενημένο» νόημα αλλά να «διαπλάσει» ένα. Να δημιουργήσει και τελικά να «επινοήσει» ένα νόημα, εν όψει των πραγματικών περιστατικών που έχει μπροστά του και με βάση την ερμηνευτική μέθοδο που ακολουθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Σύνταγμα ερμηνεύεται όπως να’ ναι, όπου να ‘ναι και από όποιον να ‘ναι. Απαιτεί μέθοδο, λογική συνέπεια και συνεκτικά λογικά και πειστικά επιχειρήματα.

Για να επανέλθουμε στο αρχικό μας ερώτημα, η ερμηνεία της επίμαχής διάταξης του άρθρου 16 παρ. 8, εδ. β΄ Σ είναι, πιστεύω, μια τρανή απόδειξη των όσων ανέπτυξα πιο πάνω. Αντιδικούμε και συζητάμε πάνω στην ερμηνεία της, άλλοι υποστηρίζοντας ότι η φράση «απαγόρευση σύστασης ανώτατων σχολών» είναι σαφής και ότι σε αυτήν δεν περιλαμβάνεται και η απαγόρευση ‘εγκατάστασης παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων’ και άλλοι, ότι η «εγκατάσταση» παραρτημάτων είναι όρος συνώνυμος της «ίδρυσης και σύστασης» και άρα υπάγεται και αυτή στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης διάταξης.

Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα από τις προηγούμενες σκέψεις θεωρώντας την ίδια διάταξη ως άκρως περιοριστική της ακαδημαϊκής ελευθερίας, αφού εισάγει μια γενική και απόλυτη απαγόρευση μιας ελευθερίας, της ακαδημαϊκής, οφείλουμε, ούτως ή άλλως, να την ερμηνεύσουμε, ως εξαιρετική, συσταλτικά και όχι διασταλτικά, όπως κάνουν όσοι υποστηρίζουν, απερίσκεπτα και βιαστικά, κατά τη γνώμη μου, ότι στην απαγόρευση ίδρυσης περιλαμβάνεται και η εγκατάσταση παραρτημάτων.

Επί πλέον, οφείλουμε να ερμηνεύσουμε την ίδια πάντα διάταξη σύμφωνα με το ενωσιακό δικαιο και ειδικά σε αρμονία με την ελευθερία εγκατάστασης επαγγελματιών ή επιχειρήσεων στη χώρα μας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών επ’ αμοιβή, δηλαδή με τη μορφή και επιχειρηματικής δραστηριότητας, στις οποίες περιλαμβάνονται, κατά τη νομολογία του ΔΕΕ, και οι υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης. Κατά συνέπεια, θα πρέπει λογικά να θεωρήσουμε ότι η συγκεκριμένη διασυνοριακή οικονομική δραστηριότητα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου και ότι εκφεύγει, ως προς αυτήν την εκδοχή της, της δικαιοδοσίας της εθνικής έννομης τάξης. Διέπεται, ως τέτοια, από την οικονομική ελευθερία της εγκατάστασης νομικών και φυσικών προσώπων στις χώρες της ΕΕ καθώς και από την ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Η άσκησή της υπόκειται για τον λόγο αυτόν στο πεδίο του ενωσιακού δικαίου και άρα εκφεύγει από την δαγκάνα της απαγόρευσης του άρθρου 16Σ.

Στην απάντησή του ο Κ.Μπ. υποτιμά, εξάλλου, ή αντιπαρέρχεται τη μέθοδο ερμηνείας του Συντάγματος σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, ενώ αντίθετα η μέθοδος αυτή δεν είναι απλώς συνταγματικά επιτρεπτή αλλά και επιβεβλημένη, ιδίως μετά το δεσμευτικό νομολογιακό προηγούμενο του «βασικού μετόχου» και, ειδικά, μετά την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28Σ, που ορίζει ότι οι διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχουν ως θεμέλιό τους τις ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις του άρθρου αυτού. Οι τελευταίες αποτελούν κριτήρια ερμηνείας των συνταγματικών διατάξεων, όπως θα δούμε αμέσως πιο κάτω.

 

  1. Η υποχρέωση ερμηνείας του Συντάγματος σε αρμονία με το Δίκαιο της ΕΕ, η υπόθεση του ‘βασικού μετόχου’ και τα νομολογιακά προηγούμενά  της

Οι προηγούμενες σκέψεις βρίσκουν έρεισμα στέρεο, στα δεσμευτικά νομολογιακά προηγούμενα που δημιουργήθηκαν από την  πολύκροτη υπόθεση του ‘βασικού μετόχου’, που είχε διχάσει, τότε, πολιτικούς και συνταγματολόγους (βλέπε αντί πολλών, Χαρ. Ανθόπουλου, ‘Το ασυμβίβαστο των ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης πριν και μετά το νέο άρθρο 14 παρ. 9 του Συντάγματος’, σε «Πέντε χρόνια μετά τη Συνταγματική αναθεώρηση του 2001», τ. Ι, 2006, σ. 313-366). Η υπόθεση εκείνη είναι σε πολλά σημεία ανάλογη με αυτή  που μας απασχολεί τώρα. και επειδή αντλούμε χρήσιμα συμπεράσματα από τη μελέτη της, θα σταθούμε  σε αυτήν.

