Ο σχηματισμός της κυβέρνησης σε περιβάλλον συναινετικού κοινοβουλευτισμού. Οι ρυθμιστικές δυνατότητες της Προέδρου της Δημοκρατίας στο Σύνταγμα και τη μεταπολιτευτική πρακτική

Θανάσης Γ. Ξηρός, Αναπληρωτής Καθηγητής  Συνταγματικού Δικαίου ΑΣΕΙ-ΣΣΕ       

 Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις *

Η συζήτηση για τις προσεχείς γενικές βουλευτικές εκλογές παραμένει ανοικτή, με παραλλάσσουσα πάντως ένταση και αξιοσημείωτη περιοδικότητα, επί ένα και πλέον έτος. Το ενδιαφέρον της εντοπίζεται, αυτοτελώς και συχνά συνδυασμένα, στη στιγμή της προκήρυξής τους και στα σενάρια της επόμενης ημέρας. Εάν η θητεύουσα Βουλή δεν συμπληρώσει τον τετραετή βίο της, η διάλυσή της θα επέλθει με πρωτοβουλία της κυβέρνησης και την επίκληση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας. Η συνδρομή του, πραγματική ή κατά δήλωση, δεν ελέγχεται από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αφού ως αποδέκτης της κυβερνητικής πρότασης ενεργεί αποκλειστικά στο πλαίσιο δέσμιας αρμοδιότητας.

Το αποτέλεσμα της προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία προδιαγράφεται πάντως με ασφάλεια. Η εφαρμογή του αναλογικού εκλογικού συστήματος εκτιμάται και δημοσκοπικά ότι δεν θα επιτρέψει σε κανένα συνδυασμό να εξασφαλίσει στη νέα Βουλή μονοκομματική αυτοδυναμία. Αναμένεται, λοιπόν, να επικρατήσει μια ακόμη φορά, πέμπτη κατά την τελευταία δεκαετία, η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης. Στα σενάρια της επόμενης ημέρας σε περιβάλλον συναινετικού κοινοβουλευτισμού η Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαθέτει περιθώρια ρυθμιστικών δυνατοτήτων. Ωστόσο, τις εξελίξεις, προς την κατεύθυνση είτε της ανάδειξης πρωθυπουργού και σχηματισμού βιώσιμης κυβέρνησης είτε νέων εκλογών, θα καθορίσουν, κυρίαρχα, τα πολιτικά κόμματα που έχουν εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση.

 

  1. Ο χρόνος των εκλογών

Απαντώντας σε, συνήθως απρόκλητα, δημοσιεύματα και απευθυνόμενος, κατά καιρούς, σε κομματικά ή θεματικά ακροατήρια, ο πρωθυπουργός προσδιορίζει την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, κατά κανόνα, στο τέλος της τετραετούς βουλευτικής περιόδου[1] και της Άνοιξης του 2023[2]. Η, κατά το δυνατόν, εξάντληση του συνταγματικού βίου της θητεύουσας Βουλής αποδόθηκε από μερίδα του έντυπου ή του ηλεκτρονικού Τύπου στην απόφαση του Κ. Μητσοτάκη να «λειτουργήσει θεσμικά» και να μην αφήσει τη χώρα «ουσιαστικά ακυβέρνητη» σε μια ιδιαίτερη δυσμενή οικονομικά, ενεργειακά και εθνικά συγκυρία[3], καθόλο το διάστημα αναζήτησης βιώσιμου, μονοκομματικά αυτοδύναμου, κυβερνητικού σχήματος μετά την εφαρμογή του θνησιγενούς αναλογικού εκλογικού συστήματος.

Δύο φορές μάλιστα ο πρωθυπουργός δεν θα διστάσει να ορίσει περισσότερο συγκεκριμένα το χρόνο των εκλογών. Έτσι, σε ομιλία του στο συνέδριο οικονομικού περιοδικού την 29η Μαρτίου 2022 θα αναφέρει ότι η κυβέρνησή του έχει στη διάθεσή της «ακόμη δέκα πέντε μήνες μέχρι τις εκλογές που θα γίνουν στο τέλος της Άνοιξης του ’23» για να υλοποιήσει τις απομένουσες προεκλογικές δεσμεύσεις της[4]. Εξάλλου, συζητώντας με δημοσιογράφους στο Προεδρικό Μέγαρο την 24η Ιουλίου 2022 κατά τον εορτασμό της επετείου αποκατάστασης της Δημοκρατίας θα επισημάνει ότι «έχουμε εννέα μήνες μέχρι τις εκλογές»[5].

Εάν επιχειρήσει κανείς να προσδιορίσει σαφώς τα χρονικά ορόσημα των δύο πρωθυπουργικών αναφορών, διαπιστώνει απόκλιση μεταξύ τους. Το πρώτο βρίσκεται σε απόσταση δύο περίπου εβδομάδων από τη συμπλήρωση της διανυόμενης βουλευτικής περιόδου και συμπίπτει με το ημερολογιακό τέλος της Άνοιξης, ενώ το δεύτερο τοποθετείται σχεδόν στο μέσον της. Ανεξαρτήτως της χρονικής ανακολουθίας και των λόγων που την προκάλεσαν, μπορεί να αποδοθεί ενδεχομένως και σε παραδρομή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η θητεύουσα Βουλή δεν προβλέπεται να ολοκληρώσει το συνταγματικό της βίο.

 

ΙΙΙ. Η διάλυση της Βουλής

Η τύχη της ήταν πάντως, κατά τη συνήθη και κρατούσα πορεία των πραγμάτων στη χώρα μας, εξαρχής προδιαγεγραμμένη. Τα μέλη της εκλέχθηκαν την 7η Ιουλίου 2019, οπότε και άρχισε η τετραετής θητεία τους. Έτσι, η, ισόχρονης διάρκειας, βουλευτική περίοδος συμπληρώνεται την 7η Ιουλίου 2023 και οι επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές θα διενεργούνταν, όπως επιβάλλεται συνταγματικά[6], εντός τριάντα ημερών από τη λήξη της και το νωρίτερο την 30ή Ιουλίου 2023. Δηλαδή, σε χρονική στιγμή που συμπίπτει με την κορύφωση της εξόδου των αδειούχων του Αυγούστου. Για να μην απειληθούν τα «μπάνια του λαού» και, μοιραία, για να μην αυξηθεί, περαιτέρω, το ποσοστό της αποχής, η θητεύουσα Βουλή θα πρέπει να τερματίσει πρόωρα το βίο της. Επειδή μάλιστα στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα εφαρμοστεί το αναλογικό εκλογικό σύστημα, η ανάδειξη βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος προϋποθέτει και απαιτεί τη σύμπραξη περισσοτέρων κομμάτων. Τυχόν αδυναμία επίτευξή της, η οποία θεωρείται και η πιθανότατη μάλλον κατάληξη των διαδικασιών για το σχηματισμό πολιτικής (κοινοβουλευτικής) κυβέρνησης, θα οδηγήσει, υποχρεωτικά, σε νέα, τη δεύτερη κατά σειρά και δίχως καθυστέρηση, προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, τούτη τη φορά με το εκλογικό σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής[7]. Η αναμενόμενη με βεβαιότητα εξέλιξη επιβάλλει, για τους ίδιους ακριβώς λόγους, και οι νέες εκλογές, που θα ακολουθήσουν τις πρώτες σε απόσταση λίγο μεγαλύτερη του ενός μηνός, να έχουν διενεργηθεί έως τις αρχές Ιουλίου του επόμενου έτους.

Οι αναφορές του πρωθυπουργού για εκλογές στο τέλος της τετραετίας αποτελούσαν επαναλαμβανόμενες, μονότονα, εξαγγελίες που στερούνταν πολιτικού ρεαλισμού και αγνοούσαν τη μακρά εκλογική παράδοση της χώρας. Ίσως γι’ αυτό, αφού θα σταθμίσει τις χρονικές ιδιαιτερότητες και θα αναγνωρίσει την πραγματική ανάγκη απεξάρτησής τους από τις καλοκαιρινές διακοπές, θα υποχρεωθεί να τοποθετήσει χρονικά την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία στο τέλος της Άνοιξης. Δεδομένου ότι ηγείται κυβερνητικού σχήματος που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής, την οποία ρεαλιστικά δεν αναμένεται να απωλέσει, ο πρόωρος τερματισμός του συνταγματικού βίου της θητεύουσας ανήκει στην αποκλειστική του αρμοδιότητα. Η λεγόμενη κυβερνητική διάλυσή της είναι πάντοτε αιτιώδης, ρυθμίζεται στην πρότ. 1 της παρ. 2 του άρθρου 41 Συντ. και με αυτήν επιδιώκεται η ανανέωσης της λαϊκής εντολής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας[8]. Αν και το προβαλλόμενο, όπως έχει επικρατήσει ερμηνευτικά, ανάγεται, καταρχήν, στην εξωτερική πολιτική και την εθνική άμυνα, δεν αποκλείεται, αυτοτελώς ή συνδυαστικά, να εντοπιστεί και στην εσωτερική πολιτική, όπως λ.χ. σε λόγο σχετικό με την οικονομία[9]. Η επίκλησή του είναι, κατά βάση, ελεύθερη και η συνδρομή του δεν ελέγχεται από το ρυθμιστή του πολιτεύματος, ο οποίος οφείλει να αποδεχθεί την κυβερνητική πρόταση[10].

Οι πρωθυπουργικές δηλώσεις, εντοπίζοντας το χρόνο των επόμενων γενικών βουλευτικών εκλογών στο τέλος της τετραετίας ή στο τέλος της Άνοιξης του 2023, θέτουν απλώς το απώτατο χρονικά σημείο της προκήρυξής τους. Τούτο δεν σημαίνει πάντως ότι ο Κ. Μητσοτάκης δεσμεύεται, έστω εμμέσως και πάντως πολιτικά, από τις εξαγγελίες του. Η όποια απόφαση για την τύχη της θητεύουσας Βουλής θα προκύψει από τη στάθμιση των δημοσκοπικών, των οικονομικών ή άλλων δεδομένων και των προβλέψεων για την εξέλιξή τους. Υπό τις επικρατούσες εκτιμήσεις, προβάλλει ως πιθανότερη η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία εντός του τρέχοντος έτους ή το αργότερο στις αρχές του επόμενου. Όποτε κριθεί ότι θα είναι επωφελής ή, έστω, ότι θα έχει τις μικρότερες εκλογικά αρνητικές συνέπειες, η κυβέρνηση θα ζητήσει από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διάλυση της Βουλής, προκειμένου να ανανεωθεί η λαϊκή εντολή. Η, πραγματική ή κατά δήλωση, συνδρομή εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας στερείται ουσιαστικού περιεχομένου, αφού η επίκλησή του, με όποια εκδοχή ήθελε προβληθεί, θα καταλήξει, άνευ ετέρου, στην προκήρυξη εκλογών.

 

ΙV. Η κυβέρνηση των εκλογών

 Στην κυβερνητική διάλυση της Βουλής και στη συμπλήρωση της τετραετούς βουλευτικής περιόδου εντοπίζονται δύο βασικές ομοιότητες. Αμφότερες οδηγούν, εν πρώτοις, στην προκήρυξη εκλογών για να εκφραστεί νωπή λαϊκή ετυμηγορία και να προκύψει νέος συσχετισμός κοινοβουλευτικών δυνάμεων. Εξάλλου, την ευθύνη της διενέργειάς τους έχει η θητεύουσα κυβέρνηση. Η σύνθεσή της παραμένει αδιαφοροποίητη με την εξαίρεση του Υπουργού Εσωτερικών. Η αντικατάστασή του από μη πολιτικό πρόσωπο ευρύτερης αποδοχής την πρώτη εβδομάδα της προεκλογικής περιόδου συνιστά σταθερή μεταπολιτευτικά πρακτική[11].

Στο παρελθόν αντικαθίστανται πάντως και άλλοι Υπουργοί της θητεύουσας πολιτικής (κοινοβουλευτικής) κυβέρνησης ενόψει της επικείμενης εκλογικής αναμέτρησης. Έτσι, θα αντικατασταθεί για τελευταία φορά ο Υπουργός Βορείου Ελλάδος το 1977[12], ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης το 1996[13], ο Υπουργός Δικαιοσύνης το 2000[14] και ο Υπουργός ο αρμόδιος για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης το 2007[15]. Στο σύνολό τους αποτελούσαν, καθόλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου και έως την επιβολή της δικτατορίας, μέλη των υπηρεσιακών (βασιλικών) κυβερνήσεων[16].

Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας το 1974 η αντικατάστασή τους υπηρετούσε την, υπαρκτή σε πρώτη φάση, ανάγκη να διασφαλιστούν οι όροι για την ανόθευτη, δηλαδή τη γνήσια, εκδήλωση της λαϊκής θέλησης ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας[17]. Η εξαφάνιση των «αμαρτωλών» πολιτικών παθών, τα επικρατούντα μεταπολιτευτικά εκλογικά ήθη και η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας επιτρέπουν μια, μάλλον ασφαλή, εκτίμηση. Δεν φαίνεται ότι θα αργήσει πολύ η στιγμή που θα αποτελέσει παρελθόν η προεκλογική αντικατάσταση και του Υπουργού Εσωτερικών.

 

  1. Οι εκλογές της «απλής αναλογικής»

Στις επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές θα ψηφίσουν για πρώτη φορά οι Έλληνες πολίτες που βρίσκονται εκτός της Επικράτειας και θα εφαρμοστεί, επίσης για πρώτη φορά μεταπολιτευτικά και έπειτα από εβδομήντα σχεδόν έτη, το αναλογικό εκλογικό σύστημα[18]. Και μπορεί ο αριθμός των νέων εκλογέων να μην είναι γνωστός,  αναμένεται πάντως μικρός συνεπεία των αυστηρών προϋποθέσεων που τάσσει ο οργανικός νόμος της πρότ. 2 της παρ. 4 του άρθρου 51 Συντ. για την εγγραφή τους στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εξωτερικού[19], το αποτέλεσμα όμως της ψηφοφορίας προδιαγράφεται, εκ των προτέρων, με ασφάλεια. Η, όπως αποκαλείται πολιτικά, «άδολη ή απλή αναλογική» είναι το εκλογικό σύστημα που εγγυάται τη γνήσια αντιπροσώπευση και πραγματώνει πληρέστερα τη συνταγματικά επιβαλλόμενη ισοδυναμία της ψήφου[20]. Ωστόσο, η εφαρμογή της δεν επιτρέπει, καταρχήν, την επικράτηση της απόλυτα πλειοψηφικής εκδοχής της δεδηλωμένης και δεν αναμένεται, γι’ αυτό, μονοκομματική κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.

Η εισαγωγή του αναλογικού εκλογικού συστήματος το καλοκαίρι του 2016 αποτέλεσε βασική προτεραιότητα των θεσμικών μεταρρυθμίσεων που προκρίθηκαν, επικοινωνιακά, για να σηματοδοτήσουν την αλλαγή σελίδας και τη μετατόπιση της πολιτικής συζήτησης πέραν της οικονομίας και των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής. Η νομοθετική πρωτοβουλία της δικομματικής κυβέρνησης συνεργασίας συνάντησε την έντονη αντίδραση της αντιπολίτευσης, πρωτίστως της τότε αξιωματικής, και η αδυναμία υπερψήφισης του σχεδίου νόμου από την ειδική πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του όλου αριθμού των βουλευτών μετέθεσε την εφαρμογή της στις μεθεπόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές[21]. Αλλά και η απόπειρα της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας στις αρχές του 2020 να καταργήσει την αναλογική θα προσκρούσει στις ποσοτικές απαιτήσεις του Συντάγματος. Έτσι, η επαναφερθείσα παραλλαγή της ενισχυμένης αναλογικής της πρώτης δεκαετίας του διανυόμενου αιώνα, με κλιμακούμενη πριμοδότηση του πρώτου σε εκλογική απήχηση συνδυασμού[22], θα εφαρμοστεί, συνεπεία της αποτυχίας να συγκεντρωθεί και πάλι η ειδική πλειοψηφία των διακοσίων (200) βουλευτών, στις μεθεπόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές.

Η αναζήτηση τρόπων για να «εξουδετερωθεί», κατά τη δημοσιογραφική διατύπωση να «καεί», η αναλογική επανέρχεται, κατά καιρούς, στην επικαιρότητα με δημοσιεύματα στον Τύπο. Η σχετική συζήτηση μετεωρίζεται μεταξύ της βέβαιης αδυναμίας ανάδειξης βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος από το αποτέλεσμα των επόμενων γενικών βουλευτικών εκλογών και της, «πολιτικά αυτοκτονικής», εκδήλωσης νέας πρωτοβουλίας για την τροποποίηση της ενισχυμένης αναλογικής κατά τη διάρκεια της ίδιας βουλευτικής περιόδου με την επαναφορά, στην ουσία, του ν. 3636/2008[23], ώστε ο αυτοτελής συνδυασμός που θα επικρατήσει να εξασφαλίζει ευκολότερα την αυτοδυναμία στη Βουλή. Αμφότερες πρόκειται πάντως για επιλογές που υπηρετούν επικοινωνιακές, κατά βάση, σκοπιμότητες, δημοσιοποιούν διαρροές, κατά κανόνα, ανώνυμων κύκλων και σύντομα τίθενται στο περιθώριο έως τη νέα ανακίνησή τους.

 

  1. VI. Ο σχηματισμός πολιτικής (κοινοβουλευτικής) κυβέρνησης

Τις εξελίξεις της επόμενης ημέρας των προσεχών γενικών βουλευτικών εκλογών, όποτε προκηρυχθούν, καθορίζει μια προεξοφλημένη και, εν πολλοίς, αναμενόμενη, παραδοχή. Το αποτέλεσμα της προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία, όπως ήδη προκύπτει δημοσκοπικά και είναι σύμφυτο με την εφαρμογή του αναλογικού εκλογικού συστήματος, δεν θα εξασφαλίσει σε κανένα συνδυασμό, αυτοτελώς, κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Έτσι, βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα, δηλαδή σχήμα ικανό να περιβληθεί με την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας της νέας Βουλής, θα αναζητηθεί, υποχρεωτικά, σε περιβάλλον συναινετικού κοινοβουλευτισμού και θα προκύψει ως το αποτέλεσμα της σύμπραξης περισσοτέρων πολιτικών κομμάτων. Η ανάδειξη του πρωθυπουργού, η γενετική στιγμή της πρώτης φάσης στη ζωή κάθε κυβέρνησης, όταν επικρατεί η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης[24], επιχειρείται με την προσφυγή στη διαδικασία των διερευνητικών εντολών κατά τα οριζόμενα στις παρ. 2-4 του άρθρου 37 Συντ. [25]. Από τη θέσπισή τους στη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, οι εν λόγω ρυθμίσεις ενεργοποιήθηκαν τον Ιούνιο[26], τον Οκτώβριο[27] και τον Νοέμβριο[28] του 1989, τον Μάιο[29] και τον Ιούνιο του 2012[30], καθώς επίσης τον Αύγουστο του 2015[31]. Συνεπώς, η επόμενη, δηλαδή εκείνη μετά τις προσεχείς γενικές βουλευτικές εκλογές, θα είναι η έβδομη, κατά σειρά, της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Ζητούμενο κάθε διερευνητικής εντολής είναι η ανάδειξη εκείνου στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνεται η δεδηλωμένη[32]. Η αναζήτησή του εξελίσσεται δίχως περιορισμούς και δεσμεύσεις. Ο εντοπισμός του εκλεκτού της τεκμαιρόμενης προτίμησης της πλειοψηφίας δεν απαιτεί συνταγματικά και δεν προϋποθέτει πολιτικά τη συμμετοχή στο κυβερνητικό σχήμα του πρώτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος, πολύ δε περισσότερο την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον επικεφαλής του[33]. Ούτε, βέβαια, δηλώσεις ή θέσεις που διατυπώθηκαν κατά τη βουλευτική περίοδο ή προεκλογικά καθορίζουν, άνευ ετέρου, το περιβάλλον και τις επιλογές των διαβουλεύσεων, αφού ήδη έχει δοθεί νωπή λαϊκή εντολή και εκφραστεί νέα λαϊκή θέληση. Η διερευνητική εντολή τελεσφορεί, όταν οι συζητήσεις του αποδέκτη της με το σύνολο ή μέρος των εκπροσωπούμενων στη Βουλή πολιτικών δυνάμεων καταλήξουν σε απόφαση συνεργασίας, με τη μορφή πρωταρχικά προγραμματικής συμφωνίας και επικεφαλής του κυβερνητικού σχήματος πολιτικό πρόσωπο ή/και τρίτο μέλος ή μη της Βουλής. Η τελεσφόρηση δεν συναρτάται με την εξασφάλιση εκατόν πενήντα ενός (151) θετικών ψήφων βουλευτών. Μπορεί να εδράζεται, όπως άλλωστε προβλέπεται συνταγματικά[34] και γίνεται ορθά δεκτό από την κρατούσα στην επιστήμη άποψη[35], στην απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, αρκεί να μην υπολείπεται των δύο πέμπτων (2/5) του όλου αριθμού τους, δηλαδή να μην είναι μικρότερη των εκατόν είκοσι (120) βουλευτών. Στην περίπτωση αυτή, το κυβερνητικό σχήμα περιβάλλεται με την ανοχή ενός ή περισσότερων πολιτικών κομμάτων, η οποία εκφράζεται με την αποχή από την ψηφοφορία για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης[36].

