H αρχή της υπεροχής και οι συνταγματικές αρχές του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου Με αφορμή την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3

Aντώνιος Ε. Κουρουτάκης, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Μεταδιδακτορικός Υπότροφος της Επιτροπής Ερευνών του ΑΠΘ


*[προδημοσίευση από το περιοδικό “Το Σύνταγμα”]

I. Πρόλογος

Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τον Ιανουάριο του 2012 δημοσίευσε ένα κυβερνητικό έγγραφο με το οποίο παρουσίασε επίσημα τη στρατηγική της για τη δημιουργία μιας υπερσύγχρονης γραμμής τρένου, ταχείας κυκλοφορίας (High Speed 2 ή HS2) που θα ενώνει το Λονδίνο με τις κεντρικές επαρχίες της Αγγλίας (West Midlands), ειδικότερα με την πόλη του Μπέρμινγχαμ (αρχικό στάδιο), με προέκταση σε δεύτερο στάδιο στις βόρειες πόλεις της Αγγλίας, Μάντσεστερ και Λιντς με προοπτική να φτάσει πιο βόρεια στις πόλεις της Σκοτίας.[1]

Το Μάιο του 2013 η Κυβέρνηση κατέθεσε στο Κοινοβούλιο το σχετικό νομοσχέδιο το οποίο μετά την ψήφισή του έγινε νόμος του κράτους το Νοέμβριο του 2013.[2]

Στο κυβερνητικό σχέδιο για τη δημιουργία αυτής της ταχείας γραμμής εναντιώθηκε μια σειρά από φορείς που κατέθεσαν προσφυγές (Απρίλιος 2012) με διαφορετικές νομικές βάσεις.[3] Συγκεκριμένα οι δημοτικές αρχές που βρίσκονται κατά μήκος της προτεινόμενης οδού κατά το αρχικό στάδιο του HS2 (Hillingdon London Borough Council και άλλοι), ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός με την επωνυμία “HS2 Action Alliance” που συνεργάζεται με πάνω από 90 συνδεδεμένες ομάδες δράσης και ενώσεις κατοίκων που εναντιώνονται με την κυβερνητική επιλογή της δημιουργίας της ταχείας γραμμής HS2 και τρίτον η εταιρεία “Heathrow Hub Limited”.

Όλες οι υποθέσεις συνεκδικάστηκαν και μετά από την κατάθεση αίτησης αναθεώρησης της απόφασης του Εφετείου (24 Ιουλίου 2013) που απέρριψε όλες τις νομικές βάσεις των προσφυγών, η υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο επικύρωσε την απόφαση του Εφετείου και απέρριψε τις προσφυγές (22 Ιανουαρίου 2014).

Ειδικότερα, η προσφυγή των δημοτικών αρχών που βρίσκονται κατά μήκος της προτεινόμενης οδού κατά το αρχικό στάδιο του HS2 (Hillingdon London Borough Council και άλλοι) έθεσε μια σειρά από ζητήματα αναφορικά με την υπεροχή του ευρωπαϊκού έναντι του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου ως εθνικού δικαίου, θίγοντας καίρια ζητήματα συνταγματικής φύσης.

 

II. Νομική βάση και απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου

Οι δημοτικές αρχές που βρίσκονται κατά μήκος της προτεινόμενης οδού κατά το αρχικό στάδιο του HS2 (Hillingdon London Borough Council και άλλοι), προσέφυγαν ενάντια στο κυβερνητικό σχέδιο για την υλοποίηση του HS2 δεδομένου ότι η πρόθεση της Κυβέρνησης να υιοθετηθεί η διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων υβριδικής φύσης αντίκειται στην Οδηγία 2011/92/ΕΕ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον.[4]