Σε συνταγματικό επίπεδο η υπόθεση ήταν αξιοπρόσεκτη, διότι εκτός από τις σχέσεις συντάγματος και κοινοτικού δικαίου την προτεραιότητα εφαρμογής  ή την πρόταξη του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού, καθώς και την υποχρέωση ερμηνείας του Συντάγματος σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο έθιξε, όπως θα δούμε, και το κρίσιμο θέμα των άδηλων μέσω των διεθνών συνθηκών ή διακρατικών συμφωνιών τροποποιήσεων του Συντάγματος.

Ολίγα για το ιστορικό της. Μια άστοχη συνταγματική ρύθμιση της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2001, η ρύθμιση του άρθρου 14, παρ. 9 Σ, η οποία έθετε ένα συνταγματικό ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας του μετόχου εταιρείας δημοσίων έργων ή προμηθευτή του δημοσίου και ιδιοκτήτη ΜΜΕ σε ό,τι αγορά τη συμμετοχή των προσώπων αυτών σε διαγωνισμούς δημοσίων συμβάσεων. Η σχετική ρύθμιση που είχε τη μορφή τυπικού νόμου, επειδή ήταν άκρως λεπτομερειακή και φλύαρη, έγινε αφορμή για μια δικαστική και πολιτική αντιδικία, που κράτησε μια δεκαετία. Πέρασε από το ΔΕΚ (υπόθεση C-213/2007) και κατέληξε πίσω στο ΣτΕ, που εξέδωσε μια απόφαση-σταθμό, την ΣτΕ 3470-72/2011, η οποία διαμόρφωσε,  δεσμευτικό νομολογιακό προηγούμενο άξιο μνείας, προορισμένο να έχει διάρκεια και συνέχεια.

Η απόφαση εκείνη του ΣτΕ εκδόθηκε μετά από έναν εξαιρετικά καρποφόρο διάλογο με το ΔΕΚ. Συνιστούσε δε  μια λύση έλλογης συνδιαλλαγής με το τελευταίο και πλήρη ανατροπή της προηγούμενης ερμηνείας της επίμαχης συνταγματικής διάταξης (βλ απόφαση ΣτΕ 3476/2006).

Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, αφού ερμήνευσε τη συνταγματική διάταξη με τρόπο που να εναρμονίζεται με το κοινοτικό δίκαιο και ειδικότερα με την αρχή της αναλογικότητας -η οποία είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο- μετά την έκδοση σχετικής απόφασης από  το ΔΕΕ, την C-213/07, έκρινε ότι η προβλεπόμενη νομοθετική ρύθμιση του νόμου 3012/2002, που εκδόθηκε εις εκτέλεση του άρθρου 14 παρ.9Σ αντίκειται στο Σύνταγμα, δηλαδή στο ίδιο το άρθρο με βάση το οποίο είχε εκδοθεί.

 

  1. Ο κανόνας της πρόταξης ή της κατά προτεραιότητα εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού

