Η  θρησκευτική ελευθερία και η εκπαιδευτική της διάσταση

Γιώργος  Σταυρόπουλος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρώην Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Η σχέση του κάθε ανθρώπου με το Θείο έχει από τη φύση της χαρακτήρα μάλλον ενδοστρεφή και είναι καταρχήν απόρρητη. Αν το εκάστοτε πρόσωπο ακολουθήσει πιστά τα δόγματα κάποιας συγκεκριμένης θρησκείας, περιορισθεί στην αποδοχή κάποιων από αυτά ή διαμορφώσει μια δική του προσωπική σχέση με συγκεκριμένη εκάστοτε θρησκεία εναπόκειται αποκλειστικά σε αυτό. Μπορεί κάποιος να είναι άθεος, αγνωστικιστής ή απλώς αδιάφορος. Η σχέση με το Θείο διακρίνεται μάλιστα συχνά και από μια αξιοσημείωτη κινητικότητα. Μπορεί κάποιος, μια περίοδο της ζωής του, να βρίσκεται πιο κοντά στις διδασκαλίες μιας συγκεκριμένης θρησκείας και μια άλλη να απομακρύνεται προσωρινά ή οριστικά από αυτές. Μπορεί κάποιος να εκδηλώνει, αν το επιθυμεί, το συγκεκριμένο εκάστοτε θρησκευτικό του συναίσθημα, ιδιωτικά ή δημόσια, να μετέχει σε δημόσιες θρησκευτικές τελετουργίες πάντοτε, συχνά, αραιά ή να απέχει από αυτές, να θρησκεύεται κατ’ ιδίαν με τη μεγαλύτερη ή τη μικρότερη μυστικότητα. Είναι πιθανό στο πλαίσιο μιας οικογένειας οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των μελών της να είναι κοινές ή να διαφέρουν. Είναι πιθανό τα παιδιά να ακολουθούν τις θρησκευτικές αντιλήψεις των γονιών τους , να τις αντιμάχονται ή να τις αγνοούν. Ακόμα είναι πιθανό κάποιος να καταρτίζει τον δικό κώδικα αξιών και τη δική του κοσμοθεωρία και βιοθεωρία επηρεαζόμενος ή όχι από μια ή περισσότερες θρησκευτικές ή άλλες δοξασίες και αντιλήψεις.

Η θρησκευτική ελευθερία, στη νομική της διάσταση, έχει ευρύτατο περιεχόμενο και συνδέεται με τις ελευθερίες της σκέψης και της συνείδησης. Το Σύνταγμα, μάλιστα, ορίζει, στο άρθρο 13 παρ1, σε διάταξη δηλαδή μείζονος σημασίας αφού αυτή δεν μπορεί να αναθεωρηθεί, κατά το άρθρο 110 αυτού, ότι η ελευθερία της οποιασδήποτε θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη και ότι η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις οποιεσδήποτε θρησκευτικές πεποιθήσεις του κάθε ανθρώπου. Η σύνδεσή, επίσης, της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης με την αρχή της ισότητας που διακηρύσσεται, στη γενικότητά της, στο άρθρο 4 του Συντάγματος είναι εμφανής. Τούτο προκύπτει και από το άρθρο 13παρ2 του Συντάγματος που ορίζει ότι η οποιαδήποτε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων και ότι, χωρίς καμιά εξαίρεση, ο προσηλυτισμός απαγορεύεται, ενώ η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται όταν προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Το άρθρο 13πα3 του Συντάγματος ορίζει, περαιτέρω, ότι οι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται, χωρίς διακρίσεις, στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας. Καμιά, επίσης, διάκριση μεταξύ των προσώπων που ακολουθούν διαφορετικές θρησκευτικές δοξασίες δεν προβλέπεται στα άρθρα 13παρ4 και 14παρ3 του Συντάγματος.

