Η χαμένη τιμή του Κράτους Δικαίου

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Στην προσπάθεια απάντησης στο ερώτημα εάν το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων απηχεί μια υποβάθμιση του Κράτους Δικαίου στη Χώρα μας, γίνεται συχνά επίκληση, ως θέσφατου, της λίστας των κριτηρίων της Επιτροπής της Βενετίας για να στηριχθεί ο ισχυρισμός ότι, παρά τα σοβαρά προβλήματα, η Χώρα μας έχει ανθεκτικούς δικαιοκρατικούς θεσμούς και απέχει παρασάγγας από την κατάσταση που επικρατεί στην Ουγγαρία ή στην Πολωνία. Χωρίς να καταφέρνει να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, αυτή η επιχειρηματολογία υποτιμά την ίδια τη σημασία του Κράτους Δικαίου, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Παραγνωρίζοντας την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης πραγματικής κοινωνικής δικαιοσύνης και προτάσσοντας την κατοχύρωση, κυρίως, ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, η Επιτροπή της Βενετίας, που ιδρύθηκε μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου ως συμβουλευτικό όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης επί συνταγματικών θεμάτων, προτείνει μια εργαλειοθήκη με διαδικαστικά και αμιγώς φιλελεύθερα κριτήρια αξιολόγησης και τυποποίησης του σεβασμού του Κράτους Δικαίου (νομιμότητα, ασφάλεια δικαίου, πρόληψη της κατάχρησης εξουσίας, ισότητα ενώπιον του νόμου και απαγόρευση διακρίσεων, πρόσβαση στη δικαιοσύνη), εντάσσοντας, μάλιστα, ρητώς στις ιδιαίτερες σχετικές προκλήσεις και τις παρακολουθήσεις[1]. Αυτά τα κριτήρια βρίσκουν απήχηση στη νομολογία τόσο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όσο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέσω δε των σχετικών γνωμοδοτήσεων της Επιτροπής της Βενετίας, τα εν λόγω κριτήρια επηρεάζουν σημαντικά την αποτίμηση και τη νομιμοποίηση των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων που δρομολογούνται ακόμη και σε χώρες εκτός της ευρωπαϊκής ηπείρου. Συναφώς, η επιτελεστικότητα της εργαλειοθήκης της Επιτροπής της Βενετίας εμφανίζει κοινά χαρακτηριστικά και -ως προς τη φιλοσοφία της- συντονίζεται, σε μεγάλο βαθμό, με την επιτελεστικότητα της εργαλειοθήκης με νεοφιλελεύθερα κριτήρια αξιολόγησης των εθνικών οικονομιών που προτείνουν οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, προωθώντας έναν κανονιστικό δαρβινισμό, στο πλαίσιο του οποίου οι κανόνες δικαίου αντιμετωπίζονται ως εμπορεύματα και επιβιώνουν μόνον όσοι από αυτούς εξυπηρετούν τη βούληση των αγορών. Τα τελευταία χρόνια, πέραν της απομείωσης των περισσότερων μορφών κοινωνικής πολιτικής, ο παραπάνω συντονισμός είχε ως αποτέλεσμα και την μετάλλαξη της προέχουσας λειτουργίας των ίδιων των φιλελεύθερων δικαιοκρατικών αξιών που είναι κοινές στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εν λόγω αξίες μετατράπηκαν από πηγές μιας ευοίωνης προοπτικής προωθημένης ενοποίησης σε βάσεις μιας θεσμικής και οικονομικής επιτήρησης των κρατών μελών. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι, στο πλαίσιο της νέας ευρωπαϊκής διακυβέρνησης, ο σεβασμός των παραπάνω αξιών προβάλλεται, διαβαθμισμένος πλέον, κυρίως ως ρήτρα αιρεσιμότητας της οικονομικής ενίσχυσης των κρατών μελών[2].

Ο περιορισμός της ανάλυσης της κρίσης του Κράτους Δικαίου στην επίκληση της εργαλειοθήκης της Επιτροπής της Βενετίας και στη λογική της συγκριτικής κατάταξης, βάσει τυποποιημένων κριτηρίων αξιολόγησης, θολώνει τις διαστάσεις και τη δυναμική αυτής της κρίσης. Το σύγχρονο φαινόμενο της αποδυνάμωσης των δικαιοκρατικών εγγυήσεων στην Ευρώπη, το οποίο ταλαντεύεται μεταξύ καταστρατήγησης των φιλελεύθερων αξιών και ανάπτυξης συστηματικών αντιφιλελεύθερων πολιτικών, ούτε είναι δεκτικό αυστηρής τυποποίησης ούτε αφορά μόνον ορισμένες χώρες. Διαχέεται στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών. Εάν η ένταση κάθε εκδήλωσης του εν λόγω φαινομένου εξηγείται, κατά περίπτωση, από τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας, η αναπαραγωγή του σε όλες τις χώρες έχει ως κοινό παρονομαστή την ευρεία εξάπλωση αυταρχικών πολιτικών στην Ευρώπη.

