«Πολυεπίπεδος συνταγματισμός»: απολογητική ιδεολογία ή εξελικτική αναγκαιότητα; (Σκέψεις με αφορμή την ερμηνευτική επαναπροσέγγιση του άρθρου 16)

Απόστολος Ι. Παπατόλιας, δρ. δημοσίου δικαίου (Paris X), πρ. νομάρχης

Εισαγωγή

Το πρόσφατο νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τα μη κρατικά ΑΕΙ θέτει στον δημόσιο επιστημονικό διάλογο την πρόταση για μια «σύγχρονη ερμηνεία» του άρθρου 16 Συντ, η οποία θα καθιστά συνταγματικώς ανεκτή τη νομοθετική εγκατάσταση και λειτουργία στη χώρα μας ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ άλλου κράτους-μέλους της ΕΕ, τα οποία θα παρέχουν υπηρεσίες τηρώντας συγκεκριμένες  προδιαγραφές ακαδημαϊκής ποιότητας. Οι επιστημονικές προσεγγίσεις που υποστηρίζουν αυτή την ερμηνευτική εκδοχή επικαλούνται συστηματικά τις θεωρίες του «πολυεπίπεδου συνταγματισμού» και του «επαυξημένου Συντάγματος», δηλαδή του πολλαπλασιασμού των «συνταγματικών  πηγών», πέρα και έξω από τα όρια του τυπικού Συντάγματος και του Εθνικού Κράτους, ως θεμέλιο της επανερμηνείας των τυπικών συνταγματικών κανόνων, ήτοι των σαφών επιταγών και απαγορεύσεων του άρθρου 16 Συντ.

Για τις προσεγγίσεις αυτές, ο ερμηνευτικός επικαθορισμός του εθνικού Συντάγματος από το δίκαιο της Ένωσης εμφανίζεται ως αυτονόητος μονόδρομος. Στις σημαντικές παρεμβάσεις Βενιζέλου- Σκουρή[1] και Μανιτάκη[2] επισημαίνεται, έτσι, ρητά ότι οι συνταγματικές διατάξεις, στο πλαίσιο του πολυεπίπεδου συνταγματισμού και της πολλαπλότητας των έννομων τάξεων (εθνική, ενωσιακή, διεθνής), πρέπει να ερμηνεύονται πάντοτε σε αρμονία προς το Ενωσιακό και το Διεθνές Δίκαιο, με στόχο να διατηρούνται οι εγγυήσεις της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Υπό αυτές τις συνθήκες «εναρμονισμένης ερμηνείας», η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 5 και 8,δεν αντιτίθεται σε εθνικό νόμο, ο οποίος, σεβόμενος τις υποχρεώσεις της χώρας ως μέλους της ΕΕ, θα ρυθμίζει τα σχετικά με την εγκατάσταση και παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από ΑΕΙ που έχουν τη μορφή νομικού προσώπου (κερδοσκοπικού ή μη κερδοσκοπικού) άλλου κράτους-μέλους της ΕΕ.

Καθίσταται σαφές ότι έννοιες, όπως ο «συνταγματικός πλουραλισμός» ή η «διαμοιρασμένη κυριαρχία» στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών των οργάνων της Ένωσης, καθώς και αρχές, όπως αυτές της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ εθνικών και ενωσιακών οργάνων, της επικουρικότητας ή της αναλογικότητας αξιοποιούνται πλέον ως κεντρική θεωρητική αναφορά για την ερμηνευτική επανατοποθέτηση του Συντάγματος στις νέες συνθήκες της πολυπεπίπεδης διακυβέρνησης.[3] Το γεγονός αυτό προκαλεί έντονες διαμάχες στους κόλπους της συνταγματικής επιστήμης, με τη μία πλευρά να κάνει λόγο για αναγκαία προσαρμογή του εθνικού Συντάγματος στο νέο θεσμικό, κανονιστικό και διεθνές περιβάλλον και την άλλη να αναδεικνύει έναν συνταγματικό «αναθεωρητισμό» που κατατείνει στην «παράκαμψη»[4] και την κανονιστική αποδυνάμωση του τυπικού Συντάγματος.[5] Επισημαίνεται, επίσης, ότι στο πλαίσιο αυτού του ιδιότυπου «αναθεωρητισμού» τείνει να εγκαταλειφθεί η προσήλωση στη γραμματική ή την ιστορική ερμηνεία, οι οποίες εγγυώνται τη λαϊκή κυριαρχία και την ασφάλεια δικαίου, προς όφελος άλλων μεθόδων και τεχνικών «δυναμικής ερμηνείας», που θέτουν το περιεχόμενο του Συντάγματος υπό συνεχή διαπραγμάτευση. Επιπλέον, η συστηματική επίκληση του «πλουραλισμού των πηγών» καταγγέλλεται ότι οδηγεί στην αποτυποποίηση και εργαλειοποίηση του Συνταγματικού Δικαίου, εμπεδώνοντας την παραπλανητική αίσθηση ότι το «Σύνταγμα» είναι ένα εύπλαστο αμάλγαμα θεμελιωδών κανόνων (εθνικών και ευρωπαϊκών) που μπορούν να προσαρμόζονται κατά το δοκούν στις κρατούσες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και ηθικές εξελίξεις.

