Ο συνταγματικός λόγος του Ηλία Ηλιού: από τις προτάσεις «για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα» στα Ιουλιανά και τη Μεταπολίτευση

Παναγιώτης Μαντζούφας, καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Χαράλαμπος Κουρουνδής, Διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ, ΣΕΠ ΕΑΠ

[1]  Ο Ηλίας Ηλίου υπήρξε αναμφίβολα μια από τις εξέχουσες προσωπικότητες του νομικού και πολιτικού κόσμου της χώρας. Σ’ αυτό το άρθρο δεν έχουμε τη φιλοδοξία να επεκταθούμε σε όλες τις πτυχές της πολύπλευρης συνεισφοράς του στη μεταπολεμική πολιτική σκηνή του τόπου μας[2]. Έχουμε ως στόχο μας να αναδείξουμε τη συμβολή του Ηλιού στη διαμόρφωση και την εφαρμογή του Συντάγματος σε κρίσιμες στιγμές της ελληνικής Ιστορίας κατά τις οποίες τέθηκαν επί τάπητος οι θεμελιώδεις συντεταγμένες της πολιτειακής διαρρύθμισης της χώρας. Μ’ αυτόν τον τρόπο, προσπαθούμε να φωτίσουμε τις βασικές κατευθύνσεις της συστηματικής ενασχόλησής του με το Σύνταγμα από τον εμφύλιο πόλεμο ως τη μεταπολίτευση, που συνδύασε την κριτική νομική σκέψη του με τα προτάγματα των φορέων της Αριστεράς στους οποίους συμμετείχε, επιτυγχάνοντας τη μετουσίωση των τελευταίων σε συνταγματικό λόγο[3].  Έτσι, παρουσιάζουμε τις παρεμβάσεις του κατά την περίοδο 1946-1947 και 1951, όταν το συνταγματικό μέλλον της Ελλάδας συζητούνταν εν μέσω εμφυλίου πολέμου και αμέσως μετά το τέλος του αντίστοιχα, κατά την κρίση των Ιουλιανών το 1965 και κατά τη διαμόρφωση του ισχύοντος Συντάγματος το 1975. Αυτή η προσέγγιση μας οδηγεί καταληκτικά σε κάποιες συμπερασματικές σκέψεις οι οποίες, χωρίς να υποτιμούν τις διαφορές ανάμεσα στις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες ή τη διανοητική εξέλιξη του Ηλιού, επιμένουν περισσότερο στους κοινούς βασικούς πυλώνες και στη συνέχεια της συνταγματικής σκέψης του, η οποία σε κάθε περίπτωση αξίζει να τύχει ενδελεχούς περαιτέρω μελέτης.

 

Οι συνταγματικές προτάσεις του Ηλιού στο κατώφλι του εμφυλίου πολέμου και η κριτική του στο Σύνταγμα του 1952

Ο Ηλίας Ηλιού δεν συμμετείχε στην πρώτη μεταπολεμική Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές του 1946[4]. Όπως είναι γνωστό, όλα τα κόμματα της αριστεράς (με κύρια δύναμη το ΚΚΕ) και μέρος των δυνάμεων του Κέντρου απείχαν από αυτές τις εκλογές καταγγέλλοντας τις συνθήκες «λευκής τρομοκρατίας» που καθιστούσαν αδύνατη τη γνήσια έκφραση της λαϊκής βούλησης[5]. Ωστόσο, η Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή, όπως αυτοχαρακτηρίστηκε[6], εξέδωσε στις 12 Ιουνίου 1946 το Β΄ Ψήφισμά της, με το οποίο συγκρότησε τη 40μελή «Επιτροπή Αναθεωρήσεως του Συντάγματος» που ξεκίνησε τις συζητήσεις για τη διαμόρφωση του νέου Συντάγματος[7]. Σ’ αυτές τις συνθήκες, ο Ηλιού ανέλαβε, ως μέλος τότε του ΚΚΕ, να διατυπώσει τις θέσεις του κόμματος για το συνταγματικό μέλλον της χώρας, με παρεμβάσεις που αναγκαστικά ήταν εξωτερικές. Έτσι, οι προτάσεις «για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα» αποτυπώθηκαν σε μια σειρά τεσσάρων άρθρων του, που δημοσιεύτηκαν στο θεωρητικό όργανο του ΚΚΕ, την «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» (ΚΟΜΕΠ), στα τεύχη του Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 1946 και Μαρτίου 1947.

Το πρώτο άρθρο ξεκινούσε διαχωρίζοντας την περίπτωση της Ελλάδας, όπου η Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή κινούνταν σε αυταρχική κατεύθυνση, από εκείνες της Γαλλίας, της Ιταλίας και των ανατολικών χωρών, που συνέτασσαν τους «λαϊκοδημοκρατικούς» θεσμούς τους, κι έπειτα ανέλυε τη νομική, κοινωνική και ιστορική σημασία των Συνταγμάτων από μαρξιστική σκοπιά[8]. Το δεύτερο αντιμετώπιζε τον συνταγματισμό ως ιστορικό φαινόμενο, τοποθετώντας τον στο πλαίσιο του αγώνα της αστικής τάξης αρχικά απέναντι στη φεουδαρχία και κατόπιν απέναντι στην εργατική τάξη[9]. Το τρίτο έκανε μια αναδρομή στη συνταγματική ιστορία της Ελλάδας, από το σχέδιο Συντάγματος του Ρήγα μέχρι τη συμφωνία της Βάρκιζας[10]. Αυτή η διαδρομή παρουσιάζεται υπό το πρίσμα της «θεωρίας των σταδίων» που είχε υιοθετήσει το ΚΚΕ από τη δεκαετία του ’30 και ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με τις επεξεργασίες του τη δεκαετία του ’20[11]. Έτσι, ο Ηλιού εμφανίζει την αγροτική μεταρρύθμιση και την εργατική νομοθεσία του Ελευθερίου Βενιζέλου ως «ολότελα επιφανειακά» μέτρα, με γνώμονα μάλλον να μην διαταραχθεί το σχήμα του ΚΚΕ που έθετε ακόμα (το 1946) ως επίκαιρο στόχο-στάδιο την ολοκλήρωση του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού της χώρας[12].

