Η επαγγελματική δραστηριότητα των δικηγόρων υπό το πρίσμα του Συνταγματικού και Ευρωπαϊκού-Ενωσιακού Δικαίου Με αφορμή την υπ’ αριθμ. 3154/2014 Απόφαση του ΣτΕ

Αναστάσιος Γρ. Παυλόπουλος, Δικηγόρος, Υποψήφιος Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Α.Π.Θ.

[Αναδημοσίευση από το περιοδικό «συνηγοροσ» τ. 108/2014, σελ. 28-30]

Ι. Εισαγωγή

Η υπ’ αριθμ. 3154/2014 Απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας μας παρέχει το έναυσμα να εκφράσουμε ορισμένες σκέψεις, γύρω από τα εξής, μείζονος σημασίας, θέματα με τα οποία ασχολήθηκε: πρώτον, αναφορικά με τα ζητήματα της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, δεύτερον, αναφορικά με την σχέση του κόστους των δικηγορικών υπηρεσιών και του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και τρίτον αναφορικά με την δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων περί ελεύθερου ανταγωνισμού του εθνικού και ενωσιακού δικαίου επί συγκεκριμένων εκφάνσεων της δικηγορικής δραστηριότητας.

Τα ζητήματα αυτά ήχθησαν ενώπιον του ΣτΕ κατόπιν ασκήσεως σχετικής αιτήσεως ακυρώσεως, από τον θιγόμενο δικηγόρο, της οποίας προηγήθηκαν τα εξής –συνοπτικά αναφερόμενα– πραγματικά περιστατικά:

 

ΙΙ. Ιστορικό της υποθέσεως

 Ο αιτών ως δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου, απείχε από την έκδοσή των διπλοτύπων προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής σε σχετικές υποθέσεις που χειριζόταν. Το συνολικό ποσό που όφειλε στον εν λόγω Σύλλογο ανήλθε, κατόπιν συμψηφισμού, στο ύψος των 7.527,46 €. Για τον λόγο ότι αρνήθηκε να καταβάλει το ως άνω ποσό στον Δικηγορικό Σύλλογο, ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη κατ’ αυτού για παράβαση του άρθρου 96 παρ. 6 του τότε ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), το οποίο όριζε την αντίστοιχη υποχρέωση έκδοσης των γραμματίων προκαταβολής. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου απέρριψε τους ισχυρισμούς του αιτούντος και έκρινε ότι έχει υποπέσει στο πειθαρχικό αδίκημα της συστηματικής παραβίασης της υποχρέωσης περί καταβολής του προβλεπόμενου ποσοστού από τις αμοιβές του για τη λειτουργία του διανεμητικού λογαριασμού και του επέβαλε την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης των έξι μηνών. Ο αιτών κατά της ως άνω απόφασης άσκησε έφεση, ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή, οπότε του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης των είκοσι ημερών, με τη σκέψη –όπως αναφέρεται στην απόφαση–  ότι ναι μεν υπέπεσε στο αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα, πλην όμως ενήργησε όχι με ιδιοτελή κίνητρα, αλλά με εύλογες νομικές επιφυλάξεις για το κύρος των εφαρμοστέων, εν προκειμένω, διατάξεων. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αιτών άσκησε την αίτηση ακύρωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η σχολιαζόμενη απόφαση.

Οι αιτιάσεις οι οποίες προβλήθηκαν από τον θιγόμενο δικηγόρο κατά του κύρους της προσβληθείσας απόφασης, αφορούσαν την αντίθεση των σχετικών διατάξεων, που επιβάλλουν την υποχρέωση έκδοσης του γραμματίου προκαταβολής της δικηγορικής αμοιβής, αλλά και την απόδοση μέρους αυτής υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού, προς την επαγγελματική ελευθερία, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αλλά και τις περί ελεύθερου ανταγωνισμού διατάξεις του ενωσιακού δικαίου. Πριν την εξέταση της δικαιοδοτικής κρίσης, επί των ισχυρισμών αυτών, είναι επιβεβλημένη μία σύντομη επισκόπηση του κρίσιμου νομοθετικού καθεστώτος που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, σε παράλληλη ανάγνωση με τις ισχύουσες, σήμερα, διατάξεις.