Η θρησκευτική ελευθερία όπως και η δυνατότητα απόλαυσης των δικαιωμάτων του ανθρώπου χωρίς θρησκευτικές διακρίσεις διακηρύσσεται και από τα διεθνή κείμενα. Γίνεται σχετική αναφορά όχι μόνο στα άρθρα 2 και 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (που κυρώθηκε με το ν.2462/1997),αλλά και σε άλλα κείμενα, όπως στα άρθρα 9 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου(Ε.Σ.Δ.Α.). Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με το άρθρο 9παρ 2 της Ε.Σ.Δ.Α. η ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο άλλων περιορισμών πέραν εκείνων που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη δημόσια ασφάλεια, την υγεία και την ηθική ή για την προάσπιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων. Στο ίδιο περίπου νοηματικό πλαίσιο βρίσκονται και τα άρθρα 10 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι περιορισμοί στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που προβλέπονται από τον εν λόγω Χάρτη, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου52, δεν μπορούν να θίγουν το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών, πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και επιτρέπεται να επιβάλλονται εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων προσώπων.

Στο Σύνταγμα του 1975 περιέχεται επίσης και το άρθρο 3 που έχει μεν ως τίτλο «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας », πλην το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτών των σχέσεων ουδόλως προσδιορίζεται ειδικότερα σε αυτή τη συνταγματική διάταξη. Σημειώνεται σε αυτή μόνο το πραγματικό γεγονός ότι επικρατούσα θρησκεία για την πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού (βλ. Πρακτικά Ολομέλειας Συντάγματος σ. 402) και κατά τα λοιπά ρυθμίζονται κυρίως τα θέματα των σχέσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Επίσης, για λόγους ιστορικούς, γίνεται επίκληση της Τριαδικής Θεότητας στην επικεφαλίδα του Συντάγματος, αλλά και για να τιμηθεί η συμβολή της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας της πλειοψηφίας των ελλήνων πολιτών.

Ενόψει των διατάξεων που προαναφέρθηκαν αλλά και του άρθρου 2 του Συντάγματος που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με τις 2280- 2289/2001 αποφάσεις της Πλήρους Ολομέλειάς του, έχει από καιρό δεχθεί, εξ αφορμής του ζητήματος της συνταγματικότητας της αναγραφής, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες των ελλήνων πολιτών, τα παρακάτω: Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και το δικαίωμα του ατόμου να μην αποκαλύπτει το θρήσκευμα που ακολουθεί ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του. Κανένας, σημειώνεται στις ως άνω αποφάσεις, δε μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να εξαναγκασθεί να αποκαλύψει, είτε άμεσα είτε έμμεσα, το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, υποχρεούμενος σε πράξεις ή παραλείψεις από τις οποίες τεκμαίρεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τους. Καμιά κρατική αρχή ή κρατικό όργανο, υπογραμμίζουν οι αποφάσεις αυτές, δεν επιτρέπεται να επεμβαίνει στον απαραβίαστο, κατά το Σύνταγμα, χώρο της συνείδησης του ατόμου και να αναζητά το θρησκευτικό του φρόνημα, πολύ περισσότερο να επιβάλλει την εξωτερίκευση των όποιων πεποιθήσεων του ατόμου αναφορικά με τη σχέση του με το Θείο. Την ίδια κατεύθυνση ακολουθούν και οι πρόσφατες 1759-1760/2019 ομόφωνες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. αναφορικά με το θέμα της υποχρεωτικής ή προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος στους απολυτήριους τίτλους και τα πιστοποιητικά σπουδών των εκπαιδευτικών μονάδων. Η αντίθετη ερμηνεία, σημειώνεται στις τελευταίες αυτές αποφάσεις, θα είχε ως συνέπεια την προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας, υπό την αρνητική της έκφραση, εκείνων των ελλήνων, οι οποίοι δεν θα επιθυμούσαν να εκδηλώσουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις με αυτόν τον τρόπο, αναιρώντας παράλληλα και τη θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους.