Το τέταρτο άρθρο ήταν το σημαντικότερο διότι τοποθετούνταν για τη συνταγματική εκκρεμότητα που ταλάνιζε ακόμα την Ελλάδα σκιαγραφώντας τις βασικές κατευθύνσεις που θα έπρεπε να έχει ένα «λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα»[13]. Η Λαϊκή Δημοκρατία περιγράφεται ως ένας νέος τύπος πολιτεύματος. Όπως ανέφερε ο Ηλιού, επικαλούμενος τις σχετικές θέσεις του Νίκου Ζαχαριάδη, «το πολίτευμα αυτό δεν μεταβάλλει την αστική διάρθρωση της κοινωνίας. Επιδιώκει τον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό, την κατάργηση των φεουδαρχικών σχέσεων και της εξάρτησης από το ξένο κεφάλαιο». Ως προς την οργάνωση των εξουσιών, το άρθρο προσδιόριζε ως βασικές αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας την καθολική ψηφοφορία ανδρών και γυναικών για την ανάδειξη της Βουλής[14], την εκλογή της κυβέρνησης από τη Βουλή και τη δημοκρατική (δηλαδή αβασίλευτη) μορφή πολιτεύματος. Ειδικότερα, οι προτάσεις προέβλεπαν την ενίσχυση της Βουλής, η οποία αναδεικνυόταν σε αποκλειστικό νομοθετικό όργανο του κράτους καθώς απαγορευόταν στον Ανώτατο Άρχοντα η άσκηση βέτο απέναντι σε ψηφισμένους νόμους. Επιπλέον, απαγόρευαν την ιδιοποίηση της νομοθετικής λειτουργίας από την εκτελεστική εξουσία μέσω των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων, ενώ για τη ρύθμιση έκτακτων αναγκών που θα προέκυπταν όταν η Βουλή δεν βρισκόταν σε σύνοδο όριζαν ότι θα έπρεπε να ασκεί τη νομοθετική εξουσία μια επιτροπή αποτελούμενη από 40-50 βουλευτές[15]. Στο ίδιο πλαίσιο, η θέσπιση δευτερευόντων ή λεπτομερειακών κανόνων απονεμόταν στις κοινοβουλευτικές επιτροπές ή και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αντίστοιχα, η νομοθετική πρωτοβουλία θα ανήκε κατά κύριο λόγο στους βουλευτές, αλλά και στις μαζικές οργανώσεις των εργαζομένων και στους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ακόμα, οι προτάσεις προέβλεπαν την αναγνώριση του δικαιώματος του εκλέγειν από τα 18 χρόνια και του εκλέγεσθαι από τα 23 χρόνια, καθώς και την καθιέρωση της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος. Στην εκτελεστική εξουσία επρόκειτο να είναι αφιερωμένο το επόμενο άρθρο, το οποίο όμως δεν δημοσιεύτηκε ποτέ διότι μεσολάβησε η εκτόπιση του Ηλιού και η παύση της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης».  Ο άλλος βασικός άξονας που χάρασσαν οι προτάσεις για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα ήταν η κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας. Έτσι, απαγόρευαν την είσοδο ή παραμονή ξένων στρατευμάτων στη χώρα επιτρέποντας εξαιρέσεις μόνο υπό τον όρο της αμοιβαιότητας και για την εξυπηρέτηση των σκοπών του ΟΗΕ. Επίσης, όριζαν ότι κάθε διεθνής σύμβαση πρέπει να κυρώνεται από τη Βουλή, όπως και ότι κανένα όργανο της εκτελεστικής εξουσίας δεν μπορούσε να δεσμεύσει τη χώρα. Εξίσου μεγάλη σημασία απέδιδαν οι προτάσεις και στην κατοχύρωση της οικονομικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας, προβλέποντας την κατάργηση των προνομίων του μεγάλου ξένου κεφαλαίου.

Οι εν λόγω προτάσεις σκιαγραφούν ένα πολίτευμα το οποίο στόχευε στο να καταστήσει δημοκρατικότερο τον κοινοβουλευτισμό και να διευρύνει τα θεμελιώδη δικαιώματα χωρίς να υπερβαίνει τα όρια του υφιστάμενου κοινωνικού καθεστώτος. Η μετριοπάθειά τους αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η προβλεπόμενη σ’ αυτές οργάνωση των εξουσιών δεν διαφέρει πολύ από εκείνην που καθιέρωσαν τότε τα Συντάγματα της Γαλλίας και της Ιταλίας. Ενώ όμως σ’ εκείνες τις χώρες τα Κομμουνιστικά Κόμματα συμμετείχαν σε κυβερνητικούς συνασπισμούς ως το Μάρτιο του 1947, στην Ελλάδα η ταξική και πολιτική πόλωση είχε κορυφωθεί και δεν άφηνε περιθώρια συμβιβασμού όπως απέδειξε η σύντομη εμπειρία της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας το φθινόπωρο του 1944 και η σύγκρουση των Δεκεμβριανών[16]. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι προτάσεις του Ηλιού, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν από τις δυνάμεις που κυριαρχούσαν στη Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή.

Σε κάθε περίπτωση, μετά από πολλές περιπέτειες, το σχέδιο της νέας επιτροπής που συγκρότησε η Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή το 1949 κατατέθηκε τελικά στη Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές του 1951 και ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους[17]. Η αριστερά συμμετείχε στην εν λόγω Βουλή με δέκα βουλευτές που εκλέχθηκαν με το ψηφοδέλτιο της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ), στους οποίους συγκαταλεγόταν και ο Ηλιού ως βουλευτής Λέσβου[18].

Οι θέσεις της αριστεράς εκφράστηκαν και πάλι δια στόματος του Ηλία Ηλιού, ο οποίος σε σειρά άρθρων του στην προσκείμενη στην ΕΔΑ εφημερίδα «Δημοκρατική» άσκησε οξεία πολεμική απέναντι στο νέο Σύνταγμα χαρακτηρίζοντάς το ως «λίμπρο ντ’ όρο της ολιγαρχίας»[19]. Ο Ηλιού αμφισβήτησε τη νομιμοποίηση της Βουλής του 1951 να ψηφίσει το νέο Σύνταγμα, αλλά πρόσθεσε ότι η Αριστερά ήταν διατεθειμένη να δεχθεί ένα Σύνταγμα που θα ήταν προϊόν συμβιβασμού και θα περιείχε ένα κατώτατο όριο εγγυήσεων και «τη δυνατότητα για μια προοδευτική, εξελικτική αλλαγή με νόμιμα μέσα». Απέρριπτε όμως το σχέδιο της Επιτροπής του ΞΗ΄ Ψηφίσματος ως καρπό της «μονόπλευρης και έξαλλης Βουλής του εμφυλίου πολέμου», εφόσον περιόριζε την ελευθεροτυπία και το συνδικαλισμό, επέβαλε «αντιορθολογιστικά ιδανικά» στην παιδεία, καθιέρωνε τον έλεγχο του φρονήματος των δημοσίων υπαλλήλων και προστάτευε προνομιακά τα κεφάλαια του εξωτερικού. Με τέτοιες προβλέψεις, το Σύνταγμα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα «dictat», μια απλή «διακήρυξη των όρων κατοχής του ελληνικού λαού από την ολιγαρχία». Ο Ηλιού, ο οποίος έγραψε αυτή τη σειρά άρθρων ευρισκόμενος σε καθεστώς διοικητικής εκτόπισης, θεωρούσε πάντως ότι «η μεταπελευθερωτική ακολασία με τις 114 Συντακτικές πράξεις και με τα 73 ψηφίσματα», όπως περιγράφει γλαφυρά το παρασύνταγμα[20], είχε φτάσει στη λήξη της. Η αναφορά του στο «συνταγματικό καθεστώς που τερματίζεται με το τέλος αυτού του χρόνου» [του 1951] δείχνει πως ο εξόριστος συγγραφέας εκείνων των άρθρων μάλλον αγνοούσε το δεύτερο άρθρο του Ψηφίσματος που έθετε σε ισχύ το Σύνταγμα και προέβλεπε τη ρύθμιση με ειδικό ψήφισμα του κύρους των μεταπελευθερωτικών Συντακτικών Πράξεων και Ψηφισμάτων[21]. Τούτο το ειδικό ψήφισμα δημοσιεύτηκε στις 29 Απριλίου 1952 και έμελλε να διατηρηθεί σε ισχύ μέχρι το 1975…