 

ΙΙΙ. Το εφαρμοστέο δίκαιο

Το εφαρμοστέο δίκαιο αποτελείται από ένα πλέγμα διατάξεων, που συσχετίζουν την υποχρέωση προκαταβολής της δικηγορικής αμοιβής με τις περί πειθαρχικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Ήδη το άρθρο 96 του προϊσχύοντος καθεστώτος του Ν.Δ. 3026/1954 προέβλεπε ρητά την υποχρέωση έκδοσης γραμματίου προκαταβολής για το αντίστοιχο ποσό της –τότε προβλεπόμενης‑ ελάχιστης αμοιβής, ενώ επίσης ρητά προβλεπόταν ότι ο δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση του αυτή υποχρεούται να καταβάλει κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους εκατό έως πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών και σε περίπτωση υποτροπής με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από του δικηγορικού λειτουργήματος από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες. Ένα μέρος από την προεισπραττόμενη αμοιβή, με βάση το άρθρο 96Α του προϊσχύοντος καθεστώτος αποδίδεται υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού, προκειμένου τα ποσά που συγκεντρώνονταν να διανέμονται μεταξύ των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου, σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις, που θέσπιζε η σχετική Υπουργική Απόφαση.

Το άρθρο 96 § 1 Ν.Δ. 3026/1954 τροποποιήθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 5 του Ν. 3919/2011, ενώ μετά την αντικατάσταση του Ν.Δ. 3026/1954 από τον Ν. 4194/2013, ισχύουσες είναι οι διατάξεις του άρθρου 61 του τελευταίου. Η βασική αλλαγή, μεταξύ του προγενέστερου, του Ν. 3919/2011 και του ισχύοντος καθεστώτος, συνίσταται στην κατάργηση της υποχρεωτικής προείσπραξης της αμοιβής των δικηγόρων μέσω του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, η οποία συνάπτεται απολύτως προς τον, ωσαύτως, καταργούμενο θεσμό των υποχρεωτικών ελαχίστων αμοιβών. Το γραμμάτιο προκαταβολής, πλέον, περιλαμβάνει μόνο τις εισφορές, που προβλέπονται για (α) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, (β) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), (γ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας – Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ) και (δ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/ 2001. Οι εισφορές αυτές αντιστοιχούν σε πάγια ποσά, που διαφοροποιούνται ανάλογα με την κάθε διαδικαστική πράξη, το δε ύψος τους προβλέπεται, κατά την έναρξη ισχύος του Κώδικα, στο Παράρτημα ΙΙΙ και είναι δυνατόν να τροποποιείται μεταγενεστέρως με την έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης. Με τις ρυθμίσεις αυτές ο νομοθέτης έλαβε πρόνοια, ώστε η κατάργηση της υποχρεωτικής προεισπράξεως των δικηγορικών αμοιβών να μην επιφέρει μείωση στα έσοδα των Δικηγορικών Συλλόγων και των Ασφαλιστικών Ταμείων[1].

Με παρόμοιο τρόπο και οι νέες διατάξεις δεν αρκούνται στην πρόβλεψη της υποχρέωσης καταβολής του γραμματίου προκαταβολής, αλλά εξοπλίζουν τη διατύπωση αυτή, με τη θέσπιση ουσιαστικής φύσεως κανόνων δικαίου, κυρωτικού χαρακτήρα, οι οποίοι αποβλέπουν στον διοικητικό καταναγκασμό, με την ευρεία έννοια του όρου. Προβλέπεται, συγκεκριμένα, πρόστιμο ύψους από 1.000 έως 20.000 €, ενώ σε περίπτωση υποτροπής προβλέπεται ακόμα και η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από 15 ημέρες μέχρι 6 μήνες. Για την αποτελεσματικότητα λειτουργίας αυτού του κυρωτικού συστήματος στην παρ. 6 του άρθρου 61 προβλέπεται υποχρέωση των γραμματειών των δικαστηρίων να αποστέλλουν στο τέλος κάθε μήνα στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν, χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο γραμμάτιο προκαταβολής.

Τέλος, με το άρθρο 62 του Ν. 4194/2013 μεταφέρονται κατ’ ουσίαν οι διατάξεις του άρθρου 96Α του Ν.Δ. 3026/1954, το οποίο είχε προστεθεί με το άρθρο 2 § 2 Ν. 1649/1986 και είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 5 § 9 Ν. 3919/2011. Με τις διατάξεις της παρ. 1 παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Δικαιοσύνης, προκειμένου να εκδώσει την κανονιστική πράξη (ΥΑ) σύστασης των ειδικών διανεμητικών λογαριασμών. Η Υπουργική Απόφαση εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Αυτό σημαίνει πως ο Υπουργός δεσμεύεται από το περιεχόμενο της πρότασης του Δικηγορικού Συλλόγου, χωρίς να μπορεί να αποκλίνει από αυτό. Έκδοση της Υπουργικής Απόφασης, χωρίς σύμφωνη γνώμη, θα την καθιστά ακυρωτέα λόγω μη τηρήσεως του προβλεπόμενου ουσιώδους τύπου. Η σύμφωνη γνώμη του Συλλόγου μπορεί να προσβληθεί αυτοτελώς μόνο, όταν είναι αρνητική, ενώ δε θεωρείται εκτελεστή πράξη, όταν είναι θετική.

