Ο «νόμος» μεταξύ Νομικής Επιστήμης και Φυσικής Επιστήμης με την «επικουρία» των Μαθηματικών

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ.

Πρόλογος[ *]

Στο πλαίσιο του σύγχρονου επιστημονικού διαλόγου πρέπει ν’ αναδειχθεί και το ότι στην εποχή μας -σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις- η προσχηματική ή και εντελώς εσφαλμένη επίκληση της ανάγκης μιας, δήθεν, «ολιστικής» θεώρησης του επιστητού  «παρασύρει» την επιστημονική έρευνα σε μιαν άκριτη και γι’ αυτό αναμφισβητήτως ανεπίτρεπτη «μεταφορά» εννοιών και συμπερασμάτων από το πεδίο των Θετικών Επιστημών σ’ εκείνο των Ανθρωπιστικών Επιστημών. Ίσως δε η συστηματική και τεκμηριωμένη μελέτη του φαινομένου τούτου, η οποία φανερώνει και τα σφάλματα μιας τέτοιας «μεταφοράς», μπορεί ν’ ανοίξει νέες μεθοδολογικές ατραπούς ως προς το πώς και γιατί και η Νομική Επιστήμη εντάσσεται, οπωσδήποτε υπό τις επιστημολογικώς επιβεβλημένες προϋποθέσεις, στην χορεία των Επιστημών.

Α. Κατά τούτο είναι χρήσιμο ν’ «ανιχνευθούν» οι, επιστημονικώς θεμελιωμένες, αμοιβαίες ομοιότητες και, κατά κύριο λόγο, διαφορές της έννοιας του «νόμου» στ’ αντίστοιχα πεδία της Νομικής Επιστήμης και της Φυσικής Επιστήμης προσφεύγοντας, όταν είναι απαραίτητο, στην επικουρία των Μαθηματικών.  Πολλώ μάλλον όταν γίνεται πλέον ευρέως δεκτό ότι δεν υφίσταται απολύτως «στεγανός» διαχωρισμός μεταξύ Θετικών Επιστημών και Ανθρωπιστικών Επιστημών αλλά σαφής μεθοδολογική διάκριση, η οποία όμως δεν αποκλείει, κάθε άλλο, την ύπαρξη συγκεκριμένων επιδράσεων και τις εξ αυτών δυνατότητες επίσης συγκεκριμένων συγκρίσεων.  Αυτονοήτως,  οι συγκρίσεις αυτές πρέπει να γίνονται με πλήρη σεβασμό των παραδεδεγμένων κανόνων καθεμιάς εκ των ως άνω Επιστημών.  Ενόψει των εν προκειμένω συγκρίσεων επισημαίνεται  πως κατά την ανάλυση που ακολουθεί η Νομική Επιστήμη εκλαμβάνεται ευρέως.  Υπό την έννοια ότι το ερευνητικό της πεδίο καταλαμβάνει όχι μόνο τους κανόνες ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, κατά την θεσμική του υπόσταση, αλλά και τους κανόνες «ορθολογικής» -δηλαδή σύμφωνης με τις απαιτήσεις της κανονιστικής του υποδομής και επάρκειας- θέσπισής του.  Και τούτο διότι, εκ της θεσμικής ιδιοσυστασίας του, ο κανόνας δικαίου πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται επιστημονικώς με ολοκληρωμένο τρόπο, ο οποίος έχει ως αφετηρία την ab initio δημιουργία του και ως κατάληξη την τελική εφαρμογή του στην πράξη.  Άλλως, η επιστημονικώς συμβατή και  αποδεκτή «σύλληψή» του παρίσταται εμφανώς μερική και, επομένως, ελλειπτική.

Β.  Αυτό το εγχείρημα σύγκρισης καθίσταται τόσο περισσότερο χρήσιμο, όσο ο όρος «νόμος» είναι, οιονεί «εκ καταγωγής», εξαιρετικά γενικός και ευρύς, γεγονός το οποίο εξηγεί και την χρησιμοποίησή του σε πολλά επιστημονικά πεδία, τα οποία μάλιστα εμφανίζουν μεταξύ τους και μεγάλες επιστημονικές διαφορές. Τα προαναφερθέντα ως προς την «εκ καταγωγής»  γενικότητα και, επέκεινα, ευρύτητα του όρου «νόμος» συνδέονται αρρήκτως πρωτίστως με την ετυμολογική του ρίζα, όπως επεξηγείται αμέσως στην συνέχεια.  Συνδέονται όμως, έστω και δευτερογενώς, και με την εντεύθεν επιστημονική και μη χρήση του όρου «νόμος» υπό συνθήκες νοηματικής «ελευθεριότητας», η οποία όχι σπάνια αγγίζει ή και ξεπερνά τα όρια της γλωσσικής αυθαιρεσίας.  Είναι δε αυτή η «ελευθεριότητα» η οποία στην εποχή μας, που διακρίνεται για την μειωμένη ή και –ενίοτε με τάσεις διεύρυνσης- πλήρη απουσία υπεύθυνης επιστημονικής κριτικής, επιτρέπει σε «αθεράπευτους» ερασιτέχνες του «επί παντός επιστητού» να ταξιδεύουν με «σημαίες ευκαιρίας».  Και δη «ανεξόδως» και «ακινδύνως», υπερβαίνοντας μάλιστα ακόμη και τα όρια του αυθεντικού «κήνσορος» της αντίθετης άποψης.

Ι. Θεσμικός και φυσικός «νόμος»

Στο πλαίσιο των συλλογισμών που έπονται  ως «νόμος», lato sensu, νοείται γενικώς ο κανόνας ο οποίος προσδιορίζει, υπό συνθήκες που είναι δυνατό να ελεγχθούν επιστημονικώς, την σχέση αιτίου και αιτιατού. Γι’ αυτό, λοιπόν, ο ως άνω κανόνας αντιστοιχεί σ’ ένα είδος «τύπου», από την ενεργοποίηση του οποίου παράγονται συγκεκριμένες συνέπειες, δια της οδού της υπαγωγής σε αυτόν των πραγματικών δεδομένων που αντιστοιχούν στην, in concreto, αντικειμενική του υπόσταση.  Τούτο προκύπτει σαφώς και από την ίδια την ετυμολογική ρίζα του όρου «νόμος». Διότι από ετυμολογική άποψη το ουσιαστικό «νόμος» συναρτάται, πρωτίστως, με το ρήμα «νέμω» που σημαίνει διανέμω.  Στην μέση του διάθεση μοιράζομαι μαζί με άλλους και, στην παθητική του διάθεση, κατά το «νέμεται», εκείνο το οποίο απονέμεται σε κάποιον.  Εξ ου και η πλατωνική θέση ότι ο νόμος σηματοδοτεί «τν τοῦ νοῦ διανομὴν»:   Στους «Νόμους» (714α), ο Πλάτων αναφέρει: «Τν το  νοῦ διανομὴν  πονομάζοντας  νόμον». Περαιτέρω, ο «νόμος» συνδέεται ετυμολογικώς και με το ρήμα «νομίζω», με την έννοια είτε της αναφοράς σε εθιμικώς ισχύοντα –κατά Θουκυδίδη, τα «νομιζόμενα» αντιστοιχούν σε έθιμα ή συνήθειες– είτε, κυρίως, του «θεωρώ» ή και «παραδέχομαι» που, όπως θα διευκρινισθεί στην συνέχεια, αντιστοιχούν τόσο στα δεδομένα θέσπισης και εφαρμογής του θεσμικού νόμου για την παραγωγή των κανονιστικών συνεπειών, όσο και στα δεδομένα «επαλήθευσης» του φυσικού νόμου.  Εν τέλει δε ο  «νόμος», υπ’ αυτή την εννοιολογική έποψη, παραπέμπει και στον «κανόνα», ο οποίος καλύπτει εκφραστικώς από την μια πλευρά την υποχρεωτική ρύθμιση κοινωνικών σχέσεων, που προσιδιάζει στην Νομική Επιστήμη. Και, από την άλλη πλευρά,  την γενική διατύπωση ως προς την μορφή και τις σχέσεις όμοιων φαινομένων, που εμπίπτει στο πεδίο της Φυσικής Επιστήμης.

Α. Εννοιολογικοί προσδιορισμοί

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο «νόμος» «ενσωματώνει», από την ετυμολογική φύση του, μια διπλή υποκειμενικότητα: Κατά πρώτο λόγο την υποκειμενικότητα της ανθρώπινης θεώρησης της, βεβαίως ανάλογα με τα κατά περίπτωση επιστημονικά πεδία, φύσης του «νόμου». Και, κατά δεύτερο λόγο, την υποκειμενικότητα της ανθρώπινης θεώρησης των από την ενεργοποίηση του «μηχανισμού» του «νόμου» παραγόμενων αποτελεσμάτων.  Τα οποία μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις,  ο ίδιος ο Άνθρωπος επιτείνει ή και εν μέρει διαμορφώνει, ιδίως κατά την αέναη -και σύμφυτη με τον προορισμό του- προσπάθεια αντιμετώπισης της φθοράς του. Και τούτο διότι προκρίνει, σε κάθε φάση της εκδηλούμενης ενδομύχως «ανησυχίας» ή και «απορίας» του, τα μέσα της, κατά την υποκειμενική του προδιάθεση και κρίση, άμυνάς του έναντι του αναποδράστως επερχόμενου τέλους του, το οποίο γνωρίζει αλλά σχεδόν εμφύτως δεν προτίθεται ν’ αποδεχθεί παθητικώς. Στο πρότυπο αυτό του «νόμου» αντιστοιχούν, βεβαίως υπό διαφορετικό αντιστοίχως εποπτικό επιστημονικό πρίσμα, τόσον ο φυσικός νόμος, δηλαδή ο νόμος που διέπει την ερμηνεία ενός φυσικού φαινομένου. Όσο και ο θεσμικώς νοούμενος νόμος, δηλαδή ο κατά το Θετικό Δίκαιο νόμος, μέσω του οποίου θεσπίζεται ο Κανόνας Δικαίου.  Ειδικότερα:

  1. Ο φυσικός νόμος περιγράφει την λειτουργία φυσικών φαινομένων και την χρονική τους εξέλιξη. Προϋποθέτει την ύπαρξη αιτίων, δηλαδή «αρχικών συνθηκών» οι οποίες περιγράφουν πλήρως το υπό μελέτη φυσικό σύστημα σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και προβλέπουν την χρονική του εξέλιξη σε κάθε επόμενο χρονικό διάστημα. Γι’ αυτό και κατά την διαδικασία εφαρμογής κάθε φορά του φυσικού νόμου υπάγονται στην «αντικειμενική του υπόσταση» τα πραγματικά δεδομένα του υπό έρευνα φυσικού φαινομένου προκειμένου ν’ αναζητηθούν και, τελικώς, να εξευρεθούν επιστημονικώς τα αίτιά του.
  2. Ο θεσμικός νόμος, ήτοι ο κατά το Θετικό Δίκαιο νόμος -ο οποίος αυτονοήτως διακρίνεται από το «Φυσικό Δίκαιο», που ανήκει στην σφαίρα της μεταφυσικής έρευνας και αντιδιαστέλλεται προς το Θετικό Δίκαιο- ο οποίος «εκπορεύεται» από το έχον την σχετική νομοθετική νομιμοποίηση και εξουσιοδότηση πολιτειακό όργανο κατά το Σύνταγμα και ο οποίος θεσπίζει κανόνα δικαίου, τίθεται σε κανονιστική λειτουργία από το αρμόδιο για την ερμηνεία και εφαρμογή του όργανο εντός του πλαισίου του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας, εφόσον η πολιτειακή οργάνωση εξελίσσεται και ολοκληρώνεται κατά τις θεμελιώδεις αρχές της «γνήσιας» Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Περαιτέρω δε, κατά την κανονιστική λειτουργία του θεσμικού νόμου και μέσω της κατά τους όρους της Νομικής Επιστήμης υπαγωγής στον εκάστοτε ισχύοντα κανόνα δικαίου των κάθε είδους πραγματικών περιστατικών που αντιστοιχούν στην θεσμική του εμβέλεια, επέρχονται οι από αυτόν καθοριζόμενες έννομες συνέπειες κατά τις επιταγές του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας, ως καίριων πυλώνων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Β. Οι αμοιβαίες δυσδιάκριτες σχέσεις και προφανείς διαφορές

Με βάση την προηγούμενη σειρά συλλογισμών, οι θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ του φυσικού νόμου και του θεσμικώς νοούμενου νόμου δεν ανάγονται τόσο στην εν γένει δομή τους.  Η οποία είναι, ως προς ορισμένα βεβαίως στοιχεία της –και, κατ’ εξοχήν, ως προς την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στον αφηρημένο κανόνα- η αυτή. Αντιθέτως, ανάγονται πολύ περισσότερο στην καταγωγή καθενός τους και, επέκεινα, ιδίως στους όρους, υπό τους οποίους η αντίστοιχη –και σαφώς διακρινόμενη με βάση τους οικείους μεθοδολογικούς κανόνες– επιστημονική έρευνα οδηγείται στον ακριβή εντοπισμό του αιτίου που παράγει το αιτιατό. Από την, οπωσδήποτε αναγκαία επιστημονικώς, επεξήγηση της γενικής αυτής διαπίστωσης προκύπτουν και τ’ ακόλουθα:

  1. Ο φυσικός νόμος έχει, εκ καταγωγής, εξωγενή του ανθρώπου προέλευση. Με άλλες λέξεις η αντικειμενική του υπόσταση υπερβαίνει την ανθρώπινη παρέμβαση και, άρα, δεν εξαρτάται από αυτήν.