 

Ο Ηλιού στα Ιουλιανά του 1965

Στα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, ο Ηλίας Ηλιού εκλέχθηκε επανειλημμένα βουλευτής με το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ (1956, 1958, 1961, 1963, 1964) και διετέλεσε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος. Πολλές από τις αγορεύσεις του έχουν μείνει στην ιστορία με σημαντικότερη, ίσως, εκείνην της 23ης Ιουνίου 1965 στην οποία προφητικά αναφέρθηκε στον Γεώργιο Παπαδόπουλο ως ενδεχόμενο οργανωτή μελλοντικού πραξικοπήματος[22]. Ως προς τα συνταγματικά ζητήματα όμως, κορυφαίες υπήρξαν οι τοποθετήσεις του κατά τη διάρκεια των Ιουλιανών του 1965. Αυτή τη φορά, οι παρεμβάσεις του ήταν εσωτερικές, διατυπώθηκαν (και) από το βήμα της Βουλής και άσκησαν ευρύτερη επίδραση.

Στην αρχή της κρίσης, ο Ηλιού σχολίασε καυστικά τις τρεις επιστολές του βασιλιά Κωνσταντίνου προς τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, εστιάζοντας κυρίως την κριτική του στην έλλειψη προσυπογραφής τους από τον δεύτερο, στο γεγονός ότι ο βασιλιάς θεωρούσε ότι είχε δικαίωμα πολιτικής διαφωνίας με τον πρωθυπουργό «όχι σαν επίκληση έστω δυσαρμονίας προς την ενεστώσα λαϊκή θέληση, αλλά εξ ιδίου δικαίου» και στην παραβίαση της αρχής της δεδηλωμένης[23]. Κατά την παρουσίαση των προγραμματικών δηλώσεων της δεύτερης κυβέρνησης των «αποστατών» με πρωθυπουργό τον Ηλία Τσιριμώκο, ο Ηλιού ζήτησε την άμεση διενέργεια εκλογών με ευθύνη υπηρεσιακής κυβέρνησης, λόγω δυσαρμονίας ανάμεσα στο λαό και τη σύνθεση της Βουλής[24]. Επισήμανε μάλιστα ότι αυτή η λύση θα ήταν ενδεδειγμένη ακόμα και αν η κυβέρνηση λάμβανε ψήφο εμπιστοσύνης, καθώς η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα ερχόταν σε αντίθεση με το αποτέλεσμα των εκλογών του 1964[25].

Τα Ιουλιανά, όμως, σε αντίθεση με τις μοναρχικές παρεμβάσεις που είχαν πραγματοποιηθεί το 1955 και το 1963[26], χαρακτηρίστηκαν από μια τεράστια κοινωνική κινητοποίηση ενάντια στις αντισυνταγματικές μεθοδεύσεις του Στέμματος. Στη σχετική αναφορά του από το βήμα της Βουλής, ο Ηλιού τόνισε ότι «[έ]γιναν 400 εν υπαίθρω δημόσιαι εκδηλώσεις, δύο απ’ αυτάς υπερέβησαν εις συμμετοχήν τας εκατοντάδας χιλιάδας λαού, η γνωστή διαδρομή του κ. Παπανδρέου και η κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα»[27]. Τούτη η λαϊκή κινητοποίηση, που έχει χαρακτηριστεί ακόμα και ως «ελληνικός Μάης του 68»[28], αποδοκιμάστηκε έντονα από τις δυνάμεις της ΕΡΕ και του Παλατιού ως «οχλοκρατική». Σ’ αυτές τις αιτιάσεις απάντησε ο Ηλιού εκφράζοντας διαχρονικά αξιοσημείωτες σκέψεις για τη θεωρία της αντιπροσώπευσης και την αξία των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης[29]. Συγκεκριμένα, επέκρινε την αντίληψη που περιορίζει την λαϊκή κυριαρχία στην εκλογή των βουλευτών και την οποία είχε επικαλεστεί ο τότε αρχηγός της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλος για να δικαιολογήσει την «αποστασία» μερίδας βουλευτών της Ενώσεως Κέντρου. Απέναντι στη θεωρία της ελεύθερης ή αντιπροσωπευτικής εντολής (mandat représentatif), ο Ηλιού αντέταξε όχι μόνο τον Ρουσσώ αλλά και τη σύγχρονη συνταγματική θεωρία. Έτσι, επικαλέστηκε τον Carré de Malberg, σύμφωνα με τον οποίο η προσέγγιση της εκλογής ως εκδήλωσης απεριόριστης εμπιστοσύνης προς τον αντιπρόσωπο ισοδυναμούσε με την παραδοχή ότι η εκλογή δεν αποτελεί εκ μέρους των εκλογέων πράξη άσκησης αλλά εγκατάλειψης της κυριαρχίας. Επίσης, αναφέρθηκε στους Barthélemy και Duez, που είχαν τονίσει ότι η αντιπροσωπευτική εντολή μετατρέπει τη Βουλή σε κυβερνώσα ολιγαρχία και πως τουλάχιστον οι εκλογείς έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν πίεση στους αντιπροσώπους τους μέσω του Τύπου, των σωματείων, των συγκεντρώσεων και των δημόσιων εκδηλώσεων. Ακόμα, ο Ηλιού παρουσίασε τις θέσεις του Vedel, ο οποίος επέκρινε τη θεωρία της αντιπροσωπευτικής εντολής και επισήμανε ότι η εξέλιξη του κομματικού φαινομένου, που έχει καταστήσει τις εκλογές μέσο επιλογής πολιτικής, έχει δημιουργήσει σχετική νομική πεποίθηση σε εκλογείς και βουλευτές. Εκτεταμένη ήταν η αναφορά του Ηλιού και στην ελληνική συνταγματική θεωρία, ιδίως στα έργα των Σβώλου, Σγουρίτσα και Μάνεση, που υποστήριζαν την ανάγκη εναρμόνισης των αντιπροσώπων με τη βούληση των εκλογέων και προσδιόριζαν ως μέσα επίτευξης αυτού του σκοπού τα δικαιώματα συλλογικής δράσης και την άσκηση κριτικής δια του Τύπου. Έτσι, υπογράμμισε χαρακτηριστικά, «όχι πεζοδρόμιο, όχι αναρχία, όχι οχλοκρατία, αλλά, κατά τους πολιτικούς και συνταγματολόγους, μοναδικό μέσο για την πραγμάτωση της υπεροχής της λαϊκής κυριαρχίας αποτελεί η άσκηση όλων των δικαιωμάτων του συνέρχεσθαι, του διαδηλώνειν, του συνεταιρίζεσθαι, του τύπου, της απεργίας, του αναφέρεσθαι, προς τον σκοπό να διατηρή ο εντολοδόχος-βουλευτής, σύμφωνα με τους στοιχειωδέστερους κανόνες της πολιτικής ηθικής και της πολιτικής συνεπείας, την γραμμή της εκτελέσεως των διακηρύξεών του, της συμμορφώσεως προς την εντολή που πήρε».