Ειδικότερα, η πρόθεση της Κυβέρνησης όπως είχε ρητώς αποτυπωθεί στο κυβερνητικό κείμενο ήταν ο σχετικός νόμος να υιοθετηθεί από το βρετανικό Κοινοβούλιο με τη διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων υβριδικής φύσης.[5] Αυτή η διαδικασία είναι πανομοιότυπη με τη συνήθη διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων δημοσίας φύσης (public bill), με τη διαφορά ότι προστίθεται ένα επιπλέον στάδιο μετά τη δεύτερη ανάγνωση, κατά το οποίο οι ενδιαφερόμενοι και όσοι επηρεάζονται άμεσα από το νομοσχέδιο είναι σε θέση να εκφράσουν τις απόψεις τους μέσω μιας ειδικής ακρόασης ενώπιον ειδικής επιτροπής.[6] H εξουσία όμως αυτής της επιτροπής είναι περιορισμένη, δεδομένου ότι δεν μπορεί να εξετάσει τις ενστάσεις των ενδιαφερομένων επί της αρχής του νομοσχεδίου. [7]

Κατά συνέπεια οι προσφεύγοντες και ήδη αναιρεσείοντες υποστήριξαν ότι η διαδικασία ψήφισης του νομοσχεδίου, δεδομένης της περιορισμένης δυνατότητας διαβούλευσης λόγω της υβριδικής φύσης του νόμου, δεν συμμορφώνεται με τις διαδικαστικές απαιτήσεις του άρθρου 1 παρ. 4 της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ.[8]

Σύμφωνα με την ως άνω Οδηγία τα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση να παρέχουν σε κάθε ενδιαφερόμενο “έγκαιρα και πραγματικά δυνατότητες να συμμετάσχει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2 και, για τον σκοπό αυτό, έχει το δικαίωμα να διατυπώνει παρατηρήσεις και γνώμες, όταν όλες οι επιλογές είναι ακόμη δυνατές, στην αρμόδια αρχή ή αρχές πριν από τη λήψη της απόφασης για τη συναίνεση ανάπτυξης.”[9] Όμως οι προϋποθέσεις αυτές δεν εφαρμόζονται όταν τα έργα “εγκρίνονται λεπτομερώς με ειδική εθνική νομοθετική πράξη, καθότι οι στόχοι που επιδιώκονται με την παρούσα Οδηγία, συμπεριλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών, επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας.”[10]

Το ΔΕΚ, ερμηνεύοντας την εν λόγω διάταξη, έθεσε δύο προϋποθέσεις, ώστε μια διαδικασία ψήφισης νόμου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 4. Πρώτον, πρέπει η νομοθετική διαδικασία να είναι ουσιαστική και όχι μόνο τυπική και δεύτερον, οι βουλευτές που συμμετέχουν στη νομοθετική διαδικασία να έχουν στη διάθεση τους όλες τις πληροφορίες, ώστε να μπορούν να κατανοήσουν τα σχετικά ζητήματα.[11] Πέραν των ως άνω προϋποθέσεων, οι γενικές εισαγγελείς Kokott[12] και Sharpston[13], ερμηνεύοντας την εν λόγω διάταξη, είχαν ρητώς υποστηρίξει ότι είναι αρμοδιότητα των δικαστηρίων να εξετάσουν κατά πόσον η διαδικασία ψήφισης του νόμου καλύπτει τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

 

Με δεδομένη την ανωτέρω νομολογία του ΔΕΚ, οι αναιρεσείοντες υποστήριξαν ότι η απόφαση του Κοινοβουλίου δεν ήταν συμβατή με την Οδηγία για τους εξής λόγους.[14] Πρώτον, οι βουλευτές δεν είχαν την ευχέρεια ψήφου, καθώς δεσμεύονται από την κομματική πειθαρχία, δεύτερον, οι πληροφορίες αναφορικά με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον είναι τόσο λεπτομερείς που ήταν απαραίτητη ενδελεχής συζήτηση επί του νομοσχεδίου και τρίτον, στο πρόσθετο στάδιο της διαδικασίας ψήφισης υβριδικών νομοσχεδίων ενώπιον της ειδικής επιτροπής, οι ενδιαφερόμενοι δεν δύνανται να εκφράσουν αντιρρήσεις επί της αρχής του νομοσχεδίου. Επιπροσθέτως, οι αιτούντες υποστήριξαν ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων να εξετάσουν το κατά πόσον η εν γένει διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η Οδηγία.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και αποφάνθηκε υπέρ της κυβέρνησης.[15] Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία ψήφισης του νομοσχεδίου πληροί τους δύο όρους που θέτει το ΔΕΚ καθώς είναι αδιαμφισβήτητα μια ουσιαστική νομοθετική διαδικασία, ουδόλως τυπική, και μάλιστα υπήρχε η δυνατότητα της τροποποίησης του εν λόγω νομοσχέδιου από τους βουλευτές.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν την καταλληλότητα και την επάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας, και επισήμανε ότι ούτε το ΔΕΚ έχει υιοθετήσει αυτήν την άποψη η οποία είχε μόνο εκφραστεί από τις γενικές εισαγγελείς Kokott και Sharpston.[16]