α) Η τελευταία απλώς επιχειρεί, μέσω των κανόνων της Επιστήμης, ν’ αποκαλύψει την ορθή μαθηματική διατύπωση του φυσικού νόμου.  Και, σαφέστερα, τον τρόπο με τον οποίο το αίτιο οδηγεί στο αιτιατό, πάντοτε κατά τα δεδομένα του φυσικού νόμου. Κατά τούτο δε η ελεύθερη βούληση του Ανθρώπου διαδραματίζει βεβαίως σημαντικό ρόλο εν προκειμένω όχι όμως ως προς την διαμόρφωση του περιεχομένου του φυσικού νόμου, αλλ’ αποκλειστικώς και μόνο ως προς την ορθή, κατά τους κανόνες της Φυσικής Επιστήμης, θεωρητική σύλληψή του και την επέκεινα ανάλυση των κανόνων λειτουργίας του, εν συνεχεία δε ως προς την «επαλήθευση» ή «διάψευση-επιλάθευσή» του.  Άρα εδώ η ελεύθερη βούληση του Ανθρώπου επενεργεί οιονεί «δευτερογενώς», ως διανοητικό «όχημα» κατανόησης του φυσικού νόμου, πάντοτε σύμφωνα με τους κανόνες της Φυσικής Επιστήμης, όπως αυτοί εξελίσσονται κατά την αέναη πρόοδό της. Ένα είδος «νομοτέλειας» λοιπόν είναι, εξ ορισμού, συστατικό στοιχείο του φυσικού νόμου, λόγω της ανεξάρτητης από την ανθρώπινη υποκειμενικότητα συνολικής υπόστασής του. Για ν’ αναχθούμε στον χώρο των Θετικών Επιστημών, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η κατά τ’ ανωτέρω ιδιόμορφη «νομοτέλεια» στην Φυσική Επιστήμη διαφέρει από εκείνη στο πεδίο των Μαθηματικών, με την επισήμανση ότι μια τέτοια διευκρίνιση εμφανίζεται αναγκαία λόγω της επιστημονικώς γενικώς αποδεκτής αλληλεπίδρασης μεταξύ Φυσικής Επιστήμης και Μαθηματικών.

α1) Στα Μαθηματικά, η ως άνω διεργασία συντελείται μέσω της «απόδειξης» και του «λογισμού».  Δηλαδή της επιστημονικής διαδικασίας η οποία καταδεικνύει και επιβεβαιώνει ότι μια «εικασία» είναι αληθής στην βάση ορισμένων αρχικών συνθηκών και μέσω των μαθηματικών τεχνικών απόδειξης, με κυριότερες την επαγωγή, την κατασκευή και την εις άτοπον απαγωγή.  Επέκεινα η «απόδειξη», υπό τ’ ανωτέρω χαρακτηριστικά της, δεν συνιστά αντικείμενο του πραγματικού κόσμου.  Την ιδιότητα αυτή έχουν τ’ «αποδεικτικά γεγονότα» («proof events») -που, όμως, ορισμένες φορές εμφανίζονται και ως καθαρώς διανοητικές διεργασίες-  λόγω του ότι αποτελούν και πραγματικά περιστατικά, τα οποία διαμορφώνονται σε δεδομένο χρόνο και χώρο κυρίως μέσω των επιστημονικών συζητήσεων της «Μαθηματικής Κοινότητας».  Σύμφωνα, λοιπόν, με την προηγούμενη σειρά συλλογισμών «λυδία λίθος» των Μαθηματικών  είναι, εν τέλει, η διά της απόδειξης μετάπτωση της «εικασίας» σε «θεώρημα».  Με την συμπληρωματική προσθήκη  ότι η ερμηνεία μιας μαθηματικής απόδειξης απαιτεί συχνά την κατασκευή ενδιάμεσων αποδεικτικών αντικειμένων καθώς και την διευκρίνιση ή και την διόρθωση υφιστάμενων τέτοιων.

α2)  Στην Φυσική Επιστήμη η «νομοτέλεια» ανιχνεύεται μέσω της, οπωσδήποτε προσωρινής, «επαλήθευσης».  Πρόκειται για την επιστημονική διαδικασία, η οποία είτε επιβεβαιώνει, μέσω της παρατήρησης και του πειράματος -και κατ’ εξοχήν μέσω του πειράματος, καθώς η παρατήρηση έχει μειωμένη εμβέλεια αφού δεν προσφέρει αναγκαίως την δυνατότητα απομόνωσης των διαφόρων παραμέτρων- ότι ο συγκεκριμένος φυσικός νόμος εξακολουθεί να ισχύει είτε, λόγω νέων επιστημονικών δεδομένων, η ισχύς του καθίσταται προβληματική.  Σε σημείο ώστε, λόγω επιστημονικής «διάψευσηςεπιλάθευσης», να επιβάλλεται, επίσης επιστημονικώς,  είτε η μερική είτε και η ολική αναθεώρησή του.  Μια αναθεώρηση, η οποία βεβαίως και δεν σημαίνει οπωσδήποτε και γενικευμένη τροποποίηση του συνόλου των «συντεταγμένων» της Φυσικής Επιστήμης.  Πλην όμως συνεπάγεται αντίστοιχη, εξόχως σημαντική σε ορισμένες περιπτώσεις –π.χ. στην περίπτωση της Κβαντικής Φυσικής-αναθεώρηση «εμβληματικών» πτυχών της Φυσικής Επιστήμης, σε βαθμό του να καταλήγουν σε πραγματική «αλλαγή παραδείγματος», κατά τις θέσεις του Thomas Kuhn περί «Επιστημονικών Επαναστάσεων».

α3)  Και δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός ότι χάρη σε αυτή την «κινητικότητα» της Φυσικής Επιστήμης παρίσταται εφικτή σταδιακώς πλήρης αποκάλυψη της αλήθειας για την δομή και την λειτουργία του Σύμπαντος.  Τον χαρακτηρισμό δε της τάσης αυτής ως «οριακής» θεμελιώνει αλλά και επιτείνει το γεγονός, ότι πολλοί από τους νόμους στο πεδίο της Φυσικής Επιστήμης αναφέρονται σε θεωρητικά συστήματα που είναι δύσκολο ν’ αναπαραχθούν υπό πραγματικές συνθήκες, οπότε και η «επαλήθευση» εν προκειμένω καθίσταται αντιστοίχως δυσχερής. Περαιτέρω δε έτσι εξηγείται και η σημασία της,  επαγωγικώς και όχι εμπειρικώς, παραγόμενης «απόδειξης» στο πεδίο των Μαθηματικών, προκειμένου αυτά να «επικουρούν» την Φυσική Επιστήμη στο να διατρέχει, μ’ επιστημονικώς αποδεκτό τρόπο, το «διάνυσμα» μεταξύ «επαλήθευσης» και «διάψευσης-επιλάθευσης».  Με την ουσιώδη επεξήγηση ότι ειδικώς τ’  αφηρημένα Μαθηματικά έχουν, ούτως ή άλλως, εκτεταμένες εφαρμογές στην Επιστήμη γενικώς.

β)  Προεξαγγελτικώς  επισημαίνεται ότι η ως άνω μεθοδολογική ιδιοσυστασία της «απόδειξης» φέρνει στο φως και την όποια δυνατότητα  αξιοποίησης των Μαθηματικών – ενδεικτικώς της δεοντικής Μαθηματικής Λογικής –  και στο πεδίο της Νομικής Επιστήμης σε ό,τι αφορά την δικανική απόδειξη γενικώς, και ιδίως εκεί όπου ισχύει το «ανακριτικό σύστημα», με πιο πρόσφορο πεδίο εκείνο της Ποινικής Δικονομίας.  Δοθέντος ότι στο πεδίο της Διοικητικής Δικονομίας το «ανακριτικό σύστημα» σχετικοποιείται στην εποχή μας, και μάλιστα με ολοένα και εντεινόμενο ρυθμό.  Είναι δε μεθοδολογικώς επιβεβλημένο να διευκρινισθεί και τούτο ως προς την μεγάλη διαφορά που χωρίζει, δίχως περιθώρια ουσιαστικής σύγκρισης, την απόδειξη και την αποδεικτική διαδικασία στην Νομική Επιστήμη από την μια πλευρά και στην Φυσική Επιστήμη και στα Μαθηματικά από την άλλη.

β1) Η απόδειξη και η αποδεικτική διαδικασία στο πεδίο της Νομικής Επιστήμης, ως μέθοδος εφαρμογής του in concreto κανόνα δικαίου –σε οποιοδήποτε σημείο  της ιεραρχίας της Έννομης Τάξης και αν αυτός εντάσσεται–  δεν αποσκοπεί, κατ’ ουδένα τρόπο, σε μια μορφή νοητικής διεργασίας  «επιβεβαίωσής» του ή «διάψευσης-επαλήθευσής» του.  Διότι  η προαναφερόμενη απόδειξη και αποδεικτική διαδικασία έχουν ως αποκλειστικό στόχο την ανίχνευση και υπαγωγή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών στο κανονιστικό πεδίο του  κανόνα δικαίου, ύστερα από την ερμηνεία του ιδίως στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, έτσι ώστε  να καταστεί δυνατή η εν τέλει εφαρμογή του και η εντεύθεν επέλευση των κανονιστικώς καθορισμένων έννομων αποτελεσμάτων του.  Άρα, η υπό τα δεδομένα αυτά απόδειξη και αποδεικτική διαδικασία δεν «επιβεβαιώνει» ούτε «επαληθεύει» τον  κανόνα δικαίου, αλλά καθιστά εφικτή την μέσω της προηγούμενης ερμηνείας του εφαρμογή του στην πράξη.  Κατά τούτο, η υποκειμενική κρίση του εφαρμοστή του κανόνα δικαίου «κυριαρχεί» και στην απόδειξη και στην αποδεικτική διαδικασία –ήτοι πέραν της υποκειμενικότητας κατά την θέσπισή του– αποτελώντας έτσι μέρος της «εγγενούς» σχετικότητάς του, για την οποία γίνεται λόγος εκτενέστερα στην συνέχεια.  Την υποκειμενικότητα της κρίσης αυτής του εφαρμοστή του κανόνα δικαίου ενισχύει ακόμη περισσότερο το γεγονός, ότι στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας η προαναφερόμενη κρίση υπόκειται, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε δικονομικές ρυθμίσεις, σε δευτεροβάθμιο έλεγχο από το έχον δικαιοδοσία ανώτερο δικαστικό όργανο, έστω και αν η προς τούτο απόφασή του δεν είναι επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου.

β2) Χαρακτηριστικό  παράδειγμα του μεγέθους της προμνημονευόμενης «αντίστιξης» μεταξύ Νομικής Επιστήμης, Φυσικής Επιστήμης και Μαθηματικών, στο πλαίσιο της «απόδειξης», συνιστά η δικονομική φύση της «probαtio diabolica», η οποία βρίσκει οιονεί προνομιακό πεδίο εφαρμογής στον χώρο της δικαιοδοτικής λειτουργίας.  Κατ’ ακρίβεια, όταν μια ισχύουσα νομική ρύθμιση φθάνει στο σημείο να επιβάλει ένα είδος αδύνατης –με τα καθιερωμένα δικονομικά μέσα– απόδειξης, ήτοι απόδειξης που αντιστοιχεί στα χαρακτηριστικά της «probatio diabolica», τότε ως μόνη νομική διέξοδος εμφανίζεται είτε ο εφοδιασμός του έχοντος το βάρος της απόδειξης διαδίκου με ιδιαίτερα και εξαιρετικά, πέραν των συνήθων και θεσπισμένων, αποδεικτικά μέσα.  Είτε, εν τέλει και κατ’ ανάγκη, η πλήρης αντιστροφή του βάρους απόδειξης.  Ένα τέτοιο αποδεικτικό «δίλημμα», το οποίο εκ καταγωγής ερείδεται επί αμιγώς υποκειμενικών νοητικών διεργασιών, αυτονοήτως δεν απαντάται στα Μαθηματικά.  Από την άλλη πλευρά, στα Μαθηματικά εμφανίζονται σήμερα, προκαλώντας συζητήσεις ή και αντιρρήσεις, περιπτώσεις «εναλλακτικής απόδειξης».  Όπως, π.χ., συμβαίνει με την «μέθοδο της εξάντλησης» (proof of exhaustion), με την οποία ο Thomas Hales απέδειξε, με την βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή, την εικασία του Kepler,  θέτοντας έτσι το ερώτημα που απασχόλησε μαθηματικούς και φιλοσόφους των Μαθηματικών, για το κατά πόσον αυτή η απόδειξη, που αρχικά προκάλεσε αμφισβήτηση και σήμερα θεωρείται κατά 99% ορθή, μπορεί να καταστεί «θεώρημα». Αναμένεται ότι τέτοιου είδους «εναλλακτικές αποδείξεις» θα γίνουν, με την συνεχή ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης,  πιο συχνές μελλοντικώς στο πλαίσιο των Μαθηματικών.  Επιστρέφοντας όμως στην Νομική Επιστήμη, και προκειμένου να γίνει ακόμη πιο ευδιάκριτη η διαφορά της από τις Θετικές Επιστήμες, μπορεί να υποστηριχθεί  ότι, κατά κάποιο τρόπο,  σε αυτή νοείται «fictio juris».  Ενώ κάθε είδους «fictio naturαe» στις Θετικές Επιστήμες, και πρωτίστως στην Φυσική Επιστήμη, συνιστά «contradictio in adjecto».

