Οι λέξεις και τα πράγματα: ο νομικός Σαράντης Ορφανουδάκης.

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ


Πως γεννιέται ένας κανόνας δικαίου; Ποια είναι ή πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας που επιτρέπουν στον νομικό, στους κυβερνώντες και τελικά στον δικαστή να προσεγγίζουν τις έννοιες που έχουν ενσωματωθεί στα νομοθετικά κείμενα, να τις κατανοούν και εν ανάγκη να τις επανορίζουν, ώστε να εξασφαλίζεται δικαιοκρατικά η ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων; Με ποιες συνθήκες και με ποιους όρους το σύνταγμα εξασφαλίζει τις εγγυήσεις της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας και πως ο καταστατικός χάρτης μπορεί να πλαισιώσει αποτελεσματικά την δημοκρατική καταγωγή και άσκηση της πολιτικής εξουσίας;

Μιακόκκινη κλωστή διατρέχει το έργο του Σαράντη Ορφανουδάκη, που με πάθος καισυνέπεια αναζητούσε την ορθότητα τωννομικών κρίσεων, σε συγκεκριμένο νομικό σύστημα και σε συγκεκριμένο χρόνο: ηκατασκευή των νομικών εννοιών και ιδίως των εννοιών του συνταγματικού δικαίουδεν είναι θέμα τεχνικό, αλλά επιστημονικό και για τον λόγο αυτό η ορθότητα τωνισχυρισμών που προτείνει κάθε φορά ο ερμηνευτής του δικαίου θα πρέπει ναστηρίζεται «στην έρευνα της επιστήμης της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, τηςοικονομίας, της πολιτικής, εκεί, τέλος πάντων, όπου ανθοφορεί η ανθρώπινηγνώση, όπου δημιουργεί το ανθρώπινο τάλαντο, όπου διεκδικούν της γης οικολασμένοι, όπου αυτοπυρπολούνται ρομαντικοί εραστές της ελευθερίας, σχεδόνπαντού!»[1].

Με δυο λόγια, για τον Σαράντη η νομική είναι επιστήμη, που δικαιολογεί αυτόν τον χαρακτηρισμό της, όχι επειδή  οι θεράποντές της ακολουθούν με αυστηρότητα ένα εσωτερικό δόγμα ή εφαρμόζουν πιστά μια θεωρία για το δίκαιο, αλλά επειδή έχουν διαμορφώσει μεθόδους που εξασφαλίζουν αφενός την δυνατότητα διαλόγου με όλες τις κοινωνικές επιστήμες, αφετέρου την ανάγνωση και κατανόηση όσων πραγματολογικών στοιχείων συμβάλλουν στην συγκρότηση των θεμελιωδών εννοιών που συγκροτούν το καθεαυτό αντικείμενό της[2] .

Με αυτή την επιστημολογική παραδοχή, o Σαράντης προσέγγισε τα ζητήματα που τον απασχόλησαν. Βαθύς γνώστης της νομολογίας, ανέλαβε με την εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής του, το εγχείρημα «οριοθέτησης», μάλλον ανασυγκρότησης, της ελευθερίας, που μετά την έκδοση της μελέτης του ονομάζεται πλέον ελευθερία της συνένωσης. Είναι η εποχή που κυρίαρχο διακύβευμα στο πεδίο των δικαιωμάτων ήταν η προστασία της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας από τις παρεμβάσεις των κυβερνώντων, στους οποίους ο Ορφανουδάκης εντάσσει,  ενόψει των εξελίξεων του κοινοβουλευτικού συστήματος τόσο τους φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, όσο και τον κοινό νομοθέτη: η ανάπτυξη του κομματικού φαινομένου είχε ήδη από τον Μεσοπόλεμο αλλοιώσει τις σχέσεις κυβέρνησης και Βουλής, με αποτέλεσμα και ο νόμος να αποτελεί πηγή κινδύνων για τα δικαιώματα.

