Υπέρ της εκλογής Προέδρου από τον λαό και υπέρ του Συνταγματικού Δικαστηρίου

Απόστολος Παπατόλιας, ΔρΝ, Μέλος ΑΣΕΠ
Λέξεις-Κλειδιά:

Η συνέντευξη του δρ Απόστολου Παπατόλια στον Σωτήρη Σιδέρη για το Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων έχει ως εξής:

ΕΡ: Πολλοί υποστηρίζουν ότι σε αυτά τα χρόνια της κρίσης, το Σύνταγμα δοκιμάστηκε σοβαρά για να υπηρετηθούν κάποιοι πολιτικοί και οικονομικοί στόχοι. Η συζήτηση για την αναθεώρηση έχει ανοίξει και ο διάλογος εξελίσσεται. Εκτιμάτε ότι είναι ώριμες οι συνθήκες για μια ουσιαστική συνταγματική αναθεώρηση;

 ΑΠ: Εκείνο που δοκιμάστηκε σοβαρά στα χρόνια της κρίσης και ουσιαστικά οδηγήθηκε σε χρεοκοπία είναι το πολιτικό σύστημα που εγκαινίασε η Μεταπολίτευση, καθώς και το συναφές κοινωνικο-οικονομικό μοντέλο της δανεικής ευημερίας και της παρασιτικής ευμάρειας. Ούτε όμως η κρίση είναι δημιούργημα του Συντάγματος, ούτε βεβαίως αρκούν κάποιες συνταγματικές διευθετήσεις για να την ξεπεράσουμε οριστικά. Θεωρώ δε άστοχη και παραπλανητική την εγχώρια τάση των συνταγματολόγων να ανάγουν τα στρατηγικά πολιτικά ζητήματα της χώρας σε θέματα ερμηνείας ή πιστής εφαρμογής του Συντάγματος. Είναι εξίσου αλήθεια ότι οι δεσμεύσεις των Μνημονίων διαμορφώνουν -παράλληλα με τις επίσημες συνταγματικές προβλέψεις- ένα νέο πλαίσιο κανόνων και καταναγκασμών για τη διαμόρφωση των εσωτερικών πολιτικών επιλογών, το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί από τα όργανα της συντεταγμένης Πολιτείας. Εάν λοιπόν θέλουμε να πάρουμε στα σοβαρά την υπόθεση της συνταγματικής αναθεώρησης, απαιτείται προηγουμένως μια έγκυρη διάγνωση για το πώς ορισμένες μεταβολές στον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματος είναι σε θέση να συμβάλλουν στην αλλαγή «κοινωνικο-οικονομικού» παραδείγματος για τη χώρα και να εξυπηρετήσουν τον στόχο της εθνικής και κοινωνικής ανασυγκρότησής μας. Οι συνθήκες είναι ώριμες στο μέτρο που οι κοινωνικο-πολιτικές δυνάμεις συνομολογήσουν ότι το Σύνταγμα μπορεί να γίνει μέρος του εθνικού σχεδιασμού για την υπέρβαση της κρίσης μέσα από μια πορεία ανάταξης του πολιτικού συστήματος, ασφαλέστερης λειτουργίας των θεσμών και μεγαλύτερης διαφάνειας στην παραγωγή των πολιτικών αποφάσεων. Απαράκαμπτες, ωστόσο, προϋποθέσεις για μια καλή και χρήσιμη αναθεώρηση συναρτάται πάντοτε: α) μια συνεκτική και ισορροπημένη συνταγματική πολιτική και β) ένα πλειοψηφικό μπλοκ κοινωνικο-πολιτικών δυνάμεων ικανό να την επιβάλλει.