 

Εν κατακλείδι, το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε ότι δεν τίθεται ζήτημα υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου καθότι η ερμηνεία που δίνεται στην εν λόγω διάταξη της Οδηγίας από τους αναιρεσείοντες είναι διασταλτική χωρίς να ανταποκρίνεται στο πραγματικό κανονιστικό περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης. Καθότι δε το ζήτημα αυτό ήταν νομικά σαφές (acte clair), χωρίς να χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεις από το ΔΕΚ, έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητο να υποβάλει παραπεμπτικό ερώτημα.

 

 

ΙΙΙ. Τα όρια της αρχής της υπεροχής έναντι νόμων συνταγματικής αξίας

 

Το δεδικασμένο της απόφασης αυτής εκ πρώτης όψεως έχει περιορισμένο κανονιστικό πεδίο. Όμως, η απόφαση έχει περισσότερη σημασία για τα obiter dicta, τα οποία αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα,[17] θέτουν το πλαίσιο της αλληλεπίδρασης μεταξύ ευρωπαϊκού και εθνικού δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου.

 

Συγκεκριμένα, ο Δικαστής Reed, αποκρούοντας το επιχείρημα ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο έχει υπεροχή, σημείωσε ότι:[18]

 

«Σε αντίθεση με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι αναιρεσειόντες, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να λυθεί απλά με την εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του δικαίου της ΕΕ που αναπτύχθηκε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δεδομένου ότι η εφαρμογή της αρχής αυτής στην έννομη τάξη [του Ηνωμένου Βασιλείου] εξαρτάται από το Νόμο του 1972 [European Communities Act 1972]. Αν υπάρχει μια σύγκρουση μεταξύ μιας συνταγματικής αρχής, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων  [Bill of Rights, 1689], με το δίκαιο της ΕΕ, τότε η σύγκρουση πρέπει να επιλυθεί από τα δικαστήρια μας ως ένα ζήτημα που προκύπτει βάσει του συνταγματικού δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου”.

 

Όπως σωστά παρατηρεί ο Craig,[19] αυτές οι σκέψεις ήταν η βάση για τη μεταγενέστερη συζήτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο έθεσε τα ζητήματα που αφορούν τη νομική σχέση μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ, αλλά και έδωσε μια νέα διάσταση στην αρχή της κυριαρχίας του Κοινοβουλίου.[20]

 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατέστησε σαφές στην υπόθεση Costa ότι το δίκαιο της ΕΕ έχει υπεροχή έναντι του εθνικού δικαίου σε περίπτωση σύγκρουσης,[21] Ωστόσο η αρχή αυτή εξαρτάται από την εφαρμογή της από τα κρατικά δικαστήρια και επομένως εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίζει αν θα δέχεται αυτή την υπεροχή και αν θα την θεμελιώνει στο σκεπτικό της απόφασης του ΔΕΚ ή σε εγχώριους συνταγματικούς κανόνες, ή σε κάποια ανάμιξη των δύο.[22]

 

Η αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου είχε επικυρωθεί με την απόφαση  Factortame του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλέιου (τότε Βουλή των Λόρδων).[23] «Ήταν πάντα σαφές ότι ήταν καθήκον του δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά την τελεσίδικη απόφαση, να παρακάμπτει οποιονδήποτε κανόνα του εθνικού δικαίου που βρίσκεται σε σύγκρουση με κάθε άμεσα εκτελεστό κανόνα του κοινοτικού δικαίου» είχε εμφατικά νομολογήσει ο Δικαστής Bridge.[24]

 