Η θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους είναι εμφανής στις διατάξεις του Συντάγματος. Αφορά, εκτός των άλλων και την παιδεία που αποτελεί, κατά το άρθρο 16παρ2, βασική αποστολή του Κράτους. Εφόσον η παιδεία αποβλέπει, σύμφωνα με την ίδια συνταγματική διάταξη, στη διάπλαση των νέων ελλήνων σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες και έχει ως σκοπό την ηθική και πνευματική αγωγή τους, δεν μπορεί παρά να είναι ελεύθερη και η ανάπτυξη της θρησκευτικής τους συνείδησης, στην οποία επίσης αναφέρεται η συνταγματική αυτή διάταξη, δηλαδή χωρίς δηλαδή να επιβάλλονται περιορισμοί και δογματικές εμφυτεύσεις συγκεκριμένων θρησκευτικών αντιλήψεων στους μαθητές. Ο μονομερής δογματικός διαποτισμός (indoctrination) της συνείδησης των μαθητών μέσω της επιβολής συγκεκριμένων θρησκευτικών αντιλήψεων αντιβαίνει στον πιο πάνω σκοπό της παιδείας, δε συμβάλλει στο σεβασμό της αξίας του ανθρώπου περί του οποίου μεριμνά το άρθρο 2 του Συντάγματος και βέβαια αντιβαίνει και στο άρθρο 5παρ1 του Συντάγματος, το οποίο υπογραμμίζει, για τον καθένα, την ανάγκη της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Σ αυτό το πλαίσιο, συνειδητά ο συνταγματικός νομοθέτης δεν αναφέρθηκε σε ειδικότερο περιεχόμενο της θρησκευτικής συνείδησης, κατά τα άρθρο 16παρ2, ούτε έκανε λόγο για την επίδραση σ αυτή των δογμάτων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ή έστω της χριστιανικής θρησκείας γενικότερα. Και τούτο ήταν φυσικό γιατί το ελληνικό Κράτος, κατά το Σύνταγμα, δε θρησκεύεται.

Το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία πρέπει να έχει κατά βάση θρησκειολογικό και όχι δογματικό περιεχόμενο, σύμφωνα με τις επιταγές του Συντάγματος και τις σύγχρονες παιδαγωγικές αντιλήψεις. Όπως τονίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(Ε.Δ.Δ.Α.), το πρόγραμμα θρησκευτικής εκπαίδευσης μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες ή γνώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα, πλην η μετάδοσή τους πρέπει να είναι αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική και να μην επιδιώκει κατηχητικό σκοπό (βλ π.χ. αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α. Kjeldsen, σκ. 53, Folgero σκ. 84, Grselak,σκ. 104, Osmanoglu, σκ. 91). Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών πρέπει, περαιτέρω, να λαμβάνει υπόψη της ότι το θρησκευτικό φαινόμενο, διαχρονικά, περιλαμβάνει όψεις ιστορικές, κοινωνιολογικές, φιλοσοφικές και άλλες, ενώ συνδέεται με την τέχνη και τον πολιτισμό σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η σημασία του μαθήματος είναι τόσο σημαντική, έτσι ώστε το μάθημα πρέπει να έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα για όλους τους μαθητές ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή άλλων πεποιθήσεων αυτών ή των γονιών τους. Βεβαίως, είναι εύλογο σε μια χώρα με αναμφίβολα επικρατούσα θρησκεία την Ορθοδοξία στην πλειοψηφία του πληθυσμού της , οι παρεχόμενες πληροφορίες για τα διδάγματα και τις αρχές αυτής να είναι περισσότερες, αφού αυτές ασφαλώς θα ενδιαφέρουν τους περισσότερους μαθητές, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να μεταφέρονται και στους υπόλοιπους μαθητές, ανεξαρτήτως του θρησκεύματός τους, αρκεί η σχετική διδασκαλία να μην έχει δογματικό ή ομολογιακό χαρακτήρα.