β3)  Συνθέτοντας, στο μέτρο του εφικτού, την μεθοδολογικώς αναγκαία αποτίμηση της διαφοράς της «απόδειξης» και της «αποδεικτικής διαδικασίας» στα πεδία αφενός της Νομικής Επιστήμης και, αφετέρου, της Φυσικής Επιστήμης και των Μαθηματικών συνάγονται, στην βάση των όσων διευκρινίσθηκαν ως προς τις τελευταίες, και τ’ ακόλουθα: Τα επιστημονικά εγχειρήματα της «επαλήθευσης» του «νόμου» στην Φυσική Επιστήμη και της επιβεβαίωσης του «θεωρήματος» στα Μαθηματικά, έχοντας οιονεί εξ ορισμού «αντικειμενικά» χαρακτηριστικά –ακόμη και σε ό,τι αφορά τ’ «αποδεικτικά γεγονότα» στα Μαθηματικά–  ουδόλως  μπορούν να  συσχετισθούν με την αμιγώς υποκειμενική νοητική διεργασία της απόδειξης και της αποδεικτικής διαδικασίας κατά την εφαρμογή του κανόνα δικαίου –ήτοι του θεσμικού νόμου–  στο πλαίσιο της Νομικής Επιστήμης.  Το μόνο που θα μπορούσε να γίνει  μεθοδολογικώς δεκτό –και αυτό υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις– είναι η προσφυγή του εφαρμοστή του κανόνα δικαίου σε μεθόδους «επαλήθευσης» της Φυσικής Επιστήμης και «απόδειξης» των Μαθηματικών όταν και όπου η εν γένει απόδειξη των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εμπίπτουν στο κανονιστικό πεδίο του εφαρμοζόμενου in concreto κανόνα δικαίου, απαιτούν συνδρομή και της Φυσικής Επιστήμης καθώς και των Μαθηματικών.  Γεγονός το οποίο σημαίνει, μεταξύ άλλων, και ότι μεθοδολογικώς η Νομική Επιστήμη «συνυπάρχει» -δίχως κατ’ ανάγκη να «τέμνεται»- με την Φυσική Επιστήμη και τα Μαθηματικά.

γ) Τούτο συνεπάγεται και τις εξής, παρεπόμενες, επιπτώσεις:

γ1) Ο φυσικός νόμος παράγει τις συνέπειές του εν πάση περιπτώσει.  Δηλαδή ανεξάρτητα από το αν ο Άνθρωπος έχει επιστημονικώς ανακαλύψει τα δεδομένα της όλης λειτουργίας του.  Επέκεινα, αν η θεώρηση του φυσικού νόμου από τον Άνθρωπο είναι η ορθή, απλώς τον εξηγεί και τον επιβεβαιώνει.  Αν, αντιθέτως,  η θεώρηση αυτή είναι εσφαλμένη, ο φυσικός νόμος λειτουργεί με τα δικά του, αποκλειστικώς, δεδομένα, εντελώς ανεπηρέαστος από την επιστημονικώς στρεβλή εξήγησή του.

γ2)  Γι’ αυτό και ως lex naturalis ο φυσικός νόμος αποδίδει πληρέστερα το οριακό μέγεθος της lex aeterna. Π.χ. η γη δεν έπαψε να κινείται και να περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο, όταν για αιώνες κυριαρχούσε επιστημονικώς, και μάλιστα με αυστηρότατες κυρώσεις σε περίπτωση αμφισβήτησης της «αυθεντίας» της, η αντίληψη περί ακινησίας της και περί περιστροφής γύρω απ’ αυτήν των άλλων ουράνιων σωμάτων. Ακόμη δε περισσότερο π.χ. η Κβαντική Μηχανική, κατά τα προαναφερθένα, ήλθε να υποκατασταθεί κατά ένα μέρος -ως «νέο παράδειγμα», σύμφωνα με την θεωρία των «Επιστημονικών Επαναστάσεων» του Thomas Kuhn («The Structure of Scientific Revolutions», 1962)- στην Νευτώνια αντίληψη περί Φυσικής Επιστήμης,  ακριβώς επειδή η ως τότε «επικυριαρχία» του Νεύτωνος αποδείχθηκε, κατά το ίδιο μέρος, ξεπερασμένη.

γ3) Συμπερασματικώς, ο φυσικός νόμος από την επιστημονική ιδιοσυστασία του εξηγεί τα κατά περίπτωση φυσικά φαινόμενα και, με τον τρόπο αυτό, επέκεινα παρέχει την δυνατότητα πρόβλεψης ενός φυσικού συμβάντος, φυσικά υπό ορισμένες συνθήκες.  Όμως, στην πορεία εξέλιξης της Φυσικής Επιστήμης –που είναι σύμφυτη με την επιστημονική της υπόσταση–  προκύπτουν αενάως νέα δεδομένα.  Τα δεδομένα αυτά μπορεί να είναι τέτοιας σημασίας, ώστε να καθιστούν αναγκαία είτε την μερική τροποποίηση της υποκειμενικής αντίληψης του φυσικού νόμου είτε την εν όλω ή εν μέρει αναθεώρησή του, οπότε τίθεται και το ζήτημα του αν και κατά πόσον «αναδύεται» ένα νέο «παράδειγμα», ικανό να προκαλέσει, υπό τις απαραίτητες προϋποθέσεις γενίκευσης, μια νέα «Επιστημονική Επανάσταση».

  1. Σε αντιδιαστολή προς τον φυσικό νόμο, ο θεσμικώς νοούμενος νόμος είναι αποκλειστικώς δημιούργημα του Ανθρώπου. Με την έννοια ότι ο κανόνας δικαίου, τον οποίον ο νόμος θεσπίζει ως στοιχείο του Θετικού Δικαίου, εκπορεύεται εξ ολοκλήρου -ήτοι και ως προς την διαμόρφωσή του και ως προς την ερμηνεία του και, εντέλει, ως προς την κάθε μορφής εφαρμογή του- από τον Άνθρωπο, όταν δρα στο, lato sensu, πλαίσιο της Νομικής Επιστήμης.

α) Άρα, και σε αντίθεση προς τον φυσικό νόμο, ο θεσμικώς νοούμενος νόμος εξαρτάται, πάντα κατά τους κανόνες της Νομικής Επιστήμης, πλήρως από την ανθρώπινη παρέμβαση.  Τούτο σημαίνει ότι σε αντίθεση με όσα εκτέθηκαν για τον φυσικό νόμο, η ελεύθερη βούληση του Ανθρώπου  διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο και ως προς την διαμόρφωση και ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του θεσμικού νόμου, βεβαίως με την εξής διπλή διάκριση: Κατά πρώτο λόγο η διαμόρφωση, η ερμηνεία και η εφαρμογή του θεσμικού νόμου δεν είναι πάντοτε «προϊόν» μιας, και μόνο, ελεύθερης βούλησης, αφού, σε πλειάδα μάλιστα περιπτώσεων, είναι «προϊόν» συνδυασμού περισσότερων βουλήσεων, των οποίων το εύρος ελευθερίας μοιραίως περιορίζεται αμοιβαίως και αναλόγως.  Και, κατά δεύτερο λόγο, η δημιουργική «εμβέλεια» της ελεύθερης βούλησης του Ανθρώπου ως προς την διαμόρφωση, την ερμηνεία και την εφαρμογή του θεσμικού νόμου «συρρικνώνεται» επιπροσθέτως και εκ του ότι παράγοντες ανεξάρτητοι από αυτή συντελούν, πολλαπλώς και εντόνως –π.χ. οικονομικοί και τεχνολογικοί παράγοντες– ως προς την όλη σύνθεση της κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας, η οποία υφίσταται είτε κατά την θέσπιση ενός κανόνα δικαίου είτε και κατά τον χρόνο της ερμηνείας και εφαρμογής του εν συνεχεία.  Υπό το φως των ως άνω διαπιστώσεων διευκρινίζονται και τ’ ακόλουθα:

α1) Κατ’ αρχάς, είναι προφανές ότι η κανονιστική υπόσταση του θεσμικού νόμου διαμορφώνεται από τον άνθρωπο δίχως να έχουν, κατ’ ανάγκη, πρωτογενώς καθοριστική επιρροή τα πραγματικά  -πρωτίστως τα κοινωνικοοικονομικά-  δεδομένα, τα οποία συνιστούν την, εν δυνάμει, «υποδομή» του. Συνιστά δηλαδή καθ’ ολοκληρία lex humana. Και αυτό,  γιατί τα ως άνω δεδομένα βρίσκονται αρχικώς εκτός του πλαισίου της κανονιστικής επιρροής του θεσπιζόμενου κανόνα δικαίου. Είναι δε αυτή η εγγενής διαφοροποίηση μεταξύ του κανόνα δικαίου, ως «εποικοδομήματος»,  και της «υποδομής» του, η οποία προκαλεί και καθορίζει την προσκαιρότητα και, επομένως, την «σχετικότητα» των έννομων συνεπειών του: Λόγω της διαφοροποιημένης, κατά τα προαναφερθέντα, κανονιστικής του εξέλιξης ο κανόνας δικαίου «σύρεται», κατ’ αποτέλεσμα, πίσω από τα γεγονότα που καλείται να πλαισιώσει κανονιστικώς.

α2) Ακόμη δε περισσότερο, κατ’ ουσίαν οι επιμέρους κανονιστικές του συνέπειες επέρχονται όχι με βάση την εξ αντικειμένου υπόστασή του, αλλά σχεδόν αποκλειστικώς με βάση την κρίση του οργάνου που έχει την αρμοδιότητα ερμηνείας και εφαρμογής του. Υπ’ αυτή την διπλή λογική η «εφήμερη» υπόσταση του θεσμικώς νοούμενου νόμου οφείλεται στο ότι τόσον η θέσπισή του όσο και η ερμηνεία και εφαρμογή του εμπίπτουν, επίσης σχεδόν αποκλειστικώς, στην σφαίρα της ανθρώπινης υποκειμενικότητας.

α3)  Ως εκ τούτων, για τον θεσμικό νόμο δεν νοείται αποδεικτική διαδικασία, ανάλογη μ’ εκείνη που συναντάμε στο πλαίσιο του φυσικού νόμου.  Νοείται μόνον, όπως εκτίθεται αναλυτικότερα στην συνέχεια, ερμηνεία του και, σ’ επόμενο στάδιο, εφαρμογή του υπό αμιγώς υποκειμενικές συνθήκες.  Η ως άνω ερμηνεία και εφαρμογή του θεσμικού νόμου «μετρά» την κανονιστική του εμβέλεια με γνώμονα την τελική «αποτίμηση» της κατάλληλης ρύθμισης των εκάστοτε διαμορφούμενων κοινωνικοοικονομικών σχέσεων.  Ρύθμισης, η οποία πρέπει να στοχεύει από την μια πλευρά στην συμφωνία του in concreto ερμηνευόμενου και εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου με τον «Θεμελιώδη Νόμο» της οικείας Έννομης Τάξης.  Ήτοι με το Σύνταγμα, έτσι ώστε να «επιβεβαιώνεται» η, απαραίτητη για την ισχύ του, στήριξη στο Θετικό Δίκαιο.  Και, από την άλλη πλευρά, σ’ εκείνη την κανονιστική παρέμβαση εντός του πλαισίου των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, η οποία διασφαλίζει στα μέλη του κατά περίπτωση κοινωνικού συνόλου την μεταξύ τους συνοχή, εν τέλει δε την «ισορροπία» συνύπαρξης εντός αυτού τούτου του κοινωνικού συνόλου.

 α4) Οι κατά τ’ ανωτέρω σκέψεις φέρνουν στην ερευνητική επιφάνεια και το ότι εντός της lato sensu Νομικής Επιστήμης, η οποία ασχολείται και με το κοινωνικοοικονομικό «περιβάλλον» θέσπισης και εφαρμογής του κανόνα δικαίου, ο θεσμικός νόμος υπόκειται σε μια μορφή «μιγαδικής» επιστημονικής θεώρησης.   Υπό την έννοια ότι κατά την θεώρηση αυτή λαμβάνονται υπόψη, σε ό,τι αφορά την ερμηνεία του και την εφαρμογή του στην πράξη, τόσο τ’ αμιγώς κανονιστικά χαρακτηριστικά του κανόνα    δικαίου όσο και η κοινωνικοοικονομική «υποδομή» αφενός του χρονικού σημείου θέσπισής του και, αφετέρου, του χρονικού σημείου ερμηνείας του προκειμένου να τύχει εφαρμογής στην πράξη.

β) Κατ’ ακολουθία -και σε πλήρη αντίθεση προς τις συνέπειες του φυσικού νόμου- ο θεσμικώς νοούμενος νόμος:

β1) Ακόμη και αν δεν ανταποκρίνεται κατά την θέσπισή του αποτελεσματικώς, εν όλω ή εν μέρει, προς τα πραγματικά δεδομένα που καλείται να ρυθμίσει επειδή συνιστούν την «υποδομή» του ισχύει, δίχως άλλη προϋπόθεση, κανονιστικώς και παράγει στο ακέραιο τα επέκεινα έννομα αποτελέσματά του.

β2) Α fortiori, ακόμη και στην υποθετική περίπτωση που ο θεσπιζόμενος από τον νόμο κανόνας δικαίου ανταποκρίνεται πλήρως στην κοινωνικοοικονομική «υποδομή» προέλευσής του, πλην όμως η από τα προς τούτο αρμόδια όργανα ερμηνεία και εφαρμογή του είναι επιστημονικώς –με γνώμονα τα δεδομένα της Νομικής Επιστήμης- στρεβλή σε σχέση με το κανονιστικό του πλαίσιο, και πάλι παράγει, δίχως άλλης μορφής προαπαιτούμενο ή έλεγχο, έννομα και δεσμευτικά κανονιστικά αποτελέσματα.

γ) Από τα προμνημονευόμενα υποκειμενικά -φυσικά ανθρωπίνως-στοιχεία του θεσμικώς νοούμενου νόμου συνάγονται, λογικώς, και τ’ ακόλουθα, τα οποία αναμφισβητήτως δεν ισχύουν για τον φυσικό νόμο, ο οποίος ουδόλως εξαρτάται, όπως ήδη επεξηγήθηκε, από την ανθρώπινη υποκειμενικότητα:

γ1) Η μη επαρκής ανταπόκριση του θεσπιζόμενου από τον νόμο κανόνα δικαίου προς τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα τα οποία πρέπει, κατά την ρυθμιστική του αποστολή,  να θεμελιώνουν την «υποδομή» του ναι μεν δεν αναιρεί την κανονιστική ενεργοποίησή του. Πλην όμως ασκεί καθοριστική επιρροή στην ταχύτερη κανονιστική του αποδυνάμωση και, κατ’ επέκταση, στην ανάδειξη της ανάγκης αντικατάστασής του από άλλον, κανονιστικώς επαρκέστερο, κανόνα δικαίου.