Η παράλληλη ανάγνωση των διατάξεων του προγενέστερου και εφαρμοστέου, στην εξεταζόμενη περίπτωση, δικαίου με τις αντίστοιχες διατάξεις του νέου Κώδικα Δικηγόρων, μας επιτρέπει την εκτίμηση ότι η σχολιαζόμενη νομολογία εξακολουθεί να διατηρεί την αξία της, καθώς παρά το γεγονός της κατάργησης του θεσμού των υποχρεωτικών ελάχιστων αμοιβών, το γραμμάτιο προκαταβολής, έστω και με διαφορετικό περιεχόμενο, εξακολουθεί να ισχύει, όπως επίσης και η παρακράτηση μέρους των προκαταβαλλομένων ποσών υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού.

 

IV. Οι βασικές θέσεις της απόφασης

1. Ως προς το ζήτημα του περιορισμού της επαγγελματικής ελευθερίας των Δικηγόρων.

Ο θιγόμενος δικηγόρος προέβαλε ότι η εκ του νόμου υποχρέωση προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής, καθώς και η δημιουργία διανεμητικού λογαριασμού με παρακράτηση ποσοστού από την προεισπραττόμενη αμοιβή αντίκεινται προς την συνταγματικά κατοχυρωμένη επαγγελματική ελευθερία των Δικηγόρων, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, με το επιχείρημα ότι οι σχετικές διατάξεις ως μη επιδιώκουσες σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστούν ανεπίτρεπτο περιορισμό αυτής. Το δικαστήριο ακολουθώντας τη νομολογιακή γραμμή, που από παλιά είχα χαράξει πάνω στο ζήτημα αυτό, επεσήμανε καταρχάς ότι το δικηγορικό επάγγελμα είναι στενά συνδεδεμένο με την απονομή της δικαιοσύνης και ότι για το λόγο αυτό υπόκειται σε αυστηρό καθεστώς δεσμεύσεων και ρυθμίσεων. Παράλληλα αξιολόγησε ότι η συλλογική οργάνωσή του δικηγορικού επαγγέλματος αποβλέπει μεταξύ άλλων και στην εξασφάλιση των υλικών προϋποθέσεων αξιοπρεπούς άσκησης του, από όλα τα μέλη του οικείου δικηγορικού συλλόγου, ενώ η εξασφάλιση των προϋποθέσεων αυτών επιτυγχάνεται και με την παρακράτηση από τις αμοιβές των δικηγόρων ποσοστών για δημιουργία διανεμητικών λογαριασμών. Με αυτό το σκεπτικό συνήχθη το συμπέρασμα ότι οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων δεν προσκρούουν καταρχήν στο Σύνταγμα, υπό την προϋπόθεση ότι τελικώς δεν αναιρείται η συνταγματικώς κατοχυρωμένη επαγγελματική και οικονομική ελευθερία των δικηγόρων, ούτε θίγεται ο πυρήνας της ελευθερίας αυτής και ότι τηρείται η αρχή της αναλογικότητας[2].

2. Ως προς τη σχέση του κόστους των δικηγορικών υπηρεσιών και του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

Ενώπιον του Δικαστηρίου προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η υποχρέωση παρακράτησης ποσοστού 10%, υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού, από τη δικηγορική αμοιβή για παραστάσεις ενώπιον των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων, αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα έννομης προστασίας, με το επιχείρημα ότι ο εντολέας υφίσταται εν τέλει το οικονομικό βάρος, λόγω του ότι αυξάνεται συνολικά η αμοιβή του δικηγόρου. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, με το σύντομο σκεπτικό ότι το παρακρατούμενο ποσοστό 10% υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού από τη δικηγορική αμοιβή είναι χαμηλό και δεν επιβαρύνει ουσιωδώς την αμοιβή που καταβάλλει ο εντολέας στον δικηγόρο του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω ρύθμιση συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

3. Ως προς τη συμβατότητα με τις περί ελεύθερου ανταγωνισμού διατάξεις του ενωσιακού δικαίου