Η διδασκαλία των δογμάτων μιας θρησκείας, έστω και εκείνης την οποία πρεσβεύει η πλειοψηφία του πληθυσμού μιας χώρας, απευθυνόμενη μάλιστα σε ανήλικα παιδιά, δε μπορεί να αποτελεί κρατικό σκοπό στο πλαίσιο ενός φιλελεύθερου δημοκρατικού Συντάγματος με βάση τις αρχές της θρησκευτικής ελευθερίας που προαναφέρθηκαν. Την σχετική ευθύνη γι αυτή τη διδασκαλία δεν μπορεί να έχει παρά η ίδια η κάθε Εκκλησία με τις δικές της δυνάμεις, ενισχυόμενη ενδεχομένως οικονομικά από το Κράτος. Οι θρησκευτικοί λειτουργοί της, άλλωστε, γνωρίζουν καλύτερα από τους όποιους κρατικούς εκπαιδευτικούς, οι οποίοι μπορεί να μην ασπάζονται καν οι ίδιοι την επικρατούσα θρησκεία, πως θα μεταφέρουν σωστά τα δόγματα και τις αρχές της στους ανθρώπους και ιδιαίτερα στους νέους. Και βέβαια, καίριος είναι στην περίπτωση αυτή ο ρόλος των γονέων οι οποίοι δικαιούνται να εξασφαλίσουν αυτοί, με δικές τους πρωτοβουλίες, την μόρφωση και την εκπαίδευση των παιδιών τους, σύμφωνα με τις δικιές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις, όπως επιτάσσει το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Όπως, μάλιστα, έχει κριθεί από το Δικαστήριο του Στρασβούργου, δεν παρέχεται στους γονείς το δικαίωμα να αξιώνουν από το Κράτος την οργάνωση της διδασκαλίας με συγκεκριμένο περιεχόμενο στα θέματα αυτά (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Osmanoglu, σκ. 92-95, Lautsi, σκ. 60 και 72).

Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία πρέπει να απευθύνεται στο σύνολο των μαθητών, χωρίς διακρίσεις (κατά το άρθρο 14 της Ε.Σ.Δ.Α.), ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των ίδιων ή των γονέων τους. Οι ίδιοι, άλλωστε, οι μαθητές, καθώς είναι συνήθως ανήλικοι, είναι μάλλον απίθανο να έχουν ήδη διαμορφώσει μια πλήρη προσωπική αντίληψη για το θρησκευτικό φαινόμενο. Ασκούνται σ αυτούς προφανώς, κατά την περίοδο αυτή της ζωής τους, επιρροές τόσο από το οικογενειακό, όσο και από το φιλικό τους περιβάλλον. Και μόνοι τους, όμως, προβληματίζονται, κυρίως κατά εφηβική περίοδο, προκειμένου να επιλέξουν σχετική στάση ζωή. Η επίδρασή, πάντως, στη διαμόρφωση της θρησκευτικής συνείδησης του μαθητή δεν μπορεί παρά να είναι από μέρους του Κράτους διακριτική και να τηρεί της συνταγματικές αρχές της ισότητας (άρθρο 4 και άρθρο 13), με αποφυγή του προσηλυτισμού(άρθρο 13παρ. 2, τελευταίο εδάφιο), ο οποίος ρητά απαγορεύεται χωρίς καμιά διάκριση από το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα.

