Ο Άρειος Πάγος ενώπιον του «Συμβουλίου της Δημοκρατίας»

Κυριάκος Π. Παπανικολάου, Λέκτωρ Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

Για το ζήτημα της πλήρωσης ανώτατων δικαστικών θέσεων, οι οποίες ακόμη δεν έχουν κενωθεί, ακούστηκαν προσφάτως πολλά επιχειρήματα, νομικά και πολιτικά, υπέρ και κατά. Ωστόσο, εκτός των παραμέτρων της συνταγματικής νομιμότητας, δεν πρέπει να παροράται ότι σε ένα βαθύτερο επίπεδο η προκληθείσα διχοστασία αφορά την ίδια τη λειτουργία του πολιτεύματος.

Η εφαρμογή του Συντάγματος, και ιδίως θεμελιωδών αρχών του που δεν εξειδικεύονται με απόλυτους κανόνες, επαφίεται στην αρμονική άσκηση των οικείων αρμοδιοτήτων από τους παράγοντες του πολιτεύματος. Η πολιτική αρετή της διακρίσεως, δηλαδή της κατ’ οικεία δέσμευση προσήκουσας και ισορροπημένης άσκησης αρμοδιοτήτων, πρέπει να χαρακτηρίζει την επιτέλεση του συνταγματικού ρόλου των πολιτειακών παραγόντων στις περιπτώσεις που το Σύνταγμα δεν προβλέπει άλλες εγγυήσεις τήρησής του. Σε αυτές τις άγραφες εγγυήσεις βασίζεται, επί παραδείγματι, η τήρηση της αρχής της δεδηλωμένης σε οριακές περιπτώσεις διακρίβωσης της αναγκαίας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας κατά την ανάθεση σχηματισμού κυβερνήσεως. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μετά διακρίσεως ακούει και εμπιστεύεται τον υπευθύνως διερευνήσαντα πολιτικό αρχηγό, χωρίς να χρειάζεται να τηρηθεί κάποια αυστηρή αποδεικτική διαδικασία για τη διακρίβωση της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης. Στις ίδιες πολιτικές αρετές και εγγυήσεις βασίζεται η διαδικασία του σχηματισμού υπηρεσιακών κυβερνήσεων και, κυρίως, η άσκηση των καθηκόντων αυτών των κυβερνήσεων.

Μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, η πρόωρη διάλυση της Βουλής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας βασίζεται κατά κανόνα στην πρωτοβουλία Κυβερνήσεων που εξακολουθούν να απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη της Βουλής. Οι κυβερνήσεις που αποχωρούν λόγω αμφιβολιών σχετικά με την προβολή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στο λαϊκό αίσθημα, δηλαδή αμφιβολιών σχετικά με την πραγματική πολιτική νομιμοποίηση της Βουλής και, κατ’ ακολουθίαν, της Κυβέρνησης, λαμβάνουν πρωτοβουλία διάλυσης της Βουλής επικαλούμενες όχι κάποια τέτοια δυσαρμονία αλλά την κρισιμότητα επικείμενων αποφάσεων. Κατά τις κρατούσες συνθήκες του πολιτεύματος, λοιπόν, η πρόωρη διάλυση της Βουλής εν όψει επικείμενων αποφάσεων («για ανανέωση της λαϊκής εντολής», κατά το άρθρο 41 του Συντάγματος) μπορεί να υποδηλώνει αμφιβολίες διατήρησης της πολιτικής νομιμοποίησης των εκάστοτε κυβερνώντων, προσδίδοντας έντονα υπηρεσιακά στοιχεία στη μη παραιτούμενη κυβέρνηση, η οποία αυτοπεριορίζεται αναλόγως κατά την άσκηση των πολιτικών αρμοδιοτήτων της.

Ένας τέτοιος κατά συνθήκην αυτοπεριορισμός αποτρέπει τη ρητή έγερση αμφισβητήσεων πολιτικής νομιμοποίησης της Κυβέρνησης που εξακολουθεί να φέρει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Απεναντίας, όταν δεν τηρείται η ανωτέρω συνθήκη, ενδέχεται να αμφισβητηθεί η πολιτική νομιμοποίηση αποφάσεων της Κυβέρνησης επί ζητημάτων μείζονος σημασίας και εν τέλει να παρεισαχθεί προβληματισμός για την επάρκεια των ίδιων των άγραφων εγγυήσεων τήρησης του Συντάγματος. Αυτή είναι η κρίσιμη παράμετρος που αφορά τη λειτουργία του πολιτεύματος∙ η επίκληση καταστρατήγησης – και όχι ευθείας παραβίασης – των συνταγματικών κανόνων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακανθώδη ερωτήματα περί της ανάγκης θεσμοθετήσεως παραγόντων και διαδικασιών ελέγχου της ευθείας πολιτικής νομιμοποίησης των εκάστοτε κυβερνώντων, παρ’ ότι στηρίζονται στην εμπιστοσύνη της Βουλής.

Μια τέτοια ρύθμιση προβλεπόταν στο Σύνταγμά μας πριν από την αναθεώρηση του 1986. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορούσε να διαλύει πρόωρα τη Βουλή κατόπιν γνώμης του Συμβουλίου της Δημοκρατίας, όταν διαπιστωνόταν προφανής δυσαρμονία προς το λαϊκό αίσθημα. Ευτυχώς, εκείνη η υπερεξουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν ασκήθηκε ποτέ. Ωστόσο, τυχόν δυσανάλογη άσκηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων υπό τις ανωτέρω συνθήκες θα μπορούσε να ευνοήσει σκέψεις για την ανάγκη τέτοιων γραπτών εγγυήσεων διατήρησης της πολιτικής νομιμοποίησης.

Τέτοιες σκέψεις, όμως, θα αποτελούσαν ομολογία τρώσης του κοινοβουλευτικού συστήματος και του δημοκρατικού κεκτημένου της μεταπολίτευσης, που με σωφροσύνη έχει διαφυλαχθεί από τους πολιτειακούς παράγοντες ακόμη και κατά την περίοδο της κρίσης. Η μετά διακρίσεως άσκηση των συνταγματικών αρμοδιοτήτων και η τήρηση άγραφων εγγυήσεων του Συντάγματος αποτελεί λαμπρό δείγμα πολιτειακής ωριμότητας και δείκτη δημοκρατικής αυτοπεποίθησης, που έχει επιτρέψει μάλιστα κατά το μείζον μέρος της μεταπολίτευσης την ομαλή πολιτική συμβίωση Κυβερνήσεων και Προέδρων της Δημοκρατίας προερχόμενων από ετερογενείς πολιτικούς χώρους. Η διατήρηση ή η απώλεια αυτής της αυτοπεποίθησης αποτελεί το βαθύτερο διακύβευμα των ημερών∙ και αυτό δεν αφορά, βεβαίως, μόνο το σημαντικό ζήτημα της πλήρωσης ανώτατων δικαστικών θέσεων, αλλά κάθε περίπτωση στην οποία δεν αποτρέπεται η μετάλλαξη ζητημάτων νομιμότητας σε αμφισβητήσεις δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση της “Καθημερινής”, 12 Ιουνίου 2019

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

20 − 4 =