Από την άλλη πλευρά, η υπεράσπιση του «πεζοδρομίου» από τον Ηλιού είχε όρια. Στο πλαίσιο του κινήματος των Ιουλιανών, οι κινήσεις του Θρόνου προκάλεσαν κοινωνικές αντιδράσεις οι οποίες έφτασαν στο σημείο να διατυπωθεί μαζικά στα συλλαλητήρια το αίτημα για «Δημοψήφισμα»[30], που αμφισβητούσε ευθέως τον βασιλικό θεσμό ως τέτοιο. Ο Ηλιού, όμως, τόνισε με έμφαση ενώπιον της Βουλής ότι «[ο] λαός διαμόρφωσε το σύνθημα του δημοψηφίσματος […] Η ΕΔΑ δεν το υιοθέτησε»[31]. Τούτη η τοποθέτησή του απηχούσε τις θέσεις του κόμματος της αριστεράς, που αρνήθηκε να ανταποκριθεί στην πίεση του «πεζοδρομίου» και να θέσει «πολιτειακό» ζήτημα, αποδίδοντας τις ενέργειες του βασιλιά στις ολέθριες υποδείξεις των συμβούλων του[32] και αυτοπεριοριζόμενο στην περιφρούρηση του συνταγματικού status quo[33].

 

Ο Ηλιού στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή

Το κύκνειο άσμα των συνταγματικών παρεμβάσεων του Ηλία Ηλιού υπήρξε αναμφίβολα η θητεία του στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή η οποία διαμόρφωσε το Σύνταγμα του 1975[34]. Η εν λόγω Βουλή προέκυψε από τις εκλογές του 1974, στις οποίες η «Ενωμένη Αριστερά» (ΚΚΕ, ΚΚΕ εσωτερικού και ΕΔΑ) εξέλεξε οκτώ βουλευτές λαμβάνοντας ποσοστό 9,47%. Ο Ηλιού συμμετείχε στον διάλογο και τις αντιπαραθέσεις που συνόδευσαν τη διαδικασία κατάρτισης του Συντάγματος, τόσο με αγορεύσεις στη Βουλή, όσο και με την αρθρογραφία του.

Μετά από τη διαρροή της πρώτης εκδοχής του κυβερνητικού σχεδίου Συντάγματος στις 23 Δεκεμβρίου 1974 ο Ηλιού δημοσίευσε τέσσερα πρωτοσέλιδα άρθρα κριτικής του στην «Αυγή»[35], ενώ μετά τη δημοσίευση του επίσημου κυβερνητικού σχεδίου στις 8 Ιανουαρίου 1975 τοποθετήθηκε στην προ ημερησίας διατάξεως στη Βουλή που διεξάχθηκε την επόμενη μέρα[36]. Ο Ηλιού επισήμανε ότι στο κυβερνητικό σχέδιο υπήρχαν πολλές σωστές διατάξεις και τόνισε την προθυμία της παράταξής του να συμβάλλει εποικοδομητικά στο συνταγματικό διάλογο, χαρακτήρισε όμως το κυβερνητικό σχέδιο γενικά ως «αναχρονιστικό». Ειδικότερα, άσκησε κριτική στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και στην ταυτόχρονη αποδυνάμωση της Βουλής, επισημαίνοντας ότι τα άρθρα 44 παρ. 1 και 48 παρ. 1 έδιναν επικίνδυνες εξουσίες στον ΠτΔ και υπενθυμίζοντας την εμπειρία του Συντάγματος της Βαϊμάρης[37]. Ιδιαίτερη μνεία έκανε στη διατήρηση του παρασυντάγματος και στους περιορισμούς των συνταγματικών ελευθεριών, στη διάταξη για τη θέση κομμάτων εκτός νόμου και στην ειδική προστασία του ξένου κεφαλαίου. Ακόμα, επέκρινε τις διατάξεις για την παιδεία και τους δημοσίους υπαλλήλους, υποστηρίζοντας πως η διατύπωσή τους άφηνε περιθώρια διαιώνισης των διακρίσεων με κριτήριο την «εθνικοφροσύνη». Όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στην ομιλία του υποστήριξε ότι «[ε]άν η Άκρα Αριστερά διέθετε την εξουσίαν, θα επέβαλε Σύνταγμα ολοκληρωτικόν. Σύνταγμα το οποίον θα αφαιρούσε και τας ατομικάς και πολιτικάς ελευθερίας των Ελλήνων. Και θα το επέβαλε, διά να είναι συνεπής προς την ιδεολογίαν της», ο Ηλιού απάντησε στη δευτερολογία του διακηρύσσοντας την πίστη της αριστεράς στον πολυκομματισμό και στην εναλλαγή των κυβερνήσεων[38].

Σημαντική υπήρξε επίσης η συμβολή του στο αντισχέδιο Συντάγματος που κατέθεσαν το ΚΚΕ εσ και η ΕΔΑ στη Βουλή στις 21 Ιανουαρίου 1975[39]. Αναφορικά με τα δικαιώματα, το αντισχέδιο δεν διατηρούσε βεβαίως σε ισχύ το παρασύνταγμα, αλλά πρόσθετε νέα δικαιώματα και θεσμικές εγγυήσεις όπως η γενική ελευθερία της συνείδησης, ο εκδημοκρατισμός και ο έλεγχος των ΜΜΕ, το αναφαίρετο της ιθαγένειας, η προστασία της ιδιωτικής ζωής και προέβλεπε την πληρέστερη κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Στο οργανωτικό μέρος του, το αντισχέδιο περιόριζε σε συμβολικές εξουσίες τον ΠτΔ, ενώ όριζε ότι η εκλογή του θα γινόταν από ένα διευρυμένο σώμα που θα απαρτιζόταν από τους τριακόσιους βουλευτές και ισάριθμους εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Επίσης, προέβλεπε την πρωτοκαθεδρία της Βουλής και τη σύσταση μόνιμων εξεταστικών επιτροπών της με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων χωρίς να αποκλείονται τα θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής. Επιπλέον, πρότεινε την κατοχύρωση του δεύτερου βαθμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το διαχωρισμό της χώρας σε περιφέρειες με εκλεγμένα όργανα, την πολιτική, διοικητική και οικονομική αυτονομία των ΟΤΑ, αλλά και τη δυνατότητα ίδρυσης επιχειρήσεων από τα όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Από νομοτεχνική άποψη, το αντισχέδιο του ΚΚΕ εσ συνιστούσε ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό Σύνταγμα που διέθετε ακρίβεια και εσωτερική συνοχή[40]. Ταυτόχρονα ήταν το μετριοπαθέστερο σε σχέση με τα άλλα αντισχέδια που προήλθαν από δυνάμεις της αριστεράς[41], καθώς δεν αρνούνταν την πρόβλεψη περιορισμών ακόμα και στα ατομικά δικαιώματα συλλογικής δράσης[42].