γ2) Επιπροσθέτως, ακόμη και όταν ο νόμος «υπακούει» στα κοινωνικοοικονομικά κελεύσματα της υποδομής του, πλην όμως η από τ’ αρμόδια όργανα ερμηνεία και εφαρμογή του έρχεται, κατ’ εξακολούθηση, σε αντίθεση προς το γράμμα και το πνεύμα του -άρα προς την κατά τους κανόνες της Νομικής Επιστήμης ενεργοποίησή του- αυτή η, per se, διαιωνιζόμενη αντίφαση υπονομεύει τα θεμέλια της επιστημονικής και, ιδίως, της κοινωνικής αποδοχής του.  Έτσι όμως η πορεία των πραγμάτων οδηγεί όχι τόσο στην αναθεώρηση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του κανόνα δικαίου που θεσπίζει ο νόμος αλλά, περισσότερο, και πάλι στην διαπίστωση της ανάγκης αντικατάστασής του από άλλο νόμο και κανόνα δικαίου. Ο οποίος, υπό αυτά τ’ ανεπαρκή δεδομένα αντιμετώπισης των ελαττωμάτων ως προς την παραγωγή των κανονιστικού περιεχομένου αποτελεσμάτων του, μάλλον θα έχει την ίδια, μοιραία, θεσμική κατάληξη.

 γ3) Εν κατακλείδι, το «αντικειμενικό» στοιχείο στον χώρο της Φυσικής Επιστήμης και το «υποκειμενικό» στοιχείο στον χώρο της Νομικής Επιστήμης τεκμηριώνουν ασφαλώς, μεταξύ άλλων, και το ότι η μεν πρώτη ανήκει στις Θετικές Επιστήμες, η δε δεύτερη στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες.  Η κατά τ’ ανωτέρω «αντίστιξη» παρέχει και την εξήγηση του γιατί, όπως προεκτέθηκε, η Φυσική Επιστήμη είναι, υπό συγκεκριμένες βεβαίως συνθήκες και προϋποθέσεις,  χρήσιμη για την συναγωγή συγκεκριμένων συμπερασμάτων αναφορικά με την φύση του νόμου εντός της Νομικής Επιστήμης.  Πλην όμως είναι εντελώς ανεδαφική -και ως επιστημονικώς εσφαλμένη- η γενικευμένη μεταφορά συμπερασμάτων για την ιδιοσυστασία του θεσμικού νόμου από το πεδίο της Φυσικής Επιστήμης σ’ εκείνο της Νομικής Επιστήμης.

ΙΙ. Η σημασία της ερμηνείας του κανόνα δικαίου

Τα όσα προαναφέρθηκαν, σε ό,τι αφορά τις αμοιβαίες σχέσεις και διαφορές μεταξύ του φυσικού νόμου και του θεσμικού νόμου, επεξηγεί πληρέστερα και η ιδιοσυστασία της ερμηνείας του τελευταίου, όπως ήδη ακροθιγώς επισημάνθηκε. Δηλαδή της νομικής εκείνης «διεργασίας», με αμιγώς «υποκειμενικά» χαρακτηριστικά, η οποία «μεταφέρει» τον κανόνα δικαίου από την φάση της θέσπισής του στην φάση της εφαρμογής του στην πράξη, προκειμένου να εκπληρώσει την κατά την κανονιστική του φύση αποστολή του. Συγκεκριμένα δε την ρύθμιση των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, ενόψει των οποίων θεσπίσθηκε ο κανόνας δικαίου για να πλαισιώσει κανονιστικώς την συμπεριφορά των μελών του οικείου κοινωνικού συνόλου.

Α.  Η ενεργοποίηση του κανονιστικού περιεχομένου του κανόνα δικαίου

Σύμφωνα με τα ως τώρα σχεδόν κοινώς αποδεκτά δεδομένα της Νομικής Επιστήμης, οιοσδήποτε κανόνας δικαίου – από την κορυφή της δικαϊκής ιεραρχίας ως την βάση της, ήτοι από τον θεσμικό «θρόνο» του Συντάγματος ως το, θεσμικώς σχεδόν αδιόρατο, «κανονιστικό ψήγμα» της καθημερινής δικαιοπραξίας – ενεργοποιείται και αποκτά την κανονιστική του ισχύ μέσ’ από την ερμηνεία του ρυθμιστικού του περιεχομένου, η οποία και οδηγεί τελικώς στην εφαρμογή του.  Δηλαδή, μέσ’ από την νοητική διεργασία που συνδέει το ρυθμιστικό αυτό περιεχόμενο με τα πραγματικά περιστατικά τα οποία μπορούν, κατά περίπτωση, να υπαχθούν στο πλαίσιό του, προκειμένου ο κανόνας δικαίου να επιδράσει στο κοινωνικοοικονομικό γίγνεσθαι δια της παραγωγής των κάθε είδους έννομων αποτελεσμάτων του.

  1.  Αυτό, άλλωστε, υποδηλώνει χαρακτηριστικά και η διαχρονική «απόφανση» του Ρωμαίου νομομαθούς Celsus, κατά την οποία δεν έχει τόσο σημασία το «γράμμα» του νόμου. Αλλά η κανονιστική του δυναμική, όπως προκύπτει κατά την τελεολογική του ερμηνεία που, κατά βάση, συμπυκνώνει και άλλες μορφές ερμηνείας, συμπεριλαμβανομένης της κατ’ αναλογίαν: «Scire leges non hoc est verba earum tenere, sed vim ac potestatem». Είναι δε ακριβώς ο ως άνω «κανονιστικός δυναμισμός» του που, ανάλογα με την έκταση και την έντασή του, διασφαλίζει στον κανόνα δικαίου τα περιθώρια να επιδράσει, με την σειρά του, στην κοινωνικοοικονομική «υποδομή» του, έτσι ώστε να ενισχύσει στην πράξη και να εμπεδώσει χρονικώς, όσο αυτό είναι εφικτό, την ρυθμιστική του εμβέλεια κατά τα θεσμικά αλλά και τα πολιτικά της χαρακτηριστικά.
  2. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η ιδιομορφία εκείνη του κανόνα δικαίου, η οποία έγκειται στην διαδικασία υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών εντός του κανονιστικού του πλαισίου, τον φέρνει κάπως κοντά, ως προς την εφαρμογή του, με την μαθηματική διαδικασία της απόδειξης, κυρίως στον χώρο της δικανικής απόδειξης, με τις επεξηγήσεις που ήδη εκτέθηκαν. Οπωσδήποτε όμως με την αυτονόητη διευκρίνηση ότι ο κανόνας δικαίου δεν επιδέχεται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, «μαθηματική» απόδειξη αλλά ερμηνεία και, επέκεινα,  εφαρμογή στην πράξη μέσω του νομικού συλλογισμού.  Γεγονός το οποίο εξηγεί και αναδεικνύει, σε όλη της την έκταση, την προαναφερθείσα αμιγώς «υποκειμενική» του υπόσταση και την συνακόλουθη σαφή «αντίστιξή» του σε σχέση με, prima faciae αντίστοιχα, αποδεικτικά δεδομένα στο πεδίο των Μαθηματικών.

Β. Ο καθοριστικός ρόλος της ερμηνείας του κανόνα δικαίου

Με βάση την προηγούμενη σειρά συλλογισμών, ο ερμηνευτής -κάθε μορφής, π.χ. ο δικαστής ή το διοικητικό όργανο, που ασκεί τις αρμοδιότητές του στο πλαίσιο του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας- οιουδήποτε κανόνα δικαίου συμπεριφέρεται, κατά την ενεργοποίηση του τελευταίου, ως ένα είδος «διαμεσολαβητή» ή «αγγέλου» μεταξύ του κανονιστικού νοήματός του και της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας, την οποία καλείται να ρυθμίσει διά της υπαγωγής σε αυτόν των επιμέρους συνιστωσών της.  Και κάπως έτσι ο ερμηνευτής του κανόνα δικαίου παραπέμπει, ετυμολογικώς αλλά και ουσιαστικώς, στον Ερμή -ή και στην Ίριδα- αν διατρέξουμε τις αχανείς ατραπούς της Μυθολογίας μας:

  1. Ο Ερμής, γιος του Δία και της Μαίας, της ωραιότερης των Πλειάδων, διαδραμάτιζε, ως θεός του Ολύμπου, μεταξύ άλλων και τον ρόλο του αγγελιαφόρου και κήρυκα. Ρόλο, που του προσέδιδε και την ιδιότητα ενός «μεσολαβητή» μεταξύ θεών και ανθρώπων αφού, κατ’ αποτέλεσμα, μετέφερε αμοιβαίως τα μηνύματά τους. Πρωτίστως όμως τα μηνύματα των θεών προς τους ανθρώπους.  Από την πλευρά της η Ίρις –Άρπυια, όπως και οι αδελφές της Αελλώ και Ωκυπέτη– εθεωρείτο δευτερεύουσα θεότητα, ανήκουσα στην «ακολουθία» των θεών, με καθήκοντα βοηθητικά μεν, πλην όμως παρεμφερή προς εκείνα του Ερμή.
  2. Πώς όμως συνδέονται, ετυμολογικώς, με τον ερμηνευτή του κανόνα δικαίου ο Ερμής και η Ίρις;

α) Κατά την κρατούσα άποψη, εν αρχή ήν η «ερη»                                αρχαία ονομασία του τόπου, όπου γίνονταν οι λαϊκές συνελεύσεις.  Άρα εκδηλώσεις προφορικής ανταλλαγής απόψεων, συναθροίσεις μ’ επίκεντρο τον λόγο, την ομιλία.  Συναφές –ίσως και προηγούμενο–  προς την «ερη» είναι το ρήμα «ερω», που σημαίνει «μιλάω», «μεταφέρω μήνυμα».  Από το «ερω» προέκυψαν, ως φυσική ετυμολογική κατάληξη, και τα ουσιαστικά «ρμηνεία» και «ερέμης», δηλαδή, grosso modo, «ερμηνευτής».

β) Η πλατωνική μαρτυρία, στον Κρατύλο (407e-408b), έρχεται να συνδυάσει το ρήμα και τα ουσιαστικά που προαναφέρθηκαν με τον Ερμή και την Ίριδα, προβάλλοντας ως συνδετικό κρίκο πρωτίστως τα «διαμεσολαβητικά» καθήκοντά τους.  Ειδικότερα, ο Ερμογένης ρωτά τον Σωκράτη τι σημαίνει το όνομα του «Ερμή: «Πειρώμεθα ον τν «ρμν» σκέψασθαι τί κα νοε τ νομα».  Και ο Σωκράτης, απαντώντας στον Ερμογένη συνδέει, από πλευράς ετυμολογίας, ευθέως τόσο τον Ερμή όσο και την Ίριδα με τον «άγγελο», ήτοι τον αγγελιαφόρο καθώς και με τον «ερμηνέα», ήτοι με τον ερμηνευτή, γενικώς.  Άρα, σε τελική ανάλυση, και με τον ερμηνευτή του κανόνα δικαίου: «Άλλά μήν τοτό γε οικε περί λόγον τί εναι ο «ρμς», καί τό ρμηνέα εναι καί τό γγελον καί τό κλοπικόν τε καί τό πατηλόν ν λόγοις καί τό γοραστικόν, περί λόγου δύναμίν στιν πσι ατη πραγματεία. περ ον καί ν τος πρόσθεν λέγομεν, τό «ερειν» λόγου χρεία στί, τό δέ, οον καί  μηρος πολλαχο λέγει, «μήσατό» φησιν, τοτο δέ μηχανήσασθαί στιν. ξ αμφοτέρων ον τούτων τόν τό λέγειν τε καί τόν λόγον μησάμενον-τό δέ λέγειν δή στίν ερειν-τοτον τόν θεόν σπερεί πιτάττει μν νομοθέτης « νθρωποι, ς τό ερειν μήσατο, δικαίως ν καλοτο πό μν Ερέμης». νν δέ μες, ς οόμεθα, καλλωπίζοντες τό νομα «ρμν» καλομεν. [καί γε ρις πό το ερειν οικεν κεκλημένη, τι γγελος ν]». («λλά τό νομα ατό, ρμής, φαίνεται τι χει σχέση μέ τή ρητορική, καί τό τι εναι διερμηνέας καί γγελιοφόρος καί πιδέξιος κλέφτης καί πατηλός μέ λόγια καί πιτήδειος στό μπόριο, λη ατή δραστηριότητά του συνδέεται μέ ρητορικήν κανότητα. Καθώς λοιπόν καί παραπάνω επαμε, τό ερειν (μιλεν) εναι χρήση το λόγου καί λέξη πού μεταχειρίζεται μηρος σέ πολλούς στίχους: μήσατο (πενόησε), σοδυναμε μέ τό μηχανμαι. Καί πό τά δύο λοιπόν ατά νομοθέτης φαίνεται πώς μς παραγγέλλει νά νομάσουμε τοτο τό θεό «πού πενόησε τό λέγειν καί τόν λόγον» (τό λέγειν ς γνωστόν εναι ερειν). «νθρωποι, μς λέει, κενος πού πενόησε τό λόγο (τό ερειν μήσατο) δικαίως μπορε νά νομάζεται πό σς Ερέμης». λλά τώρα μες, πως νομίζομε, καλλωπίζοντας τό νομα, τόν όνομάζομε ρμ. [Καί ρις πίσης πό τό ερειν φαίνεται τι πρε τό νομά της, γιατί ταν γγελιοφόρος]».) (Πλάτωνος, «Κρατύλος», μετάφραση-σχόλια-εισαγωγή Ηλία Λάγιου, έκδ. Δαίδαλος [Ι. Ζαχαρόπουλος], Αθήνα, 1990).

  1. Με δεδομένο το γεγονός ότι, κατά τους οικείους επιστημονικούς κανόνες, οι γλώσσες λειτουργούν ως συστήματα με τάσεις αλληλεπίδρασης και αλληλοσυμπλήρωσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο πώς π.χ. στην λατινική –αλλά και στις λοιπές λατινογενείς γλώσσες– το «ερμηνεύω» αντιστοιχεί στο «interpretare» και η «ερμηνεία» στην «interpretatio».