Καθώς το θεωρητικό και πρακτικό διακύβευμα είναι μείζον τόσο για τη θεωρία όσο και για την πράξη του Συνταγματικού Δικαίου, απαιτούνται ορισμένες κρίσιμες προκαταρκτικές διευκρινίσεις που θα αποσαφηνίζουν τους θεωρητικούς και νομικο-πολιτικούς όρους με τους οποίους τίθεται το ζήτημα του επαναποσδιορισμού του Συντάγματος υπό συνθήκες «πολυεπίπεδου συνταγματισμού». Το ζήτημα, με άλλα λόγια, δεν έγκειται απλώς στο να πάρει κανείς θέση υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης, αναλύοντας τα κανονιστικά επιχειρήματα που τις συγκροτούν («εναρμονισμένη ερμηνεία» ή «παράκαμψη του Συντάγματος»), αλλά να εξετάσει το νέο εννοιολογικό περιβάλλον, στο οποίο τίθεται πλέον το ζήτημα της ερμηνείας και των πηγών του Συντάγματος, εκθέτοντας και προσεγγίζοντας κριτικά τις βασικές θεωρητικές ή ιδεολογικές παραδοχές (ρητές ή υπόρρητες) της κάθε πλευράς.

Σε πρώτη φάση, θα παρουσιαστεί το ρεύμα του «πολυεπίπεδου συνταγματισμού»[6] σε σχέση με την πολυεπίπεδη άρθρωση της εξουσίας σε διεθνές επίπεδο, ενώ σε δεύτερη φάση, θα αναλυθεί η βασική παραδοχή του ρεύματος αυτού για την «αποκόλληση» του Συντάγματος από το Εθνικό Κράτος και τη συντακτική εξουσία, καθώς και η κριτική που της έχει ασκηθεί από δημοκρατική σκοπιά. Ακολούθως, θα εξεταστεί  η νομιμοποιητική και ιδεολογική διάσταση του πολυεπίπεδου συνταγματισμού ως «πολιτικού προγράμματος», ενώ η όλη προβληματική θα ολοκληρωθεί με μια πρώτη απόπειρα σύνθεσης μιας ήπιας εκδοχής «πολυεπίπεδου συνταγματισμού» με τη σχολή του «συνταγματικού εγγυητισμού».

  1. Πολυεπίπεδος συνταγματισμός και πολυεπίπεδη οργάνωση της εξουσίας

Ο όρος «συνταγματισμός» υποδηλώνει συχνά μια ηθικο-πολιτική προσέγγιση για το Σύνταγμα, στο μέτρο που υποδεικνύει μια «ιδεολογία» ή ένα «πολιτικό αίτημα» για επιβολή περιορισμών στην κρατική εξουσία. Είναι γεγονός ότι το παγκόσμιο “success story” του συνταγματισμού[7] συναρτάται πρωτίστως με την ακαταγώνιστη «ιδεολογική» λειτουργία του[8] να διασφαλίζει τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας ως δραστηριότητας αυστηρά οριοθετημένης από προϋπάρχοντες κανόνες που προστατεύουν τη δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολιτών.[9]