ΕΡ: Αν λάβουμε υπόψη μας την ένταση της συζήτησης για την συνταγματική αναθεώρηση, θα υποστηρίζατε ότι η αναθεώρηση του 2001 απέτυχε;

ΑΠ: Η αναθεώρηση του 2001 ήταν πολυεπίπεδη και πληθωρική, ενώ συνέβαλε ουσιωδώς στη διεύρυνση του πεδίου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Δυστυχώς, όμως, δεν είχε κάποια κεντρική στόχευση και δεν διακρινόταν για τη συνεκτική συνταγματική πολιτική που καθιστούσε επιτακτική την αναθεωρητική πρωτοβουλία. Σήμερα, που έχει καθίσει η επικοινωνιακή σκόνη των παρελθουσών κομματικών εντάσεων και αντιπαραθέσεων, κανείς δεν έχει πλήρη εικόνα για τους λόγους που υπαγόρευσαν το αναθεωρητικό εγχείρημα… Κι αυτό καμιά φορά είναι χειρότερο από την αποτυχία…

ΕΡ: Η πρόταση της υπό τον κ. Κατρούγκαλο επιτροπής προβλέπει πλήθος αλλαγών. Ειδικότερα, τάσσεται υπέρ των διακριτών ρόλων Κράτους -Εκκλησίας, υπέρ της καθιέρωσης της απλής αναλογικής, των δημοψηφισμάτων με λαϊκή πρωτοβουλία, μέγιστο αριθμός θητειών για βουλευτές κ.λπ. Θέματα στα οποία η αντιπολίτευση είναι επιφυλακτική ή αρνητική. Μπορεί να υπάρξει σύγκλιση και τελικά συμφωνία ως προς το περιεχόμενο της αναθεώρησης;

ΑΠ: Η «πρόταση των 6» αποσαφηνίζει σε μεγάλο βαθμό το στίγμα της συνταγματικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ και εξειδικεύει πλήρως το πλαίσιο των 5 αξόνων που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός. Ως πολυθεματική και πολυεπίπεδη παρέμβαση εντάσσεται στη λεγόμενη «ριζοσπαστική αντίληψη» για τη συνταγματική αναθεώρηση, η οποία αντιδιαστέλλεται προς τη «συντηρητική», με κριτήριο το εύρος των προτεινόμενων αλλαγών (από την αρχιτεκτονική του πολιτεύματος έως την εξαγγελία των θεμελιωδών δικαιωμάτων). Η βασική αρχή που διέπει την «πρόταση των 6» συνοψίζεται: α) στην αναγκαιότητα της θέσπισης αντιβάρων στο πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα (αναβάθμιση ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, θεσμοί εξορθολογισμού του Κοινοβουλίου, θέσπιση Συνταγματικού Δικαστηρίου και β) στην υπέρβαση της κρίσης αντιπροσώπευσης του πολιτικού συστήματος μέσα από τη λελογισμένη διεύρυνση των θεσμών λαϊκής συμμετοχής (δημοψηφίσματα) ή τη θέσπιση των γενικών αρχών ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος. Κεντρικός άξονας του αναθεωρητικού διαβήματος είναι, για την πρόταση αυτή, ο ανασχεδιασμός των σχέσεων δημοκρατίας και αποτελεσματικότητας, δηλαδή η αναζήτηση ενός νέου σημείου ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη για ταχεία και αποτελεσματική διακυβέρνηση και το αίτημα για συμπόρευση με την έκφραση των λαϊκών προτιμήσεων. Στους ανακοινωμένους άξονες (προσχέδιο 9 σημείων) της αναθεωρητικής πρότασης της ΝΔ δε διακρίνει κανείς αντίστοιχο μέλημα για την εξισορρόπηση των θεσμών, παρά μόνον μια γενική μέριμνα για τον εξορθολογισμό του πολιτεύματος. Υπό την έννοια αυτή, δεν διακρίνω παρά ελάχιστα σημεία σύγκλισης μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων ως προς την οριοθέτηση των αναθεωρητέων διατάξεων από την παρούσα Βουλή. Σε ζητήματα που έχουν μια ακόμη εντονότερη ιδεολογική φόρτιση, όπως το ζήτημα του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους, οι συγκλίσεις φαντάζουν δε αδιανόητες, ιδίως αν αναλογιστούμε ότι μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου, ακόμη και σήμερα, πορεύεται με βάση το ιδεολόγημα «Ελλάς, Ελλήνων χριστιανών»…

ΕΡ: Πρόσφατα έγινε μεγάλη και έντονη συζήτηση σχετικά με τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώ έχει διατυπωθεί και η πρόταση για την εκλογή από τον λαό. Συμφωνείτε με αυτή την άποψη;