Οι τοποθετήσεις του Ηλιού στη Συνταγματική Επιτροπή κινήθηκαν στις κατευθύνσεις που χάραζε το εν λόγω αντισχέδιο και χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερα ήπιο τόνο[43]. Έτσι, σε αντίθεση με την υπόλοιπη αντιπολίτευση (ΕΚ-ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ), χαιρέτισε την πρόβλεψη του κυβερνητικού σχεδίου για τη διαίρεση της Βουλής σε τμήματα υποστηρίζοντας ότι ανταποκρινόταν στην ανάγκη επίσπευσης της νομοθετικής εργασίας[44]. Η επιχειρηματολογία του έμοιαζε πολύ με εκείνη της πλειοψηφίας, αφού επικαλέστηκε την πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής, την αύξηση της κρατικής παρέμβασης και την ανάγκη ψήφισης νόμων που απαιτούν τεχνικές γνώσεις[45]. Αξιοσημείωτη υπήρξε, επίσης, η αντίθεσή του με την τροπολογία που πρότειναν βουλευτές του ΠΑΣΟΚ για τη στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι από πρόσωπα που συνέπραξαν στην κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος[46]. Ο Ηλιού υποστήριξε ότι η τροπολογία ήταν πολύ εκτεταμένη υπογραμμίζοντας ότι «δεν ημπορούμε να τους βάλωμεν όλους, όσους κατά τον έναν ή άλλον τρόπον συνέπραξαν, εις το ίδιο τσουβάλι»[47]. Αυτή η αντιπαράθεση απηχούσε τη διάσταση απόψεων εντός της αριστεράς σε σχέση με την αναγκαία έκταση της κάθαρσης του κρατικού μηχανισμού από τους συνεργάτες της δικτατορίας. Η ΕΔΑ και το ΚΚΕ εσ υποστήριζαν ότι το αίτημα μιας ευρείας «αποχουντοποίησης» αποτελούσε «ανιστόρητο παρατσούκλι της “αποαστικοποίησης”», την οποία δεν θεωρούσαν επίκαιρη στη δεδομένη συγκυρία[48].

Στην Ολομέλεια της Βουλής, η σημαντικότερη αγόρευση του Ηλιού πραγματοποιήθηκε στις 28 Μαρτίου 1975[49]. Ο Ηλιού επισήμανε τα θετικά σημεία του κυβερνητικού σχεδίου, επιμένοντας κυρίως στη ρύθμιση της ιδιοκτησίας και της προστασίας του περιβάλλοντος, στη διαίρεση της Βουλής σε τμήματα, στην καθιέρωση των νόμων-πλαίσιο και στην κατοχύρωση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης. Από την άλλη πλευρά, επέκρινε τη χρήση της έννοιας του έθνους στο Σύνταγμα, θεωρώντας ότι άφηνε περιθώρια για τη διαιώνιση της μετεμφυλιακής «εθνικοφροσύνης», καθώς και στις «υπερεξουσίες» του ΠτΔ τις οποίες απέδιδε σε προσωπικές βλέψεις του Κ. Καραμανλή για τον προεδρικό θώκο. Επιπλέον, επέμεινε πολύ στη σημασία των διαδηλώσεων, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι οι «αστικές ελευθερίες» έχουν αυτοτελή ουσία και αξία[50]. Ιδιαίτερη σημασία έδωσε, επίσης, στη βελτίωση των προβλέψεων για τον οικονομικό προγραμματισμό (που τελικά αποτυπώθηκαν στο άρθρο 106 του Συντάγματος), στον έλεγχο των μονοπωλίων και στην απάλειψη της αυξημένης προστασίας των κεφαλαίων εξωτερικού. Συνολικά, ο Ηλιού τήρησε απέναντι στις κυβερνητικές προτάσεις μια πιο μετριοπαθή στάση σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ, εναρμονιζόμενος με τη γενικότερη γραμμή του ΚΚΕ εσ για Εθνική Αντιδικτατορική Δημοκρατική Ενότητα (ΕΑΔΕ)[51]. Τούτη η στάση του συμπυκνώθηκε γλαφυρά στην αποστροφή της ομιλίας του στην οποία τόνισε ότι θα πρέπει «να μη σκοτώσουμε την χρυσοτόκο όρνιθα» του κοινοβουλευτισμού καθώς η προβολή των μειονεκτημάτων του θα ευνοούσε τους νοσταλγούς της δικτατορίας[52].

 

Αντί επιλόγου

Ο Ηλίας Ηλιού ανέλαβε να διατυπώσει θέσεις για τη διαμόρφωση του Συντάγματος, οι οποίες αποτύπωσαν ευρύτερες τοποθετήσεις για τη θεσμική ταυτότητα που θα έπρεπε να έχει το κράτος σε μακρό χρόνο, σε κρίσιμες περιόδους. Ωστόσο, τα δεδομένα κάθε εποχής διέφεραν πολύ μεταξύ τους. Έτσι, τα άρθρα του το 1946-1947 δεν διατυπώθηκαν από το βήμα της Βουλής αλλά δημοσιεύθηκαν στον κομματικό Τύπο και μάλιστα σε συνθήκες που κάθε άλλο παρά ευνοούσαν τον νηφάλιο διάλογο για το περιεχόμενό τους. Στη συγκυρία των Ιουλιανών, ο Ηλιού αγόρευε ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΕΔΑ, η οποία δεν αποτελούσε πλέον μια απομονωμένη και στοχοποιημένη δύναμη, όπως κατά την ίδρυσή της, αλλά αναπόσπαστη συνιστώσα ενός τεράστιου λαϊκού κινήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ρόλος που επέλεξε να παίξει ήταν αφενός μεν να υπερασπιστεί τη μαζική κινητοποίηση, αφετέρου όμως να την ελέγξει ώστε να μην υπερβεί συγκεκριμένα όρια και προκαλέσει την αντίδραση του μετεμφυλιακού πλέγματος εξουσίας[53]. Η περίπτωση της συμμετοχής του στις εργασίες διαμόρφωσης του μεταπολιτευτικού Συντάγματος ήταν διαφορετική σε σχέση με αμφότερες τις προηγούμενες. Ο Ηλιού δεν εκπροσωπούσε πλέον στη Βουλή το σύνολο της αριστεράς αλλά μόνο το ΚΚΕ εσ και την ΕΔΑ. Επιπλέον, η κριτική του όχι μόνο δεν έπαιρνε τον χαρακτήρα πολεμικής, όπως στην προδικτατορική περίοδο, αλλά διαρκώς υπογράμμιζε τον προσανατολισμό του στη βελτίωση του κοινοβουλευτισμού και στον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος ώστε να περιλαμβάνει και την αριστερά[54].

Παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ τους όμως, οι παραπάνω κομβικές στιγμές της συνταγματικής σκέψης του Ηλία Ηλιού παρουσιάζουν επίσης και κάποια θεμελιώδη κοινά γνωρίσματα. Έτσι, ως προς την οργάνωση των εξουσιών, ο Ηλιού σε όλες τις περιόδους παρουσίασε συγκεκριμένες προτάσεις που έτειναν στην αναμόρφωση του κοινοβουλευτισμού, παρότι θεωρητικά υποστήριζε την ανάγκη υπέρβασής του. Σ’ αυτό το πλαίσιο, τάχθηκε υπέρ της θεσμικής πρωτοκαθεδρίας της Βουλής σε σχέση με την εκτελεστική εξουσία και ιδίως σε σχέση με τον Ανώτατο Άρχοντα ανεξάρτητα από το εάν αυτός ήταν μονάρχης ή Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αναφορικά με τις συνταγματικές ελευθερίες, ο Ηλιού υπήρξε διαχρονικά υπέρμαχος της αναγνώρισής τους χωρίς πολιτικές ή άλλες προϋποθέσεις και βέβαια χωρίς διαχωρισμό των πολιτών σε κατηγορίες με βάση το φρόνημά τους. Επιπλέον, ιδιαίτερα επέμεινε στην ανάδειξη των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης, τα οποία θεωρούσε ότι αποτελούν κοινωνικό αντίβαρο απέναντι στην ελεύθερη εντολή. Αυτοί οι άξονες υπήρξαν και οι πυλώνες της συνταγματικής σκέψης του, που συνιστούν μια γόνιμη παρακαταθήκη σε μια εποχή που επιστρέφουν τα ερωτήματα τόσο για τη φύση και τα όρια της αντιπροσώπευσης όσο και για τη σημασία και τη λειτουργία των συνταγματικών δικαιωμάτων.