α) Και μόνο το πρώτο συνθετικό τους -“inter”-παραπέμπει, από πλευράς νοήματος, στην διαμεσολάβηση ως προς το μήνυμα που εκπέμπεται και, κατ’ επέκταση, ως προς την μεταφορά του μηνύματος.  Συνεπώς,  και στην λατινική γλώσσα ο ερμηνευτής νοείται, εμμέσως πλην σαφώς, και ως «αγγελιαφόρος-διαμεσολαβητής». Επιστρέφοντας στην σύγχρονη πραγματικότητα, ευχερής είναι η διαπίστωση ότι σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του κανόνα δικαίου οφείλει να συμπεριφέρεται ως «αεικίνητος Ερμής».

β)  Και τούτο διότι ο μεν νομοθέτης, λόγω της εντυπωσιακής αλλά και διαρκώς εντεινόμενης  ταχύτητας μεταβολής των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων –ιδίως «ελέω» Οικονομίας και Τεχνολογίας- συχνά έχει ήδη εν πολλοίς «ξεπερασθεί» από τα γεγονότα όταν θεσπίζει τον κανόνα δικαίου.  Ο δε ερμηνευτής και εφαρμοστής του κανόνα δικαίου δεσμεύεται, σύμφωνα με τον θεσμικό του ρόλο, να τον προσαρμόζει καταλλήλως στα, πρωτεϊκώς μεταβαλλόμενα, δεδομένα για να διατηρηθεί η στοιχειώδης συνοχή της Έννομης Τάξης.  Μιας Έννομης Τάξης,  η οποία στις μέρες μας «διακτινίζεται» ανάμεσα στον, έστω και κατ’ επίφαση, νομικό ορθολογισμό και στην αδήριτη κανονιστική σχετικότητά της στην πράξη, που «σπέρνει» την αμφισβήτηση πάνω από κάθε μορφής θεσμική βεβαιότητα.

  1. Αυτή ακριβώς η ιδιοσυστασία, με προεξάρχον το στοιχείο της υποκειμενικότητας, της ερμηνείας του κανόνα δικαίου αρκεί, σε μεγάλο βαθμό, προκειμένου να στοιχειοθετηθούν επιστημονικώς πολλές από τις θεμελιώδεις διαφορές που χωρίζουν τον θεσμικό νόμο και τον φυσικό νόμο. Διαφορές, οι οποίες αφορούν τόσο τον στόχο που επιδιώκει καθένας τους όσο και την μέθοδο επίτευξης του στόχου τούτου μέσω της ενεργοποίησής τους.

α) Ο φυσικός νόμος στοχεύει στην μέσω των κανόνων της Φυσικής Επιστήμης επιτυχή περιγραφή της λειτουργίας του φυσικού κόσμου με το να προσδιορίζει, όπως προεκτέθηκε, την διαδικασία παραγωγής ενός φυσικού φαινομένου.

α1) Αποκάλυψη, η οποία ουδόλως παρίσταται ευχερής, αν συλλογισθεί κανείς και το πόσος χρόνος έχει περάσει αφότου άρχισε αυτή η επιστημονική «πορεία» αλλά και πόσος χρόνος απομένει ακόμη για να φθάσει η Φυσική Επιστήμη -με την «επικουρία» και άλλων Επιστημών, ιδίως δε με την «επικουρία» των Μαθηματικών- σ’ ένα επίπεδο αρκούντως ολοκληρωμένης θεώρησης του φυσικού κόσμου.  Το εξαιρετικά «δύσβατο» επιστημονικώς της ως άνω «πορείας» είχαν κατανοήσει οι Έλληνες Φιλόσοφοι από την εποχή των Προσωκρατικών: Κατά τον Ηράκλειτο, «Περί φύσεως»,  «φύσις κρύπτεσθαι φιλε» (Diels-Kranz, 123), κατά δε τον Δημόκριτο, ««τε δ οδν δμεν· ν βυθ γρ λθεια» (Diels-Kranz, 68, B, 117).

α2) Περαιτέρω -και πάλι όπως προεκτέθηκε- η μεν επιστημονική «σύλληψη» της ουσίας και της λειτουργίας του φυσικού νόμου, ως ανθρώπινη δραστηριότητα, ενέχει σαφή υποκειμενικά στοιχεία.  Πλην όμως ο ίδιος ο φυσικός νόμος, ως μέσο προσδιορισμού του αιτίου ή των αιτίων που βρίσκονται στις ρίζες της παραγωγής του φυσικού φαινομένου, έχει αμιγώς αντικειμενικά χαρακτηριστικά. Υπό την έννοια ότι δεν είναι δημιούργημα του Ανθρώπου και, επομένως, η αντικειμενική του υπόσταση υπερβαίνει την ανθρώπινη παρέμβαση και ουδόλως εξαρτάται από αυτήν.  Με βάση τα χαρακτηριστικά του αυτά, ο φυσικός νόμος, κατά την εξέλιξη της Φυσικής Επιστήμης και με τα επιστημονικά μέσα της παρατήρησης και κατ’ εξοχήν του πειράματος, επιδέχεται αποκλειστικώς και μόνο είτε «επαλήθευση» είτε «διάψευση- επιλάθευση».

β) Όλως αντιθέτως και όπως καταδεικνύει, σύμφωνα με την σειρά των συλλογισμών που προηγήθηκαν, τόσο η διαδικασία θέσπισής του όσο και -κατά κύριο λόγο- η διαδικασία ερμηνείας και εφαρμογής του, ο θεσμικός νόμος είναι καθ’ ολοκληρίαν δημιούργημα του Ανθρώπου, συμπυκνώνοντας σε όλο το φάσμα της κανονιστικής του ισχύος την εντεύθεν γενικευμένη υποκειμενικότητα.  Μια υποκειμενικότητα του θεσμικού νόμου η οποία υφίσταται, στο ακέραιο, είτε υπό την καθαρώς κανονιστική του θεώρηση, π.χ. κατά τον Hans Kelsen και την «Καθαρή Θεωρία του Δικαίου»  (ιδίως in «Reine Rechtslehre», 1η έκδ., 1934, Leipzig und Wien) είτε υπό την θεώρησή του με βάση την σύνθεση της ως άνω καθαρώς κανονιστικής του νομικής «σύλληψης» και της ένταξης της ερμηνείας και εφαρμογής του εντός του ευρύτερου «αξιακού» συστήματος που αναπτύσσεται μέσα στο κοινωνικό  σύνολο των «υποκειμένων» του, π.χ. κατά τον Ronald Dworkin (ιδίως in «Laws Empire», Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, 1986, και «Justice for Hedgehogs», Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, 2011).

β1) Και τούτο διότι και η καθαρώς κανονιστική θεώρηση του θεσμικού νόμου, η οποία αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στην ανάλυση των αμιγώς κανονιστικών του χαρακτηριστικών και προσδιορίζει πρωτίστως την θέση του και την λειτουργία του εντός της οικείας Έννομης Τάξης, συνιστά, κατ’ αποτέλεσμα, νοητική διεργασία του κρατικού ή των κρατικών οργάνων που έχουν αρμοδιότητα ή δικαιοδοσία για την θέσπιση, την ερμηνεία και εφαρμογή του.  Νοητική διεργασία, η οποία παρά την prima faciae «καθαρή θεωρητικώς» εξέλιξή της παραμένει, και μάλιστα εν συνόλω, στην σφαίρα της υποκειμενικότητας κατά την λήψη των in concreto αποφάσεων των ως άνω κρατικών οργάνων.

β2) Πολύ περισσότερο «ορατή» είναι η υποκειμενικότητα κατά την θέσπιση και ιδίως κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του θεσμικού νόμου υπό τα δεδομένα της θεωρητικής ανάλυσης του έργου του δικαστή, ως ερμηνευτή και εφαρμοστή του, από τον Ronald Dworkin κατά τα προεκτεθέντα αμέσως ανωτέρω: Υιοθετώντας μια οιονεί «δυναμική» αλλά και «οραματική» σύλληψη του θεσμικού νόμου, στην βάση της κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του αρμονικής «συνύπαρξης» της Ελευθερίας και της, κατά την αναλογική της υπόσταση, Ισότητας -οι οποίες αποτελούν «αντηρίδες» της Σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας- ο Ronald Dworkin εμβαθύνει στο έργο του δικαστή και της δικαιοδοτικής λειτουργίας με γνώμονα κυρίως την ακώλυτη άσκηση των δικαιωμάτων.  Και δέχεται ότι κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα δικαίου ο δικαστής πρέπει να στηρίζεται όχι μόνο στο Σύνταγμα και την σύμφωνα με αυτό εκτελεστική του νομοθεσία αλλά και στο «αξιακό σύστημα» ηθικών αρχών που διαπνέουν το κοινωνικό σύνολο, εντός του οποίου ισχύει ο κανόνας δικαίου και «αναδύονται» τόσο από αυτό τούτο το κείμενο του Συντάγματος όσο και από τις δικαστικές αποφάσεις που το ερμηνεύουν και το εφαρμόζουν.  Υπ’ αυτή την έννοια ο δικαστής, κατά την επιτέλεση της αποστολής του που αφορά την απονομή της Δικαιοσύνης με βάση τα «προτάγματα» της Ελευθερίας και της Ισότητας, καλείται να επιλέξει για κάθε νομικό πρόβλημα την ορθή λύση, έργο που παραπέμπει στους «Άθλους του Ηρακλέους».  Από την ίδια της την νομική και φιλοσοφική φύση η θεώρηση του θεσμικού νόμου από τον Ronald Dworkin αναδεικνύει, με ιδιαίτερη έμφαση, τα υποκειμενικά του χαρακτηριστικά. Δοθέντος ότι ο δικαστής, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του, ενεργεί αποκλειστικώς κατά την υποκειμενική του κρίση, και ως προς την ερμηνεία του Συντάγματος και την σύμφωνη με αυτό εκτελεστική του νομοθεσία και, κατ’ εξοχήν, ως προς την συναγωγή των προαναφερόμενων ηθικών αρχών για την επιλογή της τελικής νομικής λύσης, που «εξοπλίζεται» με δύναμη δεδικασμένου.

γ) Μεταφορικώς, η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία μπορεί να μας δώσει ορισμένα, άκρως αντιπροσωπευτικά, παραδείγματα ως προς το πώς θα ήταν δυνατό να φαντασθούμε, σύμφωνα με όσα τονίσθηκαν προηγουμένως, τον ρόλο του επιστήμονα στο πεδίο της Φυσικής Επιστήμης κατά την θεώρηση του φυσικού νόμου από την μια πλευρά, και τον ρόλο του δικαστή κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του θεσμικού νόμου από την άλλη:

γ1) Στο πεδίο της Φυσικής Επιστήμης, οι «θεράποντές» της, αναζητώντας αενάως την αλήθεια για τον φυσικό κόσμο και κινούμενοι, με αντικειμενικώς λειτουργούσες επιστημονικές μεθόδους -την παρατήρηση και, κυρίως το πείραμα- μεταξύ «επαλήθευσης» και «διάψευσης-επιλάθευσης», θυμίζουν τον κατά την Αισχύλεια τριλογία ημίθεο Προμηθέα, αρχικώς ως «Πυρφόρο», ύστερα ως «Δεσμώτη» και, τελικώς, ως «Λυόμενο»:  Η «θαρραλέα» αναζήτηση, υπέρ του Ανθρώπου, της αλήθειας για τον φυσικό κόσμο, η «τιμωρία» της ενδεχόμενης «διάψευσης-επιλάθευσης» και η τελική «λύτρωση», όταν επιτυγχάνεται η «επαλήθευση».

γ2) Στο πεδίο της Νομικής Επιστήμης, ο δικαστής, ως ερμηνευτής και εφαρμοστής του θεσμικού νόμου, προσιδιάζει -για ν’ αναχθούμε και πάλι στον Ronald Dworkin- στον Ηρακλή: Καλείται κάθε φορά να φέρει σε πέρας τον «άθλο» της επιλογής της ορθής λύσης κατά τις απαιτήσεις της Δικαιοσύνης, με στόχο την ακώλυτη άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην βάση της σύνθεσης της Ελευθερίας και της Ισότητας, υπό την αναλογική της έννοια.  Κατά την επιλογή αυτής της ορθής λύσης, ο δικαστής πρέπει ν’ αποφεύγει την «πολυπραγμοσύνη» της «αλώπεκος»  -που ταιριάζει περισσότερο στους πολιτικούς και στην πολιτική- και να εμπνέεται από την «λογική» του «εχίνου», κατά την ρήση του Αρχιλόχου: «Πόλλ οδ λώπηξ, λλ χνος ν,  μέγα». Υπό μια άλλη «οπτική γωνία», και πάντα με βάση την δικαιοδοτική αποστολή του, ο δικαστής προσιδιάζει και στον Άτλαντα. Με την διαφορά ότι αντί για την ουράνια σφαίρα «σηκώνει στους ώμους» του το μέγα βάρος της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης.