ΑΠ: Στο πλαίσιο της γενικότερης αντίληψης για την ανάγκη θέσπισης αντιβάρων στον πρωθυπουργοκεντρισμό, υποστηρίζεται από πολλές πλευρές η αύξηση των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ενίσχυση άλλοτε λελογισμένη, άλλοτε θεαματική, μέχρι του σημείου που να εγκαθιδρύεται μια αληθινή «δυαρχία» στη διακυβέρνηση της χώρας. Ανεξάρτητα, ωστόσο, από τη δοσολογία και το εύρος της ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων του Προέδρου και πέρα από την αδιέξοδη σχολαστικιστική συζήτηση του κατά πόσον αλλοιώνονται οι «βάσεις του Πολιτεύματος» της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, διακρίνονται στον δημόσιο διάλογο τα πρώτα σημεία μιας θεμελιώδους πολιτικής σύγκλισης σε σχέση με το υπαρκτό συνταγματικό διακύβευμα. Αυτό συμπυκνώνεται στο αίτημα ενίσχυσης της θέσης του Προέδρου, ώστε να καταστεί βασικός πόλος της εκτελεστικής εξουσίας, εξισορροπητικός της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού. Εάν, ωστόσο, εννοούμε σοβαρά την εγκατάσταση ενός πολυκεντρικού συστήματος ισχύος στην εκτελεστική εξουσία, είναι λογικά και λειτουργικά αναγκαίο να προσδώσουμε και πολιτική ισχύ στον Πρόεδρο, προβλέποντας την άμεση εκλογή του από τον λαό. Δεν έχουμε κανένα λόγο να φοβόμαστε ούτε την ευθεία «πολιτικοποίηση» του Προέδρου ούτε την πολιτική αναμέτρηση που θα προκαλέσει η ανάδειξή του. Η εμπειρία ευρωπαϊκών κρατών με αντίστοιχους θεσμούς (Πορτογαλία, Αυστρία, Φινλανδία) είναι πολλαπλώς διδακτική για την ισορροπημένη λειτουργία του πολιτεύματος. Για τον λόγο αυτό, προτείνω να αποσυνδέσουμε πλήρως την άμεση εκλογή του Προέδρου από την αδυναμία επίτευξης των αυξημένων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών που απαιτεί σήμερα το Σύνταγμα για την ανάδειξή του. Η πρόταση αυτή είναι συνεπέστερη με τη θεσμική κατοχύρωση του εξισορροπητικού ρόλου του μέσω της αναγωγής στη δημοκρατική αρχή.

ΕΡ: Οι τεχνολογίες αλλάζουν με ταχύτητα φωτός και αλλάζουν και τον τρόπο ζωής μας που χρειάζεται δικλείδες προστασίας. Μια συζήτηση για την συνταγματική αναθεώρηση δεν θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τέτοια ζητήματα καθώς δεν επηρεάζουν μόνο την προσωπική ζωή και την εργασία, αλλά και την κοινωνική ζωή;

ΑΠ: Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει θέσει τα θεμελιώδη δικαιώματα σε εξαιρετικά μεγάλη «πίεση», αναδεικνύοντας πηγές διακινδύνευσης και προοπτικές προστασίας τους που δεν μπορούσαμε να υποπτευθούμε πριν από λίγο καιρό. Η γενική συνταγματική εξαγγελία του Συντάγματος για την «κοινωνία της πληροφορίας» που εισήχθη με την αναθεώρηση του 2001, είναι φανερό ότι δεν αρκεί πια για να θωρακίσει έναν ενιαίο χώρο προστασίας ούτε να προσφέρει τα απαραίτητα μεθοδολογικά εργαλεία στη δικαστική λειτουργία για να διαχειριστεί ολοένα και πιο σύνθετες υποθέσεις παραβίασης δικαιωμάτων. Εάν ισχύει η παραδοχή ότι τα δικαιώματα είναι πλέον ιδιαίτερα ευάλωτα, στην πραγματικότητα αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την παραδοσιακή προσέγγιση που συναρτά το επίπεδο προστασίας με τις φιλόδοξες και λεπτομερείς εξαγγελίες στο συνταγματικό κείμενο και να αναδείξουμε ένα νέο πεδίο λειτουργικής προστασίας των δικαιωμάτων πάντοτε σε συνάρτηση με τη σύμπραξη του κράτους και τη διαμόρφωση ικανών συνθηκών για την πρόσφορη άσκησή τους. Από την άποψη αυτή, ο «ακτιβισμός» του Δικαστηρίου του Στρασβούργου είναι ίσως πιο χρήσιμος από οποιαδήποτε νέα συνταγματική εξαγγελία που θα ενσωμάτωνε τις τεχνολογικές εξελίξεις. Η γενική ρήτρα που προβλέπει η «πρόταση των 6» για συντονισμό των εθνικών δικαστηρίων με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, μέσω της σύμφωνης ερμηνείας του Συντάγματος με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι ίσως η ισχυρότερη δικλείδα προστασίας που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς στις σύγχρονες διακινδυνεύσεις.