 

[1] Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα», τχ 160-161 και θα αποτελέσει συμβολή των συγγραφέων στον Τιμητικό Τόμο που θα εκδοθεί προς τιμήν της καθηγήτριας Ισμήνης Κριάρη-Κατράνη.

[2] Για μια συνολική παρουσίαση του έργου του Ηλιού βλ. αντί άλλων τη μελέτη του Η. Νικολακόπουλου, Ηλίας Ηλιού. Πολιτική βιογραφία, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, Αθήνα 2017.

[3] Μ’ αυτό το πρίσμα προσέγγισε το έργο του Ηλία Ηλιού ο Ν. Αλιβιζάτος, Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι. Πολιτικοί, διανοούμενοι και η πρόκληση της εξουσίας, Πόλις, Αθήνα 2015, σελ. 437-445.

[4] Για τις εκλογές του 1946 βλ. Η. Νικολακόπουλου, Η καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές 1946-1967, Πατάκη, Αθήνα 2010, σελ.  67-85.

[5] Για τη στάση των δυνάμεων της αριστεράς εκείνη την περίοδο βλ. Μ. Λυμπεράτου, Στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου: Κοινωνική πόλωση, Αριστερά και αστικός κόσμος στη μεταπολεμική Ελλάδα. Από τη Βάρκιζα στον εμφύλιο, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006.

[6] Όπως επισήμανε ο Α. Μανιτάκης, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Ι΄, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 271- 272, ο εν λόγω αυτοχαρακτηρισμός έγινε επειδή οι κυρίαρχες στην Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή πολιτικές δυνάμεις ήθελαν να αποτυπώσουν με σαφή τρόπο τη συνέχεια στη μορφή του πολιτεύματος και του κοινωνικού καθεστώτος.

[7] Η εν λόγω επιτροπή διαμόρφωσε όντως σχέδιο Συντάγματος και το κατέθεσε στη Βουλή στις 15 Ιουνίου 1948. Βλ. το σχέδιο σε Κ. Μαυριά, Α. Παντελή, Συνταγματικά κείμενα, τ. 1, δ΄ εκδ., Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2007, σελ. 165-192.

[8] Βλ. Η. Ηλιού, «Για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα. Το Κράτος και το Σύνταγμα», ΚΟΜΕΠ, τχ 10/1946, σελ. 572-577.

[9] Βλ. Η. Ηλιού, «Για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα. Ιστορική τοποθέτηση», ΚΟΜΕΠ, τχ 11/1946, σελ.  627-634.

[10] Βλ. Η. Ηλιού, «Για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα. Η ιστορία μας», ΚΟΜΕΠ, τχ 12/1946, σελ. 665-670. Και τα τρία αυτά άρθρα αναδημοσιεύθηκαν μεταπολιτευτικά σε Η. Ηλιού, Το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του, Θεμέλιο, Αθήνα 1975, σελ. 73-136, όχι όμως και το τέταρτο για το οποίο γίνεται αναλυτικά λόγος παρακάτω.

[11] Βλ. επ’ αυτού την κριτική του πρώτου γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Π. Πουλιόπουλου, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα, Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2006 [1934].

[12] Αξίζει να σημειωθεί ότι στην επανέκδοση του άρθρου του το 1975, ο Ηλιού επισήμανε ότι δεν θεωρούσε πλέον αυτά τα μέτρα ως ολότελα επιφανειακά· βλ. τη σχετική σημείωση σε Η. Ηλιού, Το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του, ό.π., σελ. 131.

[13] Βλ. Η. Ηλιού, «Σκέψεις για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα», ΚΟΜΕΠ, τχ 3/1947, σελ. 118-124.

[14] Το Σύνταγμα του 1952 προέβλεψε τη δυνατότητα απόδοσης πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες με την ερμηνευτική δήλωση επί του άρθρου 70 που όριζε λακωνικά ότι «[ν]όμος δύναται να ορίση τα της ασκήσεως παρά των γυναικών του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι». Λίγο αργότερα πάντως εκδόθηκε ο σχετικός νόμος (ν. 2159/1952) και οι γυναίκες άσκησαν τα δικαιώματά τους, πρώτα σε αναπληρωματικές εκλογές της Θεσσαλονίκης το 1953 κι έπειτα σε πανεθνικό επίπεδο στις εκλογές του 1956· βλ. αναλυτικά Μ. Παντελίδου-Μαλούτα, Μισός αιώνας γυναικείας ψήφου, μισός αιώνας γυναίκες στη Βουλή, β΄ εκδ., Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2007, σελ. 36-44.

[15] Η συγκεκριμένη πρόταση μοιάζει πολύ με τη ρύθμιση του άρθρου 35 του Συντάγματος του 1952. Γι’ αυτήν βλ. Α. Μάνεση, «Η έκτακτος νομοθετική διαδικασία (Συμβολή εις την ερμηνείαν του άρθρου 35 παρ. 2-5 του Συντάγματος)» [1955] στου ίδιου, Συνταγματική Θεωρία και πράξη (1954-1979), Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 182-243.  

[16] Βλ. γενικά Δ. Μαριόλη, Η αδύνατη ταξική ανακωχή. Η πολιτική του ΕΑΜ στα υπουργεία Οικονομικών, Εργασίας και στα συνδικάτα μέχρι τα Δεκεμβριανά, ΚΨΜ, Αθήνα 2015 και την ειδικότερη μελέτη του Π. Μαντζούφα, «Ο Αλέξανδρος Σβώλος ως μέλος της ΠΕΕΑ και της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου (1944), σε Γ. Κασιμάτη, Γ. Αναστασιάδη (επιστ. επιμ.), Αλέξανδρος Σβώλος. Ο συνταγματολόγος, ο πολιτικός, ο οραματιστής, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, Αθήνα 2009, σελ. 223-240.

[17] Για το ιστορικό της κυοφορίας του Συντάγματος του 1952 βλ. αναλυτικά Ν. Καλτσόγια-Τουρναβίτη, Προβληματική της σύγχρονης ελληνικής συνταγματικής ιστορίας 1935-1975 (Προσπάθεια οριοθετήσεως), διδ. Διατριβή Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 1981, σελ. 134-151.