Ως πολιτικο-ιστορικό φαινόμενο και διεκδικητικό κίνημα, επομένως, ο «συνταγματισμός» ακολουθεί εξ ορισμού μια συνεχή εξελικτική πορεία που παρακολουθεί τους διαρκείς μετασχηματισμούς της κοινωνίας και του εξουσιαστικού φαινομένου.[10]Μπορούμε, μάλιστα, να κάνουμε λόγο για «αλλεπάλληλα κύματα συνταγματισμού», τα οποία δεν αποκλίνουν από ένα βασικό θεωρητικό και ανθρωπολογικό μοτίβο: αυτό της οριοθέτησης της εξουσίας και της αισιόδοξης προσδοκίας για έναν «καλύτερο κόσμο» με βάση τις επιταγές του Συντάγματος. Σε αυτό το εξελικτικό πλαίσιο, το ρεύμα του «πολυεπίπεδου συνταγματισμού»[11] εμφανίζεται σαν εκείνη η εκδοχή συνταγματισμού που ανταποκρίνεται περισσότερο στις ριζικές κοινωνικο-οικονομικές ανακατατάξεις σε υπερεθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, με σημαντικότερη την αποδυνάμωση της πολιτικής αυτονομίας και της «εσωτερικής κυριαρχίας» του εθνικού Κράτους, δηλαδή της ικανότητάς του να ρυθμίζει μονομερώς τις εσωτερικές του υποθέσεις εξαιτίας της πολυεπίπεδης άρθρωσης της εξουσίας, της συνεχούς εκχώρησης κρατικών αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικούς θεσμούς αλλά και της «απορρύθμισης» σημαντικών τομέων της κοινωνικο-οικονομικής ζωής.[12]

Γίνεται έτσι δεκτό ότι εφόσον το Κράτος αναγκάζεται να μοιραστεί την εξουσία του με μια πλειάδα υπερεθνικών και ιδιωτικών φορέων, επηρεάζεται μοιραία και η ικανότητα του Συντάγματος να οριοθετεί τη δημόσια εξουσία, με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται συχνά ένα «χάσμα» ανάμεσα στην πραγματική άσκηση της εξουσίας και τους τυπικώς ισχύοντες συνταγματικούς κανόνες. Την ίδια στιγμή, εδραιώνεται η πεποίθηση ότι οι κατευθύνσεις και το περιεχόμενο της διακυβέρνησης διαμορφώνονται πέρα και έξω από τα Εθνικά Κράτη, καθώς συνεχώς αναπτύσσονται πρακτικές και μηχανισμοί του Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου που υπερισχύουν στην πράξη των εθνικών συνταγματικών προβλέψεων, ιδίως στα πεδία της οικονομικής διακυβέρνησης και των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Κατά έναν παράδοξο τρόπο, όμως, αυτή η «σχετικοποίηση» του εθνικού Συντάγματος παρουσιάζεται ως πολλά υποσχόμενη ανάπτυξη και επέκταση του «Συνταγματικού Δικαίου», υπό την έννοια ότι  πολλαπλασιάζονται οι εφαρμοστέες διατάξεις με υπέρτερη ισχύ και αυξάνεται σημαντικά η «συνταγματική ύλη», με αποτέλεσμα να προστατεύονται αποτελεσματικότερα οι ελευθερίες.[13] Αυτό το «επαυξημένο Σύνταγμα»[14] διεκδικεί τον τίτλο της πλέον επίκαιρης, ηθικο-πολιτικά έγκυρης και αποτελεσματικής εκδοχής συνταγματισμού, στο μέτρο που προβάλλει ως η ισχυρότερη εγγύηση εφαρμογής του περίφημου «τριπτύχου» (ενίσχυση πλουραλιστικής δημοκρατίας, διαφύλαξη του κράτους δικαίου, προστασία των δικαιωμάτων) στο πλαίσιο της σύγχρονης (πολυαρχικής και πολυεπίπεδης) άρθρωσης του εξουσιαστικού φαινομένου.

 

  1. Αποκόλληση του Συντάγματος από το Εθνικό Κράτος και τη συντακτική εξουσία

Καθώς ο Πολυεπίπεδος Συνταγματισμός αναπτύσσεται  σε ένα περιβάλλον «νομικού πλουραλισμού» εις βάρος του κανονιστικού μονοπωλίου του βεστφαλικού κράτους, αρκετοί κάνουν λόγο για αναπόφευκτη «παγκοσμιοποίηση του Συνταγματικού Δικαίου» που αντιστοιχεί στη σύγκλιση των διαφορετικών συνταγματικών συστημάτων τόσο στο επίπεδο των θεσμών και των δομών διακυβέρνησης όσο και σε αυτό της εγγύησης των δικαιωμάτων. Ενδεικτικό είναι ότι αυτός ο αναδυόμενος «παγκόσμιος συνταγματισμός», όπου το Σύνταγμα διαχωρίζεται από το Κράτος, προβάλλει συχνά ως η μόνη δυνατή (θεμιτή) εκδοχή συνταγματικής σκέψης στο ρευστό παγκόσμιο περιβάλλον της ανάδυσης των επικίνδυνων νέων εθνικισμών και των καταχρηστικών μονομερών επιλογών ορισμένων κρατών. [15]