Η άσκηση ρυθμιστικής αρμοδιότητας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας συνέχεται με την εκ μέρους του δυνατότητα να προκρίνει, κατά διαζευκτική ευχέρεια, μεταξύ δύο, τουλάχιστον, νόμιμων, ακριβέστερα συνταγματικών, επιλογών[37]. Τέτοια περιθώρια -όπως αποδείχθηκε και στην πράξη το 1989, το 2012 και το 2015- δεν του καταλείπονται, ουσιωδώς, κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών. Αν και από την εφαρμογή του αναλογικού εκλογικού συστήματος αναμένεται να προκύψει πολυκομματική, τουλάχιστον εξακομματική, Βουλή και, πιθανότατα, με ισάριθμες αναγνωρισμένες από τον Κανονισμό της κοινοβουλευτικές ομάδες, η Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα αναθέσει, προφορικά και δίχως την έκδοση κατά την επικρατούσα πρακτική   σχετικού   διατάγματος[38], διαδοχικά, αρχής   γενομένης   την   επομένη   της  ψηφοφορίας,     κατά      πάσα        βεβαιότητα         τρεις      διερευνητικές      εντολές[39],

[40]. Αποδέκτης της τελευταίας θα είναι ο αρχηγός του τρίτου σε κοινοβουλευτική δύναμη στη θητεύουσα και, δημοσκοπικά, στην επόμενη Βουλή πολιτικού κόμματος, ο οποίος, αφού παραιτήθηκε πριν από την ανακήρυξή του ως υποψηφίου από τη θέση του εκπροσώπου της χώρας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα έχει ήδη εκλεγεί βουλευτής. Η επισημοποίηση, με δημόσιες δηλώσεις[41] ή οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο[42], της συμφωνίας περισσότερων πολιτικών κομμάτων να συμπτύξουν μετεκλογικά σύμπραξη, δηλαδή η διαμόρφωση συσχετισμού ικανού να εξασφαλίσει αριθμητικά τη δεδηλωμένη, υποχρεώνει την Πρόεδρο της Δημοκρατίας να αναθέσει στον εκλεκτό της, αρχηγό ή στέλεχος πολιτικού κόμματος ή τρίτο και όχι απαραιτήτως βουλευτή, την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και να διορίσει, με πρότασή του, τα μέλη της, Υπουργούς και Υφυπουργούς[43].

Εάν όμως οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν, συνηθέστατα ελλείψει επισημοποίησης της σύμπραξης ή διαμόρφωσης «αρνητικής δεδηλωμένης», η ανάδειξη του πρωθυπουργού δεν εναπόκειται στην ελεύθερη κρίση της Προέδρου[44] και η διαδικασία σχηματισμού πολιτικής (κοινοβουλευτικής) κυβέρνησης εισέρχεται, υποχρεωτικά, στην   τελευταία   συνταγματικά  φάση   της[45]. Αποκαλείται,   εναλλακτικά,

«τέταρτη εντολή»[46], «δεύτερη φάση»[47], «ύστατη προσπάθεια»[48], «τελευταίος ρυθμιστικός χειρισμός»[49], φάση των «κοινών προσπαθειών»[50] ή, απλούστερα, φάση της «κοινής προσπάθειας». Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα καλέσει τους επικεφαλής όλων των πολιτικών κομμάτων της Βουλής, εφόσον έχουν εκλεγεί βουλευτές, ή τους εκπροσώπους τους, από κοινού ή σε ομάδες ή/και κατά μόνας[51], προκειμένου να διακριβώσει τα περιθώρια ανάδειξης βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος ή, ακριβέστερα, να επιβεβαιώσει όσα προέκυψαν κατά την εξέλιξη των διερευνητικών εντολών. Ο αποκλεισμός ενός ή περισσοτέρων, εάν λ.χ. έχουν ήδη ταχθεί υπέρ της προσφυγής σε νέα λαϊκή ετυμηγορία, δεν μπορεί να θεωρηθεί συνταγματικά επιτρεπτός, παρά  το  γεγονός ότι τούτο έχει συμβεί στο παρελθόν. Πράγματι, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κλήθηκαν μόνον οι αποδέκτες των διερευνητικών εντολών  τον Ιούνιο του 1989[52], τον  Οκτώβριο[53] και τον Νοέμβριο του 1989[54]. Εξάλλου, τον Μάιο του 2012 διενεργήθηκαν    περισσότερες     συναντήσεις    με   διαφοροποιούμενες, κάθε     φορά, συνθέσεις[55], ενώ   το   φθινόπωρο   του   2015  αποκλείστηκε   από  τις διαβουλεύσεις ο «Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή»[56]. Μη επιτρεπτή συνταγματικά πρέπει, επίσης, να θεωρείται η υποκατάσταση των διά ζώσης διαβουλεύσεων από την, ανά δύο, τηλεφωνική επικοινωνία, όπως προκρίθηκε το φθινόπωρο του 2015 στις ιδιαίτερες συνθήκες της επαπειλούμενης «άτακτης χρεοκοπίας»[57].

Δεδομένου ότι η Βουλή δεν μπορεί να διαλυθεί πριν συγκληθεί στην Α΄ Τακτική Σύνοδο της νέας βουλευτικής περιόδου και συγκροτηθεί σε σώμα, τούτο γίνεται δεκτό στην επιστήμη ήδη από τον Ιούνιο του 1989[58] και επιβεβαιώθηκε στην πράξη στην περίπτωση της αποκληθείσας «Βουλής της μίας ημέρας»[59], οι διαβουλεύσεις της φάσης της «κοινής προσπάθειας» μπορεί να εξελιχθούν σε περισσότερες της μιας ημέρες[60] και εντός του εύλογου χρόνου. Η υπέρβασή του θα χωρούσε επιτρεπτά, κατ’ εξαίρεση και μόνον όταν παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο να εξευρεθεί λύση, όχι αναγκαστικά στη σύνθεση της κυβέρνησης, αλλά πάντως στο πρόσωπο του εντολοδόχου πρωθυπουργού[61]. Το απώτατο χρονικά σημείο του δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβεί την εκλογή του προεδρείου της νέας Βουλής.

Κατά τη διάρκειά της φάσης της «κοινής προσπάθειας» η Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαθέτει ευρύτερα περιθώρια ρυθμιστικών δυνατοτήτων[62], ιδίως εάν διαπιστώσει ότι ο σχηματισμός βιώσιμου κοινοβουλευτικά κυβερνητικού σχήματος δεν αποτελεί, αριθμητικά και οριστικά, «χαμένη υπόθεση». Με το ειδικό θεσμικό βάρος και κύρος μπορεί να συμβουλεύει, να προτρέπει ή να αποτρέπει, αρκεί να μην παραγνωρίζει την αδήριτη παραδοχή ότι η δεδηλωμένη εξακολουθεί να είναι αποκλειστική επιλογή των πολιτικών κομμάτων και, εντέλει, της πλειοψηφίας στη Βουλή. Προς αυτήν την κατεύθυνση, εντοπίζεται και η ευθύνη της να διασφαλίζει και να εγγυάται συνθήκες αποτελεσματικού διαλόγου μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, τηρώντας πάντοτε τις ίσες αποστάσεις[63]. Ο σχηματισμός κυβέρνησης δεν μπορεί να είναι πάντως αυτοσκοπός και τα όρια των προεδρικών πρωτοβουλιών προδιαγράφει, δεσμευτικά, η ισχύουσα συνταγματική τάξη. Για τη διαμόρφωση της δεδηλωμένης, η Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν επιτρέπεται να επιβάλλει ή να απαιτεί, άλλως πλήττεται, ευθέως και ανεπανόρθωτα, η προεδρευόμενη και η κοινοβουλευτική μορφή του πολιτεύματός μας.

 

VΙI. Η εκλογική κυβέρνηση

 Η εύλογη προσδοκία του πρώτου σε εκλογική απήχηση πολιτικού κόμματος να αυξήσει την κοινοβουλευτική του δύναμη με την προκήρυξη νέων εκλογών, εάν μάλιστα έχει ήδη συγκεντρώσει ποσοστό εγκύρων ψηφοδελτίων που του επιτρέπει να εκτιμά βάσιμα ότι από την εφαρμογή της ενισχυμένης αναλογικής θα πετύχει ή πάντως θα προσεγγίσει την αυτοδυναμία, περιορίζουν, σχεδόν απαγορευτικά, την προοπτική να προκύψει πολιτική (κοινοβουλευτική) κυβέρνηση με κορμό την κοινοβουλευτική του ομάδα. Για το σχηματισμό της απομένει, λοιπόν, η σύμπραξη του δεύτερου κατά τη κοινοβουλευτική σειρά πολιτικού κόμματος με το τρίτο, υπό τον αναγκαίο όρο να εξασφαλισθεί και η ανοχή, τουλάχιστον, ενός ακόμη από τους μικρούς. Επειδή στις συνθήκες ακραίας πόλωσης, όπως αυτές που αναμένεται να κυριαρχήσουν στις δεύτερες εκλογές, είναι υπαρκτό ενδεχόμενο και προβάλλει ως το πιθανότερο όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί, με την εξαίρεση των δύο μεγάλων, να υποστούν σημαντικές απώλειες στον αριθμό των βουλευτών τους, θα υποχρεωθούν σε υποχωρήσεις τουλάχιστον κατά τη φάση της «κοινής προσπάθειας».

Ακόμη όμως και εάν το τρίτο σε κοινοβουλευτική δύναμη πολιτικό κόμμα αποστεί από τη δηλωμένη άρνηση του προέδρου του να συνδράμει στην «πρωθυπουργοποίηση» άλλων πολιτικών αρχηγών και κάποιος ή κάποιοι από τους μικρούς προσφέρουν την ανοχή τους, οι διεργασίες και οι διαβουλεύσεις, προκειμένου να εξευρεθεί βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα, πιθανολογείται ότι θα επιβεβαιώσουν το αδιέξοδο. Έτσι, η, εκ νέου, προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία προβάλλει ως η μοναδική διαθέσιμη επιλογή. Τότε το εκλογικό σώμα θα κληθεί να εκφράσει την προτίμησή του με το σύστημα των «δεσμευμένων συνδυασμών» (λίστα)[64] και την ευθύνη της διαδικασίας θα αναλάβει εκλογική κυβέρνηση, η οποία εμφανίζεται υπό δύο, συνταγματικά κατοχυρωμένες και διαδοχικές, μορφές.

  1. Πρώτη, κατά σειρά, είναι η οικουμενική, άλλως η διακομματική, με τη στήριξη[65] όλων, ανεξαιρέτως και ανεξαρτήτως του αριθμού των βουλευτών τους, των πολιτικών κομμάτων της Βουλής[66]. Ωστόσο, ο σχηματισμός της πρέπει, λογικά, να αποκλειστεί, από τη στιγμή που θα έχει ήδη αποβεί ατελέσφορη η σύμπραξη ορισμένων σε πολιτικό σχήμα συνεργασίας ή/και ανοχής. Άλλωστε, όσες φορές θα αποκτήσει επικαιρότητα μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, οι σχετικές πρωτοβουλίες δεν θα ολοκληρωθούν ατελέσφορες. Τον Οκτώβριο του 1989 και σε συνθήκες πολιτικής έντασης το ενδεχόμενο να σχηματιστεί οικουμενική εκλογική κυβέρνηση δεν φαίνεται να απασχόλησε σοβαρά τις διαβουλεύσεις των πολιτικών αρχηγών με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας[67]. Εξάλλου, τον Μάιο του 2012 δημοσιεύματα στον Τύπο έφεραν τον Κ. Παπούλια, αναλαμβάνοντας καθόλα επιτρεπτή συνταγματικά ρυθμιστική πρωτοβουλία, να προκρίνει τον Λ. Παπαδήμο για τη θέση του πρωθυπουργού της[68]. Η άρνηση της πλειονότητας των πολιτικών αρχηγών που συμμετείχαν στη σύσκεψη της 16ης Μαΐου 2012 να συναινέσουν στο πρόσωπό του, αν και θήτευε ήδη επί έξι σχεδόν μήνες στην προεδρία της πολιτικής (κοινοβουλευτικής) κυβέρνησης τρικομματικής συνεργασίας, θα οδηγήσει στην απόρριψη της προεδρικής πρότασης[69]. Τέλος τον Σεπτέμβριο του 2015 η ένταση στις σχέσεις των πολιτικών δυνάμεων και οι προεδρικοί χειρισμοί στη φάση της «κοινής προσπάθειας» δεν θα επιτρέψουν οποιαδήποτε συζήτηση προς την κατεύθυνση του σχηματισμού οικουμενικής εκλογικής κυβέρνησης[70].
  2. Έτσι, την ευθύνη διενέργειας των επομένων της «απλής αναλογικής» γενικών βουλευτικών εκλογών αναμένεται να αναλάβει, μοιραία, υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση όσο το δυνατόν, κατά τη συνταγματική διατύπωση, ευρύτερης αποδοχής[71]. Επικεφαλής της διορίζεται ένας εκ των Προέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας[72] και, όπως υποστηρίζεται, η επιλογή ανήκει στην ελεύθερη πολιτική κρίση της Προέδρου της Δημοκρατίας[73] ή, έστω, διαθέτει προς τούτο διακριτική ευχέρεια[74]. Τρεις συνολικά φορές κυβέρνηση αυτής της μορφής έχει επωμιστεί, μεταπολιτευτικά, την ευθύνη της διενέργειας των γενικών βουλευτικών εκλογών, αλλά οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για την ανάδειξη του επικεφαλής της δεν επιτρέπουν την επικράτηση και πάντως τη διαμόρφωση κρατούσας πρακτικής. Οι «άκομψες» διατυπώσεις, σε ανακοινώσεις της Νέας Δημοκρατίας και σε δημόσιες δηλώσεις του αρχηγού της, σε βάρος του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες ξεκίνησαν ήδη από την τοποθέτησή του στη θέση τον Νοέμβριο του 1988[75], ουσιαστικά τον απέκλεισαν, αν και αρχαιότερο, από την πρωθυπουργία της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης τον Οκτώβριο του 1989[76]. Δεδομένου ότι και το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα είχε και αυτό διατυπώσει επιφυλάξεις για τον, τοποθετηθέντα την 24η Αυγούστου 1989, Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου Αν. Γκόνη[77], η επιλογή του υπηρεσιακού πρωθυπουργού αποτελούσε μονόδρομο στο πρόσωπο του, κατά ένα μήνα αρχαιότερό του, Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάν. Γρίβα[78]. Αντιθέτως, τον Μάιο του 2012 πρωθυπουργός διορίστηκε ο Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και ο αρχαιότερος μεταξύ των Προέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων. Η επιλογή του θεωρήθηκε, καθόλα, αυτονόητη και δεν απασχόλησε την επικαιρότητα οποιοδήποτε άλλο σενάριο[79]. Τέλος, ο διορισμός της Β. ΘάνουΧριστοφίλου τον Αύγουστο του 2015 αποτέλεσε μονόδρομο, αφού ήταν η μοναδική θητεύουσα Πρόεδρος ανώτατου δικαστηρίου, έχοντας προαχθεί μερικές ημέρες πριν από το Υπουργικό Συμβούλιο σε μεταμεσονύκτια συνεδρίασή του[80]. Επειδή οι όμοιες θέσεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο παρέμεναν, τεχνηέντως, κενές(!) και καλύφθηκαν από τη νέα κυβέρνηση ελάχιστες εβδομάδες μετά τις γενικές βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας    θα    τη      διορίσει[81], ασκώντας,    κατά νομική   ακριβολογία, δέσμια αρμοδιότητα[82].

Η ανάδειξη του πρωθυπουργού της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης δεν μπορεί να αφεθεί, χωρίς τούτο να συνιστά επ’ ουδενί εκδήλωση δυσπιστίας στο πρόσωπό της, στην ελεύθερη και πάντως στην πολιτική, όπως αποκλήθηκε[83], κρίση της Προέδρου της Δημοκρατίας. Μια τέτοια προσέγγιση απηχεί παρωχημένες αντιλήψεις της μοναρχικής περιόδου και επιβίωσε, λάθρα, στο περιβάλλον του μεταπολεμικού κηδεμονευόμενου κοινοβουλευτισμού[84], είναι όμως ξένη προς τους κανόνες του εξελιγμένου κοινοβουλευτικού συστήματος και στις επιταγές της δημοκρατικής αρχής με τη μορφή της λαϊκής κυριαρχίας. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να θεωρείται, τουλάχιστον, αμφιλεγόμενη συνταγματικά η αναγνώριση πολιτικής κρίσης στο πρόσωπο του πολιτικά ανεύθυνου ρυθμιστή του πολιτεύματος. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι το Σύνταγμα δεν οργανώνει ρητά τη διαδικασία ανάδειξης του πρωθυπουργού της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης. Ωστόσο, η ζητούμενη πολιτική νομιμοποίησή του δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφήνεται, για προφανείς λόγους, στην ελεύθερη προεδρική επιλογή, καθώς υπόκειται σε καθορισμούς και σε δεσμεύσεις που ερείδονται ευθέως στην προεδρευόμενη και την κοινοβουλευτική μορφή του πολιτεύματός μας.

Αποκλειστική και, σε κάθε περίπτωση, η βασική αποστολή της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης είναι η ομαλή εξέλιξη της εκλογικής διαδικασίας και η, εν γένει, διενέργεια αδιάβλητων εκλογών[85]. Οι τρεις Πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων, εκ της θέσεώς τους, είναι, καταρχήν και ορθά, εγγυητές αμφοτέρων. Σε κανένα και για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορεί και δεν πρέπει να αμφισβητείται η διάθεση και η δυνατότητα να ανταπεξέλθει στα καθήκοντα του πρωθυπουργού. Η αναγνώριση στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας της δυνατότητας να επιλέξει όποιον συγκεντρώνει τα περισσότερα προς τούτο εχέγγυα προϋποθέτει προηγούμενη αξιολόγηση και σύγκριση, δίχως όμως να υπάρχουν διαθέσιμα και πάντως αντικειμενικά δεδομένα, απαιτεί δε, αναπόδραστα, τη στοιχειώδη αιτιολόγηση της επιλογής, εγχείρημα και υπό τις δύο εκδοχές του στην πράξη, μάλλον, απαγορευτικό υπό τις συνθήκες και με τις παραδοχές που μόλις εκτέθηκαν. Αντιθέτως, η ανάθεση της εντολής σχηματισμού επιβάλλει να ακουστούν προηγουμένως, ακόμη και ατύπως, τα πολιτικά κόμματα[86]. Άλλωστε, η συνταγματική πρόβλεψη της όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης αντανακλάται, προνομιακά, στο πρόσωπο του επικεφαλής της[87].