Στην τελική εκείνη  απόφασή του, που αποτέλεσε σταθμό στα νομολογιακά μας χρονικά, το ΣτΕ ασκώντας έλεγχο αντισυνταγματικότητας των νόμων και ενεργώντας ουσιαστικά με το κύρος και την αυθεντία οιονεί συνταγματικού δικαστηρίου ξεκαθάρισε τα εξής: Πρώτον, το Δίκαιο της ΕΕ απολαμβάνει, δυνάμει και του ελληνικού Συντάγματος αλλά κυρίως από τη φύση του, προτεραιότητα εφαρμογής έναντι του εθνικού δικαίου, ακόμη και του εθνικού Συντάγματος, αναφορικά με ρυθμιστική ύλη που του ανήκει, επειδή του έχει εκχωρηθεί, κατά τις συνταγματικές προβλέψεις του άρθρου 28 Σ. Εφαρμόζοντας στην πράξη την αρχή της προτεραιότητας ή της πρόταξης (primacy, primauté) εφαρμογής του κοινοτικού (πλέον ενωσιακού) έναντι του εθνικού δικαίου, το Συμβούλιο της Επικρατείας. Παραμέρισε έτσι έμμεσα τη θεωρία της ιεραρχικής αναπαράστασης του δικαίου, ειδικά ως προς τις σχέσεις του Δικαίου της ΕΕ με το εθνικό, και άρα παρέκαμψε την αντίληψη της τυπικής, γενικά, υπεροχής του ενωσιακού έναντι του Συντάγματος καθώς και το αντίστροφο, την τυπική υπεροχή του Συντάγματος έναντι του Δικαίου της Ένωσης. Υποκατέστησε έτσι την αρχή της τυπικής υπεροχής (supremacy, superiorité) από την αρχή της πρόταξης ή της πρωταρχικότητας (primacy) του ενωσιακού έναντι του εθνικού για τις υποθέσεις που υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο του Δικαίου της Ένωσης (βλ. Αντώνη Μανιτάκη,, ‘Η Προτεραιότητα Εφαρμογής του Κοινοτικού Δικαίου Έναντι του Συντάγματος, η Εναρμονισμένη με το Κοινοτικό Ερμηνεία του Συντάγματος και η Τεχνική της Αναλογικότητας’ (με αφορμή το τέλος του «Βασικού Μετόχου»), σε: Το Δικαστήριο της ΕΕ Εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας της Ένωσης και των δικαιωμάτων των πολιτών, Συνέδριο προς τιμήν του Καθηγητή κ. Βασίλειου Σκουρή, Προέδρου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Με βάση την απόφαση εκείνη, ο κανόνας της πρόταξης δεν μπορεί να εφαρμόζεται ούτε να ερμηνεύεται ως επιταγή τυπικής υπεροχής και ανωτερότητας σε μια ιεραρχικά διαρθρωμένη σχέση των δύο δικαιοταξιών, αλλά ως «κανόνας σύγκρουσης» ή «διασύνδεσης» διαφορετικών δικαιοταξιών, που έχουν αυτοτέλεια, αλλά είναι δομικά και λειτουργικά διαρθρωμένες και αλληλο-εξαρτώμενες.

Η μεγάλη όμως συμβολή της απόφασης ΣτΕ 3470/2011 στη νομολογία έγκειται στην καθιέρωση, ως ερμηνευτικής πρακτικής στις σχέσεις εθνικού και ενωσιακού δικαίου, εκείνης της εναρμονισμένης -και όχι της σύμφωνης, όπως θα μπορούσε να είναι σε άλλη περίπτωση- με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος. Πρακτική που θεμελιώθηκε και συνταγματικά στο άρθρο 28 παρ. 2 και 3 Σ και ειδικά και κυρίως στην ερμηνευτική δήλωση του ίδιου άρθρου. Έτσι κρίθηκε  ότι: «Η ερμηνεία αυτή των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, ενισχύεται άλλωστε και από την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 του Συντάγματος από την οποία προκύπτει η υποχρέωση εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, που αποτελεί, και την εκπεφρασμένη βούληση του Αναθεωρητικού νομοθέτη κατά τις συζητήσεις στην Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, τόσον επί του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος όσον και επί του άρθρου 28 αυτού (βλ. Πρακτικά Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, συνεδρίαση ΡΙΔ’ -14.2.2001 πρωί- σελ. 4851 επόμ. και ιδίως σελ. 4857 και 4859)».

Η ερμηνεία επομένως των συνταγματικών διατάξεων σε αρμονία με το Δίκαιο της Ένωσης, αποτελεί κατά τη συνταγματική νομολογία μας υποχρέωση, και όχι απλώς δυνατότητα, εφόσον, όμως, συντρέχουν οι διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 28 παρ. 2 και 3Σ.

Η τρίτη νομολογιακή συμβολή της απόφασης έγκειται στην καθοριστική χρήση για την ερμηνεία του άρθρου 14 παρ.9 Σ της ερμηνευτικής τεχνικής της αναλογικότητας. Την χρησιμοποίησε ο εθνικός δικαστής ως γνώμονα στάθμισης και αξιολόγησης και όχι ως κανόνα δικαίου, όπως αντιμετωπίζεται συχνά. Το ΣτΕ αποφάνθηκε ότι  ερμηνευόμενη η επίμαχη διάταξη του άρθρου14 παρ. 9 του Συντάγματος, ως έχουσα την έννοια ότι απαγορεύει την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως σε διαγωνιζόμενο αποκλειστικώς και μόνον εκ γεγονότος ότι στο πρόσωπο του συντρέχει μια εκ των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί αρχή τόσο της ελληνικής εννόμου τάξεως (κατοχυρούμενη, μάλιστα από το ίδιο το Σύνταγμα στο άρθρο 25 παρ. 1 τελευταία περίοδο), όσο και της κοινοτικής, η οποία κατά την ρητή βούληση του αυτού συνταγματικού νομοθέτη πρέπει να εφαρμόζεται στην εσωτερική έννομη τάξη».