Tο δεδικασμένο αυτό είχε αποκρυσταλλωθεί στην έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου και η νομιμοποιητική βάση είχε δύο ερείσματα, πρώτον, τη συναίνεση του Ηνωμένου Βασιλείου να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεχόμενο δικαιώματα και υποχρεώσεις και δεύτερο, τη λειτουργική προσέγγιση βάσει της οποίας η επίτευξη της κοινής εσωτερικής αγοράς επιτάσσει ομοίoμορφη εφαρμογή κανόνων.[25]

 

Όμως ο Δικαστής Laws στην υπόθεση Thoburn[26] αυτοπροσδιόρισε τη νομιμοποιητική βάση της αρχής της υπεροχής στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου (όπως αντίστοιχα έχει κάνει και το ελληνικό δίκαιο μέσω της διάταξης του άρθρου 28 παράγραφος 2 του Συντάγματος) και έτσι επαναπροσδιόρισε την αλληλεπίδραση μεταξύ ευρωπαϊκού δικαίου και εθνικού. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι ο νόμος με τον οποίο το βρετανικό Κοινοβούλιο επικύρωσε την ένταξή του στις τότε Ευρωπαϊκές Κοινότητες,[27] είναι νόμος συνταγματικής αξίας, όπως και μια σειρά από αντίστοιχης αξίας νόμους του Ηνωμένου Βασιλείου,[28] κατά συνέπεια το ρυθμιστικό του περιεχόμενο υπερισχύει έναντι των μεταγενέστερων νόμων του Κοινοβουλίου μη συνταγματικής αξίαςεφόσον ο τελευταίος δεν εμπεριέχει ρητή διάταξη με την οποία να ορίζει ότι τροποποιεί το νόμο συνταγματικής αξίας (doctrine of implied repeal).[29]

 

Η υπόθεση HS2 του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και ειδικότερα η άποψη των δικαστών Neuberger και Mance (με τους οποίους συμφωνούν και οι υπόλοιποι δικαστές)[30] έρχεται να επιβεβαιώσει με τα obiter dicta τον συλλογισμό του Δικαστή Laws,[31] όσον αφορά την ύπαρξη νόμων του Κοινοβουλίου με υπερνομοθετική ισχύ, οι οποίοι είναι δυνατόν να τροποποιηθούν με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία μεν, αλλά με ρητή διάταξη δε. Στη λίστα των νόμων με την ουσιαστική έννοια με υπερνομοθετική ισχύ, αναφέρουν ενδεικτικά τους εξής: Magna Carta, Petition of Right 1628, Bill of Rights (στη Σκοτία ο σχετικός νόμος Claim of Rights Act 1689), Act of Settlement 1701, Act of Union 1707, European Communities Act 1972, Human Rights Act 1998 και Constitutional Reform Act 2005”.

Από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης, δεδομένων και των νομικών ζητημάτων όπως προέκυψαν από τα πραγματικά περιστατικά, δεν διαφαίνεται πως το Δικαστήριο θα αντιμετωπίσει την ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ νόμων συνταγματικής αξίας κάτι που επισημαίνουν και οι δικαστές Neuberger και Mance.[32] Γίνεται όμως σαφές ότι τα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για την κρίση επί του ζητήματος αυτού. [33]

 

IV. Επίλογος

 

Η απόφαση HS2 προσδίδει στον τομέα του δικαίου της ΕΕ άλλη μία οπτική στην πολύπλευρη έννοια της αρχής της υπεροχής. Από τη μία μεριά το ΔΕΚ έθεσε το πλαίσιο της αρχής της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου, όμως και τα δικαστήρια το κρατών μελών διαμορφώνουν το πλαίσιο αυτό θέτοντας όρια και προϋποθέσεις. Η έννοια της υπεροχής διαμορφώνεται διαλεκτικά μέσα από τον νομολογιακό διάλογο μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και ΔΕΚ.

           

Ειδικότερα όσον αφορά την έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου, η υπόθεση HS2 ρίχνει σημαντικό φως για τη φύση της έννομης σχέσης μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ, και πιο συγκεκριμένα για το εννοιολογικό θεμέλιο και τη νομιμοποιητική βάση πάνω στην οποία αναγνωρίζεται υπεροχή στο δίκαιο της ΕΕ σε περίπτωση σύγκρουσης με το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου. Ταυτόχρονα όμως, η υπόθεση αυτή θέτει και όρια στην αρχή της υπεροχής, δεδομένης της σύγκρουσης κανόνα δικαίου της ΕΕ με νόμο συνταγματικής αξίας.