Η πρακτική, παρά ταύτα, που ακολουθήθηκε στην Ελλάδα υπήρξε παραδοσιακά ακριβώς η αντίθετη. Η διδασκαλία του μαθήματος ήταν πάντοτε σχεδόν δογματική με τη χρήση του τεκμηρίου της επικρατούσας θρησκείας και μιας, κατά βάθος, εφαρμογής του ιδεολογήματος, σύμφωνα με το οποίο υπάρχει ταύτιση του ελληνισμού, όχι μόνο με τον χριστιανισμό, αλλά και με την ίδια την ορθοδοξία, ενώ η διδασκαλία ενός μαθήματος τέτοιου περιεχομένου ήταν υποχρεωτική. Η πραγματική αυτή κατάσταση άλλαξε, εδώ και κάποιον καιρό στη χώρα μας, με επίδραση κυρίως της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με το να παρασχεθεί, δηλαδή, η δυνατότητα απαλλαγής ορισμένων μαθητών από την παρακολούθηση του δογματικού αυτού μαθήματος, μετά από πρωτοβουλία των γονέων τους ή των ίδιων των μαθητών, αν οι τελευταίοι είναι ενήλικοι. Η έστω όμως οικειοθελής απομάκρυνση κάποιων μαθητών από τη διδασκαλία ενός σημαντικού μαθήματος στο σχολείο συνιστά μια, καταρχήν, μη ομαλή ενέργεια στην εκπαιδευτική διαδικασία. Το παιδί απομακρύνεται, έστω πρόσκαιρα, από την εκπαιδευτική καθημερινότητα και ασφαλώς, αν δεν στιγματίζεται γι αυτό, πάντως διαφοροποιείται στα μάτια των περισσότερων συμμαθητών του, οι οποίοι δεν είναι πάντοτε τόσο ώριμοι για να αποδεχτούν, ως φυσιολογική, την απομάκρυνση του αυτή από τη σχολική αίθουσα. Ύστερα, ο ίδιος ο μαθητής που δεν παρακολουθεί το μάθημα θα στερηθεί σημαντικών γνώσεων που θα του ήσαν, οπωσδήποτε, χρήσιμες για να καταλάβει καλύτερα το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ζει και να αναπτύξει, στη συνέχεια, πληρέστερα τη δική του προσωπικότητα. Η απασχόληση, επίσης, του μαθητή τις κενές αυτές ώρες στο πλαίσιο ενός άλλου σχολικού μαθήματος (ποίου ;) δεν είναι πρακτικά πάντοτε ευχερής.

Όπως σημειώθηκε, για τη μη παρακολούθηση του ομολογιακού ή δογματικού μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία πρέπει να προηγηθεί δήλωση του μαθητή αν είναι ενήλικος ή του γονιού του, η οποία, κατά τις αντίθετες προς τις παραπάνω, αποφάσεις 1749,1750,1751 και1752/2019 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας θα μπορούσε να έχει το εξής περιεχόμενο: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή μου ή του παιδιού μου στο μάθημα των θρησκευτικών ». Μια τέτοια όμως δήλωση είναι σαφές ότι παραβιάζει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης του δηλούντος προσώπου (του μαθητή ή του γονιού του), αφού τούτο εξαναγκάζεται, έστω και με αυτή την αόριστη δήλωση, να διατυπώνει, εμμέσως, πλην απολύτως σαφώς, την αντίθεσή του προς τα διδασκόμενα στο σχολείο δόγματα της Ανατολικής Ορθόδοξης του Εκκλησίας του Χριστού. Με τον τρόπο αυτό ο μαθητής ή ο γονιός του παραβιάζει το δικαίωμά που από το Σύνταγμα διαθέτει να μην αποκαλύπτει το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του, καθώς υποχρεώνεται σε δήλωση από την οποία προκύπτει σαφώς ότι δεν συμφωνεί με τα παραπάνω δόγματα. Εξαναγκάζεται έτσι από κρατικό όργανο, το διευθυντή της οικείας σχολικής μονάδας, να εξωτερικεύσει την αντίθεσή του προς την επικρατούσα θρησκεία, αντίθετα προς το πνεύμα των πιο πάνω 2280-2289/2001 αποφάσεων της Πλήρους Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας καθώς και των πρόσφατων 1759-1760/2019 αποφάσεων της Ολομέλειας του ίδιου Δικαστηρίου. Υποχρεώνεται, έτσι, ο γονιός ή ο μαθητής, αντίθετα προς το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,και όταν δεν το θέλει, να εκδηλώνει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις που είναι οπωσδήποτε αρνητικές για την επικρατούσα θρησκεία. Η ενέργεια αυτή προσβάλλει εξάλλου την ίδια τη θρησκευτική ουδετερότητα που οφείλει να επιδεικνύει το ελληνικό κράτος προς τους πολίτες του σύμφωνα με το Σύνταγμά.

