Ο ‘χρυσός κανόνας’ στο Σύνταγμα και το Δικαστήριο της Ένωσης

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθ. Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Έδρα Jean Monnet Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτισμού

Σημαντική θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών νομοθετημάτων για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους καταλαμβάνει το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας, που μεταξύ άλλων προέβλεψε και την υποχρέωση νομικής κατοχύρωσης, σε συνταγματικό, κατά προτίμηση, ή ισότιμο αυτού επίπεδο, του λεγόμενου ‘χρυσού κανόνα’, ή ‘κανόνα ισοσκελισμένων προϋπολογισμών’ ή αλλιώς ‘χρεόφρενου’. Πρόκειται για τη νομική υποχρέωση της Κυβέρνησης να διαμορφώνει και να εκτελεί ισοσκελισμένους, αν όχι πλεονασματικούς, προϋπολογισμούς, προκειμένου να αποφευχθεί η παραγωγή ελλειμμάτων και συνακόλουθα νέου χρέους. Διευκρινίζεται ότι η ενσωμάτωση του κανόνα αυτού στο ελληνικό δίκαιο έχει ήδη συντελεστεί μέσω της κύρωσης του ‘Δημοσιονομικού Συμφώνου’, εκκρεμεί όμως η προτεινόμενη συνταγματοποίησή του. Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη εστιάζει, από τη σκοπιά της συνταγματικής θεωρίας, στη φύση και την προσδοκώμενη αποτελεσματικότητα ενός συνταγματικού κανόνα περί πλεονασματικού ή ισοσκελισμένου προϋπολογισμού (‘χρυσός κανόνας’), ενόψει και της αναμενόμενης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) μεταχείρισής του. Τον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα ενός συνταγματικού δημοσιονομικού κανόνα ισοσταθμισμένων προϋπολογισμών αποκαλύπτει, εξάλλου, και η αποτυχία εισαγωγής του, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες, στο Σύνταγμα των ΗΠΑ.

Η παρούσα ανάλυση κινείται σε δύο τεμνόμενους, και όχι εφαπτόμενους, άξονες: ο πρώτος αφορά την κανονιστική ποιότητα του κανόνα αυτού και την καταλληλότητά του ή μη να ενταχθεί σε ένα εθνικό Σύνταγμα. Ως προς αυτό, στη μελέτη υποστηρίζεται η θέση ότι αυτός ο διαδικαστικής και δημοσιονομικής φύσης κανόνας εμφανίζει συνάφεια με θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, ιδίως της δημοκρατίας και της κοινωνικής και διαγενεακής δικαιοσύνης. Βάσει αυτών δίνεται καταφατική απάντηση στο ερώτημα περί δυνατότητας συνταγματοποίησής του.

Ο δεύτερος άξονας αφορά την αξιολόγηση της κανονιστικής του υπεραξίας ως συνταγματικού κανόνα. Ως προς αυτό εκφράζεται αμφιβολία για την αποτελεσματικότητα και την αναγκαιότητά του. Η αμφιβολία αυτή υπακούει στη γενικότερη πεποίθηση σχετικά με την περιορισμένη δύναμη του Συντάγματος να οριοθετήσει και να μορφοποιήσει στην πράξη οικονομικά και δημοσιονομικά ζητήματα με έναν αυτόνομο κανονιστικά τρόπο, ενόψει και της παρελκόμενης δικαστικοποίησης της μη τήρησής του, σε συνάρτηση με την αναμενόμενη συμπεριφορά του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ).

Σχετικό Περιεχόμενο