Όλα τα νομολογικά προηγούμενα της υπόθεσης του βασικού μετόχου αποτελούν για τον ερμηνευτή και εφαρμοστή του Συντάγματος ένα δεσμευτικό νομολογιακό δεδομένο ή κανόνα και εφαρμόζεται  υποχρεωτικά στην περίπτωση της συνταγματικής απαγόρευσηςκ που μας απασχολεί, δηλαδή ερμηνεία του Συντάγματος σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, πρόταξη ή προτεραιότητα εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού ακόμη και έναντι της εφαρμοζομένης συνταγματικής διάταξης, ερμηνεία του γενικού και απόλυτου χαρακτήρα της απαγόρευσης με βάση το τεστ της αναλογικότητας.

 

  1. Η άδηλη ή μη τυπική, σιωπηρή τροποποίηση ή νοηματική μεταβολή τους Συντάγματος

Η κρινόμενη όμως συνταγματική απαγόρευση έχει πληγεί ήδη νοηματικά μέσω των ευρωπαϊκών συνθήκων, οι οποίες έχουν επιφέρει μια  άδηλη ή σιωπηρή τροποποίηση του κανονιστικού περιεχομένου ή του νοήματος των ερμηνευόμενων διατάξεων του Συντάγματος. Η τροποποίηση  επέρχεται κάθε φορά με την εκχώρηση ή αναγνώριση σε διεθνή οργανισμό συνταγματικών αρμοδιοτήτων, δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 2 και 3 Σ από τις ευρωπαϊκές ή άλλες συνθήκες. Η αναγνώριση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στην ΕΕ έχει ως αναγκαία συνέπεια την άτυπη τροποποίηση του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος. Η τροποποίηση διαφέρει ριζικά από την Αναθεώρηση, που αφορά την αναδιατύπωση, κατάργηση ή θέσπιση νέων συνταγματικών διατάξεων. Οι άδηλες, νοηματικές, μεταβολές των συνταγματικών διατάξεων μπορούν να επέρχονται από τις διεθνείς συνθήκες ή από τη νομολογία καθώς και από μια πάγια και καθιερωμένη νομοθετική πρακτική. Οφείλει να τις σέβεται τόσο η δικαστική ή η νομοθετική εξουσία όσο και ο αναθεωρητικός νομοθέτης, εφόσον αυτές δεν θίγουν το δημοκρατικό πολίτευμα και τα δικαιώματα του ανθρώπου, δεν υπερβαίνουν δηλαδή τα σιωπηρά όρια της αναθεώρησης του Συντάγματος (Αντώνη Μανιτάκη, ‘Οι θεσμικέές παρενέργειες της υπόθεσης του Βασικού Μετόχου. Η εκνόμευση του Συντάγματος και η παραγνώριση των άδηλων τροποποιήσεων του Συντάγματος μέσω των ευρωπαϊκών συνθηκών’, ΤοΣ. 4/2015, σελ. 784-797), του ίδιου ΕλλΣυντ∆ Ι, 2004, σελ. 384-385, του ίδιου, ‘Η εκχώρηση αρμοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η επιφύλαξη κυριαρχίας κατά το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 Σ’, ΕΕΕυρ∆, 2003, σ. 741-778 και αναλυτικά για τις Άτυπες τροποποιήσεις, άδηλες μεταβολές και την πραγμάτωση του Συντάγματος, στο ΕλλΣυντΔ, Ι, 2004, σελ.359-418).

Στην υπόθεση του βασικού μετόχου ο  νομοθέτης συμμορφωνόμενος με τις εντολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είχε σπεύσει από  2007, πρίν από τη σχετική απόφαση του ΣτΕ το 2011, να ερμηνεύσει την επίμαχη  συνταγματική διάταξη  σε απόλυτη αρμονία με το κοινοτικό δίκαιο, συρρικνώνοντας έτσι το κανονιστικό εύρος των ασυμβιβάστων του άρθρου 14 παρ.9 Σ, σε τέτοιο σημείο ώστε η απαγορευτική αυτή συνταγματική ρύθμιση να μείνει κενή κανονιστικού περιεχομένου και τελικά ανενεργός.