Κεντρική ιδέα του πολυεπίπεδου συνταγματισμού δεν είναι, όμως, μόνο ο διαχωρισμός της έννοιας του Συντάγματος από το πλαίσιο του εθνικού Κράτους, αλλά και η αποκόλλησή της από εκείνη της πρωτογενούς ή δευτερογενούς «συντακτικής εξουσίας». Το στοιχείο αυτό έχει δεχθεί έντονη κριτική από εκείνους που διαπιστώνουν ότι το Σύνταγμα χάνει την πολιτική του διάσταση υπέρ μιας αντίληψης που υπερτονίζει τη σημασία του δικαστικού ελέγχου για την προστασία των δικαιωμάτων, την ίδια στιγμή που περιθωριοποιεί τον ρόλο του κυρίαρχου πολιτικού σώματος και την αξία της δημοκρατικής συμμετοχής ως προς την παραγωγή των συνταγματικών κανόνων. Πράγματι, η έννοια της «συνταγματοποίησης» του διεθνούς και του ενωσιακού δικαίου δεν παραπέμπει στην πολιτική βούληση μέσω της οποίας θεσπίζεται ένας συνταγματικός κανόνας, αλλά σε μια απρόσωπη διαδικασία που απολήγει εκ των πραγμάτων στην θέση σε ισχύ ενός συνταγματικού κανόνα. Η αποκόλληση του Συντάγματος από την έννοια της κυριαρχίας και της συντακτικής εξουσίας συνδέεται έτσι με την υπερπροβολή των «άτυπων» και «αυθόρμητων» διαδικασιών συνταγματογένεσης, οι οποίες εγείρουν πολλές αμφιβολίες από τη σκοπιά του «δημοκρατικού συνταγματισμού», ιδίως όταν καταλήγουν να υποκαταστήσουν τις επίσημα θεσπισμένες και δημοκρατικά νομιμοποιημένες διαδικασίες συνταγματικής αναθεώρησης.

Ανακύπτει, επομένως, το κρίσιμο ερώτημα: Είμαστε, άραγε, έτοιμοι να σκεφθούμε ένα «Συνταγματικό Δίκαιο χωρίς Σύνταγμα»  θεσπισμένο από το κυρίαρχο σώμα;[16] Είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε ότι θεμελιώδη θεσμικά και αξιακά ζητήματα δεν θα επιλύονται πλέον στο πλαίσιο της τυπικής διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος, αλλά θα διευθετούνται μέσω της απλής επίκλησης ενός «επαυξημένου Συντάγματος» με ενωσιακές ρίζες και σταθερή αναφορά στη νομολογία του ΔΕΕ και τις κοινές ευρωπαϊκές μας αξίες;  Είναι πράγματι αυτός ο μοναδικός τρόπος να προσαρμοστεί ο συνταγματισμός στις ριζικές ανακατατάξεις του σύγχρονου κόσμου;

Ο αντίλογος του κλασικού εγγυητικού και δημοκρατικού συνταγματισμού είναι ο πρώτος και ο τελευταίος λόγος για τέτοια ζητήματα πρέπει να ανήκει στα αναθεωρητικά όργανα που προβλέπει το Σύνταγμα. Αυτό σημαίνει ότι στην επίμαχη περίπτωση του άρθρου 16 Συντ. θα έπρεπε να επισπευσθεί η συνταγματική αλλαγή, όχι να προταχθεί ο «παραμερισμός» της τυπικής συνταγματικής διάταξης. Τούτο διότι ο σεβασμός του Κράτους Δικαίου και της Δημοκρατίας θα επέβαλε τα κεντρικά οργανωτικά και λειτουργικά ζητήματα της ανώτατης εκπαίδευσης να επιλύονται στο πλαίσιο της τυπικής διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος, αφού κάθε άλλος μηχανισμός παράκαμψης των σαφών διατάξεων του Συντάγματος θα ήταν ολοφάνερα αντιδημοκρατικός. Οι διαφορετικές προτάσεις συνταγματικής πολιτικής θα έπρεπε, επομένως, να αναμετρηθούν ανοικτά και με ειλικρίνεια ενώπιον των δύο αναθεωρητικών Βουλών και του εκλογικού σώματος, που διαθέτουν την αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζουν κάθε θεμελιώδη μεταβολή του ισχύοντος συνταγματικού πλαισίου. Είναι γεγονός ότι έναντι της αντίρρησης αυτής δεν έχει προβληθεί μέχρι σήμερα κάποια πειστική απάντηση.