Η μελέτη εκκινεί από την κριτική του όρου που στεγάζει την έννοια: ελέγχοντας τους αποδεκτούς μέχρι τότε ορισμούς καταλήγει, ότι «Εν πάση περιπτώσει με τα σημερινά δεδομένα η πρόταση χρησιμοποίησης του όρου δικαίωμα ή ελευθερία της συνένωσης φαίνεται να λύνει σημαντικά ζητήματα», καθώς αποτρέπει την σύγχυση με τις κερδοσκοπικές εταιρίες και καλύπτει κανονιστικά όλες τις δραστηριότητες που διεκδικούν προστασία από το άρθρο 11 Συν. Το βασικό πλεονέκτημα, όμως, που αναγνωρίζει στον όρο συνένωση, συνίσταται στο ότι «η προθεματική προσθήκη του συν στο ένωση αναδεικνύει την διαδικασία ίδρυσης της οργάνωσης που όταν συσταθεί, δεν αποτελεί ένα απλό άθροισμα βουλήσεων, αλλά ένα νέο οργανισμό με ενιαία βουλητική έκφραση, λειτουργία και δράση»[3]

Η επιλογή δεν είναι «αθώα»: σκοπεί να υποδεχθεί τον εννοιολογικό προσδιορισμό του δικαιώματος και να περιγράψει την κανονιστική του εμβέλεια, με τρόπο που θα επιτρέπει στα «κοινωνικά μορφώματα που δημιούργησε η ιδιωτική και ενστερνίστηκε η συλλογική αυτονομία, έχουν χρονική διάρκεια και ο καταστατικό σκοπός τους είναι ξένος προς την κερδοσκοπία»[4] να αποτελούν, ως αυτοτελείς οντότητες και ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς των μελών τους, αντικείμενο συνταγματικής προστασίας. Μέσα από μια εξαντλητική και κριτική αξιολόγηση της νομολογίας, η μελέτη ανέδειξε τις θετικές εγγυήσεις της ιδιωτικής αυτονομίας, τις διασφαλίσεις της συλλογικής και κοινωνικής αυτονομίας και ενέταξε το δικαίωμα στο όλο σύστημα δικαιοκρατικής οργάνωσης της πολιτείας.

Πραγματικά, αξιοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο την συνταγματική ιστορία και την μέχρι τότε θεωρητική επεξεργασία για το δικαίωμα[5], ο Ορφανουδάκης υποστήριξε μια εγγυητική ερμηνεία της ρήτρας τηρώντας τους νόμους του κράτους που οριοθετεί την άσκηση του δικαιώματος[6]. Έτσι, κατάφερε να συναρθρώσει το αίτημα προστασίας της ελευθερίας της συνένωσης με τις θεμελιώδεις πολιτειακές επιλογές και να δείξει την σημασία της για την διαμόρφωση της μορφής του πολιτεύματος: «κατόπιν τούτου προφανές είναι ότι προκειμένου να προσδιορισθούν οι οργανωτικές αρχές του δικαιώματος της συνένωσης, η ερμηνεία της ρήτρας τηρώντας τους νόμους δεν μπορεί να επιχειρηθεί σε πρώτο επίπεδο χωρίς τη διασαφήνιση των επιλογών του συντακτικού νομοθέτη, ο οποίος εντάσει τις συνενώσεις στον ευρύτερο σχεδιασμό του για την κρατική οργάνωση και τα συνταγματικά δικαιώματα. Η συστηματική έρευνα αυτών των επιλογών αναδεικνύει τις θεμελιώδεις (ηθικού, πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα) αντιλήψεις του Έλληνα νομοθέτη, οι οποίες αποτυπώνονται προεχόντως στους ποινικούς νόμους και εξασφαλίζουν τη δημόσια τάξη υπό τη συνθετική της έννοια»[7].

Η διδακτορική διατριβή του Σαράντη, λοιπόν, δεν αποτελεί απλώς ενδιαφέρουσα επιτομή του προβληματισμού για το περιεχόμενο και την θεσμικοπολιτική σημασία του δικαιώματος της συνένωσης, αλλά και συνεκτική, πειστική υποστήριξη της αντίληψης ότι η ελευθερία είναι συνταγματικά οργανωμένη, ότι αποτελεί μέρος ενός συστήματος προστασίας των δικαιωμάτων και παράμετρο λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, διαφορετικά δεν είναι ελευθερία.