III. Η ερμηνεία του κανόνα δικαίου ως παράδειγμα κοινού προβληματισμού αλλά και ουσιωδών διαφορών μεταξύ Νομικής Επιστήμης και Φυσικής Επιστήμης

Οι προμνημονευόμενοι προβληματισμοί ως προς την έννοια και την μέθοδο της ερμηνείας του κανόνα δικαίου, ιδίως σε σχέση με την ραγδαία εξέλιξη της κοινωνικοοικονομικής «υποδομής» του,  μπορούν να μας δώσουν ένα αρκετά αντιπροσωπευτικό δείγμα του πώς είναι επιτρεπτό, με αυστηρή τήρηση των εκατέρωθεν επιστημονικών δεδομένων, να προσεγγίσουμε και την σαφή διάκριση μεταξύ αφενός της, όποιας, «σχετικότητας» του θεσμικού νόμου κατά τα δεδομένα της Νομικής Επιστήμης και της κατά τα δεδομένα της Φυσικής Επιστήμης «απροσδιοριστίας».  Αφετέρου δε, από την μια πλευρά των συνεπειών επί του θεσμικού νόμου κατά τα δεδομένα της Νομικής Επιστήμης,  λόγω της ραγδαίας επιτάχυνσης της μεταβολής της κοινωνικοοικονομικής του «υποδομής» και, από την άλλη πλευρά, π.χ. της ουσιώδους αύξησης της μάζας στοιχειωδών σωματιδίων, όταν επιταχύνοντας φθάνουν  πολύ κοντά στην ταχύτητα του φωτός. Διότι η «γνήσια» μεθοδολογική διερεύνηση δεν είναι επιτρεπτό να εξαντλείται στην ανίχνευση των ομοιοτήτων συγκεκριμένων δεδομένων μεταξύ διαφορετικών επιστημονικών πεδίων.  Αλλά πρέπει να καταλαμβάνει –οδηγούμενη με τον τρόπο αυτό σε προδήλως χρήσιμα επιστημονικά συμπεράσματα- και την αναζήτηση των διαφορών τους, οι οποίες πολλές φορές είναι και μεγάλες και ιδιαιτέρως ενδεικτικές αναφορικά με την αληθή επιστημονικώς ιδιομορφία των αντίστοιχων επιστημονικών πεδίων.  Ειδικότερα:

Α. Η «σχετικότητα» του θεσμικού νόμου  και η αρχή της «απροσδιοριστίας» κατά τον φυσικό νόμο

Ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του κανόνα δικαίου, φυσικά μετά την θέσπισή του, προβαίνει στην βάσει αυτού διαμόρφωση των νομικών συλλογισμών του υπό αμιγώς υποκειμενικούς όρους ευρισκόμενος, μοιραίως, αντιμέτωπος με  μια διπλή μορφή «σχετικότητας» σε σχέση με το νόημα του ισχύοντος κανόνα δικαίου:

  1.  Πρώτον, με την «εγγενή» του «σχετικότητα», ήτοι την οφειλόμενη στην ιδιοσυστασία του ως ανθρώπινου, αποκλειστικώς, δημιουργήματος.  Με την έννοια ότι λόγω του υποκειμενικού στοιχείου που οπωσδήποτε παρεισφρέει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά την θέσπιση του κανόνα δικαίου, εν πάση περιπτώσει η σύλληψη του κανονιστικού του νοήματος με βάση την ερμηνεία του εκ μέρους του ερμηνευτή και εφαρμοστή του είναι, οιονεί νομοτελειακώς, διαφορετική από την σύλληψη του οργάνου το οποίο, κατά το Σύνταγμα και την σύμφωνη με αυτό εκτελεστική του νομοθεσία, προέβη στην ως άνω αρχική θέσπισή του.  Και, δεύτερον, με την «επίκτητη» «σχετικότητά» του.  Δηλαδή με την «σχετικότητα», η οποία απορρέει, και πάλι οιονεί νομοτελειακώς, αυτή την φορά εκ του ότι όσο ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του κανόνα δικαίου προβαίνει στην διαμόρφωση των αντίστοιχων νομικών συλλογισμών σε χρόνο που απέχει αρκετά ή και πολύ από την αρχική του θέσπιση, τόσο «απομακρύνεται», μοιραίως, από το «γράμμα» του στην προσπάθειά του να προσαρμόσει τον κανόνα δικαίου στην διαρκώς εξελισσόμενη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα.

α) Επομένως, η «σχετικότητα» αυτή είναι «επίκτητη» διότι δεν προκύπτει ευθέως υπό την «εγγενή» ιδιοσυστασία του κανόνα δικαίου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.  Αλλ’ από την κοινωνικοοικονομική «υποδομή» του, η οποία στην εξέλιξή της κατ’ ανάγκην «εκτρέπει» τον κανόνα δικαίου από το αρχικό του ρυθμιστικό νόημα για να καταστεί επίκαιρη και αποτελεσματική η in concreto κανονιστική εφαρμογή του.

α1)  Ας σημειωθεί, επιπροσθέτως, ότι αυτή η  αμφίδρομη σχέση επιρροής μεταξύ του κανόνα δικαίου, ως «εποικοδομήματος», και της κοινωνικοοικονομικής του «υποδομής» δεν εξελίσσεται στην πράξη πάντοτε υπό συνθήκες μιας οιονεί κανονιστικής «ισορροπίας», σε ό,τι αφορά το τελικό της αποτέλεσμα για την επιλογή της συγκεκριμένης ερμηνείας του κατά την εφαρμογή του στην πράξη.  Πραγματικά, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η τάση ερμηνείας του κανόνα δικαίου αποβαίνει υπέρ της γραμματικής του ερμηνείας και της περαιτέρω «υπεράσπισης» του αρχικού του νοήματος, με αντίστοιχο ουσιώδη περιορισμό, ως προς την ως άνω ερμηνεία, της επιρροής  της κοινωνικοοικονομικής του «υποδομής».  Και, αντιστρόφως, παρατηρούνται περιπτώσεις όπου η τάση ερμηνείας του κανόνα δικαίου ευνοεί ως και την καθ’ υπερβολή λήψη υπόψη των δεδομένων της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας κατά τον χρόνο εφαρμογής του.

α2) Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις η κατά τ’ ανωτέρω  υπερβολή θίγει, τουλάχιστον ορισμένες φορές, ως και την εντός της Έννομης Τάξης ιεράρχηση των κανόνων δικαίου μεταξύ τους από πλευράς τυπικής ισχύος που διαθέτει καθένας τους.  Για παράδειγμα παρατηρείται – ευτυχώς έστω και όχι κατά κανόνα – το φαινόμενο ένας νόμος να θεσπίζεται κάτω από «έκτακτες» κοινωνικοοικονομικές ή και πολιτικές συνθήκες, οι οποίες ασκούν τέτοια επιρροή επί του ρυθμιστικού του περιεχομένου ώστε ο εφαρμοστής του, κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητάς του,  να επιχειρεί, δήθεν «στο όνομα» της θωράκισης της κανονιστικής του αποτελεσματικότητας, όχι σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του νόμου αλλά σύμφωνη με το νόμο ερμηνεία του Συντάγματος.  Κάτι το οποίο αντιτίθεται, προδήλως, προς την κατά το Σύνταγμα ιεράρχηση του κάθε κανόνα δικαίου εντός της Έννομης Τάξης.

β)  Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, επιπροσθέτως, και το πόσο μεγάλη σημασία έχει η υιοθέτηση εκείνων των ερμηνευτικών επιλογών του κανόνα δικαίου κατά την εφαρμογή του, οι οποίες:

β1) Ναι μεν δεν αγνοούν την, σύμφωνη με την κανονιστική του «ευρωστία», αμφίδρομη σχέση επιρροής, κατά τ’ ανωτέρω, μεταξύ κοινωνικοοικονομικής «υποδομής» και θεσμικού «εποικοδομήματος». Πλην όμως συναντούν ως όριο τον σεβασμό της αρχής,  ότι μια τέτοια σχέση επιρροής πρέπει να στοχεύει στον περιορισμό ιδίως της «επίκτητης σχετικότητας» του κανόνα δικαίου, προκειμένου ν’ ανταποκρίνεται πληρέστερα στις απαιτήσεις του συνδυασμού μεταξύ γραμματικής και τελεολογικής ερμηνείας.  Και όχι την αναγωγή της «σχετικότητας» αυτής σ’ ένα είδος ερμηνευτικής «προτεραιότητας», η οποία εκτός από το νόημα του κανόνα δικαίου μπορεί, κατά τα προεκτεθέντα,  ν’ αλλοιώσει εντός της Έννομης Τάξης  ακόμη και το κανονιστικό επίπεδο της τυπικής του ισχύος κατά το Σύνταγμα.

β2)  Καθιστούν σαφές ότι υπ’ αυτές τις συνθήκες διαμορφώνεται μια γενική μορφή «σχετικότητας» -κράμα της «εγγενούς» και της «επίκτητης» «σχετικότητας»- ως προς την υπό αμιγώς υποκειμενικούς όρους ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα δικαίου, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν επιχειρούνται μετά την έναρξη της ισχύος του.  Αυτή δε η «σχετικότητα» γίνεται σαφώς πιο έντονη στο πεδίο άσκησης της δικαιοδοτικής λειτουργίας εκ μέρους του διοικητικού δικαστή, ιδίως σε ό,τι αφορά την κατά τ’ ανωτέρω «εγγενή» σχετικότητά του.

 γ) Και τούτο διότι -αντίθετα με τον δικαστή που επιλύει διαφορές ιδιωτικού δικαίου, ο οποίος πρωτογενώς ερμηνεύει και εφαρμόζει την επίμαχη διάταξη, και μάλιστα secundum allegata et probata λόγω του, κατά κανόνα τουλάχιστον, ισχύοντος εδώ συζητητικού συστήματος- ο δικαστής, ο οποίος επιλύει διοικητικές διαφορές, δικαιοδοτεί υπό την εξής ιδιομορφία: Αφού ο δικαστής αυτός ερευνά, κατ’ αποτέλεσμα, την νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης ή παράλειψης, στην ουσία ερευνά την ορθότητα της ερμηνείας και εφαρμογής του κανόνα δικαίου από το αρμόδιο διοικητικό όργανο, στο οποίο αποδίδεται η επίμαχη διοικητική πράξη ή παράλειψη.  Δηλαδή κάνει σε «δεύτερο βαθμό» τον νομικό συλλογισμό, τον οποίο έκανε σε πρώτο βαθμό το διοικητικό όργανο.  Η συνακόλουθη, ιδιόμορφη, λοιπόν «σχετικότητα» ως προς τον κανόνα δικαίου σε αυτό το επίπεδο θεσμικής αντιμετώπισής του εντείνεται:

 γ1) Πρώτον, λόγω του διαφορετικού ρόλου του δικαστή και της αντίστοιχης διαφορετικής δικαιοδοτικής νοοτροπίας του στο πλαίσιο της, συνταγματικώς μάλιστα κατοχυρωμένης, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικαστή. Ο δικαστής, αντίθετα από το όργανο που εφαρμόζει προγενεστέρως, σε πρώτο στάδιο, τον κανόνα δικαίου, καλείται μεταγενεστέρως να τον ερμηνεύσει και να συναγάγει τα έννομα αποτελέσματά του υπό συγκεκριμένες δικονομικές προϋποθέσεις και με αποφάσεις που, εντέλει, εξοπλίζονται με δύναμη δεδικασμένου.  Κατά συνέπεια, «αυτοθρόως» η ως άνω «εγγενής» σχετικότητα του θεσπισμένου κανόνα δικαίου, εξαιτίας της παρεμβολής δύο, διαδοχικώς, «ερμηνευτικών συντελεστών» γίνεται περισσότερο αισθητή κατά  την εφαρμογή του στην πράξη.

γ2) Kαι, δεύτερον, λόγω του, συνήθως μεγάλου, χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί μεταξύ της θέσπισης του κανόνα δικαίου και της ερμηνείας και εφαρμογής του από το αρμόδιο δικαστήριο.  Προφανώς, η εν προκειμένω «σχετικότητα» από την μια πλευρά εμφανίζεται με τα «επίκτητα», όπως ήδη διευκρινίσθηκε, χαρακτηριστικά της και, από την άλλη πλευρά, συνδέεται γενικώς με την δικαιοδοτική δραστηριότητα του κάθε δικαστή, και όχι μόνο του διοικητικού.  Διότι έτσι ο κάθε  δικαστής καλείται όχι μόνο να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου αλλά και να τον «επικαιροποιήσει», δια της ερμηνευτικής οδού, ώστε ν’ ανταποκρίνεται, όσο αυτό είναι εφικτό, στην εξέλιξη της κοινωνικοοικονομικής «υποδομής» του και στον σκοπό θέσπισής του.  Και μόνον αυτή η διαπίστωση αρκεί για να καταδείξει την μεγάλη απόσταση που χωρίζει –άρα και την ανάλογη «σχετικότητα» του κανόνα δικαίου– την νομική προσέγγιση εκείνου που θεσπίζει την in concreto ρύθμιση, εκείνου που την εφαρμόζει στην συνέχεια και, τέλος, εκείνου ο οποίος αποφαίνεται δικαστικώς, όταν και στο μέτρο που αναφύεται δικαστική διαφορά.

δ) Εμβαθύνοντας περισσότερο στα δεδομένα της «επίκτητης», πάντοτε υπό την προεκτεθείσα έννοια, «σχετικότητας» του κανόνα δικαίου μπορεί κανείς να κατανοήσει ευχερέστερα γιατί η σύγχρονη ιδιομορφία της κοινωνικοοικονομικής υποδομής του καθιστά την «σχετικότητά» του κυριολεκτικώς εξόφθαλμη, όταν η ερμηνεία και εφαρμογή του φθάνει στο δικαστικό επίπεδο:

 δ1) Πρώτον –και πέραν των άλλων- ο δικαστής ολοένα και πιο συχνά επωμίζεται το βάρος ερμηνείας και εφαρμογής του κανόνα δικαίου και υπό το κράτος μετάθεσης σε αυτόν της ευθύνης πολιτικών αποφάσεων, οι οποίες έχουν ληφθεί προηγουμένως, πολλές φορές μέσ’ από μιαν αυθαίρετη θεσμική προσέγγισή του.  Επιπροσθέτως, η ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα δικαίου υπό έκτακτες συνθήκες απρόβλεπτων γεγονότων -που ολοένα και πιο συχνά δημιουργεί η σύγχρονη κοινωνικοοικονομική συγκυρία-διευρύνει, μοιραίως, το χάσμα μεταξύ της έννοιας του περιεχομένου του κατά τον χρόνο θέσπισής του και του εξελικτικώς διαμορφούμενου κανονιστικού του πλαισίου, εντός του οποίου ο δικαστής, ασκώντας δικαιοδοτική λειτουργία, υποχρεούται να συναγάγει τα έννομα αποτελέσματά του.