[18] Η εκλογή του, όπως και όλων των άλλων βουλευτών που εξελέγησαν με τα ψηφοδέλτια της ΕΔΑ, ακυρώθηκε επειδή ήταν φυλακισμένοι ή εξόριστοι. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση του Α. Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, τ. ΙΙ΄, Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήναι-Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 215, σημ. 26, η διάταξη του άρθρου 35 του ν. 1878/1951 στην οποία θεμελίωσε το Εκλογοδικείο την απόφασή του για την ακύρωση της εκλογής τους ήταν «αναμφίβολα αντισυνταγματική», καθώς παραβίαζε την καθολικότητα του δικαιώματος του εκλέγεσθαι.

[19] Βλ. Η. Ηλιού, Το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του, ό.π., σελ. 51-71.

[20] Για το παρασύνταγμα βλ. αναλυτικά Νίκου Αλιβιζάτου, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, γ΄ εκδ., Θεμέλιο, Αθήνα, 1995, σελ. 451-523.

[21] Από αυτήν την άποψη, εφόσον γίνει δεκτό ότι ο Ηλιού δεν είχε υποπτευθεί τη διαιώνιση των έκτακτων μέτρων με την επιγενόμενη εγκαθίδρυση του παρασυντάγματος, φαντάζει άδικη η προσέγγιση του Γ. Δρόσου, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, σελ. 487, ο οποίος χαρακτήρισε ως «οξεία και μονοκόμματη» την κριτική του Ηλιού και υποστήριξε ότι ο ηγέτης της αριστεράς δεν ανέδειξε στα άρθρα του την αντίφαση μεταξύ Συντάγματος και παρασυντάγματος. Από την άλλη πλευρά, είναι εύστοχη η παρατήρηση του Δρόσου (σελ. 488) ότι τα επόμενα χρόνια «η Αριστερά και οι Αριστεροί στήριξαν την μάταιη προσπάθειά τους να κατακτήσουν το ίδιο έδαφος νομιμότητας με όλους τους άλλους» στο συγκεκριμένο Σύνταγμα.

[22] Βλ. Λ. Καλλιβρετάκη, «Το “σαμποτάζ” του Έβρου χωρίς ζάχαρη. Μια απόπειρα αναψηλάφισης», Αρχειοτάξιο, τ. 12/2010, σελ. 142-144 και γενικότερα σελ. 132-160.

[23] Βλ. Η. Ηλιού, «Γύρω από τρεις νομικοπολιτικές διατριβές», Αυγή, 18 Ιουλίου 1965 και στου ίδιου, Η κρίση εξουσίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1966, σελ. 180-186.

[24] Βλ. Βουλή των Ελλήνων, Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Περίοδος Η΄ – Έκτακτος Σύνοδος, Εν Αθήναις 1965, σελ. 122, 125.

[25] Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως όταν η κυβέρνηση που σχημάτισε ο Στέφανος Στεφανόπουλος έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης, το κόμμα της Αριστεράς εκτίμησε πως ήταν μία νόμιμη κυβέρνηση παρά τις πολιτικές και ηθικές επικρίσεις που άσκησε εναντίον της· βλ. τη συνέντευξη του Η. Ηλιού σε Επίκαιρα, 414/1976, σελ. 16.

[26] Βλ. Ν. Αλιβιζάτου, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία 1800-2010, Πόλις, Αθήνα 2011, σελ. 381-384.

[27] Βλ. Η. Ηλιού, Η κρίση εξουσίας, ό.π., σελ. 229.

[28] Βλ. Χ. Βερναρδάκη, Γ. Μαυρή, Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα, Εξάντας, Αθήνα 1991, σελ. 239-267.

[29] Βλ. Η. Ηλιού, «Περί “πεζοδρομίου και οχλοκρατίας”», στου ίδιου, Η κρίση εξουσίας, ό.π., σελ. 187-204.

[30] Για το σύνθημα του δημοψηφίσματος και την περιγραφή των διαδηλώσεων των Ιουλιανών βλ. αντί άλλων τις αυτοβιογραφικές περιγραφές των Δημήτρη Λιβιεράτου, «Το χρονικό του Ιουλίου 1965» στο Κ. Πίττα (επιμ.), Ιουλιανά 1965, Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2005, σελ. 31-61, Στ. Κατσαρού, Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης, γ΄ εκδ., Ισνάφι, Ιωάννινα 2008, σελ. 50-75 και Φ. Λάδη, Ιουλιανά 1965. 100 μέρες που συγκλόνισαν την Ελλάδα, β΄ εκδ.,  Καστανιώτη, Αθήνα 1985.

[31] Βλ. Αυγή, 28 Ιουλίου 1965.

[32] Βλ. ενδεικτικά Δ. Μέξη, «Τα βασιλικά πραξικοπήματα των Γλύξμπουργκ (1864-1965). Συνταγματική άποψη», Σύγχρονα Θέματα, 16/1965, σελ. 407, κατά τον οποίο «η επίκληση των “βασιλικών προνομίων” και η καταχρηστική άσκησή τους, είναι σκοτεινό έργο της Αυλής».

[33] Για «ευκαμψία» και «μετριοπαθή στάση» της ΕΔΑ έκανε λόγο ο J. Meynaud, Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, τ. Β΄, β΄ εκδ., μτφρ. Π. Μερλόπουλος, Σαββάλας, Αθήνα 2002 [1972], σελ. 90.

[34] Για τη διαμόρφωση του Συντάγματος του 1975 βλ. Χ. Κουρουνδή, Το Σύνταγμα και η Αριστερά. Από τη «βαθεία τομή» του 1963 στο Σύνταγμα του 1975,  Νήσος, Αθήνα 2018, σελ. 157-270.

[35] Βλ. Η. Ηλιού, «Ο πρόεδρος που νομοθετεί», Αυγή, 29 Δεκεμβρίου 1974, του ίδιου, «Οι ανελεύθεροι ορισμοί», Αυγή, 31 Δεκεμβρίου 1974, του ίδιου, «Απαραίτητες προσθήκες», Αυγή, 1 Ιανουαρίου 1975, του ίδιου, «Η λαϊκή συμμετοχή», Αυγή, 3 Ιανουαρίου 1975. Τα εν λόγω άρθρα δημοσιεύθηκαν έπειτα και σε Η. Ηλιού, Το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του, ό.π., σελ. 21-36.

[36] Βλ. την ομιλία του σε Βουλή των Ελλήνων, Ε΄ Αναθεωρητική, Περίοδος Α΄ – Προεδρευομένης Δημοκρατίας – Σύνοδος Α΄, Πρακτικά των συνεδριάσεων της Ολομελείας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1975 (:Ολομέλεια Βουλής), σελ. 13-15.

[37] Λίγες μέρες αργότερα, παρόμοιες επικρίσεις διατύπωσε ο Φ. Βεγλερής, «Το αυταρχικό συνταγματικό κράτος», Βήμα, 19 Ιανουαρίου 1975, σελ. 1, 12 (ομοίως και στου ίδιου, Υπόμνημα για ένα Σύνταγμα του ελληνικού λαού. Το συνταγματικό χρονικό της δικτατορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1975, σελ. 167-177), σύμφωνα με τον οποίο το άρθρο 44 παρ. 1 θύμιζε τα «διατάγματα ανάγκης» του άρθρου 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης, «των οποίων η εντατική χρήση τίναξε στον αέρα – μαζί με άλλους βέβαια και βαθύτερους παράγοντες – την πρώτη γερμανική δημοκρατία».