Οι κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις μετέβαλλαν τις σχέσεις νόμου και ελευθερίας, καθώς η -έστω ελλειματική- ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους διεύρυνε τα όρια παρέμβασης του νομοθέτη και ενίσχυσε την διακριτική ευχέρεια της διοίκησης, με αποτέλεσμα να γεννώνται νέοι κίνδυνοι για την ιδιωτική αυτονομία και, όπως διαπίστωνε ο Ορφανουδάκης, «η πολιτειακή δράση [να] καλείται να προκρίνει, με σταθμιστικό συνυπολογισμό των εκάστοτε συγκρουόμενων συμφερόντων, εκλογικευμένα μέτρα, που θα κατατείνουν στην άρση των …συγκρούσεων και για τον λόγο αυτό δεν μπορεί παρά να είναι πρόσφορα, αναγκαία και να συνάπτονται με τον σκοπό για τον οποίο θεσμοθετούνται»[8]. Αυτή η ανάγκη τον οδήγησε να ασχοληθεί με την αρχή της αναλογικότητας ως περιορισμό των περιορισμών των συνταγματικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

Στόχος αυτής της μελέτης είναι να αναδείξει ότι η αναλογικοτητα αποτελεί μια θεσμίζουσα σταντάρ, δηλαδή αντικειμενικά πρότυπα κανονικότητας συνταγματική αρχή, που δεσμεύει όλα τα κρατικά όργανα στην εφαρμογή της. Για τον προσδιορισμό του περιεχομένου της, ο Ορφανουδάκης εκκινεί από την παραδοχή ότι η ρύθμιση των συγκρούσεων δεν αποτελεί μια καινοφανή ανάγκη των τελευταίων δεκαετιών, αλλά μια σταθερή λειτουργία της έννομης τάξης. Πρόκειται για ζήτημα που διαθέτει συνταγματικό ενδιαφέρον, ακόμη και όταν δεν ρυθμίζεται ρητά από τον καταστατικό χάρτη. Ανιχνεύει τους λόγους συνταγματοποίησης της αρχής μέσα από την προσεκτική εξέταση της νομολογίας και της θεωρίας[9], ελέγχοντας τις ελλειπτικές παραδοχές των πρώτης και τις ενδιαφέρουσες αναλύσεις της δεύτερης ενόψει των κοινωνικών και κανονιστικών αιτήματων που διατυπώνονται στις αρχές του 21ου αιώνα, δηλαδή σε μια περίοδο έντασης των κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων, για να καταλήξει σε μια περιεκτική ερμηνεία του άρθρου 25 παρ.1 Συντ., που μετά την αναθεώρηση του 2001 αποτελεί το τυπικό θεμέλιο της αρχής.

Στο αναθεωρήμενο σύνταγμα κατορθώνει να εντάξει ένα σταθερό νόημα, ικανό να οδηγεί στην επίλυση των αντινομιών μεταξύ αντίρροπων δικαιωμάτων ή/και έννομων αγαθών, χωρίς οι σχετικές κρίσεις να συσκοτίζονται, με άλλα λόγια χωρίς να επιτρέπεται η θεμελίωσή τους σε αρχές που εντοπίζονται στο εξωνομικό πεδίο της ηθικής ή των επισφαλών, άρα ανασφαλών ιδεών του εφαρμοστή του δικαίου για την δικαιοσύνη. Έτσι, η κατάφαση της συνταγματικής περιωπής κανονιστικότητας και του ουσιαστικού περιεχομένου της αρχής της αναλογικότητας αναδεικνύεται σε εγγύηση τήρησης του συντάγματος: παράμετρος ενίσχυσης του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, επομένως και περιορισμού της αυθαιρεσίας των κυβερνώντων[10], η αρχή της αναλογικότητας εξασφαλίζει παράλληλα τον αυτοπεριορισμό των δικαστών, τους οποίους καλεί να αξιολογούν τις συγκεκριμένες καταστάσεις ενόψει ενός γενικού και σταθερού κριτηρίου.

Με τον τρόπο αυτό, το κράτος δικαίου αναδεικνύεται σε στοιχείο της σύγχρονης δημοκρατίας, δεδομένου ότι νομοθέτης και δικαστής υποχρεώνονται να «συναρμόσ[ουν] θεμελιώδεις επιλογές του συντακτικού νομοθέτη σε μια διανοητική εργασία που σκοπεύει τη διακρίβωση αφενός της καταλληλότητας και της αναγκαιότητας του μέτρου, αφετέρου  της συνάφειας του μέσου προς τον σκοπό, υπό την έννοια της εύλογης σχέσης μεταξύ τους, με τελικό σκοπό τον έλεγχο αν ο περιορισμός ανταποκρίνεται στην «κανονικότητα» που προτάσσει και εγγυάται η αρχή»[11]

Αν οι μελέτες για την αρχή της αναλογικότητας[12] αποτυπώνουν την προσπάθεια του Ορφανουδάκη να (επαν)ορθώσει τους φραγμούς που το σύνταγμα θέτει στην κρατική δράση, η ύστερη περίοδος του έργου του αντανακλά το επιστημονικό του «μεράκι» να δείξει ότι το συνταγματικό δίκαιο δεν είναι μια υποδιαίρεση της νομικής επιστήμης, αλλά εκείνος ο κλάδος της που εξασφαλίζει την οριοθέτηση και κατανομή της κρατικής εξουσίας, ταυτόχρονα όμως και κυρίως υποδέχεται το πολιτικό αίτημα η εξουσία αυτή να θεμελιώνεται στην βούληση του λαού, εισάγοντας αποτελεσματικές εγγυήσεις της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.