Έτσι, η μη αποδοχή ή, έστω, η μη ανοχή του από το σύνολο και πάντως από τα μεγαλύτερα[88], τουλάχιστον, σε απήχηση πολιτικά κόμματα[89] αρκεί για να θέσει σε εύλογη αμφισβήτηση την πολιτική νομιμοποίηση του διοριζόμενου πρωθυπουργού, ακόμη και εάν δεν φαίνεται να τίθεται σε διακινδύνευση η εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής της κυβέρνησής του. Αλλά και όταν είναι αποδεκτοί από το σύνολο των πολιτικών κομμάτων και οι τρεις θητεύοντες Πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων, η προεδρική επιλογή, για να μην αφεθεί έδαφος να αμφισβητηθεί με το χαρακτηρισμό της από κάθε κακοπροαίρετο ως «εκδήλωση εύνοιας», όχι αναγκαστικά στη μορφή που προσέλαβε μεταπολεμικά η όμοια βασιλική κατά το διορισμό πρωθυπουργών πολιτικών (κοινοβουλευτικών) και προπάντων υπηρεσιακών κυβερνήσεων[90], πρέπει να ερείδεται σε αντικειμενικά, κατά βάση, κριτήρια. Ως τέτοιο προβάλλει, κατεξοχήν, η αρχαιότητα και, δι’ αυτής, η αναγνώριση προβαδίσματος σε εκείνον εκ των Προέδρων που τοποθετήθηκε πρώτος στη θέση του[91]. Πρόκειται για το κριτήριο που προκρίθηκε τον Μάιο του 2012[92] και συνάγεται ότι θα ακολουθούνταν, επίσης, τον Οκτώβριο του 1989[93], εάν η Νέα Δημοκρατία και η ηγεσία της δεν είχαν προλάβει να εκφραστούν και μάλιστα σε ανεπίκαιρο ακόμη πολιτικά χρόνο «άκομψα» στο πρόσωπο του Β. Μποτόπουλου.

  1. Μέλη της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης πρέπει να είναι προσωπικότητες της δημόσιας ζωής[94], χωρίς ενεργή πολιτική ανάμειξη[95], και όχι πολιτικοί. Δηλαδή, πρόσωπα, που είχαν ή/και έχουν συμμετοχή στην κομματική ζωή της χώρας, υπήρξαν μέλη της Βουλής, εκλεγόμενοι με συνδυασμούς ή ακόμη και ως ανεξάρτητοι, και εξωκοινοβουλευτικοί που πρωταγωνίστησαν στο παρελθόν, τουλάχιστον το πρόσφατο, στην κομματική ή στην, εν γένει, πολιτική αντιπαράθεση. Υποστηρίζεται πάντως ότι η Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει λόγο στη σύνθεσή της (κυβέρνησης) και, ειδικά, σε «κρίσιμα ή επίκαιρα Υπουργεία», αναφέρονται δε εκείνα των Εξωτερικών, της Εθνικής Άμυνας, των Οικονομικών και των Εσωτερικών[96].

Ο σχηματισμός της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης υπόκειται σε δύο, συνταγματικής περιωπής, επιταγές. Τα μέλη της προτείνει, εν πρώτοις, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο Πρωθυπουργός της[97]. Πρόκειται για γενικής εφαρμογής κανόνα, ο οποίος από τη θέση του συστηματικά στην αρχιτεκτονική του άρθρου 37 Συντ., καταλαμβάνει, δεσμευτικά, όλα τα διακριτά κυβερνητικά σχήματα· πρωταρχικά, βέβαια, την πολιτική (κοινοβουλευτική) κυβέρνηση, αλλά και κάθε άλλη συνταγματικά κατοχυρωμένη μορφή της[98]. Συνεπώς, η σύνθεσή της διαμορφώνεται, υποχρεωτικά, μετά από πρόταση του πρωθυπουργού της[99]. Ο κατάλογος των μελών της πρέπει, επίσης, να είναι η κατάληξη της διαβούλευσης του τελευταίου με τα πολιτικά κόμματα, καθώς η υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση, προφανώς και οι Υπουργοί της, επιβάλλεται συνταγματικά να διαθέτουν όσο το δυνατόν ευρύτερη αποδοχή. Δηλαδή, στο πρόσωπό τους, ατομικά και συλλογικά, πρέπει να συγκεντρώνεται η πολιτική νομιμοποίηση του συνόλου ή, έστω, του μεγαλύτερου μέρους των πολιτικών δυνάμεων. Γι’ αυτό και ο εντολοδόχος πρωθυπουργός οφείλει να πετύχει πραγματικά την ευρύτερη, κατά το δυνατόν, αποδοχή, επιδιώκοντας τη συναίνεσή τους[100].

Οι διαβουλεύσεις των πολιτικών κομμάτων με τον εντολοδόχο, αν και δεν αποκλείεται να λαμβάνουν χώρα αδιαμεσολάβητα, διενεργούνται, συνήθως, διά του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο τελευταίος ως ρυθμιστής του πολιτεύματος μπορεί να συμβουλεύει, να προτρέπει ή να αποτρέπει[101], όχι όμως να δεσμεύει[102], να επιβάλει και να απαιτεί, επιλέγοντας ο ίδιος πρόσωπα στη σύνθεση του κυβερνητικού σχήματος κατά παράβαση της ισχύουσας συνταγματικής τάξης. Τέλος, είναι άλλο το ζήτημα της επικοινωνίας του πρωθυπουργού με τα πολιτικά κόμματα, όταν κατά τη διάρκεια της  θητείας  της η υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση  κληθεί  να  λάβει πολιτικές  αποφάσεις για την αντιμετώπιση εκτάκτων, απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών[103].

Ο λόγος της Προέδρου της Δημοκρατίας της Δημοκρατίας στη σύνθεση της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης είναι επιτρεπτός συνταγματικά, αποκλειστικά όταν εκφράζεται, κινείται ή ενεργεί σύμφωνα με όσα επικράτησαν, κατά βάση, τον Οκτώβριο του 1989 και τον Μάιο του 2012. Έτσι, ο κατάλογος των Υπουργών στην κυβέρνηση υπό τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Ιωάν. Γρίβα διαμορφώθηκε από τις προτάσεις των πολιτικών αρχηγών στον Χρ. Σαρτζετάκη. Όπως ανακοίνωσε την 10η Οκτωβρίου 1989 η Προεδρία της Δημοκρατίας, στη συνάντησή τους την προηγουμένη οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί του διατύπωσαν και «τις απόψεις τους για τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να μετάσχουν στη νέα κυβέρνηση και ιδίως στα έχοντα σχέση κυρίως με τη διεξαγωγή των εκλογών Υπουργεία»[104]. Οι ορκισθέντες στο σύνολό τους ήταν εκτός της ενεργού πολιτικής και ήδη συνταξιοδοτηθέντες, προερχόμενοι από τους χώρους της επιστήμης, της διπλωματίας, της δικαιοσύνης και των ενόπλων δυνάμεων[105]. Εξάλλου, της επίσημης ανάθεσης της πρωθυπουργίας στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Π. Πικραμμένο τον Μάιο το 2012 είχαν προηγηθεί διαδοχικές συναντήσεις του με τον Κ. Παπούλια, ο οποίος βρίσκονταν παράλληλα σε ανοικτή επικοινωνία με τα μεγάλα, τουλάχιστον, πολιτικά κόμματα, και κατά τη διάρκειά τους συζήτησαν και για τα πρόσωπα που θα στελέχωναν την υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση[106]. Στη συντριπτική πλειονότητά τους δεν προέρχονταν από την ενεργό πολιτική, όμως τρεις -οι Υπουργοί Εσωτερικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης- θα αναλάβουν υπουργικά χαρτοφυλάκια και στο επόμενο πολιτικό (κοινοβουλευτικό) σχήμα υπό τον Αντ. Σαμαρά, ενώ δύο -ο Υπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη- είχαν υπηρετήσει από πολιτικές θέσεις τις κυβερνήσεις υπό τον Γ. Παπανδρέου και τον Λ. Παπαδήμο[107].

Αντιθέτως, επ’ ουδενί νοείται συνταγματικά λόγος της Προέδρου της Δημοκρατίας στη σύνθεση της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης, εάν έχει τη μορφή που προσέλαβε τον Αύγουστο του 2015. Πριν ακόμη ορκιστεί η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Β. ΘάνουΧριστοφίλου θα δουν το φως της δημοσιότητας στον ηλεκτρονικό Τύπο ονόματα Υπουργών και τα χαρτοφυλάκια που θα τους ανατεθούν. Η πλειονότητα των διαρροών εντοπίστηκε σε πρόσωπα με συγκεκριμένη πολιτική προέλευση και γνωστές σχέσεις με πολιτειακούς παράγοντες. Η επίσημη ανακοίνωση των μελών της επιβεβαίωσε τις διαρροές και οι επιλογές στη στελέχωσή της επέτρεψαν, μόνον κατ’ όνομα, να θεωρηθεί υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση, ακόμη και αποδεικνυόταν «μακρά πνοής»[108]. Στον κυβερνητικό σχήμα παρέμειναν, με την ίδια ιδιότητα ή αναβαθμιζόμενα, στελέχη της παραιτηθείσας πολιτικής (κοινοβουλευτικής) κυβέρνησης υπό τον Αλ. Τσίπρα! Και εάν για τους δύο -τον Υπουργό και τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών- η επιλογή θα μπορούσε, ενδεχομένως, να είναι και επιβεβλημένη, τούτο δεν ισχύει προφανώς με τον Υπουργό Επικρατείας τον αρμόδιο για τη διαφθορά και τον αναβαθμισθέντα από Υφυπουργό σε Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο τελευταίος, όπως και ο Υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, υπήρξαν υψηλόβαθμα πολιτικά στελέχη κυβέρνησης υπό τον Κ. Καραμανλή, στενός συνεργάτης του και υποψήφιος βουλευτής στο παρελθόν ήταν και ο Αναπληρωτής Υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Ως βουλευτές και Υπουργοί σε κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας είχαν, επίσης, θητεύσει οι Υπουργοί Εξωτερικών και Επικρατείας, και οι Αναπληρωτές Υπουργοί Περιβάλλοντος και Ναυτιλίας. Εξάλλου, ο Υπουργός Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού χρημάτισε μέλος των κυβερνήσεων υπό τον Κ. Σημίτη, ο Υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης είχε στελεχώσει την πολιτική (κοινοβουλευτική) κυβέρνηση τρικομματικής συνεργασίας υπό τον Αντ. Σαμαρά και ο Αναπληρωτής Υπουργός Αγροτικής Ανασυγκρότησης υπήρξε, επίσης, υψηλόβαθμο στέλεχός της. Τρία μέλη της, τέλος, είχαν συμμετάσχει, καταλαμβάνοντας τις ίδιες ακριβώς θέσεις, και στην υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση υπό τον Π. Πικραμμένο[109], ενώ ο Αναπληρωτής Υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων δύο φορές, το 2007 και το 2009, είχε διοριστεί υπηρεσιακός Υπουργός Εσωτερικών, αντικαθιστώντας τον Πρ. Παυλόπουλο[110].

 

VIII. Συμπεράσματα

  1. Ο πρωθυπουργός επαναλαμβάνει, μονότονα, τους τελευταίους μήνες ότι οι επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές θα διενεργηθούν στο τέλος της τετραετίας και, σπανιότερα, της Άνοιξης του 2023. Δηλαδή, με τη λήξη της διανυόμενης βουλευτικής περιόδου και, αντιστοίχως, μερικές εβδομάδες πριν από τη συμπλήρωση της συνταγματικά καθορισμένης διάρκειάς της. Και υπό τις δύο εκδοχές των δηλώσεων, η προεκλογική περίοδος, τουλάχιστον, στο μεγαλύτερο μέρος της, και πάντως η ψηφοφορία θα συμπέσουν με τις καλοκαιρινές διακοπές, απειλώντας τα «μπάνια του λαού» και τη συμμετοχή των ψηφοφόρων στην έκφραση της λαϊκής ετυμηγορίας. Πιθανολογείται, λοιπόν, ότι η προκήρυξή της, παρά τις πρωθυπουργικές δηλώσεις που είναι άλλωστε απλές εξαγγελίες δίχως οποιαδήποτε πολιτική δέσμευση, θα επισπευσθεί.

Το χρόνο των εκλογών, ενδεχομένως εντός του τρέχοντος ή των πρώτων μηνών του νέου έτους, θα καθορίσουν τα δημοσκοπικά δεδομένα, η πορεία της οικονομίας, οι εξωτερικές και οι διεθνείς εξελίξεις. Η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει αποκλειστικά στη θητεύουσα κυβέρνηση, αρκεί να συνεχίσει να περιβάλλεται  με την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των βουλευτών. Έτσι, μπορεί να προτείνει, ανά πάσα στιγμή, τη διάλυση της Βουλής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας (άρθρο 41 παρ. 2 πρότ. 1 Συντ.). Τη συνδρομή του δεν ελέγχει η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, καθώς δεσμεύεται από την πρόταση, και υποχρεούται στην έκδοση του σχετικού ρυθμιστικού διατάγματος.

  1. Στις επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές θα εφαρμοστεί, πρώτη φορά μεταπολιτευτικά και έπειτα από εβδομήντα σχεδόν έτη, το αναλογικό εκλογικό σύστημα. Αναμένεται, λοιπόν, να επικρατήσει η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης, αφού κανένας συνδυασμός δεν προβλέπεται να εξασφαλίσει, αυτοτελώς, την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα θα αναζητηθεί σε περιβάλλον συναινετικού κοινοβουλευτισμού και η ρυθμιστική ανάμειξη της Προέδρου της Δημοκρατίας θα είναι περιορισμένη. Ο νέος πρωθυπουργός θα αναδειχθεί με την προσφυγή στη διαδικασία των διερευνητικών εντολών. Η μετεκλογική σύμπραξη περισσοτέρων κομμάτων, με τη μορφή της προγραμματικής συμφωνίας ή/και της ανοχής, προβλέπεται, μάλλον, δυσχερής. Εάν προκύψει από δημόσιες δηλώσεις ή με άλλο πρόσφορο τρόπο διαφανή και επαληθεύσιμο, η προεδρική εμπλοκή θα εξαντληθεί στην ανάθεση της εντολής σχηματισμού κυβέρνησης στον εκλεκτό της δεδηλωμένης.

Διαφορετικά, θα ακολουθήσει η φάση της «κοινής προσπάθειας». Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαθέτει τώρα ευρύτερα περιθώρια ρυθμιστικών δυνατοτήτων, εντοπισμένων πρωτίστως στη διαμόρφωση συνθηκών αποτελεσματικού διαλόγου. Ωστόσο, τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για την ανάδειξη βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος διατηρούν τα πολιτικά κόμματα, όχι όλα άλλα όσα απαιτούνται για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης. Η ατελέσφορη κατάληξη των διερευνητικών εντολών και η επιβεβαίωση της αδυναμίας σχηματισμού πολιτικής (κοινοβουλευτικής) κυβέρνησης στη φάση της «κοινής προσπάθειας» θα οδηγήσουν, υποχρεωτικά, στην προκήρυξη νέων εκλογών. Την ευθύνη της διενέργειάς τους επωμίζεται, εν πρώτοις, κυβέρνηση από όλα τα κόμματα της Βουλής, δηλαδή, όπως έχει επικρατήσει να αποκαλείται, οικουμενική ή διακομματική. Η συμμετοχή τους στη σύνθεσή της δεν είναι αναγκαία, αρκεί να την αναγνωρίσουν ή να την αποδεχθούν με σχετική δήλωση. Οι ρυθμιστικές προεδρικές δυνατότητες είναι και εν προκειμένω σαφώς περιορισμένες.

Επειδή δεν αναμένεται ούτε ο σχηματισμός κυβέρνησης αυτής της μορφής, τις επόμενες εκείνων της «απλής αναλογικής» γενικές βουλευτικές εκλογές θα διενεργήσει υπηρεσιακή (εκλογική κυβέρνηση), όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, με πρωθυπουργό έναν εκ των τριών Προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας. Αν και η κρατούσα στην επιστήμη άποψη αναγνωρίζει στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας διακριτική ευχέρεια κατά την επιλογή του αποδέκτη της εντολής σχηματισμού, είναι ορθότερο και συνταγματικά συμβατό προς την προεδρευόμενη και την κοινοβουλευτική δημοκρατία μας, ο προκρινόμενος να απολαμβάνει την αποδοχή και, δι’ αυτής, την πολιτική νομιμοποίηση του συνόλου ή, έστω, του μεγαλύτερου μέρους των πολιτικών κομμάτων. Την ίδια νομιμοποιητική βάση πρέπει να έχουν και οι Υπουργοί της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης, τους οποίους θα προτείνει στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο επικεφαλής της.

 

ΙΧ.  Επίμετρο

Οι παραιτήσεις του Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Πρωθυπουργού και του Διοικητή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών την 5η Αυγούστου 2022 αιφνιδίασαν και πυροδότησαν την πολιτική αντιπαράθεση. Ανακοινώθηκαν με διαφορά περίπου μιας ώρας[111] και μία ακριβώς εβδομάδα μετά τη συνεδρίαση της μόνιμης ειδικής επιτροπής θεσμών και διαφάνειας, στην οποία συζητήθηκε η μηνυτήρια αναφορά στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου του προέδρου του «Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κίνημα Αλλαγής». Την προηγουμένη της υποβολής των παραιτήσεων ελεγκτές της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών είχαν διαπιστώσει την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών του Ν. Ανδρουλάκη για διάστημα τριών περίπου μηνών και πριν την εκλογή του στη θέση του προέδρου του Κινήματος. Ο πρωθυπουργός θα απαντήσει την 8η Αυγούστου 2022 με μαγνητοσκοπημένο μήνυμά του που μεταδόθηκε σε εθνικό δίκτυο, θα αναγνωρίσει ότι η επισύνδεση στο κινητό τηλέφωνο του ευρωβουλευτή και πολιτικού αρχηγού ήταν μεν νόμιμη, καθώς τηρήθηκαν όλες οι νομοθετικά καθορισμένες διαδικασίες, ο ίδιος όμως, εάν τη γνώριζε, δεν θα την επέτρεπε, θα επισημάνει ότι ο Γενικός Γραμματέας ανέλαβε με την παραίτησή του την αντικειμενική πολιτική ευθύνη και θα δεσμευθεί για την άμεση προώθηση αλλαγών στη λειτουργία της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, προκειμένου να ενισχυθούν η λογοδοσία, η εποπτεία της Βουλής και ο εσωτερικό της έλεγχος[112], [113].

Οι παραιτήσεις και η αποκάλυψη της παρακολούθησης, έστω και πριν την εκλογή του Ν. Ανδρουλάκη στη θέση του προέδρου, από κρατική υπηρεσία που εποπτεύει ο Κ. Μητσοτάκης, προκάλεσαν τις έντονες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. Ο Αλ. Τσίπρας θα ζητήσει την παραίτηση του πρωθυπουργού[114], ενώ ο «θιγόμενος» θα επιμείνει θεσμικά, απαιτώντας διαφάνεια και το σεβασμό στους κανόνες της δημοκρατίας[115]. Η πολιτική αντιπαράθεση, σχετικά υποτονική σε περίοδο «καλοκαιρινής ραστώνης», θα βρει τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες τον προνομιακό χώρο υποδοχής της στο Κοινοβούλιο. Με την επίσπευση της επανέναρξης των εργασιών της Ολομέλειας κατά μία εβδομάδα, τη Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022, προγραμματίζονται η συνεδρίαση της μόνιμης ειδικής επιτροπής θεσμών και διαφάνειας, την οποία θα απασχολήσει, μεταξύ άλλων, η έγκριση της επιλογής του Υπουργικού Συμβουλίου για το νέο Διοικητή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, και η προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση με αντικείμενο τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις. Η υπόθεση εκτιμάται ότι θα βρεθεί στο επίκεντρο του επίκαιρου κοινοβουλευτικού ελέγχου με αποδέκτη και τον πρωθυπουργό. Δεν θα αργήσει, επίσης, η υποβολή πρότασης από την ελάσσονα αντιπολίτευση για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής, στην οποία ήδη έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση. Τέλος, δεν αποκλείεται να κατατεθεί και πρόταση δυσπιστίας από την αξιωματική αντιπολίτευση[116], το πιθανότερο μετά τη συζήτηση του πορίσματος της εξεταστικής επιτροπής, ή/και, ανεξαρτήτως αυτής, να εκδηλωθεί πρωτοβουλία της κυβέρνησης για την ανανέωση της εμπιστοσύνης της Βουλής.