 

Χωρίς αμφιβολία, από την άποψη του συνταγματικού δικαίου, η υπόθεση αυτή επαναπροσδιορίζει το δημόσιο δίκαιο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η ύπαρξη νόμων με αυξημένη τυπική ισχύ θέτει στο επίκεντρο τον έλεγχο συνταγματικότητας των τυπικών νόμων, ισχυροποιεί τη θέση του νεοσύστατου Ανώτατου Δικαστηρίου στη διάκριση των εξουσιών και εν τέλει ενισχύει το κράτος δικαίου.

 

 


 

 

[1] High Speed Rail: Investing in Britain’s Future – Decisions and Next Steps (Cm 8247, 10 January 2012).

 

 

[2] High Speed Rail (Preparation) Act 2013.

 

 

[3] R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3) [15].

 

 

[4] Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον [2012] ΕΕ L26/1.

 

 

[5] “Ο σκοπός του παρόντος εγγράφου είναι να καθορίσει τις αποφάσεις που ελήφθησαν από την κυβέρνηση, με δεδομένη τη διαβούλευση σχετικά με τα θέματα αυτά. Περιγράφει επίσης το πρόγραμμα για τα αμέσως επόμενα στάδια του έργου, συμπεριλαμβανομένων των διαβουλεύσεων σχετικά με τις απαλλοτριώσεις και τις προτάσεις αλλά και την προώθηση του νομοσχεδίου υβριδικής φύσης για τη γραμμή Λονδίνο – West Midlands”, High Speed Rail: Investing in Britain’s Future – Decisions and Next Steps” (Cm 8247, 10 January 2012), σελ. 8.

 

 

[6] Η διαδικασία της ψήφισης των νομοσχεδίων στο Βρετανικό Κοινοβούλιο εξαρτάται από τη φύση του νόμου και διακρίνεται σε τρεις κατηγορίες, δημόσια νομοσχέδια, ιδιωτικά νομοσχέδια και υβριδικά νομοσχέδια, ήτοι νομοσχέδια με χαρακτηριστικά τόσο δημόσιας όσο και ιδιωτικής φύσης. Για τη διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων υβριδικής φύσης βλ. http://www.parliament.uk/documents/commonsinformationoffice/l05.pdf.

 

 

[7] R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3) [58].

 

 

[8] Οδηγία 2011/92/ΕΕ, όπ.π.. Το άρθρο 1 παρ. 4 ουσιαστικά θέτει μια εξαίρεση στην υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση, όταν το κυβερνητικό έργο που έχει επίπτωση στο περιβάλλον περάσει από τη νομοθετική διαδικασία του Κοινοβουλίου.

 

 

[9] Οδηγία 2011/92/ΕΕ, όπ.π., άρθρο 6 παρ. 4.

 

 

[10] Οδηγία 2011/92/ΕΕ, όπ.π., άρθρο 1 παρ. 4.

 

 

[11] Υποθέσεις C-128-131, 134-135/09, Boxus και άλλοι v. Région wallonne [2011] ECR I-9711 [37], Υπόθεση C-182/10, Solvay v. Région wallonne, 16 Φεβρουαρίου 2012 [30]-[39], Υπόθεση C-43/10, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας και άλλοι v. Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, 11 Σεπτεμβρίου 2012 [78]-[91].

 

 

[12] Υπόθεση C-43/10, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας , 11 Σεπτεμβρίου 2012 [136]-[137].

 

 

[13] Υποθέσεις C-128-131, 134-135/09, Boxus [2011] ECR I-9711 [84].

 

 

[14] Λεπτομερής αναφορά στα επιχειρήματα των αιτούντων γίνεται στο σώμα της απόφασης, βλ. R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3) [67] – [74].