Έτσι, ξεκίνησε η περιπλάνησή του στο πεδίο του συνταγματισμού, που τον μάγεψε και του επέτρεψε να δείξει ότι η τυπική υπεροχή των κανόνων του συντάγματος αποκρίνεται στο πάντοτε επίκαιρο πολιτικοθεσμικό αίτημα, η νομική πλαισίωση της εξουσίας να εξασφαλίζει την δυνατότητα των κυβερνωμένων να ελέγχουν τους κυβερνώντες, να συμμετέχουν στην διαχείριση των κοινών και να διαμορφώνουν ακαταγώνιστα τα πεδία της προσωπικής τους ανάπτυξης και της ειρηνικής τους συνύπαρξης. Αν και το αίτημα αυτό συνδέεται στενά με την διαδικασία συγκρότησης των εθνικών κρατών, για τον Ορφανουδάκη δεν περιορίζεται στο εσωτερικό τους ούτε εξαντλείται στην θέσμισή τους. Ο συνταγματισμός ως κίνημα που στοχεύει στην δια του δικαίου συγκρότηση των πεδίων της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας και στην διαφύλαξη της αυτονομίας του πολιτικού δεν αναπτύσσει την δυναμική του ούτε προσλαμβάνει την σημασία του αποκλειστικά στο κρατικό επίπεδο. Διαθέτει ένα παρελθόν που τον συνδέει και με άλλης μορφής πολιτειακές οντότητες[13], για τον λόγο δε αυτό μπορεί να αποκτήσει ένα ευρωπαϊκό μέλλον.

Οι ωραίες μελέτες του για τον επτανησιακό και τον σαμιακό συνταγματισμό, που άνοιξαν μια γόνιμη συζήτηση[14], δεν μαρτυρούν μόνο την επιστημονική του ολοκλήρωση. Αποτυπώνουν την βαθειά πνευματική του ικανοποίηση, καθώς σιγά- σιγά με το έργο του φανερώνει την συμβολή του συνταγματικού δικαίου στην συγκρότηση της ελληνικής πολιτείας και στην αντιμετώπιση των δεινών που σταθερά ταλαιπωρούν τον λαό της. Οι περιστάσεις αλλάζουν και κάποια από τα δεινά μεγενθύνονται. Η επιμονή του Ορφανουδάκη να προσδιορίζει τις συνταγματικές έννοιες με βάση το ιστορικό  τους περιβάλλον και το νομολογιακό τους φορτίο, μας παρέχει εργαλεία που μπορούν να συμβάλλουν στην πειστικότατη, όπως θα έλεγε και ο ίδιος, απάντηση σε κρίσιμα θεσμικοπολιτικά ερωτήματα που αφορούν την σημερινή λειτουργία του πολιτεύματος.