  1. Οποιαδήποτε πρόβλεψη για όσα μπορεί να αποκαλυφθούν κατά τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και τις τρεις εισαγγελικές έρευνες που διενεργούνται παράλληλα[117] είναι, τουλάχιστον, επισφαλής και πάντως πρόωρη. Ακόμη και εάν οι εξελίξεις αποδειχθούν τελικά δυσμενείς για την κυβερνητική πλειοψηφία, η κατάταξη των κομμάτων στις εκλογές της «απλής αναλογικής», όπως προκύπτει σήμερα δημοσκοπικά, δεν αναμένεται να ανατραπεί θεαματικά ούτε και να μεταβληθεί ουσιωδώς η μεταξύ τους κατανομή των εδρών στη νέα Βουλή. Η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου του προέδρου του «Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κίνημα Αλλαγής» φαίνεται μεν να βάζει οριστικά τέλος στην, κατά καιρούς, επίμονα ανακινούμενη, αποτελώντας ιδίως πρόθεση ή «ευσεβή πόθο» γνωστών στελεχών του, προοπτική της μετεκλογικής συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία, ενώ δύσκολα θα φέρει περισσότερο κοντά, ακόμη και εάν ενισχύσει την εκλογική του απήχηση, το Κίνημα με το «Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς-Προοδευτική Συνεργασία». Έτσι, οι όποιες αποκαλύψεις πιθανολογείται ότι δεν θα εμποδίσουν την προεξοφλημένη επικράτηση, μετά την επόμενη προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, του συναινετικού κοινοβουλευτισμού και θα αφήσουν, κατά βάση, αλώβητα τα σενάρια της επόμενης ημέρας[118].

Απομένει να εξεταστεί η επίδρασή τους στο χρόνο των εκλογών και, βέβαια, στην κυβέρνηση που θα αναλάβει τη διενέργειά τους. Τυχόν δραματικές αποκαλύψεις για την κυβερνητική πλειοψηφία στην υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων εκτιμάται ότι θα μετακινήσουν, κατά πάσα πιθανότητα, το χρόνο των εκλογών εγγύτερα στα ορόσημα των πρωθυπουργικών δηλώσεων, δηλαδή στη συμπλήρωση της διανυόμενης βουλευτικής περιόδου ή κοντά στη λήξη της, προκειμένου να αποροφηθεί, κατά το δυνατόν, ή να μειωθεί το πολιτικό κόστος και, συνακόλουθα, να περιοριστούν οι απώλειες στην εκπροσώπησή της στη νέα Βουλή. Απολαμβάνοντας ήδη άνετη αυτοδυναμία, η κυβέρνηση, ανεξαρτήτως των εξελίξεων στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και στις εισαγγελικές έρευνες, δεν φαίνεται να κινδυνεύει να στερηθεί την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των βουλευτών. Πράγματι, στις επικρατούσες συνθήκες δεν απειλείται να καταψηφιστεί από μέλη της κοινοβουλευτικής της ομάδας, ούτε μοιάζει πιθανή η επανάληψη του ιστορικού προηγούμενου του Σεπτεμβρίου του 1993[119].

Έτσι, η θητεύουσα κυβέρνηση θα έχει στη διάθεσή της ικανό χρόνο για να προετοιμάσει και επικοινωνιακά την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, ζητώντας, όποτε το προκρίνει, τη διάλυση της Βουλής για την ανανέωση της λαϊκής εντολής, επικαλούμενη εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, και αναλαμβάνοντας η ίδια την ευθύνη της διενέργειας των επόμενων εκλογών. Το ενδεχόμενο της (ατομικής) παραίτησης του πρωθυπουργού[120] δεν πρέπει, εκτός δραματικού απροόπτου, να θεωρηθεί, επίσης, πιθανόν. Αλλά και εάν ήθελε υποβληθεί, δεν θα οδηγήσει, άνευ ετέρου, στις εκλογές. Υπό τον επικρατούντα συσχετισμό δυνάμεων στη Βουλή το διάδοχό του θα αναδείξει η κοινοβουλευτική ομάδα της πλειοψηφίας[121]. Ο νέος πρωθυπουργός θα επιδιώξει να καθυστερήσει, όσο το δυνατόν περισσότερο, την έκφραση της λαϊκής ετυμηγορίας και, γι’ αυτό, η προκήρυξή της εκτιμάται προς το τέλος της τετραετούς βουλευτικής περιόδου[122].

 

* Αναμορφωμένη, εμπλουτισμένη και επικαιροποιημένη μορφή κειμένου που έχει αναρτηθεί, υπό τον τίτλο: «Οι εκλογές της «απλής αναλογικής» και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας», στο δικτυακό τόπο =www.ieidisis.gr/06.08.2022. Η επεξεργασία ολοκληρώθηκε την 21η Αυγούστου 2022.

[1] Σε συνέντευξη Τύπου την 12η Αυγούστου 2021 και ακριβώς ένα μήνα μετά την επομένη της ομιλίας στους παραγωγικούς φορείς κατά τα εγκαίνια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης [βλ. Θ. Ξηρού, Συνταγματικό-Κοινοβουλευτικό Χρονικό (Ιούλιος-Δεκέμβριος 2021), e-ΠΟΛΙΤΕΙΑ, 1 (2022), σ. 90 και, αντιστοίχως, 91], απευθυνόμενος σε κομματικά στελέχη στη Θεσσαλονίκη την 1η Φεβρουαρίου, και στην Ολομέλεια της Βουλής την 23η Μαρτίου 2022 [βλ. Θ. Ξηρού, Συνταγματικό-Κοινοβουλευτικό Χρονικό (Ιανουάριος-Μάρτιος 2022), e-ΠΟΛΙΤΕΙΑ, 2 (2022), σ. 264 και, αντιστοίχως, 265], στις Βρυξέλες την 30ή Μαΐου και στη Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών την 15η Ιουνίου 2022 [βλ. Θ. Ξηρού, Συνταγματικό-Κοινοβουλευτικό Χρονικό (Απρίλιος-Ιούνιος 2022), e-ΠΟΛΙΤΕΙΑ, 3 (2022), σ. 414 και, αντιστοίχως, 415], καθώς επίσης στη συζήτηση προ ημερησίας διατάξεως για την κοινωνική πολιτική την 5η Ιουλίου 2022, σε περιοδεία στην Ανατολική Αττική και σε συνέντευξη σε αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο [βλ. Θ. Ξηρού, Συνταγματικό-Κοινοβουλευτικό Χρονικό (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2022), e-ΠΟΛΙΤΕΙΑ, 4 (2022), (υπό έκδοση)].

[2] Στην εισαγωγική ομιλία του στην τελευταία εξ αποστάσεως συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου την 28η Απριλίου 2022 [βλ. Θ. Ξηρού, Συνταγματικό-Κοινοβουλευτικό Χρονικό (Απρίλιος-Ιούνιος 2022), όπ.π., σ. 413].

[3] Βλ., αντί πολλών, Ελ. Ευαγγελοδήμου, Εκλογές: Γιατί αποφάσισε να «παγώσει» τα σενάρια ο Κυριάκος Μητσοτάκης =in.gr/10.07.2022.

[4] Βλ. Θ. Ξηρού, Συνταγματικό-Κοινοβουλευτικό Χρονικό (Ιανουάριος-Μάρτιος 2022), όπ.π. (σημ. 1), σ. 266.

[5] Βλ. Θ. Ξηρού, Συνταγματικό-Κοινοβουλευτικό Χρονικό (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2022), όπ.π.

[6] Άρθρο 53 παρ. 1 πρότ. 2 Συντ.

[7] Ν. 4654/2020 [«Εκλογή Βουλευτών» (ΕτΚ Α΄, φ. 15 της 29ης Ιανουαρίου 2020)].

[8] Βλ. Γ. Παπαδημητρίου, Η διάλυση της πρώτης μεταδικτατορικής Βουλής, Αθήνα-Κομοτηνή 1978, σ. 41 επ.· Ανδρ. Δημητρόπουλου, Η διάλυση της Βουλής, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, σ. 81 επ.· Δ. Θ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο. Τόμος Β΄, Οργάνωση και λειτουργία της Πολιτείας, Έκδοση Β΄, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σ. 237 επ.· Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014 σ. 503 επ.· Αθ. Ράικου, Συνταγματικό Δίκαιο. Οργανωτικό Μέρος ΙΙ, 5η Έκδοση, Αθήνα 2018, σ. 85 επ· Φ. Σπυρόπουλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Β΄ Έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2020, σ. 287 επ.· Ευάγ. Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Νέα Έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2021, σ. 627 επ.· Κ. Μαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, 6η Έκδοση, Αθήνα 2021, σ. 623 επ. και Γ. Πινακίδη, Η διάλυση της Βουλής κατά το άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Θεωρητικά θεμέλια μιας εναλλακτικής ερμηνευτικής προσέγγισης, ΤοΣ 3 (2021), σ. 859 και, ιδίως, σ. 879 επ.

[9] Βλ., αναλυτικά, Γ. Παπαδημητρίου, όπ.π., σ. 48 επ.

[10] Ενεργώντας στο πλαίσιο δέσμιας αρμοδιότητας, αφού ασκεί τυπική αρμοδιότητα, όπως επιβάλλει η διατύπωση της αναθεωρημένης το 1986 συνταγματικής διάταξης και γίνεται δεκτό, αδιαφοροποίητα, στην επιστήμη [βλ. Ευάγ. Βενιζέλου, Το Κοινοβουλευτικό Πολίτευμα και η λειτουργία του κατά το Σύνταγμα του 1975/1986, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 143 επ.· Δ. Θ. Τσάτσου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 241· Κ. Μαυριά. Ζητήματα λειτουργίας του Πολιτεύματος, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σ. 27 επ. και, ιδίως, 30 επ.· Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 8), .σ 504 επ.· Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 628 και Κ. Μαυριά, όπ.π. (σημ. 8), σ. 623.

[11] Ο Μ. Πικραμένος [Ο θεσμός της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης από την εμφάνιση έως τη συνταγματική καθιέρωση, Τετράδια Συνταγματικού Δικαίου -9, Αθήνα-Κομοτηνή 1987, σ. 52-53] κάνει λόγο για συνταγματική πρακτική. Η μακρά και επαναλαμβανόμενη σταθερά, έστω και απομειούμενη στην πορεία του χρόνου (βλ. αμέσως παρακάτω), πρακτική, καθόλη τη διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου, να αντικαθίστανται προεκλογικά οι επικεφαλής σε Υπουργεία με «εκλογικό ενδιαφέρον» και η αναγωγή στο θεωρητικό προβληματισμό για τη νομική φύση των υπηρεσιακών κυβερνήσεων της μεταπολεμικής περιόδου (βλ. Ν. ΣακκάΝικολοπούλου, Οι υπηρεσιακές κυβερνήσεις στην Ελλάδα. Από την πολιτική πρακτική στη συνταγματική θεσμοποίηση, Σύγχρονα Νομικά Μελετήματα -31, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, σ. 183) επιτρέπουν να υποστηριχθεί η άποψη ότι η εν λόγω πρακτική διαθέτει όλα τα στοιχεία ενός συμπληρωματικού συνταγματικού εθίμου.

[12] Π.δ. 969/1977 «Περί διορισμού Υπουργών» (ΕτΚ Α΄, φ. 327 της 21ης Οκτωβρίου 1977).

[13] Π.δ. 312/1996 «Διορισμός Υπουργών» (ΕτΚ Α΄, φ. 215 της 30ής Αυγούστου 1996).

[14] Π.δ. 107/2000 «Διορισμός Υπουργών» (ΕτΚ Α΄, φ. 101 της 20ής Μαρτίου 2000).

[15] Π.δ. 164/2007 «Διορισμός Υπουργών» (ΕτΚ Α΄, φ. 203 της 24ης Αυγούστου 2007).

[16] Βλ. Μ. Πικραμένου, όπ.π. (σημ. 11), σ. 21 επ. και Ν. ΣακκάΝικολοπούλου, όπ.π. (σημ. 11), σ. 148 επ.

[17] Σύμφωνα με τις επιταγές της ομώνυμης θεμελιώδους εκλογικής αρχής του άρθρου 52 Συντ. Για την αρχή και το κανονιστικό της περιεχόμενο, βλ., αντί άλλων, Γ. Κασιμάτη, Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ. Οι λειτουργίες του κράτους, Πανεπιστημιακές παραδόσεις, τεύχος α΄, Αθήνα-Κομοτηνή 1980, σ. 175 επ.· Μ. Πικραμένου, Η αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, Τετράδια Συνταγματικού Δικαίου -20, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, ιδίως σ. 21 επ. και 66 επ.· Κ. Χρυσόγονου, Εκλογικό σύστημα, Δημοσιεύματα Συνταγματικού Δικαίου -11, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, σ. 280 επ.· του ιδίου,  όπ.π. (σημ. 8), σ. 417 επ.· Θ. Ξηρού, Το δικαίωμα της ψήφου, στον τόμο: Σπ. Βλαχόπουλου (επιμ.), Θεμελιώδη Δικαιώματα, Αθήνα 2017, σ. 624 επ. και του ιδίου, Η ανάδειξη των λειτουργών της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αντιπροσώπευση, εκλογικό σύστημα, «κυβερνησιμότητα», στον τόμο: Τοπική Αυτοδιοίκηση. Οργάνωση και λειτουργία, Επιστημονική επιμέλεια: Μιχάλης Πικραμένος, Αθήνα 2020, σ. 102 επ.

[18] Το οποίο εισάγεται με το άρθρο 2 του ν. 4406/2016 [«Αναλογική εκπροσώπηση των πολιτικών κομμάτων, διεύρυνση του δικαιώματος εκλέγειν και άλλες διατάξεις περί εκλογής Βουλευτών» (ΕτΚ Α΄, φ. 133 της 26ης Ιουλίου 2016)].

[19] Άρθρο 2 του ν. 4648/2019 [«Διευκόλυνση άσκησης εκλογικού δικαιώματος εκλογέων που βρίσκονται εκτός Ελληνικής Επικρατείας και τροποποίηση εκλογικής διαδικασίας» (ΕτΚ Α΄, φ. 205 της 16ης Δεκεμβρίου 2019)].

[20] Βλ. Αρ. Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, ΙΙ, Θεσσαλονίκη-Αθήναι 1961-1965 στην επανέκδοση από την Κλασική Νομική Βιβλιοθήκη -21, Αθήνα-Κομοτηνή 1991, σ. 250 και, ιδίως, 256 επ.· Γ. Παπαδημητρίου, Συνταγματικό Δίκαιο. Τα όργανα του κράτους, τεύχος α΄. Το εκλογικό σώμα, Αθήνα-Κομοτηνή 1981, σ. 56 επ.˙ Αθ. Ράικου, Δικονομικόν Εκλογικόν Δίκαιον, Έκδοσις Ενδεκάτη, Αθήναι 1982, σ. 376 επ.˙ σελ. 56 επ.· Δ. Θ. Τσάτσου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 184-185· Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 423 επ.· Φ. Σπυρόπουλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 182 επ.· Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 464 επ. και Κ. Μαυριά, όπ.π. (σημ. 8), σ. 336 επ.

[21] Για την κυοφόρηση, την κατάθεση και την επεξεργασία του σχεδίου νόμου, βλ. Θ. Ξηρού, Η πρόσφατη, σημειακή, τροποποίηση της εκλογικής νομοθεσίας. Πολιτική ενηλικότητα, αναλογική αντιπροσώπευση και δύο ανοικτά ζητήματα, ΘΠΔΔ 11 (2016), σ. 1042 επ.

[22] Με τα άρθρα 1 και 2 του ν. 4654/2020 αντικαταστάθηκαν οι παρ. 2-4 του άρθρου 99 και, αντιστοίχως, 6-8 του άρθρου 100 του π.δ. 26/2012 [Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών» (ΕτΚ Α΄, φ. 57 της 15ης Μαρτίου 2012)]. Συγκεκριμένα, επανέρχονται το κατώφλι της συγκέντρωσης στην Επικράτεια ποσοστού ψήφων, τουλάχιστον ίσου µε το τρία τοις εκατό (3%) των εγκύρων ψηφοδελτίων, για τη συμμετοχή στην κατανομή των βουλευτικών εδρών και η πριμοδότηση (bonus), υπό ποσοτικές προϋποθέσεις, του πρώτου αυτοτελούς πολιτικού κόμματος ή, κατ’ ακραία εξαίρεση, του συνασπισμού συνεργαζομένων πολιτικών κομμάτων, εάν είναι ο νικητής των εκλογών. Το bonus διατίθεται αποκλειστικά στην περίπτωση που εξασφαλίζεται ποσοστό μεγαλύτερο του είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των εγκύρων ψηφοδελτίων, τότε το αυτοτελές κόμμα ή ο συνασπισμός λαμβάνει είκοσι (20), επιπλέον, έδρες και οι λοιπές διακόσιες ογδόντα (280) κατανέμονται αναλογικά. Ο αριθμός των τελευταίων μειώνεται κατά μία (1) έδρα και έως τις τριάντα (30) για κάθε μισό τοις εκατό (0,5%) πέραν του είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) με αντίστοιχη αύξηση των εδρών του bonus. Για τη συνταγματική αξιολόγηση των επιλογών του εκλογικού συστήματος με τη μορφή που θα ισχύσει στις μεθεπόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές, βλ. Γ. Σωτηρέλη, Το εκλογικό σύστημα στη δίνη αντισυνταγματικών και αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων =www.constitutionalism.gr/22.01.2020.

[23] «Τροποποίηση του ν. 3231/2008 «Εκλογή Βουλευτών» (ΕτΚ Α΄, φ. 11 της 1ης Φεβρουαρίου 2008). Πρόκειται για το εκλογικό σύστημα που είχε εισαχθεί με το άρθρο 1 του νόμου και εφαρμόστηκε σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις της προηγούμενης δεκαετίας, αρχής γενομένης από εκείνη της 17ης Ιουνίου 2012. Οι διακόσιες τριάντα οκτώ (238) έδρες των βασικών εκλογικών περιφερειών της χώρας διατίθεντο σε μία κατανομή και για τη συμμετοχή σε αυτή συνδυασμού ή μεμονωμένου υποψηφίου, όπως επίσης για τη διάθεση των δώδεκα (12) εδρών επικράτειας, απαιτούνταν η συγκέντρωση ποσοστού εγκύρων ψηφοδελτίων, τουλάχιστον,  ίσου με το τρία τοις εκατό (3%) του συνόλου τους. Εξάλλου, ο πρώτος σε εκλογική δύναμη αυτοτελής συνδυασμός λάμβανε πριμοδότηση πενήντα (50) εδρών. Από τη διάθεσή τους αποκλείονταν οι συνασπισμοί κομμάτων, αφού ο μέσος όρος της δύναμης κάθε συνιστώσας του έπρεπε να είναι μεγαλύτερος από εκείνη του πρώτου συνδυασμού αυτοτελούς κόμματος. Για τη συνταγματική αξιολόγηση του αποκλεισμού των συνασπισμών από την πριμοδότηση, βλ. Θ. Ξηρού, Οι συνασπισμοί κομμάτων στο νέο εκλογικό σύστημα, ΘΠΔΔ 1 (2008), σ. 15 επ.

[24] Για τις φάσεις στη ζωή της κυβέρνησης και τις επιμέρους εκδοχές της δεδηλωμένης, βλ. Θ. Ξηρού, Κηδεμονευόμενος και προκρούστειος κοινοβουλευτισμός. Από το Σύνταγμα του 1952 στη δικτατορία των συνταγματαρχών, Αθήνα 2008, σ. 64 επ.

[25] Για το σχηματισμό της κυβέρνησης, όταν επικρατεί η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης, βλ., αντί πολλών, Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 10), σ. 70 επ.· Ιφ. Καμτσίδου, Το κοινοβουλευτικό σύστημα. Δημοκρατική αρχή και κοινοβουλευτική ευθύνη, Αθήνα 2011, σ. 164 επ.· Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 511 επ.· Φ. Σπυρόπουλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 292· Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 631 επ. και Κ. Μαυριά, όπ.π. (σημ. 8), σ. 457 επ.

[26] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, Οι τρεις εφαρμογές του άρθρου 37 Συντ. [Ιούνιος, Οκτώβριος και Νοέμβριος 1989]. Συμβολή στην ιστορία του ελληνικού κοινοβουλευτικού συστήματος, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 41 επ. και του ιδίου, Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδας (1974-1992), Αθήνα 1993, σ. 120 επ.

[27] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, Οι τρεις εφαρμογές, όπ.π., σ. 47 επ. και του ιδίου, Σύγχρονη όπ.π., σ. 128 επ.

[28] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, Οι τρεις εφαρμογές, όπ.π., σ. 49 επ. και του ιδίου, Σύγχρονη όπ.π., σ. 130 επ.

[29] Βλ. Θ. Ξηρού, Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδας (2009-2018). Η εποχή των Μνημονίων (υπό έκδοση).