Οι ειδικότερες, σε σχέση με το ερευνώμενο ζήτημα του τρόπου διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία 1749,1750,1751 και1752/2019, 926, 660/2018 αποφάσεις της Ολομέλειας του ίδιου Δικαστηρίου (βλ. και τις συναφείς παλαιότερες 2176/1998 και 3356/1995 αποφάσεις του Γ΄ Τμήματος, με τις οποίες είχε μάλιστα θεωρηθεί ότι το τότε κυρίως εριζόμενο ζήτημα των ωρών διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία δεν έπρεπε καν να παραπεμφθεί προς επίλυση στην Ολομέλεια !) , αν και με ορισμένες διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, οδηγούν σε κοινά λανθασμένα συμπεράσματα και δημιουργούν σύγχυση ως προς τις διαχρονικές νομολογιακές επιλογές του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα θρησκευτικής ελευθερίας. Δέχονται την υποχρεωτικότητα εκ μέρους των μαθητών της παρακολούθησης του μαθήματος των θρησκευτικών, παράλληλα όμως σημειώνουν ότι το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους μαθητές οι οποίοι ανήκουν στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού που ασπάζεται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, ενώ όσοι δεν ανήκουν σ αυτό το δόγμα μπορούν να απαλλαγούν από την παρακολούθηση αυτού του μαθήματος με την υποβολή δήλωσης με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε πιο πάνω. Παραβλέπουν, έτσι, οι αποφάσεις αυτές, κυρίως, τη μείζονα εμβέλεια του μη αναθεωρητέου άρθρου 13 του Συντάγματος και ερμηνεύουν τα άρθρα 3 και 16παρ2 (θρησκευτική συνείδηση = ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση) του Συντάγματος με τρόπο που οδηγεί στην προσβολή του πυρήνα τόσο του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, όσο και του δικαιώματος του προσώπου,αλλά και της αντίστοιχης υποχρέωσης του Κράτους, για την παροχή παιδείας τέτοιου περιεχομένου που να οδηγεί στη διαμόρφωση, χωρίς θρησκευτικές διακρίσεις, πολιτών με ελεύθερο φρόνημα. Οι ατυχείς αυτές δικαστικές αποφάσεις είναι, κατά το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, αντίθετες, όπως σημειώθηκε, προς τις προαναφερθείσες 2280-2289/2001 και 1759-1760/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του ίδιου Ανωτάτου Δικαστηρίου. Για το λόγο είναι επιτακτική η ανάγκη, υποθέσεις με το αυτό αντικείμενο να αχθούν, με την πρώτη ευκαιρία, εκ νέου ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου, αυτή τη φορά, η Πλήρης Ολομέλεια του Δικαστηρίου να αποφανθεί ρητά και οριστικά για το πιο πάνω ζήτημα. Η νομολογιακή ανασφάλεια δικαίου και μάλιστα στο πλαίσιο του ίδιου Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ανάγκη να εξοβελίζεται το ταχύτερο δυνατό, όταν μάλιστα αφορά κρίσιμα δικαιώματα του ανθρώπου, όπως είναι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία.