Ένα από αυτά είναι το ζήτημα της απαγόρευσης πολιτικών κομμάτων που η ιδεολογία ή/και η μορφή οργάνωσης τους αντιστρατεύονται τις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος, δηλαδή το πολιτικά και πολιτειακά φλέγον θέμα αν μπορεί να τεθεί εκτός νόμου το κόμμα-εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής. Ο Ορφανουδάκης στην διδακτορική του διατριβή προσέγγισε το συγγενικό πρόβλημα των αντικαθεστωτικών σωματείων και ανέδειξε με σαφήνεια τις νομικές και πραγματολογικές παραμέτρους του. Εντοπίζοντας πίσω από δικαστικές αποφάσεις 50 χρόνων δυο διαφορετικές λογικές, που καθεμιά τους στηρίζει και διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση του συντάγματος, διαπιστώνει ότι η εξομοίωσή του και ιδίως η εξομοίωση των διατάξεών του που καθορίζουν την βάση και την μορφή του πολιτεύματος με απαγορευτικούς νόμους, υπονομεύει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του κράτους. Τούτο επειδή ευνοεί την σύγχυση ανάμεσα αφενός στην διάδοση γνώμης που είναι συνταγματικά ανεκτή ακόμη και όταν στοχεύει στην ριζική μεταβολή του πολιτεύματος, αφετέρου στην παράνομη δράση, την οποία ενδεχομένως  προϋποθέτει η εκπλήρωση του σκοπού του σωματείου. Μάλιστα, «επειδή η ιστορια ουδέποτε ανέδειξε συνομώτες με καταστικά, δημοσιότητα και σωματειακή οργάνωση και η διάψευσή της απαιτεί την σύμπτωση βουλήσεων 20 τουλάχιστον ανοήτων (και με τάσεις αυτοκαταστροφής) ανθρώπων»[15], καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για να «δικαιολογηθεί η άρνηση αναγνώρισης σωματείου θα πρέπει ο καταστατικός σκοπός του να οδηγεί στη συμπλήρωση της νομοτυπικής μορφής του αδικήματος, δηλαδή θα πρέπει να προβλέπεται η δημοσίως ή με διάδοση εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων πρόκληση ή προσπάθεια για διέγερση άλλων στο να επιχειρήσουν τη μεταβολή του πολιτεύματος με βίαια μέσα»[16]. Ακόμη, δεν παραλείπει να υπενθυμίσει, ότι η αξιολόγηση του σκοπού του σωματείου από τον δικαστή δεν μπορεί να γίνεται με ελεύθερα ερμηνευτικά κριτήρια, αλλοιώς είναι μεγάλος ο κίνδυνος η απαγόρευση να καταλάβει τις συλλογικότητες που απλώς επιδιώκουν την διάδοση ανατρεπτικών αδειών.

Ωστόσο, η σκοτεινή προοπτική που διαγράφεται με την επιστροφή του φασισμού στο πολιτικό προσκήνιο δικαιολογεί το ερώτημα, μήπως η προσέγγιση του Ορφανουδάκη αφήνει ανοχύρωτο το πολιτευμα απέναντι στους εχθρούς του, μήπως στερεί την δημοκρατία από ένα ισχυρότατο όπλο, που είναι η θέση εκτός νόμου των φασιστικών και ναζιστικών οργανώσεων. Η επιφυλακτικότητα ενισχύεται από το γεγονός, ότι οι παραπάνω σκέψεις του διατυπώθηκαν πριν από μια εικοσαετία, όταν το φάντασμα του ολοκληρωτισμού έμοιαζε να έχει οριστικά εξοριστεί από την Ευρώπη και δεν χρειάζονταν συνταγματικά αναχώματα για την αποτροπή της επανεμφάνισής του. Η απάντηση σε αυτούς τους προβληματισμούς διατυπώνεται ρητά ως καταληκτικές σκέψεις της συστηματικής ερμηνείας που προηγήθηκε: «το ισχύον Σύνταγμα οργανώνει από μόνο του τις ‘αντοχές’ και τα ‘όρια’ του. Αξιώνει την τήρηση των διατάξεων του (άρθρο 120 παρ.2) περιγράφοντας έμμεσα και τις ανοχές του για τις περιπτώσεις μη τήρησης. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις η ανοχή του εξικνείται μέχρι την προστασία των διαφωνούντων. Η τελευταία έχει ως κριτήριο το είδος της αμφισβήτησης ή της διαφωνίας…κριτήριο δε της ανοχής του αποτελεί η μη χρήση βίας (άρθρα 11, 14 παρ.3, 120 παρ 3 και 4 Συντ.)»[17].

Φιλελεύθερο το ελληνικό κράτος και με δημοκρατικό πολίτευμα δεν κατορθώνει πάντοτε να εξασφαλίσει την ισονομία για όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου ούτε να διατηρήσει την αυτονομία του απέναντι σε ισχυρές κοινωνικές εξουσίες. Τούτα τα ελλείμματα σε κάποιες, λίγες είναι αλήθεια, περιπτώσεις οφείλονται στον καταστατικό σχεδιασμό του πολιτεύματος, που από την ίδρυση της ελληνικής πολιτείας αναπαράγει ορισμένες αντιφάσεις, οι οποίες στηρίζουν παρεκβάσεις από τα πρότυπα του ευρωπαϊκού συνταγματισμού.  Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας αντιφατικής αντιμετώπισης της ρυθμιστέας ύλης αποτελεί η αναγνώριση επικρατούσας θρησκείας από ένα σύνταγμα που πάντως εγγυάται τον ουδετερόθρησκο χαρακτήρα του κράτους. Πραγματικά, το άρθρο 3 Συντ. που ορίζει ως επικρατούσα θρησκεία αυτή της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και προβλέπει την οργάνωσή της σε αυτοδιοικούμενο ν.π.δ.δ., συνυπάρχει με τους κανόνες του άρθρου 13 Συντ, που εγγυώνται την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας καθενός μέλους του κοινωνικού συνόλου και την ίση προστασία των θρησκευτικών κοινοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο, το γεγονός ότι η Εκκλησία αποτελεί με βάση το σύνταγμα κρατικό θεσμό συνέβαλλε τόσο στην διακριτική και άνιση μεταχείριση των μελών των λοιπών θρησκευτικών μειονοτήτων, όσο και σε υπέρβαση του ρόλου που μια θρησκευτική οργάνωση -πρέπει να- επιτελεί σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου.