[30]  Όπ.π.

[31]  Όπ.π.

[32] Βλ. Θ. Ξηρού, Κηδεμονευόμενος και προκρούστειος κοινοβουλευτισμός, όπ.π. (σημ. 24), σ. 64 επ.

[33]  Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Οι κυβερνήσεις συνεργασίας υπό το πρίσμα του ισχύοντος Συντάγματος. Εκλογικές μεθοδεύσεις και «δημοκρατικά» προσχήματα =www.constitutionalism.gr/22.05.2022.

[34]  Άρθρο 84 παρ. 6 εδ. α΄ Συντ.

[35] Βλ., αντί άλλων, Αρ. Μάνεση, Η συνταγματική αναθεώρηση. Μια κριτική αποτίμηση της νομικοπολιτικής σημασίας της, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 40· Φ. Σπυρόπουλου, Η ανάδειξη του Πρωθυπουργού. Διάλογος με ένα «πρωτοετή φοιτητή» και άλλα τινά επίκαιρα, Αθήνα-Κομοτηνή 1989, σ. 13 επ.· Κ. Μαυριά, όπ.π. (σημ. 10), σ. 86· Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 513· Φ. Σπυρόπουλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 298-299· Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 603· Κ. Μαυριά, όπ.π. (σημ. 8), σ. 464 και Γ. Σωτηρέλη, όπ.π. (σημ. 33). Αντίθετος, ο Δ. Θ. Τσάτσος [Η ανάδειξη του Πρωθυπουργού. Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 37 του Συντάγματος 1975/86, Αθήνα-Κομοτηνή 1989, σ. 29 επ. και όπ.π. (σημ. 8), σ. 275 επ.], ο οποίος δέχεται, μόνον αυτός, ότι για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης σε πρωτοδιοριζόμενη κυβέρνηση απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού, δηλαδή εκατόν πενήντα ενός (151) βουλευτών.

[36] Ο Αρ. Μάνεσης (όπ.π.) την αποκαλεί «ανεκτή κυβέρνηση μειοψηφίας», συμπληρώνοντας ότι «είναι ουσιαστικά κυβέρνηση αποδεκτή, δηλαδή στηρίζεται και αυτή -έστω έμμεσα- στην απόλυτη πλειοψηφία της Βουλής και έχει, επομένως, δημοκρατική νομιμοποίηση».

[37] Βλ. Αρ. Μάνεση, όπ.π.

[38] Δηλαδή να περιβληθεί το γραπτό τύπο, παρά το γεγονός ότι η ανάθεση διερευνητικής εντολής αποτελεί πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας που εξαιρείται ρητά από τον κανόνα της προσυπογραφής (άρθρο 35 παρ. 2 περίπτ. β΄ Συντ.). Βλ. Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 511-512 και Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 601 Αντίθετος ο Φ. Σπυρόπουλος [όπ.π. (σημ. 8), σ. 299], ο οποίος θεωρεί ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας «δεν μπορεί να εκδίδει προφορικές πράξεις. Η διερευνητική εντολή μπορεί να ανατίθεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με κάθε δυνατό και πρόσφορο τρόπο». Βέβαια, επικρατούσα πρακτική αποτελεί η ανάθεσή της στο πλαίσιο συνάντησής του με τον επικεφαλής πολιτικού κόμματος. Δεν αποκλείεται πάντως να αποτελέσει αντικείμενο και τηλεφωνικής τους επικοινωνίας, όταν κάποιος από τους δύο αδυνατεί να μετακινηθεί λ.χ. για λόγους υγείας. Τούτο συνέβη τον Ιούνιο του 1989, οπότε ο Πρόεδρος του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα υγείας, νοσηλεύονταν σε δημόσιο νοσοκομείο [βλ., αντί άλλων, Γ. Αναστασιάδη, Οι τρεις εφαρμογές όπ.π. (σημ. 26) σ. 44 και του ιδίου, Σύγχρονη όπ.π. (σημ. 26), σ. 121]. Εκεί συναντήθηκε και με τον επικεφαλής του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου», πριν ορίσει εκπρόσωπό του για τη συνέχιση των διαβουλεύσεων τον Αθ.-Απ. Τσοχατζόπουλο (βλ. Το πολιτικό ’89, Αθήνα 1989, σ. 23 επ.). Αντιθέτως, πρέπει να θεωρείται, τουλάχιστον, αμφίβολης συνταγματικότητας η επιλογή τη διερευνητική εντολή να αναθέσει άλλο πρόσωπο, έστω και αν είναι υψηλόβαθμο στέλεχος της Προεδρίας της Δημοκρατίας, και μάλιστα τηλεφωνικά. Το ενδεχόμενο συζητήθηκε για την περίπτωση που το αποτέλεσμα της εκλογικής αναμέτρησης του Ιανουαρίου του 2015 καθιστούσε αποδέκτη της τρίτης διερευνητικής εντολής το πολιτικό κόμμα με την επωνυμία «Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή», ο αρχηγός και στελέχη του οποίου έχουν προφυλακιστεί (βλ. Κ. Ζούλα, Πώς θα λυθεί το αδιέξοδο με τη Χρυσή Αυγή, εφημ. Η Καθημερινή, Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015, σ. 6 και Συνταγματικό πρόβλημα, εφημ. Πρώτο Θέμα, Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015, σ. 34).

[39] Οι διερευνητικές εντολές μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να φθάσουν τις τέσσερις, όταν δύο κόμματα, εξαρχής, δηλαδή μετά τις εκλογές, ή κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, διαθέτουν και αντιστοίχως βρεθούν με τον ίδιο αριθμό βουλευτών, τότε είναι, σύμφωνα με την ερμηνευτική δήλωση κάτω από το άρθρο 37 Συντ., ισοδύναμα. Το ενδεχόμενο δύσκολα θα αποκτήσει επικαιρότητα στις εκλογές της «απλής αναλογικής». Στην «Πρόταση αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος» η χορήγηση της τρίτης διερευνητικής εντολής δεν ήταν πάντως υποχρεωτική, αλλά δυνητική (βλ. Βουλή των Ελλήνων, Περίοδος Γ΄-Σύνοδος Α΄, Πρακτικά των συνεδριάσεων της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεωρήσεως του Συντάγματος και της Ολομέλειας της Βουλής επί της προτάσεως αναθεωρήσεως διατάξεων του Συντάγματος, Αθήνα 1985, σ. 7 και 42 – στο εξής: Βουλή των Ελλήνων 1985). Η Αν. ΜπενάκηΨαρούδα, εισηγήτριας της μειοψηφίας, διαφώνησε με την ανάθεση της δεύτερης και, ιδίως, της τρίτης διερευνητικής εντολής, ισχυριζόμενη ότι «το σύστημα δεν είναι εφαρμόσιμο και χρήσιμο, διότι διαιωνίζει μία αστάθεια και μία αβεβαιότητα. . .», και θα ζητήσει να παραμείνει σε ισχύ η καταργούμενη διάταξη που επέτρεπε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να δώσει δεύτερη διερευνητική εντολή ή, εναλλακτικά, την εντολή σχηματισμού σε μέλος ή μη της Βουλής, εξοπλίζοντάς το με το δικαίωμα διάλυσής της και προκήρυξης εκλογών (βλ. όπ.π., Πρακτικά συνεδριάσεων της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεωρήσεως του Συντάγματος, Συνεδρίαση 2η, 21 Μαρτίου 1985, σ. 49), προσθέτοντας μάλιστα ότι με τις τρεις διερευνητικές εντολές παρατείνεται μια «επιζήμια εκκρεμότητα και η ακυβερνησία, χωρίς να εξυπηρετούν κάποιο πρακτικό σκοπό (όπ.π., σ. 130). Την κριτική της θα εντοπίσει αποκλειστικά στη χορήγηση της τρίτης διερευνητικής εντολής κατά τη διάρκεια των εργασιών της οικείας επιτροπής της Στ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, προβάλλοντας ότι παρατείνει «το καθεστώς ακυβερνησίας», ενώ «η οικονομία και η σκοπιμότητα του ισχύοντος άρθρου 37 είναι να λυθεί, όσο γίνεται πιο γρήγορα, η εκκρεμότητα» (βλ. Βουλή των Ελλήνων, Περίοδο Δ΄-Σύνοδος Α΄, Πρακτικά των συνεδριάσεων της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεωρήσεως του Συντάγματος και της Ολομέλειας της Βουλής επί της προτάσεως αναθεωρήσεως διατάξεων του Συντάγματος, Αθήνα 1986, Συνεδρίαση 13 Νοεμβρίου 1985, σ. 90 – στο εξής: Βουλή των Ελλήνων 1986).

[40] Κάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες (άρθρο 37 παρ. 3 πρότ. 2 Συντ.). Η διάρκειά της δεν είχε καθοριστεί στην πρόταση αναθεώρησης (βλ. όπ.π., σ. 7 και 42), η παράλειψη αναγνωρίστηκε από τον Αν. Πεπονή, εισηγητή της πλειοψηφίας κατά την επεξεργασία της διάταξης στην οικεία επιτροπή της προτείνουσας Βουλής (βλ. την αγόρευσή του σε Βουλή των Ελλήνων 1985, όπ.π., Συνεδρίαση 4η, 26 Μαρτίου 1985, σ. 96) και η σχετική πρόβλεψη, με το ισχύον περιεχόμενό της, περιλήφθηκε στην Έκθεσή της (όπ.π., σ. 127). Ο ορισμένος συνταγματικά χρόνος διάρκειας της διερευνητικής εντολής δεν είναι αναγκαίο να εξαντληθεί από τον αποδέκτη της. Εάν οι διαβουλεύσεις δεν φαίνεται να οδηγούν σε αποτέλεσμα, η εντολή μπορεί να επιστραφεί και πριν από την παρέλευση του τριημέρου [βλ. Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 10), σ. 74 επ. και του ιδίου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 603]. Τούτο συνέβη τον Μάιο του 2012, όταν ο αποδέκτης της πρώτης διερευνητικής εντολής θα την «καταθέσει» αυθημερόν [βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 29)]. Είναι άλλο το ζήτημα, όταν μεσούσης της διαδικασίας, συμφωνήσουν να συμπράξουν σε βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα πολιτικά κόμματα που ο επικεφαλής ή ο εκπρόσωπός τους δεν είναι εκείνη τη στιγμή αποδέκτης της διερευνητικής εντολής. Τότε η διαδικασία πρέπει να διακοπεί και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει να δώσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον εκλεκτό της δεδηλωμένης [βλ. Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 10), σ. 75]. Αν και υποστηρίζεται στην επιστήμη ότι η διάρκεια της διερευνητικής εντολής δεν αποκλείεται να παραταθεί, όπως συνάγεται από τη διατύπωση ότι «ο ρυθμιστής του πολιτεύματος οφείλει να μην περιοριστεί σε μια δικονομικού τύπου ερμηνεία της διάταξης που προβλέπει ασφυκτική, τριήμερη διάρκεια καθεμιάς διερευνητικής εντολής» [βλ. Ιφ. Καμτσίδου, όπ.π. (σημ. 25), σ. 170-171], τούτο δεν πρέπει να γίνει δεκτό [βλ. Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 602]. Όχι μόνον επειδή το γράμμα της διάταξης είναι σαφές και δεν καταλείπει περιθώριο για ερμηνευτικές παρεκκλίσεις, αλλά και επειδή η δυνατότητα σύμπραξης μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της φάσης της «κοινής προσπάθειας», η οποία, καταρχήν, δεν οριοθετείται χρονικά στο Σύνταγμα και πάντως επιτρέπεται να έχει μεγαλύτερη διάρκεια (βλ. αμέσως παρακάτω). Όπως ορθά γίνεται δεκτό [βλ. Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικά προβλήματα του διορισμού Πρωθυπουργού, ΤοΣ 16 (1990), σ. 37-38], ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διερευνητικών εντολών θα πρέπει να είναι εύλογος, δεν ταυτίζεται με τον «απολύτως αναγκαίο» και δεν μπορεί να είναι πέραν της μιας εργάσιμης ημέρας, η προθεσμία της διερευνητικής εντολής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλώς ενδεικτική, διότι θα καταστρατηγούνταν η πρόθεση του συντακτικού νομοθέτη να επιβάλει ένα σχετικά σύντομο ρυθμό στις διαβουλεύσεις και, επειδή ο σχηματισμός Κυβέρνησης έχει ένα χαρακτήρα επείγοντος, πρόκειται για προθεσμία επίκαιρου χρόνου, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας η διερευνητική εντολή θα θεωρηθεί ότι δεν τελεσφόρησε και θα δοθεί η επόμενη ή θα διεξαχθεί η διαβούλευση του άρθρο 37 παρ. 3 πρότ. 3 Συντ. Τέλος, η διερευνητική εντολή δεν είναι υποχρεωτική για τον αποδέκτη της, εάν κρίνει ότι δεν υφίσταται, πρωτίστως πολιτικά, προοπτική τελεσφόρησής της [βλ. Δ. Θ. Τσάτσου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 278].

[41] Βλ. τις δηλώσεις του Αρ. Μάνεση και του Δ. Τσάτσου στη Γ. Παπαδάκου (Εντολή  για κυβέρνηση, μόνο με δεδηλωμένη, εφημ. Ελευθεροτυπία, Τρίτη 7 Νοεμβρίου 1989, σ. 10-11). Αντιθέτως, ο Φ. Σπυρόπουλος αρκείται στις διαβεβαιώσεις του αποδέκτη της διερευνητικής εντολής, οι οποίες υποχρεώνουν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να προβεί στο διορισμό του (βλ. τις δηλώσεις του στην Τζ. Κοντράρου, Οι προϋποθέσεις για κυβέρνηση, εφημ. Τα Νέα, Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 1989, σ. 10).

[42] Αρκεί, σύμφωνα με τον Γ. Παπαδημητρίου, να εξελίσσεται με  βάση τους κανόνες της διαφάνειας και της αξιοπιστίας, οι πρωτοβουλίες δε και οι εκτιμήσεις των υπεύθυνων πολιτειακών παραγόντων να είναι διαφανείς και, συνεπώς, επαληθεύσιμες (βλ. τις δηλώσεις του στην Τζ. Κοντράρου, Σαφής δήλωση για ψήφο εμπιστοσύνης, εφημ. Τα Νέα, Τρίτη 7 Νοεμβρίου 1989, σ. 15).

[43] Άρθρο 37 παρ. 1 Συντ.

[44] Αντίθετος ο Χ. Ανθόπουλος [Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο σχηματισμός κυβέρνησης, εφημ. Τα Νέα Σαββατοκύριακο, 2-3 Ιουλίου 2022, σ. 42].

[45] Άρθρο 37 παρ. 3 πρότ. 3 Συντ.

[46] Σύμφωνα με τη διατύπωση του Λ. Κύρκου.

[47] Βλ. Δ. Θ. Τσάτσου, Η ανάδειξη, όπ.π. (σημ. 35), σ. 42 και του ιδίου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 280.

[48]  Ή «τελευταία προσπάθεια». Βλ. Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 10), σ. 76· Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 513 και Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 604.

[49] Βλ. Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 604.

[50] Βλ. Θ. Ξηρού, Η ανάδειξη του πρωθυπουργού και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Διακριτές, ασύμπτωτες και, κατ’ εξαίρεση, διασταυρούμενες διαδικασίας, ΘΠΔΔ 1 (2015), σ. 29.  

[51] Βλ. Αρ. Μάνεση, όπ.π. (σημ. 35), σ. 42· Ιφ. Καμτσίδου, όπ.π. (σημ. 25), σ. 171· Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 514· Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 605 και Κ. Μαυριά, όπ.π. (σημ. 8), σ. 458. Στην ευχέρεια του Προέδρου της Δημοκρατίας να καλέσει τους αρχηγούς των κομμάτων είτε χωριστά σε ακρόαση είτε σε κοινή σύσκεψη μπορεί να διακρίνει ίχνος ρυθμιστικής δυνατότητας, καθώς θα προκρίνει την ακολουθούμενη επιλογή μεταξύ περισσότερων.

[52] Στη συνάντηση της 1ης Ιουλίου 1989 δεν κλήθηκε ο επικεφαλής της Δημοκρατικής Ανανέωσης [Τα πλήρη πρακτικά της συνάντησης έχουν δοθεί στη δημοσιότητα και δημοσιευθεί [βλ. Το πολιτικό, όπ.π. (σημ. 38), σ. 33 επ.]. Παρουσία των επικεφαλής της Νέας Δημοκρατίας και του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, καθώς επίσης του Αθ.-Απ. Τσοχατζόπουλου, εκπροσώπου του ασθενούντος Ανδρ. Παπανδρέου, η συνάντηση επιβεβαίωσε τη συμφωνία των δύο πρώτων για την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Τζ. Τζαννετάκη. Την επομένη διορίστηκε πρωθυπουργός της πρώτης, μεταπολιτευτικά, κυβέρνησης συνεργασίας με το π.δ. 420/1989 [Περί διορισμού του βουλευτή του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας Τζανή Τζαννετάκη του Πέτρου ως πρωθυπουργού» (ΕτΚ Α΄, φ. 180 της 2ας Ιουλίου 1989)] και μετά από πρότασή του διορίστηκαν με το π.δ. 421/1989 [«Διορισμός Υπουργών και Αναπληρωτών Υπουργών» (ΕτΚ Α΄, φ. 180 της 2ας Ιουλίου 1989)] τα μέλη της κυβέρνησής του, εκ των οποίων είκοσι ένας (21) Υπουργοί και δύο (2) Αναπληρωτές Υπουργοί.

[53] Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα συναντηθεί διαδοχικά και επί μία περίπου ώρα με τους επικεφαλής των τριών μεγαλύτερων σε κοινοβουλευτική δύναμη κομμάτων, δεν κλήθηκε και πάλι ο πρόεδρος της Δημοκρατικής Ανανέωσης, και, στη συνέχεια, με όλους μαζί [βλ., Το πολιτικό όπ.π. (σημ. 38), σ. 57 και Γ. Αναστασιάδη, Οι τρεις εφαρμογές, όπ.π. (σημ. 26), σ. 61 επ.]. Τα πρακτικά των συναντήσεων, ακόμη και εάν τηρήθηκαν, δεν θα δοθούν στη δημοσιότητα. Ο πρόεδρος του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος θα παραδώσει στον Χρ. Σαρτζετάκη κατά τη συνάντησή τους υπόμνημα με το οποίο κατηγορούσε τον Κ. Μητσοτάκη για τις δηλώσεις του σε βάρος του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και τα δύο κόμματα της κυβέρνησης του πρώτου μεταπολιτευτικού συναινετικού κοινοβουλευτισμού για τις επιλογές τους στο χρόνο διεξαγωγής των εκλογών, ζητούσε δε το σχηματισμό κυβέρνησης βραχείας θητείας, προκειμένου να ψηφιστεί η πρόταση νόμου που είχε καταθέσει η κοινοβουλευτική ομάδα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την κατάργηση της ρήτρα του «+1» στον υπολογισμό του εκλογικού μέτρου. Για το πλήρες κείμενο του υπομνήματος βλ. Το πολιτικό, όπ.π., σ. 58-60.