Το ίδιο θα πρέπει να συμβεί και αν ερμηνεύαμε το άρθρο 16 παρ.8Σ ακολουθώντας τους νομολογικούς κανόνες της υπόθεσης του βασικού μετόχου.  Θα πρέπει, λογικά και η επίμαχη διάταξη να θεωρηθεί «ανενεργός ή ανίσχυρη και τελικά  ανεφάρμοστη, παρόλο που παραμένει  εν ισχύει, όπως συνέβη και με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9Σ, η οποία  παραμένει ακόμη και σήμερα,  τυπικά εν ισχύει, αν και έχει κριθεί και είναι στην πράξη ανεφάρμοστη. Παραθέτουμε αυτολεξεί το σχετικό σκεπτικό του ΣτΕ, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία: «ο νομοθέτης καθιέρωσε με τον εκτελεστικό του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος νόμο 3021/2002, που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως με τα άρθρα 2 και 3 του ν. 3021/2002,  μια γενική  και απόλυτη απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, κλπ.….. Με αποτέλεσμα το όλο πλέγμα των διατάξεων του νόμου 3021/2002, ο οποίος στηρίζεται σε αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος και με τον οποίο προσδιορίζονται οι συνέπειες της συνδρομής των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του εν λόγω άρθρου, να προσκρούει στην αληθή έννοια αυτού και ως αντίθετες με αυτό δεν είναι εφαρμοστέες».

 

  1. Οι τρείς νομολογιακοί κανόνες που εφαρμόζονται υποχρεωτικά κατά την ερμηνεία του άρθρου 16 παρ.8, εδ.β)Σ

Η τόσο εκτενής ενασχόλησή μας με την υπόθεση του «βασικού μετόχου» οφείλεται στα πολλά κοινά σημεία που έχει με την υπόθεση της εγκατάστασης παραρτημάτων αλλοδαπών  πανεπιστημίων στη χώρα μας, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ιδιωτικά,  κρατικά ή δημόσια. Κυρίως όμως οφείλεται στα δεσμευτικά νομολογιακά προηγούμενα που απορρέουν από αυτήν που  οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας κατά την ερμηνεία της συνταγματικής απαγόρευσης του άρθρου 16 παρ. 8 εδ. β).

Ανακεφαλαιώντας, ως πρώτο νομολογιακό δεδομένο θεωρώ την υποχρέωση ερμηνείας μιας συνταγματικής διάταξης σε αρμονία με το Δίκαιο της ΕΕ, εφόσον  συντρέχουν οι αναγκαίες ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 28 παρ.2 και 3Σ και έχουμε εφαρμογή του  ενωσιακού δικαίου, όπως συμβαίνει με την ερμηνεία του άρθρου 16 παρ. 8Σ και την εγκατάστασης παραρτημάτων ξένων μη κρατικών  πανεπιστημίων. Δεν αρκεί στην περίπτωση αυτή η ερμηνευτική επίκληση του γεγονότος ότι ούτως ή άλλως η γραμματική ερμηνεία δεν περιλαμβάνει και την απαγόρευση εγκατάστασης παραρτημάτων, και ότι αποκλείεται ούτως  ή άλλως μόνον η ίδρυση γενικά ιδιωτικών πανεπιστημίων. Χρειάζεται επί πλέον και η σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία της επίμαχης συνταγματικής διάταξης, ώστε να θεμελιωθεί ακόμη περισσότερο ο αποκλεισμός της απαγόρευσης εγκατάστασης παραρτημάτων.

Σύμφωνα με έναν άλλο  ερμηνευτικό, νομολογιακό κανόνα, που απορρέει και αυτός από την υπόθεση του βασικού μετόχου οφείλουμε, ερμηνεύοντας μια  συνταγματική διάταξη, όπως αυτή του άρθρου 16 παρ.8Σ, να αποκλείουμε, ερμηνευτικά,  νοήματά της που έρχονται σε σύγκρουση με τις θεμελιώδεις οικονομικές ελευθερίες της ΕΕ,  την ελευθερία της διασυνοριακής εγκατάστασης φυσικών και νομικών προσώπων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η συγκεκριμένη διάταξη  θα πρέπει, λογικά  να θεωρηθεί, ως προς το νόημά της αυτό και μόνον  αυτό, ανίσχυρη και ανενεργός. Τονίζω για να προλάβω τυχόν ενστάσεις ότι η σχετική διάταξη  παραμένει κατά άλλα εν ισχύει και θεωρείται ισχυρή. Απλώς παρακάμπτεται ή παραμερίζεται η εφαρμογή της στη συγκεκριμένη περίπτωση. Με άλλες λέξεις η συνταγματική απαγόρευση της σύστασης ιδιωτικών σχολών εξακολουθεί να ισχύει. Αυτό που αποκλείεται ή παρακάμπτεται είναι ένα συγκεκριμένο νόημά της.