δ2) Δεύτερον –και με δεδομένο το γεγονός ότι η ως άνω πραγματικότητα προκαλεί «νομοθετική έκρηξη», στην κυριολεξία– ο δικαστής καλείται να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου σε συνάρτηση με άλλους, συναφείς προς αυτόν, κανόνες, όχι μόνο της Εθνικής αλλά και της Διεθνούς καθώς και της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης για τα Κράτη-Μέλη της, οι οποίοι δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο θέσπισής του.  Πώς, λοιπόν, να μην μεγαλώνει διαρκώς η απόσταση –ή και το χάσμα– που χωρίζει την θεσμική προσέγγιση του κανόνα δικαίου κατά τον χρόνο θέσπισής του και κατά τον χρόνο ερμηνείας και εφαρμογής του στο πλαίσιο ενεργοποίησης του μηχανισμού της δικαιοδοτικής λειτουργίας;

  1. Τα όσα προεκτέθηκαν, ως προς τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζει ο δικαστής κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα δικαίου κατ’ εξοχήν λόγω ραγδαίας μεταβολής της κοινωνικοοικονομικής του «υποδομής» –άρα λόγω όχι μόνο της «εγγενούς» αλλά κυρίως της «επίκτητης» «σχετικότητάς» του– επιτρέπουν, με στήριγμα τα δεδομένα της Νομικής Επιστήμης και της Φυσικής Επιστήμης, να κατανοήσουμε την μεγάλη απόσταση που χωρίζει την ως άνω «σχετικότητα» από την εντελώς διαφορετική «απροσδιοριστία» ή «αβεβαιότητα», κατά την αρχή που διατύπωσε το 1927 ο Werner Heisenberg.

α) Οι εκπρόσωποι της Φυσικής Επιστήμης, αναλύοντας τους κανόνες της υπό όρους lex naturalis κατά τα προαναφερθέντα, γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με την «αρχή της απροσδιοριστίας» -με την πρόσθετη επισήμανση ότι η εξ αυτής «αβεβαιότητα» είναι αναπόφευκτη, λόγω του ότι δεν οφείλεται σε ατέλειες των συσκευών μέτρησης αλλ’ αποκλειστικώς στην ίδια την κβαντική συμπεριφορά της ύλης- στο μικροσκοπικό επίπεδο η θέση και η ταχύτητα ενός στοιχειώδους σωματιδίου δεν μπορεί να είναι ταυτοχρόνως γνωστές.  Συγκεκριμένα, η σχέση τους περιγράφεται από την ακόλουθη εξίσωση: «(Ἀπροσδιοριστία στὴν θέση) × (Ἀπροσδιοριστία στὴν ταχύτητα) ≅ σταθερό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἂν ἡ ἀπροσδιοριστία στὴν θέση μικραίνει, ἡ ἀπροσδιοριστία στὴν ταχύτητα θὰ μεγαλώνει, ὥστε τὸ γινόμενό τους νὰ παραμένει, περίπου, σταθερό.»  (βλ. Στέφανου Τραχανά, «Το φάντασμα της όπερας – Η επιστήμη στον πολιτισμό μας», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2014, σελ.27).  Άρα, κατά την αρχή της «απροσδιοριστίας» η «αβεβαιότητα» συνίσταται στο ότι είναι αδύνατο και για εντελώς αντικειμενικούς λόγους να προσδιορισθεί, ταυτοχρόνως και με απόλυτη ακρίβεια, η θέση και η «ορμή» ενός κβαντικού σωματιδίου.

β)  Πολύ διαφορετική, κατ’ επιστημονική ακρίβεια, είναι η λόγω της «σχετικότητας» «αβεβαιότητα» που αντιμετωπίζουν κατ’ ανάγκη τα υποκειμενικώς σκεπτόμενα και ενεργούντα π.χ. διοικητικά και κυρίως δικαστικά όργανα όταν, υπό τις συνθήκες που αναλύθηκαν προηγουμένως, καλούνται να εφαρμόσουν τον κανόνα δικαίου.  Και τούτο πρωτίστως διότι, όπως συνάγεται και από τα όσα εκτίθενται στην συνέχεια, αυτή η «αβεβαιότητα» δεν οφείλεται σ’ «εγγενείς» ιδιότητες του κανόνα δικαίου, ως δήθεν ανεξάρτητου από την παρέμβαση του ανθρώπου «νόμου».  Αλλά, όλως αντιθέτως, απορρέει από την εξόχως «υποκειμενική»  υπόσταση του κανόνα δικαίου, ως δημιουργήματος του ανθρώπου καθ’ ολοκληρία, δηλαδή και ως προς την θέσπισή του και ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του.

β1) Ειδικότερα, και με αναφορά στην δικαιοδοτική λειτουργία, όσο ο δικαστής επικεντρώνεται στην αναζήτηση του γράμματος και του πνεύματος του κανόνα δικαίου, σύμφωνα με τις συνθήκες της υποδομής του υπό τις οποίες θεσμοθετήθηκε –και όποια μέθοδο ερμηνείας και αν υιοθετήσει εν προκειμένω– τόσο τείνουν να του διαφεύγουν τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα, που έχουν στο μεταξύ αλλάξει ουσιωδώς.  Οπότε, το κανονιστικό πλαίσιο του ισχύοντος κανόνα δικαίου εμφανίζεται ανεπαρκές για να ρυθμίσει το πεδίο, ενόψει του οποίου είχε ενεργοποιηθεί η, lato sensu,  νομοθετική πρωτοβουλία.

β2) Και, αντιστρόφως, όσο ο δικαστής, αντιλαμβανόμενος την προαναφερόμενη αντίφαση, επιχειρεί να προσαρμόσει την εφαρμογή του κανόνα δικαίου στην νέα πραγματικότητα                    -ιδίως προκειμένου ν’ αποφύγει τις επιπτώσεις μιας, έστω και εμμέσως διαφαινόμενης, αρνησιδικίας- τόσο απομακρύνεται από αυτό τούτο το γράμμα και το πνεύμα του.  Επομένως, πολύ συχνά βρίσκεται μπροστά στην επιλογή της προσφυγής σ’ ένα είδος «διαπλαστικής» νομολογίας, ήτοι νομολογίας που, υπό το πρόσχημα της ερμηνείας, οδηγείται στην, μέσω της δικαιοδοτικής οδού, «γέννηση» ενός νέου κανόνα δικαίου.  Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των Έννομων Τάξεων τουλάχιστον των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα Συντάγματά τους δεν αναγνωρίζουν στην νομολογία –άρα στον δικαστή– δικαιοδοσία διάπλασης νέων κανόνων δικαίου.  Αλλά μόνο την δυνατότητα συναγωγής γενικών αρχών, οι οποίες οφείλουν βεβαίως να κινούνται ερμηνευτικώς πάνω στο πλαίσιο των ισχυόντων κανόνων δικαίου.  Με άλλες λέξεις, σε αυτή την περίπτωση ο δικαστής δεν νομιμοποιείται δικαιοδοτικώς να θέτει ως μείζονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού κανονιστική ρύθμιση, την οποία διαπλάθει ο ίδιος, αλλά ρύθμιση την οποία συλλαμβάνει με την μορφή γενικής αρχής, από το υφιστάμενο και ισχύον κανονιστικό πλαίσιο.

Β. Η «επιτάχυνση» της μεταβολής της κοινωνικοοικονομικής «υποδομής» του θεσμικού νόμου, με τις εντεύθεν επιπτώσεις στην ερμηνεία και εφαρμογή του και οι συνέπειες της επιτάχυνσης των στοιχειωδών σωματιδίων

Ένας άλλος μεθοδολογικός «πειρασμός» μιας εντελώς όμως ανεδαφικής –και κατά τούτο σχεδόν a priori απορριπτέας–  σύγκρισης του φυσικού νόμου με τον θεσμικό νόμο «αναδύεται» όταν επιχειρείται, αυθαιρέτως, η αναζήτηση αναλογιών μεταξύ αφενός της, κατά τον φυσικό νόμο όπως προεκτέθηκε, ουσιώδους αύξησης της μάζας στοιχειωδών σωματιδίων, όταν επιταχύνοντας φθάνουν ευχερώς σε «σχετικιστικές» ταχύτητες που βρίσκονται κοντά στην ταχύτητα του φωτός.  Και, αφετέρου, της επιρροής της ραγδαίας επιτάχυνσης της μεταβολής της κοινωνικοοικονομικής «υποδομής» του θεσμικού νόμου επί της ερμηνείας και εφαρμογής του με βάση το κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο διαμορφώνεται κατά την θέσπισή του.

  1. Ως προς τα επιστημονικά δεδομένα αναφορικά με την ιδιοσυστασία του περιεχομένου, αντιστοίχως, του φυσικού νόμου και του θεσμικού νόμου επί των κατά τ’ ανωτέρω πεδίων της Φυσικής Επιστήμης και της Νομικής Επιστήμης παρατηρούνται, συνοπτικώς, τα εξής:

α)  Σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα της Φυσικής Επιστήμης, ανιχνεύονται στοιχειώδη σωματίδια που έχουν απειροελάχιστη μάζα, χιλιάδες δισεκατομμύρια φορές μικρότερη εκείνης των πρωτονίων και των νετρονίων. Ακριβώς λόγω του ότι η μάζα τους  είναι απειροελάχιστη, η ταχύτητά τους φθάνει κοντά στην ταχύτητα του φωτός, δηλαδή στην ταχύτητα 300.000 km/s.   Και κατά την θεωρία της Ειδικής Σχετικότητας, λόγω της ως άνω επιτάχυνσης και της εντεύθεν μετατροπής σε μάζα της ολοένα και σε μεγαλύτερη ποσότητα διοχετευόμενης ενέργειας αυξάνεται, αναλόγως, η μάζα τους.

β) Κατά τα όσα εκτέθηκαν προηγουμένως για την σχέση μεταξύ της κοινωνικοοικονομικής «υποδομής» και του κανονιστικού «εποικοδομήματος» του θεσμικού νόμου, στο πεδίο της lato sensu Νομικής Επιστήμης γίνεται δεκτό ότι κατ’ εξοχήν λόγω της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης και της Τεχνολογικής Επανάστασης αυτή η κοινωνικοοικονομική «υποδομή» του θεσμικού νόμου μεταβάλλεται ταχύτατα στην εποχή μας.  Σε σημείο μάλιστα ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις να μεταβάλλονται «πρωτεϊκώς» τα δεδομένα εκείνα της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας, με βάση τα οποία ο νομοθέτης θέσπισε το κανονιστικό πλαίσιο του θεσμικού νόμου.

β1) Τούτο έχει ως συνέπεια, στις αντίστοιχες περιπτώσεις, όταν φθάνει η στιγμή εφαρμογής  του οικείου κανόνα δικαίου ο ερμηνευτής του –και πρωτίστως το έχον δικαιοδοσία δικαστικό όργανο– να μην καταφέρνει, ακόμη και με ευρεία γραμματική και τελεολογική ερμηνεία του, μια στοιχειωδώς ασφαλή υπαγωγή των πολλαπλώς νέων πραγματικών δεδομένων στο αρχικό κανονιστικό του πλαίσιο.  Επέκεινα, ο εφαρμοστής του θεσμικού νόμου, επειδή δεν διαθέτει την αρμοδιότητα διάπλασης νέου κανόνα δικαίου εν προκειμένω, οδηγείται, όπως προαναφέρθηκε, στην ενδιάμεση λύση της συναγωγής γενικών αρχών, συμπληρωματικών της ερμηνείας και εφαρμογής του, με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα κανονιστικά δεδομένα της Έννομης Τάξης.

β2) Ας σημειωθεί ότι είναι τέτοια η ταχύτητα μεταβολής της κοινωνικοοικονομικής «υποδομής» του θεσμικού νόμου κυρίως σε τομείς μεγάλης οικονομικής και τεχνολογικής εξειδίκευσης, ώστε ακόμη και η, κατά τ’ ανωτέρω, οιονεί «δικαιοπλαστική», μέσω γενικών αρχών, δράση του ερμηνευτή και εφαρμοστή του δεν αρκεί για να «διασώσει» την κανονιστική του επάρκεια.  Γεγονός που καθιστά ολοένα και πιο επείγουσα την αντικατάστασή του με νέο, «επίκαιρο» κανονιστικώς, θεσμικό νόμο ο οποίος,  όμως,  συχνά έχει την ίδια προοπτική με τον προγενέστερό του θεσμικό νόμο.  Το αποτέλεσμα δε αυτό παρέχει σημαντικά στοιχεία επεξήγησης του πώς και γιατί η πολυνομία και η κακονομία εντείνονται αναλόγως, με όλες τις εντεύθεν αρνητικές συνέπειες για το Κράτος Δικαίου και την Αρχή της Νομιμότητας.

  1. Οι, «όποιες», ομοιότητες των κατά τ’ ανωτέρω φαινομένων που απαντούν, αντιστοίχως, στα πεδία της Φυσικής Επιστήμης και της Νομικής Επιστήμης δεν είναι παρά απλά «επιφαινόμενα», τα οποία δεν αντέχουν σε οιασδήποτε μορφής επιστημονική μεθοδολογική τεκμηρίωση, όπως συνάγεται ευχερώς και από τα εξής:

α) Η μάζα των στοιχειωδών σωματιδίων και η επιτάχυνσή τους στα όρια της ταχύτητας του φωτός προσδιορίζονται με αμιγώς αντικειμενικό τρόπο και δίχως καμμιά ανθρώπινη παρέμβαση, κατά τα δεδομένα της Φυσικής Επιστήμης.  Αυτό συνεπάγεται ότι ο ανθρώπινος παράγοντας κατά την επιστημονική έρευνα απλώς «αποκαλύπτει», ιδίως με το πείραμα και την απόδειξη, τα αντικειμενικώς ισχύοντα στην Φύση ως προς την ιδιοσυστασία των στοιχειωδών σωματιδίων. Με άλλες λέξεις η ανθρώπινης προέλευσης επιστημονική έρευνα «εξαντλείται» στην, διαρκή κατά τον προορισμό της -είτε οπωσδήποτε προσωρινή «επαλήθευση» είτε, πρωτίστως, στην «διάψευση-επιλάθευση» των κατά περίπτωση αντικειμενώς διαμορφούμενων και ισχυόντων φυσικών νόμων, όπως επανειλημμένως τονίσθηκε.