Η ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού κοινοβουλευτισμού υπό το Σύνταγμα του 1975 δεν αποτέλεσε συνθήκη ικανή για την άρση της παραπάνω αντίφασης. Επί δεκαετίες, οι κυβερνήσεις υιοθετούσαν ή ανέχονταν ρυθμίσεις που εισήγαγαν περιορισμούς στην θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία της λατρείας των αλλοδόξων, παράλληλα δε η Εκκλησία ανέπτυσσε πολιτικές και πολιτειακές φιλοδοξίες, υποστηρίζοντας πως η χώρα διαθέτει επίσημη, κρατική θρησκεία και ότι αυτή, ως θεσμικός εκφραστής της, δικαιούται να συμπράττει στην άσκηση πλήθους κρατικών αρμοδιοτήτων. Μέχρι πολύ πρόσφατα, καθολικοί, προτεστάντες και γενικά πιστοί οποιασδήποτε θρησκευτικής μειονότητας όφειλαν να ζητήσουν την άδεια του επιχώριου ορθόδοξου επισκόπου για να ιδρύσουν ναό, οι χιλιάδες μουσουλμάνοι που κατοικούν στο λεκανοπέδιο Αττικής εξακολουθούν να στερούνται χώρων λατρείας, ενώ άδικες και βαριές καταδίκες για προσηλυτισμό έδειξαν ότι ο νόμος που τυποποιεί το συγκεκριμένο αδίκημα παραβιάζει την θρησκευτική ελευθερία των κοινωνικών υποκειμένων[18]

Εξάλλου, από την αντίδραση της ιεραρχίας στην κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, μέχρι την αμφισβήτηση της πρόσφατης απόπειρας της πολιτείας να αναμορφώσει το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών στην δημόσια εκπαίδευση, η προσπάθεια της Εκκλησίας να συμμετέχει στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας και στην διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών, εντείνεται. Αρωγός σε αυτήν την προσπάθεια στέκεται η δικαστική εξουσία[19], με αποτέλεσμα η Εκκλησία, επωφελούμενη της κοινωνικής επιρροής της και με την βοήθεια κρατικών λειτουργών που είναι ένθερμοι οπαδοί της, να θέτει σε ισχυρή αμφισβήτηση τους συνταγματικούς κανόνες που διαμορφώνουν τον ουδετερόθρησκο χαρακτήρα του κράτους.