ΕΡ: Προφανώς η αναθεώρηση είναι ένα σοβαρό θέμα. Εξίσου σοβαρό θεωρείται και η τήρηση του Συντάγματος. Είστε υπέρ ή κατά δημιουργίας Συνταγματικού Δικαστηρίου;

ΑΠ: Επαναλαμβάνω ότι η κρίση και τα Μνημόνια δεν προέκυψαν ως αποτέλεσμα της μη τήρησης του Συντάγματος. Δεν είναι επίσης η πιστή εφαρμογή του Συντάγματος που θα έλυνε το πρόβλημα της κρίσης χρέους ή του στρεβλού οικονομικού μοντέλου της χώρας μας… Άλλωστε, για πολλούς σύγχρονους μελετητές, ιδίως πολιτικούς επιστήμονες, το ζήτημα της εφαρμογής ενός Συντάγματος δεν συνδέεται τόσο με την υπακοή σε έναν προδεδομένο κανόνα, που προκύπτει ερμηνευτικά από ένα γλωσσικό κείμενο, ούτε βεβαίως με την αγαθή προαίρεση του εφαρμοστικού οργάνου, αλλά με ουσιαστικές εγγυήσεις που δεσμεύουν αποτελεσματικά τη βούληση των δρώντων υποκειμένων της πολιτειακής σφαίρας. Υπό την έννοια αυτή, η εισαγωγή ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, είτε αυτοτελώς είτε ως μετεξέλιξη του ΑΕΔ, έχει μεγαλύτερη σημασία ως εργαλείο ανάσχεσης των εξουσιών του πρωθυπουργού και του ελέγχου του επί της Βουλής, παρά ως μια δήθεν ύστατη δικλείδα «ορθής τήρησης» του Συντάγματος. Δεν πρέπει να τρέφουμε την επικίνδυνη αυταπάτη ότι ένα τέτοιο Δικαστήριο θα λειτουργήσει ως ένας αντικειμενικός «φύλακας» του Συντάγματος, στο πλαίσιο ενός μονοσήμαντου ελέγχου συνταγματικότητας, έξω από το πολιτικό παίγνιο και υπεράνω πάσης αμφισβήτησης. Πρέπει αντιθέτως να έχουμε τη ρεαλιστική εικόνα ότι ένα τέτοιο Δικαστήριο θα λειτουργήσει ως «συννομοθέτης», άρα εξ αντικειμένου ως ουσιαστικό αντίβαρο στα υπόλοιπα κέντρα διακυβέρνησης, με τα οποία θα συνδιαμορφώνει τις θεσμικές και πολιτικές εξελίξεις. Εκτιμώντας ότι το θεσμικό μας σύστημα χρήζει πολλαπλών αλληλοελέγχων, ώστε να παράγεται, στο πλαίσιο μιας αιτιακής αλληλουχίας, η κάμψη των καθεστωτικών τάσεων και της φεουδαρχικής νοοτροπίας των κομμάτων εξουσίας, τάσσομαι ανεπιφύλακτα υπέρ της μετεξέλιξης του ΑΕΔ σε Συνταγματικό Δικαστήριο κατά την πρόβλεψη της «πρότασης των 6».

Σχετικό Περιεχόμενο

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

five + 13 =