Κατά τούτο, ο δημόσιος διάλογος αποπροσανατολίζεται και παύει να είναι γόνιμος, όταν εστιάζεται, αποκλειστικά και μόνο, στο ερώτημα εάν η Ελλάδα έχει φτάσει στο επίπεδο της Ουγγαρίας ή της Πολωνίας, δηλαδή όταν υπερτονίζονται τα αποτελέσματα χωρίς να αναζητούνται τα βαθύτερα αίτια των προβλημάτων. Μετά το 2010, στη Χώρα μας, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η κρίση του Κράτους Δικαίου οφείλεται πρωτίστως στη δραματική συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους δικαίου, το οποίο κατοχυρώνεται και ρητώς στο άρθρο 25, παρ. 1, του ελληνικού Συντάγματος. Η διαδοχή και η σώρευση των διαφόρων κρίσεων (της δημοσιονομικής, της μεταναστευτικής, της υγειονομικής, της κρίσης λόγω του πολέμου στην Ουκρανία) κατέδειξαν ότι πολλά από τα αυστηρά μέτρα λιτότητας και περιστολής θεμελιωδών δικαιωμάτων που υιοθετήθηκαν με αφορμή κάθε επιμέρους κρίση δεν πήγαζαν από τη φύση των πραγμάτων, αλλά από πολιτικές αποφάσεις εξυπηρέτησης μεμονωμένων συμφερόντων. Η δε εμπέδωση ενός ατελώς νομιμοποιημένου διαρκούς καθεστώτος ανάγκης ήταν αναμενόμενο να οδηγήσει σε μια συστηματική υποβάθμιση σχεδόν του συνόλου των εθνικών και ευρωπαϊκών δικαιοκρατικών εγγυήσεων και στην προσφυγή σε αυταρχικές πολιτικές γενικευμένης επιτήρησης και αστυνόμευσης, κατ’ επίκληση -όχι πάντοτε ειλικρινή- της δημόσιας τάξης και της εθνικής ασφάλειας.  Στο πλαίσιο αυτών των μετασχηματισμών του Κράτους, του Δικαίου και της Κοινωνίας, αναπτύχθηκαν και τα φαινόμενα, αφενός, της επιτελικής ενορχήστρωσης πληθώρας νομότυπων, αλλά στερούμενων προφανούς αιτιολογίας, κρατικών επισυνδέσεων σε βάρος, ιδίως, δημόσιων προσώπων και, αφετέρου, της ανοχής -αν όχι ενθάρρυνσης- παρακολουθήσεων μέσω της χρήσης a priori παράνομων κακόβουλων λογισμικών. Για να κατανοήσουμε αυτά τα φαινόμενα και να αναχαιτίσουμε την αναπαραγωγή τους, απαιτούνται ριζικές αλλαγές στις αντιλήψεις και στις πρακτικές, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν αρκεί η όποια πιστοποίηση ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην ίδια ή σε χαμηλότερη θέση από την Ουγγαρία ή την Πολωνία σε κάποια βαθμολογική κατάταξη προβληματικών χωρών. Δεν αρκούν ούτε οι γενικόλογες κοινές διακηρύξεις υπέρ του Κράτους Δικαίου και της Δημοκρατίας ούτε η προσφυγή σε βέλτιστες πρακτικές που επικρατούν διεθνώς. Άλλωστε, τις περισσότερες φορές, αυτές οι απλουστεύσεις, οι γενικεύσεις και οι πρακτικές επιχειρούν να εμφανίσουν τα προβλήματα ως κοινότοπα και ευχερώς διαχειρίσιμα, εξυπηρετώντας απλώς συμψηφισμούς, συγκαλύψεις ευθυνών και στρατηγικές υπεράσπισης κυρίαρχων πολιτικών που αναπαράγουν τις παθογένειες.

 

[1] Βλ. Συμβούλιο της Ευρώπης (Επιτροπή Βενετίας), Το Κράτος Δικαίου. Κριτήρια Ελέγχου, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, μετάφραση : Α. Βλαχογιάννης, 2022.

[2] Βλ., αναλυτικά, C. Yannakopoulos, Les vicissitudes de l’État de droit dans l’Union européenne, www.constitutionalism.gr, 12.3.2021.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

six − six =