β) Όλως αντιθέτως, ο ανθρώπινος παράγοντας, εξ ορισμού  υποκειμενικός,  είναι οιονεί «πανταχού παρών» καθ’ όλη την διαδρομή από την θέσπιση του κανόνα δικαίου έως την παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων του, υπό τους όρους που έχουν αναλυτικώς διευκρινισθεί.

β1) Για παράδειγμα, η αμιγώς υποκειμενική ανθρώπινη παρέμβαση είναι εκείνη η οποία διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο τόσο ως προς την θέσπιση του κανόνα δικαίου με βάση την δομή και την λειτουργία της Έννομης Τάξης –και με κύριο σημείο αναφοράς το Σύνταγμα, ως θεμέλιο και «κορωνίδα» της Έννομης Τάξης- και την επέλευση των έννομων αποτελεσμάτων του δια της ερμηνείας και εφαρμογής του.  Όσο και ως προς την διαμόρφωση των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων, τα οποία συνιστούν την «υποδομή» του, αλλά και ως προς την επιτάχυνση της μεταβολής τους καθ’ όλη την διάρκεια της ισχύος του.  Ιδίως δε ο υποκειμενικός ανθρώπινος παράγοντας είναι εκείνος, ο οποίος προσδιορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις ερμηνείας και εφαρμογής του κανόνα δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη και τα εκάστοτε υφιστάμενα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα στο πλαίσιο της «αμφίδρομης» επιρροής μεταξύ κοινωνικοοικονικής «υποδομής» και θεσμικού «εποικοδομήματος».

β2) Πέραν δε τούτων καθίσταται, συνακόλουθα, εμφανές ότι η εντεινόμενη, κατά τ’ ανωτέρω, επιτάχυνση της μεταβολής της κοινωνικοοικονομικής «υποδομής» του κανόνα δικαίου όχι μόνο δεν ενισχύει, κατ’ ουδένα τρόπο, την αρχική κατά την θέσπισή του κανονιστική του «μάζα» αλλά, όλως αντιθέτως, σταδιακώς την απομειώνει και την αποδυναμώνει.  Εξ ου και η ανάγκη, όπως τονίσθηκε επανειλημμένως, της ολοένα και πιο ευρείας ερμηνείας του κανόνα δικαίου ως το όριο της συναγωγής, εκ μέρους του ερμηνευτή και εφαρμοστή του κατ’ εξοχήν στο πεδίο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, συμπληρωματικών της ερμηνείας και εφαρμογής του γενικών αρχών.  Άρα, και εν τέλει, στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι η κανονιστική «μάζα» του κανόνα δικαίου η οποία ενισχύεται αλλά η «ερμηνευτική ενέργεια» του ερμηνευτή και εφαρμοστή του, που όμως ουδέποτε νομιμοποιείται να υπερβεί, ιδίως από το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, το όριο της γνήσιας ερμηνείας του -ακόμη και της πιο ευρείας- μπαίνοντας στο πεδίο μιας οιονεί δικαιοπλαστικής «παραγωγής».

Επίλογος

Σ’ εκείνους οι οποίοι -αναγνωρίζοντας βεβαίως τις μεγάλες διαφορές που, κατά τ’ ανωτέρω, διακρίνουν τον νόμο στ’ αντίστοιχα πεδία της Νομικής Επιστήμης και της Φυσικής Επιστήμης- υποστηρίζουν ότι θα ήταν ενισχυτική για την κανονιστική ιδιοσυστασία του θεσμικού νόμου μια όσο το δυνατόν πιο «ολοκληρωμένη» επιστημονική «προσέγγισή» του με βάση τα δεδομένα του φυσικού νόμου, η απάντηση πρέπει να είναι από άκρως επιφυλακτική έως αρνητική.  Είναι πιο ασφαλές επιστημονικώς  να δεχθούμε ότι  αρκεί η ως άνω επισήμανση των μεταξύ τους ομοιοτήτων και διαφορών, υιοθετώντας αυστηρώς επιστημονικά κριτήρια και, συνακόλουθα, αυστηρώς  επιστημονική μεθοδολογία.  Κάθε λοιπόν «υπέρβασή» τους θ’ αφαιρούσε από την σύγκριση αυτή ουσιώδη στοιχεία της επιστημονικής της ορθότητας, πέραν του ότι δεν είναι ευκρινώς ορατά τα όρια μιας τέτοιας, δήθεν «ολοκληρωμένης», επιστημονικής «προσέγγισης» μεταξύ θεσμικού νόμου και φυσικού νόμου.

  1. A. Άλλωστε, αυτή η επιστημολογική προσέγγιση που κατ’ ουσία «συνηγορεί» υπέρ της μεθοδολογικώς αποδεκτής «συνύπαρξης», υπό σαφώς προσδιορισμένες και επιστημονικώς αποδεκτές προϋποθέσεις, της Νομικής Επιστήμης –και, πέραν αυτής, των Ανθρωπιστικών Επιστημών εν γένει– με τις Θετικές Επιστήμες, και συγκεκριμένα με την Φυσική Επιστήμη και τα Μαθηματικά, ειδικότερα δε με την Φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων, και όχι υπέρ της «βιασμένης» και, συνακόλουθα, επιστημονικώς απορριπτέας «αλληλοτομής» μεταξύ τους, τεκμηριώνει ακόμη περισσότερο, μ’ εμφατικό μάλιστα τρόπο, τους όρους και τις συνθήκες υπό τις οποίες η Νομική Επιστήμη έχει την θέση της στην χορεία των Επιστημών γενικώς.  Επιπροσθέτως, πρέπει να τονισθεί και το ότι όσο πιο «μηχανιστική» είναι η επιστημονική αντιμετώπιση του θεσμικού νόμου, έτσι ώστε να βρίσκεται εγγύτερα προς την «αντικειμενικότητα» –υπό την έννοια που επεξηγήθηκε προηγουμένως– της λειτουργίας του φυσικού νόμου, τόσο περισσότερο απομειώνεται η κανονιστική του ικανότητα να προσαρμόζεται, καταλλήλως και αποτελεσματικώς, διά των πρόσφορων μεθόδων ερμηνείας στα κοινωνικά δεδομένα και στις εξ αυτών δημιουργούμενες σχέσεις μεταξύ των μελών του οικείου κοινωνικού συνόλου κατά την εξέλιξη της εφαρμογής του στην πράξη.  Διότι δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός, ότι το «υποκειμενικό» στοιχείο του θεσμικού νόμου, σύμφωνο άλλωστε με την κανονιστική του υπόσταση  –επισημαίνεται, για μιαν ακόμη φορά, ότι ο θεσμικός νόμος είναι εκ καταγωγής lex humana   και όχι lex aeterna, όπως ο φυσικός νόμος- επιδρά «ευεργετικώς», με την κατάλληλη κατά τα δεδομένα της Νομικής Επιστήμης αξιοποίησή του από τον ερμηνευτή και εφαρμοστή του, στην κατά το δυνατόν αποδοτικότερη «επικαιροποίησή» του.  Έτσι ώστε ο κανονιστικός «δυναμισμός» του θεσμικού νόμου, κατά την εφαρμογή του στην πράξη, να παρατείνεται χρονικώς όσο τούτο είναι εφικτό και, κατά λογική ακολουθία, ν’ αντιμετωπίζεται αναλόγως και καταλλήλως ο κίνδυνος της ταχείας ρυθμιστικής του αποδυνάμωσης.  Πολλώ μάλλον όταν, όπως διευκρινίσθηκε αμέσως προηγουμένως,  ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του κανόνα δικαίου, πρωτευόντως δε ο δικαστής, δεν νομιμοποιούνται, κατά τα προτάγματα του Κράτους Δικαίου στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, να υποκαθιστούν πλήρως τον νομοθέτη διαμορφώνοντας εντελώς νέους κανόνες δικαίου, ακόμη και όταν η κανονιστική «εξουθένωση» των ισχυόντων κανόνων δικαίου είναι καταφανής.

Β. Συμπληρωματικώς -και με γνώμονα τα όσα προεκτέθηκαν- τo εγχείρημα της αναζήτησης και της εξεύρεσης ενός επαρκούς επιστημονικώς «κοινού τόπου» μεταξύ του θεσμικού νόμου και του φυσικού νόμου θα μπορούσε να βασισθεί, βεβαίως εν μέρει και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, στην φράση του Αποστόλου Παύλου από την επιστολή του «Προς Κορινθίους» (13.12): «βλέπομεν γρ ρτι δι σόπτρου ν ανίγματι», Videmus nunc per speculum (et) in aenigmate»). Κατ’ «ελεύθερη», όχι όμως και αυθαίρετη, απόδοση: «Βλέπουμε μέχρι πριν λίγο μέσα από «έσοπτρο» -μάλλον μεταλλικό, και όχι γυάλινο, καθρέφτη, αφού ο τελευταίος αντανακλά πιο καθαρά τα πράγματα- και, επέκεινα, μέσ’ από αινίγματα».  Τούτο σημαίνει, περαιτέρω, ότι δεν μπορούμε να δούμε την πραγματικότητα σε όλο της το βάθος και σε όλη της την έκταση.  Αιώνες αργότερα, το ίδιο περίπου επισήμανε ο Immanuel Kant, επισήμανε π.χ. στην «Κριτική του Καθαρού Λόγου» («Kritik der reinen Vernunft, 1781), δεχόμενος ότι ο Άνθρωπος, καθ’ ο μέτρο στηρίζεται εκ φύσεως στην εννοιολογική σκέψη και στην βιωμένη εμπειρία, δεν είναι σε θέση να φθάσει έως την πλήρη επίγνωση της ουσίας των πραγμάτων.  Το μόνο, λοιπόν, που μπορεί να επιτύχει είναι η αποκάλυψη του πώς ο νους «αντανακλά» την ουσία των πραγμάτων.  Κάτι όμως το οποίο οδηγεί σε μια μορφή «προσομείωσης» της ουσίας των πραγμάτων και όχι οπωσδήποτε στην αληθινή γνώση της.  Σε μια τέτοια «προσομοίωση», σαφώς με τις εκατέρωθεν ιδιαιτερότητες, οδηγείται αφενός ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του θεσμικού νόμου και, αφετέρου, ο ερευνητής του φυσικού νόμου: Πρώτον, ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του θεσμικού νόμου -και κατ’ εξοχήν ο δικαστής- καλείται να συμβάλλει στην ρύθμιση των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, εντός ορισμένου κοινωνικού συνόλου, με βάση τον in concreto ισχύοντα κανόνα δικαίου.  Μόνο που αυτός ο κανόνας δικαίου είναι δημιούργημα άλλου, και ειδικότερα του νομοθέτη, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του καλείται να τον «συλλάβει» όχι πρωτογενώς, αλλά δια του «εσόπτρου» του έχοντος την «νομοπαραγωγική αρμοδιότητα».  Πέραν τούτου, ο ερμηνευτής και εφαρμοστής του ίδιου κανόνα δικαίου καλείται να συμβάλλει στην ρύθμιση των αντίστοιχων κοινωνικοοικονομικών σχέσεων του οικείου κοινωνικού συνόλου, οι οποίες όμως έχουν προδήλως μεταβληθεί από την εποχή που αποτέλεσαν την βάση της αρχικής θέσπισής του.  Και όσο η χρονική απόσταση μεταξύ θέσπισης του κανόνα δικαίου και της κατά περίπτωση ερμηνείας και εφαρμογής του μεγαλώνει, τόσο το «έσοπτρο» των ως άνω πραγματικών περιστατικών, που πρέπει να υπαχθούν σε αυτόν, γίνεται πιο «θολό» και τόσο τα «αινίγματα» του πραγματικού του νοήματος καθίστανται, εντεύθεν, πιο «απόκρυφα».  Δεύτερον, ο εκπρόσωπος της Φυσικής Επιστήμης έχει, από την πλευρά του, ως αποστολή την αποκάλυψη της αλήθειας για τον κόσμο που μας περιβάλλει.  Μια αλήθεια που καίτοι φαίνεται, prima faciae, «απλή», εν τούτοις κατά  μεγάλο μέρος της παραμένει «ζητούμενο».  Άρα ο εκπρόσωπος της Φυσικής Επιστήμης, στηριζόμενος στις δικές του και αενάως εξελισσόμενες επιστημονικές γνώσεις -και με την «επικουρία» των Μαθηματικών- έχει αποστολή, κυρίως μέσω της παρατήρησης και του πειράματος, ν’ ανακαλύψει τον φυσικό νόμο που εξηγεί επαρκώς, έστω και προς το παρόν, την αλήθεια για το αντίστοιχο μέρος του κόσμου ο οποίος μας περιβάλλει.  Και εδώ το «έσοπτρο» δεν διασφαλίζει μεγάλη ευκρίνεια, το δε εκάστοτε «αίνιγμα» συνήθως «κρατάει καλά τα μυστικά του».  Για να θυμηθούμε ξανά το, διαχρονικώς εμβληματικής σημασίας, απόσπασμα του Ηρακλείτου -από το «Περί Φύσεως»– «φύσις κρύπτεσθαι φιλε» [DielsKranz, 53 (β)].

 

[* ] Εισήγηση κατά τον Επιστημονικό Διάλογο στην Ακαδημία Αθηνών για την έννοια του «Νόμου» στ’ αντίστοιχα πεδία της Νομικής Επιστήμης και της Φυσικής Επιστήμης. Στον διάλογο συμμετείχαν οι Ακαδημαϊκοί κ.κ. Προκόπιος Παυλόπουλος (Γ΄ Τάξη, έδρα Δημοσίου Δικαίου) και Εμμανουήλ Φλωράτος (Α΄ Τάξη έδρα Μαθηματικής Φυσικής) υπό τον συντονισμό του Γενικού Γραμματέως της Ακαδημίας Αθηνών κ. Χρήστου Ζερεφού (Α΄ Τάξη, έδρα Μετεωρολογίας – Κλιματολογίας).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

2 × 2 =