Οι παραδοχές της παρούσας μελέτης βαίνουν, κατά βάση, προς την ίδια κατεύθυνση με εκείνη που ακολουθούν τα κείμενα της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Ε.Δ.Α.), η οποία συνιστά τον εθνικό θεσμό προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και αποτελεί το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας αναφορικά με τα ζητήματα αυτά. Η Ε.Ε.Δ.Α. ασχολήθηκε επανειλημμένα με τα θέματα της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία, ήτοι στις 19.1.2006 (διατυπώνοντας πρόταση νόμου με τίτλο «Ρύθμιση σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, θρησκευτικές ενώσεις και κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας »), στις 5.12.2013 (στις Παρατηρήσεις που διατύπωσε στο σχέδιο της Δεύτερης Περιοδικής Αξιολόγησης της Ελληνικής Δημοκρατίας για το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα- ΔΣΑΠΔ) και πρόσφατα με την από 10.10.2016 Δήλωσή της. Με την τελευταία αυτή Δήλωση η Ολομέλεια της Ε.Ε.Δ.Α. διατύπωσε, αναφορικά με τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία, ειδικότερες σκέψεις με αφετηρία, το σεβασμό για το έργο και την αποφασιστική συμβολή της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας, όπως αυτός αποτυπώνεται στο άρθρο 3 του Συντάγματος. Η Ε.Ε.Δ.Α. σημείωσε , στην αρχή αυτής της Δήλωσης, ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη συνθετότητα του σύγχρονου κοινωνικού και πολιτιστικού ιστού και τις εκπαιδευτικές ανάγκες που προκύπτουν από αυτή, η θρησκευτική αυτοσυνειδησία των πολιτών οφείλει να επιδεικνύει δεκτικότητα στο διάλογο με τον Άλλο και σεβασμό στις υπάρχουσες διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Περαιτέρω, η Ε.Ε.Δ.Α. θεώρησε ότι σ ένα πλουραλιστικό και δημοκρατικό σχολείο, το οποίο σέβεται τη θρησκευτική ετερότητα, ένα μάθημα με κατηχητικό και ομολογιακό χαρακτήρα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των μαθητών. Αντίθετα, με γνώμονα την κριτική ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών, προκρίνεται μια σύγχρονη γνωσιολογικού χαρακτήρα θρησκειοπαιδαγωγική προσέγγιση που δε θα προβαίνει σε δογματική εμφύτευση συγκεκριμένων θρησκευτικών πεποιθήσεων. Η προσέγγιση αυτή, σημείωσε η Δήλωση της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, είναι σύμφωνη με την έννοια της « θρησκευτικής συνείδησης », ερμηνευόμενης ως ελεύθερης διαμόρφωσης της θρησκευτικής συνείδησης για όλους τους μαθητές, όπως άλλωστε επιτάσσουν τα άρθρα 5 παρ 1 και 13 του Συντάγματος που κατοχυρώνουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, αντίστοιχα, όσο και το άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ των σκοπών της παιδείας, εκτός από την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης » και τη « διάπλαση ελεύθερων πολιτών ». Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, σημείωσε η Ολομέλεια της Ε.Ε.Δ.Α., είναι συμβατή, όχι μόνο με τις συνταγματικές επιταγές, αλλά και με την ευρωπαϊκή πολιτιστική πραγματικότητα. Και έγινε , στο σημείο αυτό, παραπομπή σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) που αποδοκιμάζουν πλήρως το « δογματικό διαποτισμό » της συνείδησης των μαθητών μέσω της επιβολής συγκεκριμένων θρησκευτικών δοξασιών (βλ. π.χ. αποφάσεις Folgero και άλλοι κατά Νορβηγίας και Zengin και άλλοι κατά Τουρκίας).