Τρίτον,  μια ερμηνεία της διάταξης με τρόπο που  θα υποστήριζε  την εγκαθίδρυση μιας γενικής, εκτεταμένης και απόλυτης απαγόρευσης παραρτημάτων θα ήταν αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, όπως ισχύει τόσο στο ενωσιακό όσο και στο ελληνικό δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση,  η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας χρησιμοποιείται ως ερμηνευτικός γνώμονας μιας άλλης ισόκυρης συνταγματικής διάταξης, εκείνης του άρθρου 16 παρ.8Σ, μετριάζοντας ή αποκλείοντας έναν υπέρμετρο περιορισμό σε μια θεμελιώδη ελευθερία, τόσο της εθνικής όσο και της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, εκείνη  ακαδημαϊκής ελευθερίας

 

  1. Η αναγκαία διάκριση μεταξύ ακαδημαϊκής λειτουργείας και επιχειρηματικής δραστηριότητας των ιδιωτικών πανεπιστημιακών μονάδων και η επιβαλλόμενη εποπτεία του κράτους υποδοχής

Οι προηγούμενοι όμως νομολογιακοί κανόνες αφορούν το επιχειρηματικό σκέλος της εγκατάστασης παραρτήματος και δεν επεκτείνονται και στο ακαδημαϊκό σκέλος της, που ανήκει εξ ολοκλήρου στη δικαιοδοσία του εθνικού κράτους. Τα ζητήματα παιδείας και εκπαίδευσης, οργάνωσης και παροχής των εκπαιδευτικών υπηρεσιών δεν έχουν, ως γνωστόν, εκχωρηθεί στη δικαιοδοσία στην ΕΕ. Απλώς προβλέπεται ένας συντονισμός της δράσης τους και μια αλληλεπίδραση των εκπαιδευτικών συστημάτων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας.

Η διάκριση επιχειρηματικής δραστηριότητας και ακαδημαϊκής λειτουργίας ενός παραρτήματος ιδιωτικού πανεπιστημίου είναι λεπτή και στην πράξη δυσδιάκριτη, αφού η μία είναι συνδεμένη και εξαρτάται από την άλλη. Παρόλο που έχει πρακτικές συνέπειες σε ότι αφορά την αναγνώριση των πτυχίων ως επαγγελματικά ή ακαδημαϊκά ισότιμα των ελληνικών.

Την αντινομία αυτή έρχεται να αντιμετωπίσει η διακρατική συμφωνία, η οποία επιδιώκει να καλύψει ένα θεσμικό κενό, χωρίς να θίξει τη διάκριση και το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που διέπει την κάθε μία ξεχωριστά. Σε συνδυασμό, βέβαια, και με την εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας που ισχύει στο ενωσιακό δίκαιο.

Έτσι,  σε ό,τι αφορά την εγκατάσταση και οργάνωση ενός παραρτήματος αλλοδαπού μη κρατικού πανεπιστημίου, που λειτουργεί ως «επιχείρηση» και παρέχει εκπαιδευτικές υπηρεσίες  επ΄ αμοιβή, όπως συμβαίνει με τα ιδιωτικά κολλέγια και τα πτυχία τους που θεωρούνται επαγγελματικά ισότιμα των ελληνικών, αυτή διέπεται από τους   σχετικούς κανόνες του Δικαίου της ΕΈ,  τις σχετικές Οδηγίες της και τους εκτελεστικούς εθνικούς νόμους.

Σε ό,τι αφορά όμως την ακαδημαϊκή οργάνωση της διδασκαλίας και έρευνας των παραρτημάτων, αυτή θα διέπεται από τις σχετικές εθνικές εκπαιδευτικές νομοθεσίες των συμβαλλομένων μερών. Τα παραρτήματα, ως νομικά πρόσωπα, εγκαθίστανται στην Ελλάδα σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, ενώ η ακαδημαϊκή οργάνωση και λειτουργία τους έχει συντελεστεί  με βάση την εκπαιδευτική νομοθεσία  της καταστατικής έδρας τους.

Το κράτος υποδοχής νομιμοποιείται, πάντως, και μέσω της διακρατικής συμφωνίας και των δεσμεύσεων  που αναλαμβάνει, να ελέγχει τους όρους ίδρυσης και λειτουργίας της ακαδημαϊκής μονάδας, επιχειρώντας τόσο ιδρυματικές όσο και τμηματικές αξιολογήσεις, σύμφωνα με τα εθνικά αλλά και διεθνή ή ευρωπαϊκά standards. Και αυτό ανεξάρτητα από τις αξιολογήσεις που, ούτως ή άλλως, έχει κάνει ή κάνει, σε τακτά χρονικά διαστήματα, η ανεξάρτητη εθνική αρχή αξιολόγησης της χώρας προέλευσης. Οι ακαδημαϊκοί, όμως, όροι σύστασης και λειτουργίας του παραρτήματος, καθώς και η επάρκεια ή ποιότητας των παρεχόμενων εκπαιδευτικών υπηρεσιών θα ελέγχονται και από την εθνική αρχή αρμόδια  της χώρας υποδοχής. Στην Ελλάδα από την ΕΘΑΑΕ.