[38] Βλ. Ολομέλεια Βουλής, σελ. 21-22. Η επίθεση του Κ. Καραμανλή προκάλεσε επίσης τη δηκτική ειρωνεία του Μποστ: «Δυο πράγματα δεν έχω συναντήσει εις την ζοήν μου. Αριστερόν χοροφύλακα κε προθυπουργόν Έλληνα που να έχη καλήν ιδέαν διά τους αριστερούς. Προσπαθόντας ο κ. Καραμανλής να απαντήση στον κ. Ηλιού κατά την συζήτηση του Συντάγματος, είπε ότι “αν η Άκρα Αριστερά του κ. Ηλιού ή η άλλη αριστερά πάρη την εξουσία, θα κατασκεβάση σύνταγμα ολοκληροτικόν”. Κε ύστερα σου λέγουν μερικοί ότι ο κ. Προθυπουργός ήλθεν ανανεομένος κε δεν είνε ο παλαιός που εγνορίζαμε, διότι η πάροδος των ετών εις την Γαλίαν τον έκανε άλλον άνθρωπον. Αφτά είνε ανοησίε.», Αυγή, 12 Ιανουαρίου 1975.

[39] Βλ. «Αντισχέδιο Συντάγματος του ΚΚΕ εσωτερικού και της ΕΔΑ», Κομμουνιστική Θεωρία και Πολιτική [:ΚΟΘΕΠ], 1/1975, σελ. 23-85. Όπως εξήγησε ο Ηλιού, «το χαρακτηρίσαμεν αντισχέδιον, διότι φθάνει σε 96 τροπολογίες και προσθήκες»· βλ. Βουλή των Ελλήνων, Ε΄ Αναθεωρητική, Περίοδος Α΄ – Προεδρευομένης Δημοκρατίας – Σύνοδος Α΄, Πρακτικά των συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών της επί του Συντάγματος 1975 Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1975 (:Πρακτικά υποεπιτροπών), σελ. 25.

[40] Βλ. A. Pantélis, Les grands problèmes de la nouvelle Constitution hellénique, LGDJ, Paris 1979, σελ. 150-152.

[41] Βλ. το αντισχέδιο του ΚΚΕ σε Βουλή των Ελλήνων, Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή, Σύνταγμα 1975. Διάταξις κατ’ άρθρον επισήμων σχεδίων – τροπολογιών ψηφισθέντος τελικού κειμένου, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1976, σελ. 635-638 και του ΠΑΣΟΚ σε  Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, Σύνταγμα για μια Ελλάδα δημοκρατική. Εισηγήσεις της ομάδας Επιστημόνων του ΠΑΣΟΚ, Κέδρος, Αθήνα 1975.

[42] Έτσι π.χ. το αντισχέδιο των ΚΚΕ εσ και ΕΔΑ προέβλεπε τη δυνατότητα απαγόρευσης των υπαίθριων συναθροίσεων αν από αυτές «επίκειται κατάδηλος κίνδυνος εις την δημοσία τάξιν».

[43] Αξίζει όμως να σημειωθεί και το επεισόδιο της 30ης Ιανουαρίου, όταν ο Η. Ηλιού, Πρακτικά Υποεπιτροπών, σελ. 21 δήλωσε ότι με τους ρυθμούς συζήτησης που επέβαλλε η πλειοψηφία το νέο Σύνταγμα «θα το βλέπουμε και θα το συχαινόμαστε όλοι», προκαλώντας τις αντιδράσεις των βουλευτών της συμπολίτευσης.

[44] Βλ. Πρακτικά Υποεπιτροπών, σελ. 25-26.

[45] Βλ. Πρακτικά Υποεπιτροπών, σελ. 48.

[46] Η πρόταση διατυπώθηκε από τον Ι. Κουτσοχέρα· βλ. Βουλή των Ελλήνων, Ε΄ Αναθεωρητική, Περίοδος Α΄ – Σύνοδος Α΄, Επίσημα εστενογραφημένα πρακτικά συνεδριάσεων της Ολομελείας της Επιτροπής του Συντάγματος 1975, Προεδρία Κωνσταντίνου Δ. Τσάτσου, Αθήναι 1975 (:Ολομέλεια Επιτροπής), σελ. 146. Ο Α. Κακλαμάνης, Ολομέλεια Επιτροπής, σελ. 147 συγκεκριμενοποίησε τις περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσε να έχει εφαρμογή μια τέτοια διάταξη, περιλαμβάνοντας τους αντιβασιλείς, πρωθυπουργούς, υπουργούς, γενικούς γραμματείς, νομάρχες, μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, ιδρυτικά μέλη του ΕΠΟΚ και τους δημάρχους της εποχής της δικτατορίας.

[47] Βλ. Η. Ηλιού, Ολομέλεια Επιτροπής, σελ. 148.

[48] Βλ. Γ. Καρρά, «Οι δίκες των βασανιστών και η εσωτερική λογική τους», Ο Πολίτης, 2/1976, σελ. 8-15.

[49] Βλ. Η. Ηλιού, Ολομέλεια Βουλής, σελ. 49-57.

[50] Ο Ηλιού ανέδειξε λίγο αργότερα με ακόμα πιο έντονα χρώματα τη διεθνή διάσταση της ανάγκης προστασίας αλλά και της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, υπογραμμίζοντας ότι «αντί έντιμης και ειλικρινούς προσπάθειας παριστάμεθα σε μια διελκυστίνδα ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, ποιος να φορτώσει στον άλλο τις παραβιάσεις, ποιος να εκφοβίσει και να περιαγάγει σε σιγή όσους τόλμησαν να επισημάνουν προσβολές ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο δικό τους στρατόπεδο»· βλ. Η. Ηλιού, Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Ερμείας, Αθήνα 1977, σελ. 7-8.

[51] Για τον προσδιορισμό αυτής της κατεύθυνσης κατά τη διάρκεια των συζητήσεων για το Σύνταγμα βλ. Μπ. Δρακόπουλου, «Η πολιτική της εθνικής αντιδικτατορικής ενότητας για την πρόοδο στις σημερινές συνθήκες», ΚΟΘΕΠ, 3/1975, σελ. 5-20.

[52] Βλ. Η. Ηλιού, Ολομέλεια Βουλής, σελ. 52. Η θέση του προκάλεσε αντιπαράθεση στους κόλπους της αριστεράς· βλ. την κριτική που του ασκήθηκε σε Ριζοσπάστης, 30 Μαρτίου 1975 και την απάντησή του σε Η. Ηλιού, Το Σύνταγμα…, ό.π., σελ. 232.

[53] Επ’ αυτού βλ. Δ. Χαραλάμπη, Στρατός και πολιτική εξουσία. Η δομή της εξουσίας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Εξάντας, Αθήνα 1985, σελ. 222-241.

[54] Βλ. ενδεικτικά σε Η. Ηλιού, Ολομέλεια Βουλής, σελ. 55 την επίκλησή του στην εκτίμηση του Ντε Γκωλ για τον Τωρέζ και στο σχετικό σχόλιο του Duverger ότι «δεν είναι στη φύση του κομμουνιστικού κόμματος να απομονώνεται από το Έθνος».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

thirteen − two =