 Ο Ορφανουδάκης επισήμανε την θεσμικοπολιτική σημασία της αντίφασης και επέμεινε στην ανάγκη αντιμετώπισής της. Για τον λόγο αυτό, προσέφυγε στην σκέψη του Α. Κοραή[20], που σχολιάζοντας το σύνταγμα της Επιδαύρου είχε αναδείξει τα προβλήματα που δημιουργεί η ρύθμιση των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας από τον καταστατικό χάρτη. Ο εξοχότερος έλληνας εκπρόσωπος του Διαφωτισμού είχε υπογραμμίσει ότι η «φανέρωσις» του δόγματος της Ανατολικής Ορθόδοξης εκκλησίας, που είναι δόγμα της πλειοψηφίας του λαού «εις το πολιτικόν σύνταγμα είναι απολίτευτος»[21], ότι δηλαδή περιορίζει το πεδίο του πολιτικού, συνακόλουθα της δημοκρατίας. Για τον Ορφανουδάκη, η ανάγνωση και μόνον της κριτικής του Κοραή πείθει ότι αν τότε στην πρώτη- πρώτη οργάνωση του κράτους είχε επικρατήσει η φιλελεύθερη και δημοκρατική σκέψη για το ζήτημα των σχέσεων κράτους και εκκλησίας, τούτο δεν θα ταλάνιζε έκτοτε την χώρα. «Ατυχώς όμως τούτο δεν συνέβη!»[22] σημειώνει απογοητευμένος, με αποτέλεσμα σχεδόν 200 χρόνια μετά να βρισκόμαστε ακόμη σε αναζήτηση των όρων μετάβασης σε κάποιο σύστημα ήπιου ή πιο αυστηρού διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος που έχει ξεκινήσει φαίνεται να αποτελεί μια καλή ευκαιρία για την διαμόρφωση μιας λύσης, που θα ανταποκρίνεται στα προτάγματα του ελληνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Σε αυτήν την κατεύθυνση, από το έργο του Σαράντη είναι χρήσιμο να ανακαλέσουμε τα επιχειρήματα που αφορούν στις σχέσεις κράτους και εκκλησίας. Σημαντικότερο μάλλον, είναι να αξιοποιήσουμε την βασική ιδέα του ότι γενεσιουργός αιτία του συντάγματος είναι το πάθος για την δημοκρατία και έτσι να αναλογιστούμε πως το συνταγματικό οικοδόμημα θεμελιώνεται στην δικαιοπολιτική τόλμη των ιδρυτών -συνακόλουθα και των μεταρρυθμιστών του- και στον έρωτα των ερμηνευτών του, που οφείλουν να συνδυάζουν την επιστημονική αρτιότητα με το πολιτικό ήθος.

Ιφιγένεια Καμτσίδου


[1] Σ. Ορφανουδάκη, Η υπεροχή του Συντάγματος έναντι του Νόμου, ως απαύγασμα του συνταγματισμού, Θεσσαλονίκη- Αθήνα, εκδ. Σάκκουλα, 2008, σ. 3.

[2] Από αυτή την σκοπιά, ο Ορφανουδάκης, παρ΄ότι χρονικά εντάσσεται στους επιγόνους του Μάνεση και αποτέλεσε  ενεργότατο μέλος της «Σχολής» της Θεσσαλονίκης, θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως μαθητής του Αλ. Σβώλου, που, όπως ο ίδιος ο Μάνεσης υπογράμμισε, πρώτος εφάρμοσε «την κοινωνικοπολιτική μέθοδο στην έρευνα του κρατικού φαινομένου και των συνταγματικών θεσμών» (Α. Μάνεσης, « Ο Αλέξανδρος Σβώλος ως συνταγματολόγος», του ίδιου, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα 1980, σ. 506 επ (507)).

[3] Η ελευθερία της συνένωσης.Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 12 παρ. 1-4 του ισχύοντος συντάγματος υπό το φως της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων, Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 1996, σ. 20.

[4] Ό.π., σ. 140

[5] Υπενθυμίζεται ότι ήδη στην διδακτορική διατριβή του (Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και το δίκαιον των σωματείων κατά το Σύνταγμα και τον περί σωματείων νόμων, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1915), ο Αλ. Σβώλος είχε αναδείξει την νομική ιδιαιτερότητα και τις κοινωνικές διαστάσεις του δικαιώματος και έθεσε τις  βάσεις για την κατανόησή του όχι ως ευχέρειας του ατόμου, αλλά ως ελευθερίας που προστατεύει την συλλογική δράση των μελών του κοινωνικού συνόλου.

[6] Για το ζήτημα αυτό, ο Ορφανουδάκης συνομιλεί με τον συνοδοιπόρο του Σβώλου, τον Γ.Βλάχο, ο οποίος, σε μια σημαντική και μέχρι τότε μάλλον παραγνωρισμένη μελέτη του, έδειξε καθαρά ότι η επιφύλαξη υπέρ του νόμου δεν αποτελεί αναγκαστικά εξουσιοδότηση προς τον κοινό νομοθέτη για να θεσπίσει περιορισμούς στα δικαιώματα, αλλά ότι επιτελεί διαφορετικές λειτουργίες, ενίοτε μάλιστα και εγγυητική λειτουργία, βλ. Γ.Βλάχου, «Η επιφύλαξη του νόμου και τα θεμελιώδη δικαιώματα στο Ελληνικό Σύνταγμα της 11ης Ιουνίου 1975», ΕΔΔΔ 1982, σ. 281 επ., πρβλ. Ι Καμτσίδου, Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου ως περιορισμός, εγγύηση και διάμεσος των ελευθεριών, Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2001, σ. 301 επ.