Με την ίδια πιο πάνω από 10.10.2016 Δήλωσή της η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ως εθνικός θεσμός ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και τμήμα του διεθνούς θεσμικού πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, επέστησε περαιτέρω την προσοχή των αρμοδίων Αρχών στην επιτακτική ανάγκη διασφάλισης της πλήρους εφαρμογής των δικαιωμάτων του παιδιού και μάλιστα εκείνων που κατοχυρώνονται από τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν.2101/2.12.1992 (φ.192). Ιδιαίτερη αναφορά έγινε ευλόγως στο άρθρο 14 αυτής της Διεθνούς Σύμβασης, με την παρ. 1 του οποίου ρητά ορίζεται ότι « τα συμβαλλόμενα Κράτη σέβονται το δικαίωμα του παιδιού για ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας ». Η σημαντική εμβέλεια αυτής της διάταξης, που έχει μάλιστα υπερνομοθετική ισχύ, έχει μάλλον παραβλεφθεί από τη νομολογία. Σημειωτέον ότι η Χώρα μας πρέπει να συμμορφώνεται προς τις καταληκτικές Παρατηρήσεις και Συστάσεις των διεθνών ελεγκτικών οργάνων για την προστασία και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ως προς το τελευταίο αυτό θέμα, όπως σημείωσε η πιο πάνω Δήλωση της Ε.Ε.Δ.Α., αξίζει να γίνει μνεία των από 13.9.2012 Συστάσεων της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, κατά το μέρος που αφορούν την Ελλάδα, όπου επαναλαμβάνεται προηγούμενη Σύστασή της προς την Ελληνική Πολιτεία για τη διασφάλιση του σεβασμού των θρησκευτικών πεποιθήσεων του παιδιού – ή της έλλειψής τους- και για τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την πρόληψη και εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων λόγω θρησκείας και πεποιθήσεων και την προώθηση της θρησκευτικής ανοχής και διαλόγου στην κοινωνία.

Πρέπει, τέλος, να επισημανθεί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας έχει μεγάλη ιστορική καταγωγή και συνεισφορά, σημαντικό έργο να επιδείξει και καίρια σωτηριολογική αποστολή υπηρετώντας τον Άνθρωπο. Δεν έχει ανάγκη τον κρατικό εναγκαλισμό που μερικές φορές τείνει να τη στραγγαλίσει. Δεν φαίνεται πειστικό το επιχείρημα ότι η έντονη και διαρκής συνεργασία με το Κράτος υπηρετεί το κύρος της. Το κρατικό ένδυμα, ως κοινού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, την απομακρύνει από την αποστολή της και ο έλεγχος της από τη δημόσια εξουσία περιορίζει το αυτοδιοίκητο που το Σύνταγμα κατοχυρώνει γι αυτήν. Δεν φαίνεται λογικό η Πολιτεία να πρέπει π.χ. να έχει λόγο, με την έκδοση προεδρικού διατάγματος για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκλογής των μητροπολιτών ή να μπορεί να ελέγχει, έστω με δικαστική ανάμειξη, ακόμα και τις μεταθέσεις των εφημερίων ! Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας πρέπει να πιστέψει περισσότερο στον εαυτό της και να απομακρυνθεί από την εκκοσμίκευση που μοιραία συνεπάγεται γι αυτήν η ιδιαίτερη σχέση της με το Κράτος. Μακριά από τη στενή επαφή με το Κράτος, η δράση της Εκκλησίας θα είναι πιο ελεύθερη χωρίς δεσμεύσεις και υπολογισμούς. Η δραστηριότητά της στο πλαίσιο της κατοχυρωμένης θρησκευτικής ελευθερίας θα αναδείξει περισσότερο την πνευματικότητα της αποστολής της. Θα μπορέσει έτσι καλύτερα να προωθήσει ανεμπόδιστα και τον εκπαιδευτικό της ρόλο σε δογματικό επίπεδο χωρίς άγονες αντιπαραθέσεις, μη χρησιμοποιώντας, κατά βάση, τις κρατικές δομές. Η πλήρης εφαρμογή στην πράξη της θρησκευτικής ελευθερίας θα ευνοήσει τελικά έμμεσα και την ίδια, καθώς θα αναδείξει αρχές και αξίες με τις οποίες είναι αδιανόητο να αντιπαρατίθεται.

Μάρτιος 2020

 

Δημοσιεύθηκε στο Συλλογικό Τόμο με τον τίτλο «ΕΚΚΛΗΣΙΑ.ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑ», Το Σύνταγμα 1&2/2020, σελ. 429 έως 438.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

5 × 5 =