Η εφαρμογή των υπερνομοθετικής ισχύος αρχών του ποινικού δίκαιου στην πειθαρχική διαδικασία

Παναγιώτης Καποτάς, Δικηγόρος Πατρών, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου, Τμήμα Νομικής ΕΚΠΑ και Ελένη Τραυλού, Δικηγόρος Αθηνών, ΜΔΕ Αστικού Δικαίου, Τμήμα Νομικής ΕΚΠΑ
H πειθαρχική διαδικασία αποσκοπεί στη διαφύλαξη της ορθής εσωτερικής λειτουργίας της υπηρεσίας και στην παράλληλη προστασία των δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων. Τα ανωτέρω επιτυγχάνονται με την τήρηση εκ των προτέρων γνωστών τυπικών διαδικασιών ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αμφοτέρων των μερών.
Η πειθαρχική διαδικασία, από πλευράς τόσο ουσιαστικού όσο και δικονομικού δικαίου, προσιδιάζει στο ποινικό δίκαιο. Πέραν της ρητής διάταξης του άρθρου 108 του Υπαλληλικού Κώδικα, η οποία παραπέμπει σε κατ’ αναλογία εφαρμογή των αρχών του ποινικού κώδικα και του κώδικα ποινικής δικονομίας, υπάρχουν και άλλες αρχές, οι οποίες δεν αναφέρονται μεν στην εν λόγω διάταξη, συνάδουν, όμως, με τη φύση και το σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας. Ενδεικτικά, τέτοιες αρχές που διέπουν την πειθαρχική διαδικασία είναι η αρχή της μη αναδρομικής ισχύος δυσμενέστερου νόμου, της προϋφιστάμενης ύπαρξης διάταξης η οποία να προβλέπει το παράπτωμα και την ποινή, της μη αυτοενοχοποίησης, της παράστασης με δικηγόρο, της δημοσιότητας των συνεδριάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων, της ανεξαρτησίας των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου, της μη χειροτέρευσης της θέσης του ασκούντος το ένδικο μέσο, της κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης μαρτύρων και της δυνατότητας πρότασης και εξέτασης μαρτύρων υπεράσπισης.
[Αναδημοσίευση από τα πρακτικά του 3ου Συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων]
Διαβάστε το κείμενο στο συνημμένο.

Σχετικό Περιεχόμενο