[54] Στις συναντήσεις της 17ης (πρωί και απόγευμα), της 20ής και την 21ής Νομεβρίου1989 δεν συμμετείχαν οι «Οικολόγοι Εναλλακτικοί», το τέταρτο σε κοινοβουλευτική δύναμη πολιτικό κόμμα με ένα (1) βουλευτή, αφού είχαν δηλώσει, εξαρχής, ότι δεν πρόκειται να παράσχουν στήριξη σε κανένα κυβερνητικό σχήμα [βλ. Γ. Αναστασιάδη, Οι τρεις εφαρμογές, όπ.π. (σημ. 26), σ. 55 επ. και του ιδίου, Σύγχρονη, όπ.π. (σημ. 26), σ. 121 και σ. 130]. Ενδιαμέσως και εν τη απουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας στο Παρίσι, όπου εκπροσώπησε τη χώρα στην έκτακτη σύνοδο των ηγετών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πραγματοποιηθούν συναντήσεις, ανά δύο, των τριών πολιτικών αρχηγών, στις οποίες διαμορφώθηκαν οι συνθήκες για την αποδοχή στην προεδρία της κυβέρνησης του «τεχνοκράτη» Ξ. Ζολώτα. Η συμφωνία τους θα οριστικοποιηθεί κατά την τελευταία συνάντηση υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Για τις διαβουλεύσεις, βλ. Το πολιτικό, όπ.π., σ. 68 επ. και Γ. Αναστασιάδη, Οι τρεις εφαρμογές, όπ.π. (σημ. 26), σ. 61 επ. Τα πλήρη πρακτικά των συναντήσεων έχουν δοθεί στη δημοσιότητα και δημοσιευθεί, βλ. Το πολιτικό, όπ.π., σ. 73 επ. Η σύνθεση της κυβέρνησης τρικομματικής συνεργασίας, η οποία επικράτησε να αποκαλείται «οικουμενική», υπήρξε το αποτέλεσμα δύο συναντήσεων την 22α Νοεμβρίου 1989 στο προεδρικό μέγαρο των τριών πολιτικών αρχηγών με τον εντολοδόχο πρωθυπουργό και θα ανακοινωθεί μετά το πέρας της δεύτερης σε ανακοίνωση της Προεδρίας της Δημοκρατίας (βλ. Το πολιτικό, όπ.π., σ. 73). Αποτελούνταν από είκοσι έξι (26) μέλη, είκοσι (20) Υπουργούς και έξι (6) Αναπληρωτές Υπουργούς, εκ των οποίων οι δέκα (10) προέρχονταν από τη Νέα Δημοκρατία, οι επτά (7) από το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και οι τρεις (3) από το Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, ενώ οκτώ (8) ήταν μη πολιτικά πρόσωπα. Διορίστηκαν με το π.δ. 570/1989 [«Διορισμός Υπουργών και Αναπληρωτών Υπουργών» (ΕτΚ Α΄, φ. 241 της 23ης Νοεμβρίου 1989)].

[55] Ο Κ. Παπούλιας θα καλέσει την Κυριακή 13 Μαΐου στο Προεδρικό Μέγαρο τους επικεφαλής της Νέας Δημοκρατίας, του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος. Από τις διαβουλεύσεις κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών ως μόνη συζητήσιμη επιλογή πρόβαλε ο σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας ή ανοχής των τριών με την προσθήκη της Δημοκρατικής Αριστεράς. Την εμπλοκή, υπό τις δύο εναλλακτικά προσφερόμενες παραλλαγές, του Συνασπισμού είχαν θέσει ως όρο ο Αντ. Σαμαράς, ο Ευάγ. Βενιζέλος και ο Φ. Κουβέλης, προκειμένου η «κοινή προσπάθεια» να έχει αποτέλεσμα. Η σύσκεψη δεν θα διαρκέσει πολύ χρόνο, με την έναρξή της ο Κ. Παπούλιας παρέδωσε στους συμμετέχοντες ενημερωτικό σημείωμα από τον απερχόμενο πρωθυπουργό για την κατάσταση της οικονομίας και στη συζήτηση θα επικρατήσει ένταση. Η άρνηση του Αλ. Τσίπρα να συμμετάσχει ή να παράσχει ψήφο ανοχής σε κυβέρνηση συνεργασίας θα τερματίσει πρόωρα τη σύσκεψη, προκαλώντας την αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας, του Πανελλήνιου  Σοσιαλιστικού Κινήματος και της Δημοκρατικής Αριστεράς. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα συναντηθεί, κατ’ ιδίαν, με τους αρχηγούς των λοιπών πολιτικών κομμάτων, καλώντας τους κατά τη σειρά της κοινοβουλευτικής τους δύναμης. Στις δηλώσεις τους μετά τη συνάντηση θα δημοσιοποιήσουν τις θέσεις τους. Ο Π. Καμμένος αναγνώρισε την ανάγκη διακυβέρνησης, ζήτησε ενημέρωση για την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και έθεσε επτά όρους, προκειμένου οι Ανεξάρτητοι Έλληνες να συμμετάσχουν σε «οικουμενική κυβέρνηση ειδικού σκοπού». Η Γενική Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος υποστήριξε ότι οι διερευνητικές εντολές ήταν «ένα σώου κοροϊδίας του λαού και έδειξαν την ανευθυνότητα των κομμάτων», κάλεσε δε το λαό να αξιοποιήσει την ευκαιρία, προφανώς των εκλογών, για να αναδείξει το κόμμα της ισχυρό. Ο Ν. Μιχαλολιάκος απόκλεισε κάθε κυβερνητικό σχήμα που δέχεται να συνεχίσει την πολιτική του Μνημονίου, ζητώντας, επίσης, πρωθυπουργό-προσωπικότητα με κύρος, λογιστικό έλεγχο του χρέους, την άμεση ανακήρυξη της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και την αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατικής Αριστεράς επανέλαβε την πρόταση συγκρότησης οικουμενικής κυβέρνησης, προσθέτοντας ότι για να είναι βιώσιμη και αποτελεσματική πρέπει να συμμετέχουν, εκτός των τριών μεγάλων κομμάτων, και όλες οι δυνάμεις που ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις συγκρότησής της, παρουσίασε δε το χρονοδιάγραμμα των ενεργειών της που μπορεί να αποτελέσουν τη βάση της προγραμματικής συμφωνίας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκάλεσε νέα σύσκεψη το απόγευμα της Δευτέρας 14 Μαΐου 2012 με τη συμμετοχή των τριών πολιτικών αρχηγών που είχαν λάβει τη διερευνητική εντολή και του Φ. Κουβέλη.  Η επιλεγείσα σύνθεση προεξοφλούσε και το αντικείμενό της, δηλαδή τη διερεύνηση της δυνατότητας σχηματισμού κυβέρνησης προσωπικοτήτων και τεχνοκρατών. Τη σχετική πρόταση φέρεται να διατύπωσε ο Κ. Παπούλιας, αλλά η απόφαση του Αλ. Τσίπρα να μην πάρει μέρος στη συνάντηση καθόρισε και τις εξελίξεις. Η άρνηση και του Προέδρου της Δημοκρατικής Αριστεράς να παράσχει την εμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής του ομάδας έβαλε οριστικά τέλος στο ενδεχόμενο και σηματοδότησε το, ουσιαστικό, πέρας της, έτσι και αλλιώς, βραχείας χρονικά σύσκεψης. Η αυλαία της προσπάθειας για το σχηματισμό πολιτικής (κοινοβουλευτικής) κυβέρνησης θα πέσει την επομένη, την Τρίτη 15 Μαΐου 2014, στην τελευταία σύσκεψη γι’ αυτό το σκοπό με τη συμμετοχή και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, όχι όμως του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, για τους γνωστούς λόγους που είχε προβάλει, εξαρχής, η Γενική του Γραμματέας. Για τις διαβουλεύσεις, βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 29).

[56] Όπ.π.

[57] Δημοσιεύματα στον Τύπο ήδη από την επομένη της παραίτησης του Αλ. Τσίπρα εμφάνισαν ως ειλημμένη την απόφαση να παραλειφθεί η διεξαγωγή της και να την υποκαταστήσει η τηλεφωνική επικοινωνία του Πρ. Παυλόπουλου με καθέναν τους ξεχωριστά. Προς τούτο, προβλήθηκε ότι με δηλώσεις τους αρχηγοί πολιτικών κομμάτων, με αριθμό βουλευτών που υπερέβαινε την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου τους, είχαν δημοσιοποιήσει την πρόθεσή τους να μην συνεργαστούν. Ισχυρή όμως υπήρξε και η αντίθετη άποψη, συχνά με την υιοθέτηση σκληρών διατυπώσεων, και αποδέκτη τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο Ευάγ. Μεϊμαράκης θα δηλώσει ότι η συνάντηση πρέπει να γίνει, ζητώντας μάλιστα και δεύτερη σύσκεψη, την ίδια ή την επόμενη ημέρα, για να συζητηθεί το ζήτημα της υπηρεσιακής, προφανώς εννοούσε της οικουμενικής, εκλογικής κυβέρνησης, ο Στ. Θεοδωράκης σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πρ. Παυλόπουλο θα του επισημάνει ότι επιβάλλεται να «ακολουθηθούν όσα προβλέπουν οι επιταγές και η διαδικασία του Συντάγματος», ο Π. Λαφαζάνης θα είναι περισσότερο οξύς, ενώ η Φ. Γεννηματά με επιστολή της θα αναφερθεί στους χειρισμούς προηγούμενων Προέδρων της Δημοκρατίας, προφανώς του Χρ. Σαρτζετάκη και του Κ. Παπούλια για να προβάλει και να θεμελιώσει την ανάγκη σύγκλησης των πολιτικών αρχηγών. Στην απάντησή του ο Πρ. Παυλόπουλος θα της παράσχει «την αυτονόητη διαβεβαίωση ότι θα εφαρμόσει στο ακέραιο τις διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 1 και 37 παρ. 3 εδ. γ΄ του Συντάγματος, κατά το γράμμα και το πνεύμα τους -πρωτίστως δε με βάση τον σκοπό που υπηρετούν σύμφωνα με τν την τελολογική τους ερμηνεία, και μάλιστα υπό τις σημερινές εξαιρετικά κρίσιμες για τη χώρα περιστάσεις-  αλλά και, συμπληρωματικά, κατά την ήδη διαμορφωμένη πρακτική». Παρά τις έντονες αντιδράσεις, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα επιβεβαιώσει με τις πρωτοβουλίες του τα δημοσιεύματα στον Τύπο. Μετά την κατάθεση της τρίτης διερευνητικής εντολής θα επικοινωνήσει τηλεφωνικά και με τους οκτώ επικεφαλής των κοινοβουλευτικών ομάδων της θητεύουσας, ακόμη, Βουλής, επιδιώκοντας να συγκαλέσει σύσκεψη υπό την προεδρία του για το σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης ή, έστω, οικουμενικής εκλογικής κυβέρνησης. Τέσσερις από αυτούς, οι πρόεδροι του Συνασπισμού και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, καθώς επίσης οι Γραμματείς του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος θα απαντήσουν αρνητικά τόσο στην πρόσκληση όσο και στο σχηματισμό εκλογικής κυβέρνησης. Δεδομένου ότι εκπροσωπούσαν δυνάμεις που υπερέβαιναν την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών απέμενε ως μοναδική επιλογή η ανάθεση της ευθύνης για τη διενέργεια των εκλογών σε υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση. Όλα όσα ενήργησε ο ρυθμιστής του πολιτεύματος καταγράφονται, αναλυτικά, στην ανακοίνωση της Προεδρίας της Δημοκρατίας που εκδόθηκε την ίδια ημέρα. Ο Πρ. Παυλόπουλος, απαντώντας στην επιστολή της Προέδρου του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, θα θέσει ως κριτήρια των πρωτοβουλιών του το σκοπό που υπηρετούν οι κρίσιμες συνταγματικές διατάξεις και, συμπληρωματικά, τη διαμορφωμένη πρακτική. Για πρώτη ουσιαστικά φορά μετά το 1986, οπότε και τέθηκε σε ισχύ η αναθεωρημένη παρ. 3 του άρθρου 37 Συντ., αναζητήθηκε βιώσιμο σχήμα κατά τη διάρκεια της Βουλευτικής Περιόδου μετά την παραίτηση της θητεύουσας κυβέρνησης και την ατελέσφορη ολοκλήρωση των διερευνητικών εντολών. Συνεπώς, πρακτική, ικανή να προσφέρει ασφαλή ερμηνευτική κατεύθυνση στο συγκεκριμένο πραγματικό, δεν υφίστατο. Για το ιστορικό των διαβουλεύσεων, βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 29).

[58] Βλ. Αρ. Μάνεση, Ακύρωση της λαϊκής εντολής η μη συγκρότηση της Βουλής, εφημ. Η Καθημερινή, Πέμπτη 29 Ιουνίου 1989, σ. 4, καθώς επίσης Δ. Θ. Τσάτσου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 246 και Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 499. Η διάλυση της Βουλής πριν από τη σύγκληση και τη συγκρότησή της σε σώμα δεν είναι δυνατή, κατά την κρατούσα άποψη, επειδή αφενός δεν μπορεί να λειτουργήσει, αν και υπάρχει από την εκλογή της, και έτσι ματαιώνεται η δυνατότητά της να ασκήσει τις αρμοδιότητές της ως όργανο της πολιτείας, κατά παράβαση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και του δικαιώματος του βουλευτή να ορκιστεί και να αναλάβει τα καθήκοντά του, αφετέρου δε μόνο με συγκροτημένη σε σώμα Βουλή μπορεί να διαπιστωθεί η οριστική αδυναμία της να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης, «τεχνικά», τέλος, δεν είναι δυνατή και η ανάκληση του διατάγματος προκήρυξης των εκλογών κατά το μέρος του που αναφέρεται η σύγκληση της νέας Βουλής σε δήλη ημέρα. Αντίθετος ο Αθ. Ράικος [όπ.π. (σημ. 8), σ. 90], ο οποίος θεωρεί ότι η συγκρότηση της Βουλής δεν είναι αυτοσκοπός και η λαϊκή κυριαρχία δεν προσβάλλεται από την πρόωρη αλλά από την αυθαίρετη διάλυση, ανεξάρτητα από το χρόνο που γίνεται.

[59] Βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 29). Τον Μάιο του 2012 το διακύβευμα της διάλυσης της Βουλής εντοπίστηκε, όπως και το 1989, στην αναζήτηση ποινικών ευθυνών, τούτη τη φορά σε βάρος όσων πρωταγωνίστησαν στην ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και, δευτερευόντως, εκείνων που υπέγραψαν εξοπλιστικές συμβάσεις. Σε πρώτη φάση, η φτωχή δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην προοπτική διάλυσης της νέας Βουλής πριν από τη σύγκλησή της. Όταν όμως συνειδητοποιήθηκε ότι δεν ήταν συνταγματικά δυνατή, θα αρχίσει, σιγά-σιγά, να προβάλλεται η μη συμπλήρωση του χρόνου εξάλειψης του αξιοποίνου, επειδή η νέα Βουλή ουσιαστικά δεν αφέθηκε να λειτουργήσει. (στα δύο ζητήματα κλήθηκαν να απαντήσουν, υιοθετώντας διαφορετικές προσεγγίσεις, ο Κ. Χρυσόγονος και ο Γ. Κατρούγκαλος, βλ. εφημ. Realnews, Κυριακή 13 Μαΐου 2012, σ. 11). Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για καινοφανή θεωρητική κατασκευή, η οποία ουδέποτε στο παρελθόν, δηλαδή σε χρόνο ανύποπτο και χωρίς να ανάγεται σε συγκεκριμένο πραγματικό, είχε διατυπωθεί δημόσια, ώστε να δοκιμαστεί και να διεκδικήσει τη θεωρητική της επάρκεια. Δεν είναι τυχαίο ότι άρχισε να δομείται διστακτικά, απασχόλησε την επικαιρότητα εν αναμονή της σύγκλησης της Α΄ Τακτικής Συνόδου, την 17η Μαΐου 2012, αναπτύχθηκε δε πλήρως μετά τη διάλυσή της. Πρέπει, τέλος, να αναφερθεί ιδιαίτερα ότι στην κατασκευή της «Βουλή της μίας ημέρας» και στην αδυναμία της να ασκήσει τις αρμοδιότητές της θα βρουν το αναγκαίο και ζητούμενο έρεισμα η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και την άσκηση ποινικής δίωξης, ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην πρότασή του προς το δικαστικό συμβούλιο και το τελευταίο στην απόφασή του για την παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο του Γ. Παπακωνσταντίνου στην υπόθεση  της «λίστας Λαγκάρντ».

[60] Τον Νοέμβριο του 1989 σε τρεις ημέρες διεξήχθησαν τέσσερις συσκέψεις (παραπάνω σημ. 54), το ίδιο και τον Μάιο του 2012 (παραπάνω σημ. 55).

[61] Γι’ αυτό, πρέπει να θεωρείται, καταρχήν, περιοριστική η άποψη [βλ. Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 40), σ. 39] ότι η διαβούλευση είναι ορθό να μην παρατείνεται για δυσανάλογα περισσότερο χρόνο από όσο μπορεί να διαρκέσει η καθεμία διερευνητική εντολή.

[62] Ο Δ. Θ. Τσάτσος [Η ανάδειξη, όπ.π. (σημ. 35), σ. 42 και όπ.π. (σημ. 8), σ. 280] αναφέρει ότι ο προεδρικός ρόλος «δεν είναι, όπως στις προηγούμενες φάσεις, τυπικός και παθητικός, αλλά είναι ρόλος ενεργητικός, πρωτοβουλιακός και δημιουργικός, αλλά, εάν το κρίνει χρήσιμο, προτείνει και λύσεις» και ο Χ. Ανθόπουλος [(όπ.π. (σημ. 44)] θα κάνει λόγο για «μαιευτική» λειτουργία του Προέδρου της Δημοκρατίας.   

[63]  Βλ. Ιφ. Καμτσίδου, όπ.π. (σημ. 25), σ. 171.

[64] Αφού οι νέες γενικές βουλευτικές εκλογές θα διενεργηθούν σε χρόνο βραχύτερο των δέκα οκτώ μηνών από τις προηγούμενες (άρθρο 72 παρ. 11 του π.δ. 26/2012).

[65] Η στήριξη δεν είναι απαραίτητο να προσλάβει τη μορφή της συμμετοχής στο κυβερνητικό σχήμα, αρκεί η παροχή της με ρητή  δημόσια δήλωση [βλ. Δ. Θ. Τσάτσου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 281] και η αποδοχή της, ώστε να διασφαλιστεί ο «οικουμενικός» της χαρακτήρας [βλ. Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 606]. Ο σχηματισμός της θα συμφωνηθεί αμέσως μετά την αποτυχία της «κοινής προσπάθειας» και, κατά πάσα πιθανότητα, στην ίδια σύσκεψη [βλ. Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 514].

[66] Η οικουμενική ή διακομματική εκλογική κυβέρνηση προβλέφθηκε, κατά πρώτον, στην Έκθεση της επιτροπής αναθεώρησης της προτείνουσας Βουλής [βλ. Βουλή των Ελλήνων 1985, όπ.π. (σημ. 39), σ. 7 και 42], αποτελώντας την απάντηση στην ενδεχόμενη άρνηση ενός ή περισσοτέρων πολιτικών κομμάτων να υποδείξουν στο δικαστικό λειτουργό και επικεφαλής της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης βουλευτές για να τη στελεχώσουν, κατ’ αναλογία της κοινοβουλευτικής τους δύναμης, όπως είχε αρχικά προταθεί. Για το ζήτημα, βλ. παρακάτω τη σημ. 94.

[67] Παρά τις περί του αντιθέτου αναφορές στην ανακοίνωση της Προεδρίας της Δημοκρατίας [βλ. Το πολιτικό, όπ.π. (σημ. 38), σ. 57].

[68] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, Σύγχρονη, όπ.π. (σημ. 26), σ. 130 επ.  

[69] Πριν από τη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επικοινώνησε μαζί του και ο απερχόμενος πρωθυπουργός θα αρνηθεί να συνεχίσει ως επικεφαλής εκλογικής κυβέρνησης. Δημοσιεύματα στον Τύπο έφεραν μάλιστα τον Κ. Παπούλια να του ζητά να αιτιολογήσει την άρνηση και ο Λ. Παπαδήμος φαίνεται ότι έθεσε ως όρο την αποδοχή του από όλους τους πολιτικούς αρχηγούς. Για τη επικοινωνία των δύο πολιτειακών παραγόντων, βλ. Επικοινωνία Κάρολου Παπούλια-Λουκά Παπαδήμου, εφημ. Η Καθημερινή, Πέμπτη 17 Μαΐου 2012, σ. 4. Για τη συζήτηση της πρότασης και τη στάση των πολιτικών αρχηγών, βλ. Δ. Γκάτσιου, Παλινωδίες Τσίπρα και για τον υπηρεσιακό, εφημ. Ελεύθερος Τύπος, Πέμπτη 17 Μαΐου 2012, σ. 10. Βλ., επίσης, Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 29).

[70] Βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π.

[71] Άρθρο 37 παρ. 3 πρότ. 3 Συντ.