 

 

[15] Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα την αίτηση αναιρέσεως. Στο σώμα της απόφασης έχουν εκφραστεί 5 γνώμες από τους 7 Δικαστές. Για το πρώτο ζήτημα ο Δικαστής Carnwath γράφει την απόφαση για την πλειοψηφία εκτός από τη Δικαστή Hale. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα ο Δικαστής Reed γράφει την απόφαση με την οποία τα μέλη του Δικαστηρίου συμφωνούν. Ο Δικαστής Sumption γράφει μια σύμφωνη γνώμη με την οποία συντάσσονται οι Δικαστές Neuberger, Mance, Kerr και Reed και η Δικαστής Hale γράφει μια ατομική σύμφωνη γνώμη. Τέλος οι Δικαστές Neuberger και Mance κατέθεσαν επιπροσθέτως μία σύμφωνη γνώμη, με την οποία οι υπόλοιποι δικαστές συντάσσονται.

 

 

[16] R (on the application of HS2 Action Alliance Ltd) [2014] UKSC 3 [112].

 

 

[17] Αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ ratio decidendi, και obiter dictum, βλ. R. Cross, J. W. Harris, Precedent in English Law (Clarendon Press, 4th ed.) σελ. 40 επ.

 

 

[18] R (on the application of HS2 Action Alliance Ltd) [2014] UKSC 3 [79].

 

 

[19] P. Craig, Constitutionalizing Constitutional Law: HS2, (2014) Public Law 373, σελ. 376.

 

 

[20] Βλ. R (on the application of HS2 Action Alliance Ltd) [2014] UKSC 3 [157] επ.

 

 

[21] Υπόθεση 6/64, Flaminio Costa v. ENEL [1964] ECR 585.

 

 

[22] P. Craig, G. de Burca, EU Law, Text, Cases and Materials (Oxford University Press, 5η εκδ, 2011), Κεφ. 9.

 

 

[23] Factortame Ltd v. Secretary of State for Transport (No 2) [1991] 1 AC 603.

 

 

[24] Factortame Ltd (No 2) [1991] 1 AC 603 σελ. 658.

 

 

[25] Η αιτιολογική βάση της αρχής της υπεροχής προκύπτει από την απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Costa, όπου το δικαστήριο θεμελίωσε την αρχή αυτή με τέσσερα επιχειρήματα, το λειτουργικό, το συναινετικό, το αναλυτικό και τέλος το ζήτημα της ισότητας των Κρατών Μελών. Υπόθεση 6/64, Flaminio Costa v. ENEL [1964] ECR 585. Για περαιτέρω λεπτομέρειες, βλ. P. Craig, Constitutionalizing Constitutional Law: HS2, (2014) Public Law 373, σελ. 376.

 

 

[26] Thoburn v. Sunderland City Council [2003] QB 151.

 

 

[27] European Communities Act 1972.

 

 

[28] Στο σώμα της απόφασης ο Δικαστής Laws αναφέρει ως παραδείγματα νόμων συνταγματικής αξίας τους εξής νόμους: Magna Carta 1297 (25 Edw 1), Bill of Rights 1689 (1 Will & Mary sess 2 c 2), Union with Scotland Act 1706 (6 Anne c 11),  Reform Acts  (Representation of the People Acts 1832 (2 & 3 Will 4 c 45), 1867 (30 & 31 Vict c 102) και 1884 (48 & 49 Vict c 3), Human Rights Act 1998, Scotland Act 1998 και Government of Wales Act 1998. Βλ Thoburn [2003] QB 151 [62].

 

 

[29] Thoburn [2003] QB 151 [63].

 

 

[30] R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3) [207].

 

 

[31] Ήδη όμως από το 2012 το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση BH v. The Lord Advocate (Scotland) είχε αποδεχτεί την ύπαρξη νόμων υπερνομοθετικής ισχύος που τροποποιούνται μόνο με ρητή διάταξη νόμου. («the Scotland Act can only be expressly repealed; it cannot be impliedly repealed; that is because of its ‘fundamental constitutional nature’»), βλ. BH v. The Lord Advocate (Scotland) [2012] UKSC 24 [30].

 

 

[32] R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3) [208]. Για τα ερμηνευτικά ζητήματα που τίθενται στην περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ δύο νόμων αυξημένης τυπικής ισχύος, βλ. P. Craig, Constitutionalizing Constitutional Law: HS2, (2014) Public Law 373, σελ. 387.

 

 

[33] R (HS2 Action Alliance Ltd) v. Secretary of State for Transport [2014] UKSC 3) [79].

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

three + two =