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, η εξέταση του ζητήματος κατά πόσον οι εξετασθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων περί της υποχρέωσης έκδοσης γραμματίου προκαταβολής και της απόδοσης μέρους του ποσού αυτού υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού, είναι σύμφωνες με τις περί ελεύθερου ανταγωνισμού διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, πρέπει να διέλθει τα εξής στάδια: πρώτον, θα πρέπει να εξεταστεί η υπαγωγή του δικηγόρου στην έννοια της «επιχείρησης» και του δικηγορικού συλλόγου στην έννοια της «ένωσης επιχειρήσεων» και δεύτερον θα πρέπει να διακριβωθεί εάν οι εξεταζόμενες ρυθμίσεις του εθνικού δικαίου συνιστούν «αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων» ή «εναρμονισμένη πρακτική».

Εφαρμοστέες διατάξεις είναι αυτές του άρθρου 81 ΣυνθΕΚ και ήδη 101 ΣΛΕΕ, βάσει των οποίων απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες οι οποίες συνίστανται στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής. Εφαρμόζοντας αντίστοιχη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ΣτΕ έκρινε ότι οι δικηγόροι, ως εκ της φύσεως της δραστηριότητάς τους, αποτελούν επιχειρήσεις κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης, και επομένως όταν δικηγορικός σύλλογος θεσπίζει ρύθμιση, ορίζοντας υποχρεώσεις και απαγορεύσεις στη συμπεριφορά των μελών του επί της αγοράς νομικών υπηρεσιών, πρέπει να θεωρηθεί ότι ενεργεί ως «ένωση επιχειρήσεων», χωρίς να έχει σημασία, από την άποψη αυτή, ότι ο δικηγορικός σύλλογος διέπεται από κανόνες δημοσίου δικαίου[3]. Μετά την διαπίστωση αυτή, το δικαστήριο εστίασε στο κατά πόσον οι κανόνες περί του εξεταζόμενου θέματος, δηλ. του γραμματίου προκαταβολής και της απόδοσης μέρους του ποσού αυτού υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού, αποτελούν απότοκο συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων ή κατά πόσον έχει χαρακτήρα εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ των επιχειρήσεων. Στο ερώτημα αυτό δόθηκε αρνητική απάντηση, με το επιχείρημα ότι οι εξεταζόμενες ρυθμίζεις πηγάζουν από κανονιστικού περιεχομένου κρατική ρύθμιση και όχι από συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων και συνεπώς δεν παραβιάζονται καταρχήν οι κανόνες του ανταγωνισμού, καθόσον έχει κριθεί από την νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης ότι εφόσον εκείνος που θεσπίζει εν τέλει τη ρύθμιση είναι το κράτος, τότε δεν συντρέχει παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 10 και 81 ΣΕΚ[4].

 

V. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Η σχολιαζόμενη απόφαση αντιμετώπισε με την δέουσα ορθότητα τα προβαλλόμενα ζητήματα περί αντίθεσης στο Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων, που αφορούν εν γένει το γραμμάτιο προκαταβολής, αλλά και την απόδοση μέρους του ποσού αυτού υπέρ άλλων φορέων, όπως εν προκειμένω του διανεμητικού λογαριασμού. Κρίσιμο κριτήριο κατά την αξιολόγηση υπό το πρίσμα της επαγγελματικής ελευθερίας, αλλά και του δικαιώματος δικαστικής προστασίας είναι το χαμηλό ύψος του αποδιδόμενου ποσού: ο νομοθέτης με βάση την γενική κανονιστική του αρμοδιότητα, μπορεί να διαρρυθμίσει κανονιστικά την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, για την επιδίωξη διάφορων θεμιτών δημοσίων σκοπών, όπως εν προκειμένω η εξασφάλιση ορισμένων υλικών προϋποθέσεων για την αξιοπρεπή άσκηση του επαγγέλματος από όλα τα μέλη του οικείου δικηγορικού συλλόγου ή και άλλων σκοπών όπως η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων των δικηγόρων, όμως η αρμοδιότητα αυτή οριοθετείται από την αρχή της αναλογικότητας. Η υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε χαρακτήρα τελών για την διεξαγωγή της δικής δεν πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να θίγεται εν τέλει η επαγγελματική ελευθερία του Δικηγόρου ή το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του εντολέα.