[72] Η πρόταση αναθεώρησης του 1985 δεν είχε περιλάβει στους αποδέκτης της εντολής σχηματισμού της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης τον Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου [βλ. Βουλή των Ελλήνων 1985, όπ.π. (σημ. 39), σ. 7 και 42], η παράλειψη εντοπίστηκε από βουλευτές [βλ., αντί πολλών, τις αγορεύσεις του Δ. Φράγκου, του Γ. Χιωτάκη και του Αθ. Ξαρχά (όπ.π., Πρακτικά συνεδριάσεων της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεωρήσεως του Συντάγματος, Συνεδρίαση 4η, 26 Μαρτίου 1985, σ. 86, 87 και, αντιστοίχως, 93, καθώς επίσης του Δ. Φράγκου και του Β. Μπεκίρη σε Βουλή των Ελλήνων 1986, όπ.π. (σημ. 39), Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή Αναθεωρήσεως του Συντάγματος, Συνεδρίαση 6η, 13 Νοεμβρίου 1985, σ. 92 και, αντιστοίχως, 94] και η διάταξη τελικά θα συμπληρωθεί με πρωτοβουλία του Αν. Πεπονή, εισηγητή της πλειοψηφίας, στην οικεία επιτροπή της Στ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (βλ. Βουλή των Ελλήνων 1986, όπ.π., Συνεδρίαση 8η, 19 Νοεμβρίου 1986, σ. 115). Επειδή απαγορεύεται η συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών στην κυβέρνηση (άρθρο 89 παρ. 4 Συντ.), ο Αν. Πεπονής πρότεινε τη συμπλήρωση της διάταξης με τη διατύπωση: «επιφυλασσομένης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 37» (βλ. Βουλή των Ελλήνων 1985, όπ.π., Πρακτικά συνεδριάσεων της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεωρήσεως του Συντάγματος Συνεδρίαση 1η, 19 Μαρτίου 1985, σ. 44-45). Η Αν. ΜπενάκηΨαρούδα, εισηγήτρια της μειοψηφίας, θα εκφράσει την αντίθεσή της στην «ανάμειξη δικαστών, που κατέχουν ηγετικές θέσεις, με την κυβέρνηση», επειδή «έχουμε αποθαρρυντικά δείγματα από την ανάμειξη δικαστών στην πολιτική» (όπ.π., Συνεδρίαση 2η, 21 Μαρτίου 1985, σ. 51), θα αποκαλέσει την πρόταση «μη επιτυχή. . .δυσλειτουργική» (όπ.π., Συνεδρίαση 4η, 26 Μαρτίου 1985, σ. 84) και την επιλογή άστοχη (όπ.π., σ. 130). Ο Αν. Πεπονής κατά τη συζήτηση της Έκθεσης της επιτροπή αναθεώρησης στην Ολομέλεια δεν θα θεωρήσει τελικά αναγκαία την παραπάνω προσθήκη, επειδή η απαγόρευση της παρ. 4 του άρθρου 89 Συντ. είναι γενική και η πρόβλεψη της παρ. 3 του άρθρου 37 Συντ. ειδική και ως τέτοια αλλά και νεότερη υπερισχύει, ευχόμενος όμως το ζήτημα να απασχολήσει την Αναθεωρητική Βουλή [βλ. την αγόρευσή του, Βουλή των Ελλήνων 1985, όπ.π. (σημ. 39), Πρακτικά συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής επί της Προτάσεως Αναθεωρήσεως διατάξεων του Συντάγματος, Συνεδρίαση ΡΚ΄, Σάββατο 6 Απριλίου 1985, σ. 234]. Ο δικαστικός λειτουργός, όπως έγινε δεκτό, δεν μπορεί, τέλος, να αρνηθεί να ασκήσει τα καθήκοντα του υπηρεσιακού πρωθυπουργού, «εάν το Σύνταγμα το επιτάσσει ως καθήκον, υποχρεούται να το κάνει» (βλ. την αγόρευση του Αν. Πεπονή, όπ.π., Πρακτικά συνεδριάσεων της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεωρήσεως του Συντάγματος Συνεδρίαση 4η, 26 Μαρτίου 1985, σ. 96), άλλως «πρέπει να παραιτηθεί από τη θέση του, διότι αρνείται την άσκηση καθηκόντων του» (βλ. την αγόρευση του Αν. Πεπονή, Βουλή των Ελλήνων 1986, όπ.π., Συνεδρίαση 7η, 14 Νοεμβρίου 1985, σ. 110).     

Ο Αρ. Μάνεσης, [όπ.π. (σημ. 35), σ. 43-44] θεωρούσε ότι την εν λόγω επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη, δηλαδή την ανάθεση των καθηκόντων του πρωθυπουργού υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης σε δικαστικό λειτουργό, διακρίνει ένα βασικό μειονέκτημα, εντοπισμένο προς δύο κατευθύνσεις. Ενδέχεται, εν πρώτοις, «να είναι εκλεκτός ορισμένου κόμματος -δεδομένου ότι, βάσει του άρθρου 90 παρ. 5 Σ, οι προαγωγές στις θέσεις προέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων γίνονται από την εκάστοτε κυβέρνηση». Αν και δεν διαθέτει, επίσης, «πολιτική πείρα ούτε δημοκρατική νομιμοποίηση θα «κατευθύνει τις ενέργειες της κυβέρνησης (άρθρο 82 παρ. 2 Σ)». Η πρώτη αιτίαση απηχεί προφανώς τα επικρατούντα τη δεκαετία του ’80 και θα επιβεβαιωθεί πανηγυρικά στην περίπτωση του Β. Μποτόπυυλου με τις «άκομψες» δηλώσεις της, τότε, αξιωματικής αντιπολίτευσης (βλ. αμέσως παρακάτω). Ωστόσο, τη ζητούμενη δημοκρατική νομιμοποίηση του υπηρεσιακού πρωθυπουργού προσφέρει η αποδοχή του, τουλάχιστον, από την πλειονότητα των πολιτικών κομμάτων, ενώ η έλλειψη πολιτικής πείρας δεν θα εμποδίσει τον Π. Πικραμμένο να χειριστεί τον Μάιο του 2012 ζητήματα με έντονο και πολιτικά ενδιαφέρον (βλ. παρακάτω τη σημ. 103). Εξάλλου, ο Δ. Θ. Τσάτσος [όπ.π. (σημ. 8), σ. 281-282] θεωρεί την ίδια επιλογή ατυχή «διότι θέτει σε κίνδυνο την κομματική ουδετερότητα της δικαιοσύνης, αφού κορυφαίος λειτουργός της ασκεί πολιτικό λειτούργημα. . .οι Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων δεν αποτελούν, κατ’ ανάγκην, και ιδανικούς «υπηρεσιακούς» Πρωθυπουργούς, αφού κατά το άρθρο 90 παρ. 5 οφείλουν την εκλογή τους σε μια συγκεκριμένη κυβέρνηση, που σημαίνει σε μια συγκεκριμένη κυβερνητική πλειοψηφία». Προς την ίδια κατεύθυνση και ο Ευάγ. Βενιζέλος [όπ.π. (σημ. 8), σ. 607].

[73] Βλ. Χ. Ανθόπουλου, όπ.π. (σημ. 44).

[74] Βλ. Αρ. Μάνεση, όπ.π. (σημ. 35), σ. 42. Το ίδιο είχαν υποστηρίξει ήδη κατά την πρώτη εφαρμογή της διάταξης με δηλώσεις τους ο Γ. Παπαδημητρίου (σε συνέντευξή του στην Τζ. Κοντράρου, Ποιος θα είναι ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός, εφημ. Το Βήμα της Κυριακής, 1 Οκτωβρίου 1989, σ. 2) και ο Αντ. Μανιτάκης (Θέμα Σαρτζετάκη η επιλογή υπηρεσιακού πρωθυπουργού, εφημ. Ελευθεροτυπία, Τρίτη 3 Οκτωβρίου 1989, σ. 18), καθώς επίσης οι παραπάνω, ο Δ. Τσάτσος και ο Ευάγ. Βενιζέλος (σε συνέντευξή τους στην Τζ. Κοντράρου, Ο Πρόεδρος έχει το λόγο, εφημ. Τα Νέα, Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 1989, σ. 12-13). Ο Μ. Πικραμένος [όπ.π. (σημ. 11), σ. 71-72], σε «ουδέτερο πολιτικά χρόνο», θεωρεί «σκόπιμο να επαφίεται στην κρίση του Προέδρου της Δημοκρατίας η επιλογή του πλέον κατάλληλου. Η λύση αυτή είναι ενδεδειγμένη, αν αναλογισθεί κανείς την πολιτική ένταση που δημιουργείται συνήθως μετά την αποτυχία των κομμάτων να συνεννοηθούν  για να σχηματίσουν κυβέρνηση με διακομματικό χαρακτήρα. . . Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να επιλέγει ως πρωθυπουργό εκείνον από τους προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων, που συγκεντρώνει, κατά τη γνώμη του- τις περισσότερες προϋποθέσεις για να ανταπεξέλθει στο δύσκολο έργο του καθορισμού της πολιτικής της χώρας κατά την προεκλογική περίοδο». Τη διακριτική ευχέρεια του Προέδρου της Δημοκρατίας δέχεται, επίσης, ο Αθ. Ράικος [όπ.π. (σημ. 8), σ. 110], ο οποίος θεωρεί ότι είναι η μοναδική ρυθμιστική προεδρική αρμοδιότητα κατά το σχηματισμό της κυβέρνηση μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986. Αυτή φαίνεται να είναι και η επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη, όπως την εξέφρασε ο Αν. Πεπονής στην Ολομέλεια της Στ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, δεχόμενος ότι: «. . .ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα να επιλέξει, κατά περίπτωση, ανάμεσα στους τρεις προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Αυτό είναι αναμφισβήτητο». Βλ. Βουλή των Ελλήνων 1986, όπ.π. (σημ. 39), Πρακτικό των συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής, Συνεδρίαση ΟΒ΄, Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 1986, σ. 462.

[75] Η τελευταία σε συνδιάσκεψη του κόμματός του μερικές ημέρες πριν από τις εκλογές.

[76] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, Σύγχρονη, όπ.π. (σημ. 26), σ. 128. Ο Αρ. Μάνεσης, ο Δ. Τσάτσος και ο Γ. Παπαδημητρίου χαρακτήρισαν «Επέμβαση στην κρίση του Προέδρου τη δήλωση Μητσοτάκη» (βλ. τη συνέντευξή τους στη Γ. Παπαδάκου, εφημ. Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 1989, σ. 10 και 45). Στον αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας θα αποδοθεί και η δήλωση ότι «εάν υπάρξει αυτοδύναμη κυβέρνηση του κόμματός του, θα γίνει ανάκληση του διορισμού του κ. Μποτόπουλου» (βλ. τη συνέντευξη του Δ. Τσάτσου στην Τζ. Κοντράρου, Ο Πρόεδρος έχει το λόγο, εφημ. Τα Νέα, Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 1989, σ. 13). Μερικές ημέρες αργότερα σε δισέλιδο δημοσίευμα ημερήσιας απογευματινής εφημερίδας θα γίνει  αναφορά σε σχέδιο προεδρικού διατάγματος για την ανάκληση του διορισμού, το οποίο είχε ετοιμαστεί από δύο, έναν πρώην και ένα θητεύοντα, Συμβούλους Επικρατείας, το οποίο ανέμενε την υπογραφή του μετά τις εκλογές (βλ. Τζ. Κοντράρου, Σχέδιο Μητσοτάκη για συνταγματική εκτροπή, εφημ. Τα Νέα, Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 1989, σ. 14-15.   

[77] Επειδή υπήρξε πρόεδρος και του Εποπτικού Συμβουλίου του Σώματος Ορκωτών Λογιστών κατά την περίοδο που είχε ήδη κινηθεί η έρευνα για τις παραβάσεις των ορκωτών ελεγκτών, οι οποίοι διενήργησαν τον έλεγχο των οικονομικών της εκδοτικής επιχείρησης «Γραμμή ΑΕ» και της Τράπεζας Κρήτης. Βλ. Γ. Παπαδάκου, Ποιοι είναι υποψήφιοι πρωθυπουργοί, εφημ. Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 1989, σ. 15.

[78] Ο Γ. Παπαδημητρίου [όπ.π. (σημ. 74 και 76)] υποστήριξε ότι είναι μη επιτρεπτή η ανάθεση στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου των καθηκόντων του πρωθυπουργού της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης, επειδή είχε «μετά την ενεργοποίηση της διαδικασίας για την ποινική ευθύνη των υπουργών και τη συγκρότηση του Ειδικού Δικαστηρίου κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, αναλάβει την προεδρία του. Το δικαστήριο βρίσκεται λοιπόν «εν ζωή» για τις υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί ενώπιόν του. . . Το μόνο σταθερό μέλος του είναι ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου».

[79] Βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 29). Διορίστηκε με το π.δ. 69/2012 [«Διορισμός του Παναγιώτη Πικραμμένου του Όθωνα, Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Πρωθυπουργού» (ΕτΚ Α΄, φ. 121 της 16ης Μαΐου 2012)].

[80] Στη συνεδρίαση της 28ης Ιουνίου 2015, κατά τη διάρκεια της οποίας αποφασίστηκε η έκδοση των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου για τη διενέργεια του δημοψηφίσματος και την επιβολή τραπεζικής αργίας. Βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π.

[81] Η υπηρεσιακή πρωθυπουργός διορίστηκε με το π.δ. 63/2015 [«Διορισμός της Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου του Σπυρίδωνος, Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως Πρωθυπουργού»» (ΕτΚ Α΄, φ. 104 της 27ης Αυγούστου 2015)]. Στο σημείο 2β του προοιμίου του συναντάται ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι «κατά τη διαβούλευση του Προέδρου της Δημοκρατίας με καθέναν από τους αρχηγούς όλων των κομμάτων στις 27 Αυγούστου 2015 επιβεβαιώθηκε τόσον η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής όσο και η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης απ’ όλα τα κόμματα της Βουλής για τη διενέργεια εκλογών».

[82] Όπως αναφέρεται, επί λέξει, και στην ανακοίνωση της Προεδρίας της Δημοκρατίας που εκδόθηκε την 27η Αυγούστου 2015. Βλ. Αθ. Ράικου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 114-115 και Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 29). Με δηλώσεις του μια ημέρα πριν ο επικεφαλής του Τομέα Δικαιοσύνης της Νέας Δημοκρατίας και προκάτοχος της στην προεδρία της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Χ. Αθανασίου θα αμφισβητήσει τον επικείμενο διορισμό της ως πρωθυπουργού της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης. Βλ. Γ. Σαραντάκου, Ξεκινά και επίσημα η προεκλογική περίοδος, εφημ. Έθνος, Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015, σ. 9 και Υπηρεσιακές επιθέσεις, εφημ. Τα ΝέαΜικροπολιτικός, Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015, σ. 4, καθώς  επίσης, Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 29).

[83] Βλ. παραπάνω τη σημ. 73.

[84] Βλ. Θ. Ξηρού, Κηδεμονευόμενος, όπ.π. (σημ. 24), σ. 146 επ.

[85] Δηλαδή, η ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης σύμφωνα με το κανονιστικό περιεχόμενο της ομώνυμης θεμελιώδους εκλογικής αρχής του άρθρου 52 Συντ. (βλ. παραπάνω τη σημ. 17). Τη διασφαλίζει, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση της πρότασης αναθεώρησης [βλ. Βουλή των Ελλήνων 1985, όπ.π. (σημ. 39), σ. 5-6 και 40-41], η ανάθεση της διενέργειας των εκλογών σε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» με πρωθυπουργό δικαστικό λειτουργό, πρόεδρο ανώτατου δικαστηρίου.

[86] Ο Γ. Παπαδημητρίου, αναγνωρίζοντας ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ενεργεί στο πλαίσιο  διακριτικής ευχέρειας κατά την επιλογή του πρωθυπουργού της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης, οριοθετεί, στενά, τη συμμετοχή των πολιτικών κομμάτων στη διαδικασία. Αναφέρει, συγκεκριμένα, ότι «μπορούν με τις εισηγήσεις και τις θέσεις τους να συμβάλουν στη διαμόρφωση εκ μέρους του Πρόεδρου της Δημοκρατίας της καλύτερης δυνατής επιλογής. Δεν επιτρέπεται όμως να κατατείνουν στον υπέρμετρο περιορισμό και πολύ περισσότερο στην εκμηδένιση της διακριτικής ευχέρειάς του». Βλ. τη συνέντευξή του στην Τζ. Κοντράρου, Ο Πρόεδρος έχει το λόγο, εφημ. Τα Νέα, Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 1989, σ. 12.

[87] Όπως είχαν δεχθεί, εν θερμώ, ο Αρ. Μάνεσης [«Η υπηρεσιακή κυβέρνηση πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής. Η προϋπόθεση αυτή ισχύει και για τον πρωθυπουργό της. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει να λαμβάνει υπόψη και να συνεκτιμά τις σχετικές απόψεις των πολιτικών κομμάτων», ο Ευάγ. Βενιζέλος [«ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατά την ανάθεση του σχηματισμού υπηρεσιακής-εκλογικής κυβέρνησης σ’ έναν δικαστικό λειτουργό διαθέτει βεβαίως διακριτική ευχέρεια και πρέπει να λάβει υπόψη του τις θέσεις των κομμάτων, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν διατυπωθεί με προσεχτικό και διακριτικό τρόπο, που θα θίγει την αξιοπρέπεια της δικαιοδοτικής λειτουργίας»], ο Αντ. Μανιτάκης [«. . .όταν τα πολιτικά κόμματα δεν μπορούν να καταλήξουν σε πρωθυπουργό κοινής αποδοχής, δεν  νομιμοποιούνται να προβαίνουν σε δηλώσεις προσβλητικές ανωτάτων δικαστικών μ εγνωσμένο επιστημονικό κύρος»] και ο Φ. Σπυρόπουλος [«η επιλογή του υπηρεσιακού πρωθυπουργού θα πρέπει να στηρίζεται στην κατά το δυνατόν ευρύτερη αποδοχή όλων των κομμάτων»] σε συνέντευξή τους στην Τζ. Κοντράρου [Ο Πρόεδρος έχει το λόγο, εφημ. Τα Νέα, Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 1989, σ. 12-13]. Το ίδιο αναγνωρίζει ο Ευάγ. Βενιζέλος [όπ.π. (σημ. 10), σ. 81], σε ανύποπτο πολιτικά χρόνο, δεχόμενος ότι η όσο το δυνατόν ευρύτερη αποδοχή αποτελεί το κριτήριο που «ισχύει και ως προς τη επιλογή του προσώπου του πρωθυπουργού μεταξύ των τριών, κατά το Σύνταγμα, δυνητικών Πρωθυπουργών». Βλ. επίσης Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 514-515· Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 607 και Κ. Μαυριά, όπ.π. (σημ. 8), σ. 458. Αντίθετος ο Δ. Θ. Τσάτσος [όπ.π. (σημ. 8), σ. 281], ο οποίος  θεωρεί ότι «η έννοια της ευρύτερης αποδοχής . . .λειτουργεί ως κριτήριο επιλογής των Υπουργών από τον Πρωθυπουργό «Οι τρεις Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων είναι ex constitutionem ευρύτατης αποδοχής».

[88] Και πάντως το μεγαλύτερο από αυτά. Βλ. Πρ. Παυλόπουλου, Μεταξύ οικουμενικής και υπηρεσιακής, εφημ. Η Καθημερινή, Κυριακή 8 Οκτωβρίου 1989, σ. 14.

[89] Καταρχήν εκείνων που έκαναν ήδη χρήση των διερευνητικών εντολών». Βλ. Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 10), σ. 81 και του ιδίου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 607.

[90] Βλ. Θ. Ξηρού, Κηδεμονευόμενος, όπ.π. (σημ. 24), σ. 146 επ.

[91] Αντίθετος ο Γ. Παπαδημητρίου σε συνέντευξή του στην Τζ. Κοντράρου [Ο Πρόεδρος έχει το λόγο, εφημ. Τα Νέα, Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 1989, σ. 12-13].

[92] Βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 29).

[93] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, Σύγχρονη, όπ.π. (σημ. 26), σ. 128.