Το εθνικό κράτος υποδοχής, δηλαδή η Ελλάδα, νομιμοποιείται να  ασκεί  πλήρη εποπτεία στην οργάνωση και στην ποιότητα της παρεχόμενης πανεπιστημιακής παιδείας και διενέργειας επιστημονικής έρευνας καθώς και στην ποιότητα του διδακτικού και επιστημονικού προσωπικού και στην επάρκεια των χώρων διδασκαλίας και έρευνας. Νομιμοποιείται, πάντως, να προβλέψει σε νόμο τροποιητικό της ΑΘΑΑΕ, τους όρους εγκατάστασης, οργάνωσης και λειτουργίας ενός παραρτήματος και τα κριτήρια της ιδρυματικής και τμηματικής αξιολόγησης.  Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να πληρούται η συνταγματική επιταγή ότι τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, ανεξάρτητα αν είναι ιδιωτικά ή κρατικά ή δημόσια τελούν υπό την εποπτεία του κράτους (άρθρο 16 παρ. 5, εδ. β),  υπό την αυτονόητη επιφύλαξη του πλήρους σεβασμού των ακαδημαϊκών ελευθεριών, της ελευθερίας της επιστήμης, της έρευνας ή της διδασκαλίας και του αυτοδιοίκητου των παραρτημάτων,  καθώς και της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών. Και βέβαια και  με τον ίδιο σεβασμό που οφείλεται στις ελευθερίες που κατοχυρώνονται  ρητά στην Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, όπου αναγνωρίζεται μάλιστα ένα δικαίωμα στην ακαδημαϊκή ελευθερία, τόσο των διδασκόντων και των σπουδαστών, όσο και της ίδιας της ακαδημαϊκής μονάδας, ιδιωτικής ή δημόσιας.

Εν πάση περιπτώσει, η επίκληση του ευρωπαϊκού δικαιώματος στην ακαδημαϊκή ελευθερία, επειδή δεν συνεπάγεται αναγνώριση ή μεταφορά εκπαιδευτικών αρμοδιοτήτων ή δικαιοδοσιών, επιτελεί στην περίπτωσή μας επικουρική ερμηνευτική λειτουργία κατά την εφαρμογή της επίμαχης διάταξης.

Σε ό,τι αφορά τις διμερείς ή πολυμερείς διεθνείς εκπαιδευτικές συμφωνίες, (όπως είναι η GATS, Γενική συμφωνία για τις  συναλλαγές στον τομέα των  υπηρεσιών, που περιλαμβάνει και τις υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης), αυτές με την κύρωσή τους έχουν ισχύ υπέρτερη των νόμων και μπορούν να αποκλίνουν ή  και να αντιτίθενται στην εθνική εκπαιδευτική νομοθεσία,  και να παρακάμπτουν ή να παραμερίζουν, εθνικές εκπαιδευτικές διατάξεις ( ακόμη και συνταγματικές) που είναι ασύμβατες με τις ακαδημαϊκές ελευθερίες, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο εθνικό και ενωσιακό δίκαιο). Δεν υπόκεινται άλλωστε σε δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων,  είτε είναι διμερείς ή πολυμερείς διακρατικές είτε είναι  συμβάσεις διμερείς κράτους και πανεπιστημίου.

 

  1. Θέλω να πιστεύω ότι απάντησα, είτε έμμεσα είτε άμεσα, στις ερμηνευτικές ενστάσεις τόσο της Ιφιγένειας, που ήταν λίγες, όσο κυρίως, του Κώστα, που ήταν αρκετές. Απέφυγα όσο μπορούσα χαρακτηρισμούς ή αφορισμούς. Περιορίστηκα να εκθέσω την πάγια αντίληψή μου για το Σύνταγμα και την ερμηνεία του, με αφορμή το ζήτημα που ανέκυψε, έτσι ώστε οι απόψεις μου να εμπλουτίζουν τον διάλογο και να είναι ωφέλιμες και σε αναγνώστες που δεν ενδιαφέρονται για την προσωπική αντιδικία που ανέκυψε. Είναι προφανές ότι οι αντιλήψεις μας ως προς την πρόσληψη του Συντάγματος και της ερμηνείας του διαφέρουν.

Δεν μπορώ όμως να μην απαντήσω στο ερώτημα συνταγματικής πολιτικής, που έθεσε στο τέλος της απάντησής του ο Κ.Μπ. Διερωτάται, εύλογα, γιατί τόση σπουδή για τις διακρατικές συμφωνίες, όταν μάλιστα εξαγγέλλεται η δρομολόγηση της αναθεώρησης του επίμαχου άρθρου και φαίνεται ότι εξασφαλίζεται η απαιτούμενη πλειοψηφία και διαμορφώνεται ευρύτερη πολιτική συναίνεση γι΄αυτήν. Καιρός ήταν, αν μάλιστα σκεφθεί κανείς τις απίστευτες παλινωδίες του ΠΑΣΟΚ και ειδικά του πρώην αρχηγού του Γ. Παπανδρέου και άλλων στελεχών του, τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια.