[7] Η ελευθερία της συνένωσης, ό.π., σ. 198, ακριβώς δε επειδή o Ορφανουδάκης κατανοεί την δημόσια τάξη με την συνθετική της έννοια, δηλαδή ως την κατάσταση εκείνη όπου η ύπαρξη έννομης τάξης εξασφαλίζει την έλλογη υποταγή στην κρατική εξουσία, κατορθώνει να συνδέσει την αποτελεσματική προστασία της ελευθερίας της συνένωσης με τον σεβασμό των βασικών επιλογών του νομοθέτη. 

[8] Σ. Ορφανουδάκης, Η αρχή της αναλογικότητας στην ελληνική έννομη τάξη, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2003, σ. 23-24

[9] Αξίζει τον κόπο να ανατρέξει κανείς στην «περιδιάβαση» του Ορφανουδάκη ανάμεσα στις διαφορετικές απόψεις που είχαν αναπτυχθεί για την αρχή της αναλογικότητας, την οποία ορισμένοι αντιμετώπιζαν ως διαδικαστική αρχή, ενώ άλλοι επιδίωκαν να της προσδώσουν ουσιαστικό περιεχόμενο. Η εξέλεγξη των αντιθετικών αντιλήψεων του επέτρεψε να εκλεπτύνει τα επιχειρήματα που είχαν διατυπωθεί και να προσδώσει στην αρχή ουσιαστικό περιεχόμενο, χωρίς από αυτό να απορρέουν δυσβάστακτες δεσμεύσεις για τον νομοθέτη και την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση. Ακόμη, η προσπάθεια του Σαράντη να εγκαθιστά διάλογο με τους ομότεχνους του θα αδικούνταν, αν δεν αναφερόταν ότι με την παραπάνω μελέτη του συνομιλεί με την πρωτότυπη και συχνά πρωτοποριακή  σκέψη της Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, που πριν από μια δεκαετία είχε εκδώσει το σύγγραμμα Η αρχή της αναλογικότητας στο εσωτερικό δημόσιο δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 1989.

[10] Ιδέα που αναπτύσσει ήδη στην διδακτορική του διατριβή.

[11] Η αρχή της αναλογικότητας στην ελληνική έννομη τάξη, ό.π., σ. 62.

[12] Εκτός από το προαναφερόμενο σύγγραμμα, βλ. επίσης Σ. Ορφανουδάκη-Β. Κόκοτα, «Η αρχή της αναλογικότητας στην ελληνική και την κοινοτική έννομη τάξη: Συγκλίσεις και αποκλίσεις», ΕΕΕυρΔ, 2007, σ.691 επ.

[13] Όπως η Ηγεμονία ή Πολιτεία της Σάμου, την οποία αντιμετώπισε ως φυτώριο θεσμών της νεωτερικότητας στο ιδιότυπο περιβάλλον της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

[14] Οι ικανότητες του Ορφανουδάκη ως πανεπιστημιακού δασκάλου, η αγάπη του για τους φοιτητές και τις φοιτήτριες του και το πάθος του για την μεταλαμπάδευση της γνώσης έχουν εκατοντάδες μάρτυρες. Το πάθος αυτό καθόρισε την σχέση του με νέους επιστήμονες, που προετοίμασαν την διδακτορική τους διατριβή υπό την επίβλεψή του ή συνεργάστηκαν επιστημονικά και επαγγελματικά μαζί του. Αυτοί και σήμερα αποτελούν μια ομάδα που εμπνέεται από το ήθος του δασκάλου τους, συνεχίζει την σκέψη του και αξιοποιεί με πολύ καλό τρόπο το έργο του.   

[15] Η ελευθερία της συνένωσης, ό.π., σ. 270

[16] Ό.π., σ.271

[17] Ό.π., σ.274.

[18] Βλ. για παράδειγμα την ΕΔΔΑ Κοκκινάκης κατά Ελλάδας, 25/5/1993, που αποτέλεσε σταθμό στην νομολογία του Στρασβούργου για την θρησκευτική ελευθερία.

[19][19] Με πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα την ΣτΕ 660/2018, με εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και δικαιοκρατική μειοψηφία.

[20] Βλ. Η υπεροχή του Συντάγματος έναντι του Νόμου, ως απαύγασμα του συνταγματισμού, ό.π., σ.142 επ.

[21] Ό.π., σ.143.

[22] Ό.π., σ.144.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

17 − 5 =