[94] Στην πρόταση αναθεώρησης τα μέλη της υπηρεσιακής κυβέρνησης προβλέφθηκε να είναι βουλευτές και να διορίζονται «κατ’ αναλογία της κοινοβουλευτικής δύναμης των κομμάτων» [βλ. Βουλή των Ελλήνων 1985, όπ.π. (σημ. 39), σ. 7 και 42]. Αποκλήθηκε «μικτή κυβέρνηση» και ο σχηματισμός της προεξοφλήθηκε ως αποτυχία (βλ. την αγόρευση της Άν. ΜπενάκηΨαρούδα, όπ.π., Πρακτικά συνεδριάσεων της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεωρήσεως του Συντάγματος, Συνεδρίαση 2η, 21 Μαρτίου 1985, σ. 51). Η διορθωτική διατύπωση της πλειοψηφίας, σύμφωνα με την οποία τα μέλη της θα υποδεικνύονται από τους αρχηγούς των κομμάτων  (βλ. την αγόρευση του Αν. Πεπονή, όπ.π., Συνεδρίαση 4η, 26 Μαρτίου 1985, σ. 82), δεν θα αποδειχθεί αρκετή για να αρθούν οι αντιδράσεις. Ο εισηγητής της πλειοψηφίας δεν θα διστάσει μάλιστα να διατυπώσει «νομικά την αμφιβολία» του, υποστηρίζοντας ότι «είναι δύσκολο ο συνταγματικός νομοθέτης να υπαγορεύσει με νομική επιταγή τις πολιτικές αποφάσεις των κομμάτων» και θα ομολογήσει, αμήχανα, ότι «είτε εμείς εδώ, είτε η Ολομέλεια, είτε η Βουλή που θα προκύψει από τις εκλογές (και ίσως είναι η μόνη που μπορεί), να δώσουμε λύση σ’ ένα θέμα που πράγματι και συνταγματικά και πολιτικά είναι δυσχερές» (βλ. την αγόρευσή του, όπ.π., Συνεδρίαση 4η, 26 Μαρτίου 1985, σ. 96). Έτσι, στην Έκθεση της επιτροπής αναθεώρησης της προτείνουσας Βουλής η διάταξη θα αναδιατυπωθεί και θα προβλεφθεί η απαίτηση η σύνθεση της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης να είναι, όσο το δυνατόν, ευρύτερης αποδοχής.

[95] Βλ. Μ. Πικραμένου, όπ.π. (σημ. 11), σ. 73. Ως εναλλακτική λύση προτείνει, κατ’ εξαίρεση σε περιόδους όξυνσης των εθνικών και πολιτικών ζητημάτων, το διορισμό έμπειρων πολιτικών στελεχών στα κρίσιμα, όχι μόνον τα εκλογικά, Υπουργεία, που υποδεικνύονται από τα πολιτική κόμματα και με βάση την αναλογική εκπροσώπησή τους στη Βουλή (όπ.π., σ. 74).

[96] Βλ. Χ. Ανθόπουλου, όπ.π. (σημ. 44).

[97]  Άρθρο 37 παρ. 1 Συντ.

[98] Περιλαμβανομένης προφανώς και της υπηρεσιακής εκλογικής, όπως δέχεται και ο Ευάγ. Βενιζέλος [όπ.π. (σημ. 10) σ. 81.

[99] Αποτελώντας αποκλειστική αρμοδιότητά του. Βλ. Δ Θ Τσάτσου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 281, καθώς επίσης   Δ. Αβράμη, Κυβέρνηση Προέδρου ή Πρωθυπουργού;, εφημ. Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 1989, σ. 9.

[100] Βλ. Μ. Πικραμένου, όπ.π. (σημ. 11), σ. 73.

[101] Σε ανύποπτο πολιτικά χρόνο, ο Ευάγ. Βενιζέλος [όπ.π. (σημ. 10), σ. 81] είχε δεχθεί ότι: «. . .ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει τη ρυθμιστική αρμοδιότητα να συζητήσει με τον πρωθυπουργό πρόεδρο ανωτάτου δικαστηρίου πάνω στη σκοπιμότητα του διορισμού συγκεκριμένων προσώπων με στόχο τη διασφάλιση της όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής». Προς αυτήν την κατεύθυνση, πρέπει να ερμηνευθεί και η αποστροφή του λόγου του Αν. Πεπονή στην Ολομέλεια της Στ΄ Αναθεωρητικής Βουλής ότι: «η κατανομή των κρίσιμων Υπουργείων είναι ευθύνη του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού του δικαστικού» (βλ. Βουλή των Ελλήνων 1986, όπ.π. (σημ. 39), Πρακτικό των συνεδριάσεων της  Ολομέλειας της Βουλής, Συνεδρίαση ΟΒ΄, Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 1986, σ. 436), προσθέτοντας «οι Υπουργοί των νευραλγικών υπουργείων θα είναι αυτοί που θα καθορίσει ο Πρωθυπουργός σε συνεννόηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας» (βλ. όπ.π., σ. 461).

[102] Βλ. Ο πρωτοετής της Νομικής, Η «υπηρεσιακή», τα κόμματα και ο κ. Πρόεδρος, εφημ. Το Βήμα, Κυριακή 15 Οκτωβρίου 1989, σ. 41.

[103] Το πρωί της 18ης Μαΐου 2012 η Καγκελάριος της Γερμανίας Άγγ. Μέρκελ επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους ζήτησε τη διεξαγωγή, ταυτόχρονα με τις γενικές βουλευτικές εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012, δημοψηφίσματος με αντικείμενο την παραμονή της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Ο Κ. Παπούλιας ενημέρωσε τον Π. Πικραμμένο και αυτός με τη σειρά του τους πολιτικούς αρχηγούς για να ακολουθήσει η έκδοση ανακοίνωσης από την κυβέρνηση. [Για τη συνομιλία, το αίτημα και όσα ακολούθησαν, βλ. Ν. Μελέτη, Θύελλα από την γκάφα της Μέρκελ, εφημ. Έθνος, Σάββατο 19 Μαΐου 2012, σ. 5· Γ. Καμπουράκη, Βόμβα από Μέρκελ, εφημ. Ελεύθερος Τύπος, Σάββατο 19 Μαΐου 2012, σ. 10· Δ. Χατζηδημητρίου, «Δημοψήφισμα παραμονής στο ευρώ», εφημ. Η Ναυτεμπορική, Σάββατο 19 Μαΐου 2012, σ. 3 και Δ. Μητρόπουλου, Το μυστήριο με το δημοψήφισμα, εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 19-20 Μαΐου 2012, σ. 12-13]. Η υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση υπό τον Π. Πικραμμένο εξέδωσε, επίσης, τρεις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου. Βασικό αντικείμενο της πρώτης [«Καταβολή ειδικής αποζημίωσης και των οδοιπορικών εξόδων σε όσους διορίζονται έφοροι των αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, δικαστικοί αντιπρόσωποι, γραμματείς εφορευτικών επιτροπών και διερμηνείς της τουρκικής γλώσσας στις εκλογές της 17ης Ιουνίου. Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101)» (ΕτΚ Α΄, φ. 128 της 1ης Ιουνίου 2012)] υπήρξε ζήτημα άμεσα συνδεδεμένο προς τη βασική συνταγματική αποστολή της, δηλαδή την οργάνωση και τη διεξαγωγή της εκλογικής αναμέτρησης σε συνθήκες ομαλότητας Λίγους μήνες πριν από τη λήξη της ΙΓ΄ Βουλευτικής Περιόδου και σε συμμόρφωση προς ανειλημμένη μνημονιακή δέσμευση, τροποποιήθηκαν οι ρυθμίσεις του εκλογικού νόμου κατά το μέρος του που αφορούσαν την ειδική αποζημίωση και τα οδοιπορικά των εφόρων των αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, των δικαστικών αντιπροσώπων, των γραμματέων των εφορευτικών επιτροπών και των διερμηνέων της τουρκικής γλώσσας. Η αφετηρία της εφαρμογής τους θα συνέπιπτε με τις επικείμενες γενικές βουλευτικές εκλογές, μετατέθηκε όμως για τις επόμενες, προκειμένου να αποφευχθούν οι αντιδράσεις των θιγόμενων (άρθρο 1). Στην ίδια Πράξη προστέθηκε διάταξη, με την οποία επιχειρήθηκε νομοτεχνική βελτίωση, με τη μετάθεση επιθετικού προσδιορισμού, προκειμένου να διευκολυνθούν οι αγοραπωλησίες σε ιδιωτικά ακίνητα, ευρισκόμενα και σε μη ιδιωτικές νήσους και νησίδες (άρθρο 2). Εξάλλου, δύο ημέρες νωρίτερα και με άλλη Πράξη Νομθετικού Περιεχομένου [«Ρυθμίσεις θεμάτων δημοσίευσης οικονομικών εκθέσεων πιστωτικών ιδρυμάτων και θυγατρικών τους, οι οποίες δραστηριοποιούνται στο χρηματοοικονομικό τομέα» (ΕτΚ Α΄, φ. 127 της 29ης Μαΐου 2012)] παρατάθηκαν οι προθεσμίες δημοσίευσης των εξαμηνιαίων και των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων πιστωτικών ιδρυμάτων εισηγμένων στο Χρηματιστήριο και διατηρήθηκαν σε ισχύ αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών σχετικές με την κεφαλαιακή τους ενίσχυση. Στο τέλος Ιουνίου θα έληγε μια ακόμη νομοθετική παράταση του Προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι». Η κυβέρνηση που θα αναδεικνύονταν από την επικείμενη εκλογική αναμέτρηση, ακόμη και εάν ο σχηματισμός της δεν περνούσε από τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών, δεν αναμενόταν, κατά τη συνήθη εξέλιξη των πραγμάτων, να είχε έως τότε λάβει την ψήφο εμπιστοσύνης. Μοιραία, δεν θα ήταν δυνατό συνταγματικά να νομοθετήσει και, έτσι, να εξασφαλίσει τη διακομματικά επιθυμητή ακώλυτη συνέχιση του επιτυχημένου Προγράμματος. Γι’ αυτό, η υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση, αν και η πρωτοβουλία πρέπει να θεωρηθεί αμφίβολης συνταγματικότητας, εξέδωσε Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου [«Παράταση διάρκειας του Προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι» (ΕτΚ Α΄, φ. 135 της 14ης Ιουνίου 2012)], εξασφαλίζοντας την παράταση του Προγράμματος έως την 30ή Σεπτεμβρίου 2012. Βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 29).

Εξάλλου, η υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό τη Β. ΘάνουΧριστοφίλου βρέθηκε αντιμέτωπη με το εντεινόμενο μεταναστευτικό κύμα και τα προβλήματα που προκύπτουν πάντοτε κατά την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. Τα περιθώρια των πρωτοβουλιών της για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων διαγράφονταν, κυριολεκτικά, ασφυκτικά. Στη μαζική ροή λαθρομεταναστών και προσφύγων που εκδηλώνονταν κατά κύματα και δημιουργούσαν συνθήκες πίεσης στις τοπικές κοινωνίας η αντίδραση υπήρξε περιορισμένη και εξαντλήθηκε είτε στην ανακοίνωση μέτρων είτε στη μη αντίδραση των δημοσίων αρχών κατά τη μετακίνηση, μέσω των ακτοπλοϊκών δρομολογίων με κατάληξη την πρωτεύουσα. Αντιθέτως, η απάντηση στα προβλήματα της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης επιχειρήθηκε να δοθεί με την έκδοση Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου [«Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την απρόσκοπτη έναρξη του σχολικού έτους 2015-2016 και την εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων» (ΕτΚ Α΄, φ. 108 της 10ης Σεπτεμβρίου 2015). Βλ. Θ. Ξηρού, όπ.π. (σημ. 29).

[104] Για το κείμενο της ανακοίνωσης, βλ. Το πολιτικό, όπ.π. (σημ. 38), σ. 57.

[105] Οι είκοσι (20) συνολικά Υπουργοί διορίστηκαν με το π.δ. 556/1989 [«Διορισμός Υπουργών» (ΕτΚ Α΄, φ. 233 της 12ης Οκτωβρίου 1989)].

[106] Για τις διεργασίες που προηγήθηκαν, βλ. Κ. Ζούλα, Δύσκολο το παζλ της νέας κυβέρνησης, εφημ. Η Καθημερινή, Πέμπτη 17 Μαΐου 2012, σ. 4.

[107] Διορίστηκαν με το π.δ. 71/2012 «Διορισμός Υπουργών» (ΕτΚ Α΄, φ. 124 της 17ης Μαΐου 2012).

[108] Όπως αναφέρθηκε σε μερίδα του Τύπου. Στο ίδιο δημοσίευμα φέρεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας «να έχει προβλέψει από νωρίς τις εξελίξεις και να σημειώνει ονόματα και υπουργεία, ώστε, όταν έρθει η στιγμή, να είναι έτοιμος», γι’ αυτό το κριτήριο που επικράτησε κατά την επιλογή των Υπουργών από τον Πρ. Παυλόπουλο σε συνεργασία με την υπηρεσιακή Πρωθυπουργό ήταν ο σχηματισμό κυβέρνησης «ευρύτερης αποδοχής, η οποία να μπορεί να πάρει κα κρίσιμες αποφάσεις, αν χρειαστεί, επειδή η χώρα ζει κάτω από έκτακτες συνθήκες». Βλ. Χρ. Κοραή, Υπηρεσιακή . . .μακράς πνοής!, εφημ. Realnews, Κυριακή 30 Αυγούστου 2015, σ. 15.

[109] Πρόκειται για τους Υπουργούς Εσωτερικών, Εξωτερικών και Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων.

[110] Τα είκοσι τρία (23) μέλη της υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης -δώδεκα (12) Υπουργοί, εννέα (9) Αναπληρωτές Υπουργοί και δύο (2) Υφυπουργοί- ορκίστηκαν το μεσημέρι της Παρασκευής 28 Αυγούστου 2015 και διορίστηκαν με το π.δ. 65/2015 [«Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (ΕτΚ Α΄, φ. 106 της 28ης Αυγούστου 2015)]. Ο Μ. Σπουρδαλάκης δεν θα ορκιστεί και δεν θα διοριστεί, αν και το όνομά του είχε ανακοινωθεί την προηγουμένη της ορκωμοσίας στη θέση του Αναπληρωτή Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης.

[111] Η παραίτηση του Γενικού Γραμματέα σχετίζεται, όπως αποδίδεται σε κυβερνητική πηγή, «με το κλίμα τοξικότητας που είχε αναπτυχθεί γύρω από το πρόσωπό του», ενώ για το Διοικητή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην ανακοίνωση του γραφείου του πρωθυπουργού αναφέρεται ότι η παραίτησή του υποβλήθηκε «κατόπιν λανθασμένων ενεργειών που διαπιστώθηκαν στη διαδικασία νομίμων επισυνδέσεων». Βλ., αντί πολλών, Κ. Παπακώστα, Διπλή παραίτηση με μήνυμα κατά του τοξικού κλίματος, εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 6-7 Αυγούστου 2022, σ. 12-13· Παραιτήσεις Δημητριάδη από Μαξίμου και Κοντολέοντος από ΕΥΠ, εφημ. Παραπολιτικά, Σάββατο 6 Αυγούστου 2022, σ. 2 και Β. Λαμπρόπουλου, Το παρασκήνιο πίσω από τις παραιτήσεις Δημητριάδη και Κοντολέοντος, εφημ. Το Βήμα, Κυριακή 7 Αυγούστου 2022, σ. Α6-7/6-7.   

[112] Βλ., αντί πολλών, Κ. Παπακώστα, Η ακτινογραφία ενός διαγγέλματος, εφημ. Τα Νέα, Τρίτη 9 Αυγούστου 2022, σ. 8-9.

[113] Σε συνέχεια των δηλώσεων του πρωθυπουργού την επομένη θα εκδοθεί Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου [«Επείγουσες διατάξεις για την ενίσχυση της ακεραιότητας στη λειτουργία της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών» (ΕτΚ Α΄, 152 της 9ης Αυγούστου 2022)], με διατάξεις που συμπληρώνουν τη διαδικασία επιλογής του Διοικητή και καθιστούν  αυστηρότερη την έγκριση των νομίμων επισυνδέσεων. Συγκεκριμένα, προβλέφθηκε ότι ο Διοικητής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών διορίζεται μετά από γνώμη της αρμόδιας επιτροπής της Βουλής (άρθρο 1 παρ. 1), η οποία δίνεται και για τον υπηρετούντα κατά τη δημοσίευση της Πράξης (άρθρο 1 παρ. 2) -η μεταβατική απαίτηση στην ουσία της είναι πάντως άνευ αντικειμένου, αφού ο αντικαταστάτης του παραιτηθέντος ανακοινώθηκε μεν αλλά δεν θα έχει ακόμη διοριστεί έως τη σύγκληση της μόνιμης ειδικής επιτροπής θεσμών και διαφάνειας-, καθώς επίσης η εισαγγελική διάταξη για την άρση του απορρήτου υποβάλλεται για έγκριση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών και η χορήγησή της σηματοδοτεί την έναρξη της ισχύος της (άρθρο 2).

[114] Βλ. Δ. Μανιάτη, Σε σκληρή γραμμή η Κουμουνδούρου, εφημ. Τα Νέα, Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022, σ. 12.

[115] Βλ. Μ. Λαλιούτη, Επιμένει θεσμικά, εφημ. Τα Νέα, Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022, σ. 13.

[116] Η προηγούμενη πρόταση δυσπιστίας υποβλήθηκε από την αξιωματική αντιπολίτευση την 27η , άρχισε να συζητείται την επομένη και απορρίφθηκε την 30ή Ιανουαρίου 2022 [βλ. Θ. Ξηρού, Συνταγματικό-Κοινοβουλευτικό Χρονικό (Ιανουάριος-Μάρτιος 2022),  όπ.π. (σημ. 1), 263-264]. Έτσι, το καθορισμένο συνταγματικά εξάμηνο συμπληρώθηκε την 30ή Ιουλίου 2022 και νέα πρόταση δυσπιστίας μπορεί να κατατεθεί ανά πάσα στιγμή.

[117] Από το νέο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αντικείμενο τον εντοπισμό των προσώπων που έκαναν τις διαρροές για τις παρακολουθήσεις των τηλεφωνικών επικοινωνιών και από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με αντικείμενο τις καταγγελίες του Ν. Ανδρουλάκη και δύο δημοσιογράφων σχετικά με την παρακολούθηση των τηλεφωνικών τους επικοινωνιών. Βλ., αντί πολλών, Β. Κόκκαλη, Ψάχνουν το «βαθύ λαρύγγι», εφημ. Πρώτο Θέμα, Κυριακή 21 Αυγούστου 2022, σ. 10-11.

[118] Όπως εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω υπό VI και VII.

[119] Με τις διαδοχικές ανεξαρτητοποιήσεις και παραιτήσεις βουλευτών που έφεραν την κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας να αριθμεί ακριβώς εκατόν πενήντα (150) βουλευτές. Βλ. Θ. Ξηρού, Συνταγματικό Χρονολόγιο (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1993), ΤοΣ 4 (1993), σ. 812 επ. και Γ. Αναστασιάδη, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας (1993-1998), Αθήνα 1998, σ. 15 επ.

[120] Ως άμεση συνέπεια της αντικειμενικής του ευθύνης και του καταλογισμού της τόσο από την υπαγωγή της εποπτείας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στον πρωθυπουργικό γραφείο όσο και από την επιλογή του Διοικητή της αλλά και της αρμόδιας εισαγγελέως για τις παρακολουθήσεις Εισαγγελέα. Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Η παραίτηση του Πρωθυπουργού είναι μονόδρομος. Η πολιτική ευθύνη για τις αντισυνταγματικές υποκλοπές είναι αντικειμενική και μη μεταβιβάσιμη =www.constitutionalism.gr/09.08.2022 και Κ Χρυσόγονου, Καταφανής παραβίαση του Συντάγματος =www.constitutionalism.gr/13.08.2022. Πρόκειται πάντως για εξαιρετικά ακραίο και, μάλλον, απίθανο να αποκτήσει επικαιρότητα ενδεχόμενο που θα μπορούσε από μόνο του να ανατρέψει τόσο τα επικρατούντα δημοσκοπικά δεδομένα όσο και τα ρεαλιστικά σενάρια της επόμενης ημέρας, δίχως όμως να θεωρείται σοβαρή απειλή για την αναμενόμενη επικράτηση του συναινετικού κοινοβουλευτισμού.

[121] Άρθρο 38 παρ. 2 εδ. α΄ προτ. 1 και 2. Συντ. Βλ. Δ. Θ. Τσάτσου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 298· Κ. Χρυσόγονου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 522 επ.· Αθ. Ράικου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 115-116· Φ. Σπυρόπουλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 306 επ.· Ευάγ. Βενιζέλου, όπ.π. (σημ. 8), σ. 614 επ. και Κ. Μαυριά, όπ.π. (σημ. 8), σ. 492 επ.

[122] Για να περιοριστούν, όσο είναι δυνατό, οι δυσμενείς εκλογικές συνέπειες από τις όποιες αποκαλύψεις.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

11 − eight =