Θα μπορούσα, όμως, λογομαχώντας να διερωτηθώ και εγώ με τη σειρά μου, γιατί τόσο πάθος για την υπεράσπιση μιας αναχρονιστικής διάταξης, όταν μάλιστα δέχεται και ο ίδιος την ανάγκη της αναθεώρησής της και όταν, όπως πιστεύω ότι έδειξα, δεν κινδυνεύει η απαγόρευση ίδρυσης, αλλά μόνον η απαγόρευση εγκατάστασης παραρτημάτων;

Υπεραμύνεται των «καθαρών» λύσεων, όταν ανέχεται και δικαιολογεί την «παρασυνταγματική» ύπαρξη και λειτουργία των ιδιωτικών κολλεγίων, τα οποία παρέχουν πανεπιστημιακού επιπέδου πτυχία, χωρίς καμία απολύτως αξιολόγηση ή εποπτεία του κράτους. Είναι ή δεν είναι η περίπτωση αυτή στρέβλωση της συνταγματικής πραγματικότητας και μια γελοιοποίηση του Συντάγματος; Είναι ή δεν είναι συνταγματικός στρουθοκαμηλισμός η σχετική στάση των συναδέλφων; Αγνοείται ακόμη ότι χιλιάδες Έλληνες και Ελληνίδες φοιτούν σε αλλοδαπά ιδιωτικά πανεπιστήμια, αμφιβόλου ποιότητας και επιστρέφουν στην Ελλάδα με πανεπιστημιακά πτυχία, ισάξια, επαγγελματικά, με τα κρατικά μας. Με τη στάση αυτή, στερείται, εξάλλου, η Ελλάδα της δυνατότητας να εγκατασταθούν φημισμένα πανεπιστήμια, που μπορούν να προσελκύσουν εκατοντάδες ή και χιλιάδες σπουδαστές και ερευνητές από τις χώρες των Βαλκανίων και της νοτιοανατολικής Μεσογείου και να δώσουν την ευκαιρία να επιστρέψουν στη χώρα μας και να αξιοποιηθούν διάσημοι Έλληνες επιστήμονες του εξωτερικού. Αφήνω κατά μέρος τα οφέλη για την πανεπιστημιακή παιδεία μας από την ευγενή άμιλλα μεταξύ ιδιωτικών και κρατικών πανεπιστημίων που μπορεί αναπτυχθεί. Και όλα αυτά πέντε χρόνια πριν από την περάτωση της εξαγγελθείσας αναθεώρησης, προετοιμάζοντας το Υπουργείο Παδείας για τις αναγκαίες νομοθετικές παρεμβάσεις που οφείλει να κάνει, αξιοποιώντας την πείρα που θα έχει εν τω μεταξύ αποκτήσει από την λειτουργία των παραρτημάτων, αποκτηθεί.

Τέλος, μου είναι αδύνατον να αφήσω να περάσει ασχολίαστη η καταληκτική, πολιτικού χαρακτήρα, φράση της απάντησής του Κ. Μπ. προς εμένα. Γράφει επί λέξει: «Όλοι οι συνταγματολόγοι στηρίζουν, το πιστεύω ακράδαντα, τις νομικά/συνταγματικά ορθόδοξες και πολιτικά καθαρές λύσεις για έναν απλό λόγο: επειδή μόνον αυτές ενισχύουν τη δημοκρατία». Αλήθεια; Ώστε όσοι διατυπώνουν «ανορθόδοξες συνταγματικά», κατά την κρίση του, και «πολιτικά μη καθαρές λύσεις» (sic) δεν είναι «καθαροί» πολιτικά. Μένει ωστόσο, απροσδιόριστο το ποιες εννοεί ως «ακάθαρτες» λύσεις, που διατυπώνονται προφανώς από «ακάθαρτους» συνταγματολόγους!

Δεν μπορώ, πάντως, να φανταστώ πώς η υποστήριξη της συνταγματικότητας της εγκατάστασης παραρτημάτων αλλοδαπών μη κρατικών πανεπιστημίων θέτει υπό διακινδύνευση τη Δημοκρατία μας. Αντίθετα, πιστεύω και εγώ ακράδαντα ότι μεγαλόστομοι αφορισμοί και κινδυνολογία αυτού του είδους δεν προάγουν τον δημοκρατικό και υπεύθυνο, επιστημονικό διάλογο και αδικούν κατάφωρα τον ίδιο, τον συγγραφέα και το κείμενό του.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

4 × three =