Αντίθετα, ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας τίθεται από την νεοπαγή ρύθμιση του άρθρου 61 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), κατά την οποία η προσκόμιση του γραμματίου προκαταβολής αποτελεί αυτοτελή προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε διαδικαστικής πράξης που διενεργείται ενώπιον των δικαστικών αρχών από δικηγόρο. Η δικονομική κύρωση, που προβλέπεται είναι το απαράδεκτο του ενδίκου βοηθήματος, εάν κατά την κατάθεση δεν είχε προσκομιστεί το αντίστοιχο προβλεπόμενο γραμμάτιο προκαταβολής.

Με σκεπτικό στηριζόμενο σε παλαιότερη νομολογία (βλ. ΑΕΔ 33/1995) μπορούμε να διατυπώσουμε τη γνώμη πως τέτοιες ρυθμίσεις που δεν συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων ούτε προς την απονομή της δικαιοσύνης από αυτά και που αποσκοπούν στη διευκόλυνση και εξασφάλιση της είσπραξης από το δικηγόρο της αμοιβής του, είναι αντίθετες προς το δικαίωμα δικαστική προστασίας.

 

 

.

 


[1] Νομολογιακά έχει κριθεί ότι η παρακράτηση από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, επί του ποσού της προκαταβαλλόμενης δικηγορικής αμοιβής, ποσοστού 10% υπέρ του οικείου δικηγορικού συλλόγου και αντίστοιχου ποσοστού 15% με τη μορφή της παρακράτησης φόρου, γίνονται σε βάρος του δικαιούχου δικηγόρου και όχι σε βάρος του εντολέα του, διότι αυτά τα ποσά αφορούν εισφορές του σε διάφορα ταμεία και συμμετοχή του στα έξοδα προείσπραξης του οικείου δικηγορικού συλλόγου καθώς και προκαταβολή φόρου εισοδήματος, βλ. σχετικώς Ελ Συν (Πράξη) 8/2012, ΕΔΔΔ 2012, σελ. 454. Βέβαια, τα ποσά αυτά είναι ορθότερο να δεχτούμε ότι ακολούθως ο Δικηγόρος μπορεί να τα αναζητήσει από τον πελάτη του, εντάσσοντάς τα στην έννοια της δικαστηριακής δαπάνης για την περαίωση της εντολής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 57.

[2] Για το τελευταίο αυτό ζήτημα κρίθηκε ότι το παρακρατούμενο ποσοστό 10% επί των αμοιβών για τις ενώπιον των δικαστηρίων παραστάσεις σε πολιτικές, ποινικές και διοικητικές υποθέσεις, είναι, κατά κοινή πείρα, χαμηλό και ως εκ τούτου δεν αντίκειται ούτε στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με το αιτιολογικό ότι δεν διαταράσσει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και του δικαιώματος επί της περιουσίας των δικηγόρων. Βλ. αναλυτικότερα για το ζήτημα της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, Β. Κόκοτα, Επαγγελματική ελευθερία, 2014 και ιδίως σελ. 149-157. Βλ. επίσης αναφορικά με τους περιορισμούς στην επαγγελματική ελευθερία όσων ασκούν επάγγελμα σχετικά με την απονομή δικαιοσύνης, Π. Μαντζούφας, Οικονομική κρίση και Σύνταγμα, 2014, σελ. 240-282.

[3] Βλ. συναφώς: ΔΕΚ απόφαση της 19.2.2002 C-309/99, Wouters κ.λπ. σκ. 44-66, απόφαση της 19.2.2002, C-35/99, Arduino, αποφάσεις της 5.12.2006, συνεκδικασθείσες C-94/04 και C-202/04, Federico Cipolla κλπ. Η τελευταία αναφερόμενη απόφαση  του Δ.Ε.Κ. της 5.12.2006, Cipolla, υπόθεση C-94/04, αναφέρεται στο ιταλικό σύστημα υποχρεωτικών ελαχίστων δικηγορικών αμοιβών. Το Δ.Ε.Κ. αποφάνθηκε ότι οι ελάχιστες αμοιβές συνιστούν κατ’ αρχήν περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως και ελεύθερης κυκλοφορίας υπηρεσιών, που θα μπορούσε όμως να δικαιολογηθεί επί συνδρομής επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί είναι συμβατοί με την αρχή της αναλογικότητας.

[4] Βλ. συναφώς, απόφαση της 19.2.2002 C-35/99 Arduino, σκ. 40-44, διάταξη της 17.2.2005, C-250/03 Mauri, σκ. 28-38, αποφάσεις της 5.12.2006 C-94/04 και C-202/04, Cipolla, σκ. 48-54, απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2010 C-225/09, Edyta Joanna Jakubowska, σκ. 48-49. 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

ten + eighteen =