Οι εξεταστικές επιτροπές μετά την αναθεώρηση του 2019

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης στο ΕΑΠ

Μετά την τροποποίηση του άρθρου 68 παρ. 2 Συντ. με την αναθεώρηση του 2019 η σύσταση εξεταστικής επιτροπής για την έρευνα ζητημάτων που δεν ανάγονται στην εξωτερική πολιτική ή την εθνική άμυνα, αποτελεί πλέον δικαίωμα της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας. Συγκεκριμένα, για τη σύσταση τέτοιας επιτροπής αρκεί πρόταση δέκα τουλάχιστον βουλευτών και υπερψήφισή της από εκατόν είκοσι βουλευτές, ανεξαρτήτως πλειοψηφίας, δηλαδή ακόμη και εάν κατά τη σχετική ψηφοφορία, οι βουλευτές που δεν συμφωνούν με την πρόταση αυτή είναι περισσότεροι από εκατόν είκοσι. Το άρθρο 68 παρ. 2 Συντ. ακόμη και υπό την αναθεωρημένη μορφή του απαιτεί τη διενέργεια ψηφοφορίας, μολονότι θα αρκούσε απλώς, σύμφωνα με τη νέα ratio του, η σχετική πρόταση να φέρει τις υπογραφές εκατόν είκοσι βουλευτών (πρβλ. το άρθρο 55 του ελληνικού Συντάγματος του 1927, το οποίο όριζε ότι η Βουλή υποχρεούται να διορίζει εξεταστικές επιτροπές «επί τη αιτήσει» του ενός τρίτου του όλου αριθμού των βουλευτών). Οι εξεταστικές επιτροπές της μειοψηφίας αποτελούν μέσον ασκήσεως κοινοβουλευτικού ελέγχου από την αντιπολίτευση και αποβλέπουν στην κριτική ενεργειών της παρούσης (ή προηγούμενης) Κυβέρνησης. Εξεταστικές επιτροπές μπορούν να συσταθούν και με πρωτοβουλία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, στην περίπτωση όμως αυτήν η πρόταση πρέπει να υπογράφεται από τουλάχιστον εξήντα βουλευτές και η σχετική απόφαση της Βουλής να ληφθεί κατά πλειοψηφία που δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα 2/5 τουλάχιστον των μελών της Βουλής, δηλαδή να υπάρχει απόλυτη πλειοψηφία  του όλου αριθμού των βουλευτών ή σχετική πλειοψηφία τουλάχιστον 120 βουλευτών έναντι των βουλευτών που καταψηφίζουν την πρόταση. Κατά κανόνα, οι εξεταστικές επιτροπές που συγκροτούνται με απόφαση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας αποβλέπουν στην κριτική ενεργειών της προηγούμενης Κυβέρνησης. Και στις δύο περιπτώσεις οι εξεταστικές επιτροπές συγκροτούνται ανάλογα με τη δύναμη των κοινοβουλευτικών ομάδων, δηλαδή η πλειοψηφία και η διεύθυνσή τους ανήκει στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ενώ όμως στην περίπτωση των εξεταστικών επιτροπών της πλειοψηφίας, η Βουλή έχει δικαίωμα με την απόφασή της να διευρύνει ή να συμπληρώνει το αντικείμενο της έρευνας, εντός του πλαισίου της πρότασης των βουλευτών (βλ. Μ. Καλυβιώτου, άρθρο 68, σε: Φ. Σπυρόπουλου/ Ξ. Κοντιάδη/ Χ. Ανθόπουλου, Σύνταγμα, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, εκδόσεις Σάκκουλα, 2017, σ. 1133), στην περίπτωση των εξεταστικών επιτροπών της μειοψηφίας, η απόφαση της Βουλής δεσμεύεται εξ ολοκλήρου από την πρόταση των βουλευτών και δεν δικαιούται να την επαναπροσδιορίσει, διότι η σύστασή τους είναι ανεξάρτητη από τη βούληση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, οι εξεταστικές επιτροπές δεσμεύονται αντίστοιχα από την απόφαση της Βουλής, δηλαδή δεν διαθέτουν διακριτική ευχέρεια μεταβολής του αντικειμένου και των ορίων της έρευνας. Συμπερασματικά, αν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θέλει να συγκροτήσει εξεταστική επιτροπή, έστω με παρεμφερές αντικείμενο έρευνας σε σχέση με πρόταση που υποβλήθηκε από τη μειοψηφία, αλλά το οποίο αναφέρεται σε διαφορετική χρονική περίοδο, πρέπει να προτείνει τη σύσταση ξεχωριστής εξεταστικής επιτροπής σύμφωνα με τον γενικό κανόνα του άρθρου 68 παρ. 2 εδ. α΄ Συντ., που προβλέπει την πρόταση εξήντα βουλευτών και απόφαση της Βουλής με πλειοψηφία επί των παρόντων τουλάχιστον εκατόν είκοσι βουλευτών.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις Νοεμβρίου 2021.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

seventeen + 7 =