  1. Ο Πολυεπίπεδος Συνταγματισμός ως «πολιτικό πρόγραμμα»

Η διαπίστωση ότι η θεωρία του πολυεπίπεδου συνταγματισμού αποτελεί περισσότερο «πολιτικό πρόγραμμα» και όχι κατηγορία της επιστήμης του Συνταγματικού Δικαίου προκύπτει ευθέως και από τις ομολογημένες σκοπιμότητες των υποστηρικτών του, οι οποίοι του επιφυλάσσουν τον ρόλο του μέτρου αξιολόγησης και του οδηγού της παγκόσμιας διακυβέρνησης με γνώμονα τις συνταγματικές αξίες του γνωστού δικαιοκρατικού «τριπτύχου». Όπως έχουμε ήδη επισημάνει, ευρέως υποστηρίζεται σήμερα ότι ο «νομικός πλουραλισμός» και η διάχυση της εξουσίας μπορούν υπό προϋποθέσεις να πολλαπλασιάσουν και να επαυξήσουν τις εγγυήσεις των δικαιωμάτων μέσα από μια πολλαπλότητα αλληλοπεριχωρημένων θεσμών, κατά το πρότυπο της συνεργασίας των διακυβερνητικών οργάνων και του «διαλόγου των δικαστών».[17] Από την άλλη πλευρά, ο υπερτονισμός του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στο πλαίσιο ποικίλων δικαιοδοσιών και με αναφορά σε ένα εκτεταμένο σώμα κανόνων και αρχών, νοείται ως η βασική εγγύηση εφαρμογής αυτού του «επεκτατικού Συνταγματικού Δικαίου» που συμβάλλει στον εξανθρωπισμό της διεθνούς τάξης και την εξάπλωση των συνταγματικών αξιών σε διεθνή κλίμακα.

Αυτή η νομιμοποιητική και ιδεολογική διάσταση του Πολυεπίπεδου Συνταγματισμού, καθώς και η πλήρης σύγχυση ανάμεσα σε Συνταγματικό Δίκαιο και συνταγματική πολιτική, αναδεικνύονται με ακόμη εμφανέστερο τρόπο στην εκδοχή του «μεταρρυθμιστικού συνταγματισμού» (Transformative Constitutionalism)[18] που απηχεί ανοικτά τη θέληση για μείζονες κοινωνικο-πολιτικές αλλαγές μέσω της επεξεργασίας νέων, πιο προωθητικών για την κοινωνική δικαιοσύνη, καταλόγων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων και της θέσπισης νέων μηχανισμών συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των δημόσιων αποφάσεων.

Εδώ το ιδεώδες του συνταγματισμού συναντά την παραδοχή του Αριστόβουλου Μάνεση ότι το Συνταγματικό Δίκαιο δεν λειτουργεί μόνο συντηρητικά, νομιμοποιώντας και σταθεροποιώντας την εξουσία, αλλά και χειραφετητικά και ριζοσπαστικά, προσφέροντας στους εξουσιαζόμενους τα μέσα του κοινωνικού μετασχηματισμού και της πολιτικής αλλαγής.[19] Με μια κρίσιμη  διαφορά, ωστόσο: ο Μάνεσης, ποτέ δεν συνέχεε στις αναλύσεις του την περιγραφή του ισχύοντος δικαίου με την άσκηση «συνταγματικής πολιτικής». Δεν θα μπορούσε, έτσι, ποτέ να αποδεχθεί ότι η βασική αποστολή ενός «επαυξημένου Συνταγματικού Δικαίου» είναι η διάδοση ενός πολιτικού προγράμματος ή η εμπέδωση μιας αναμορφωτικής agendas εις βάρος του τυπικού Συντάγματος. Το πιθανότερο είναι ότι θα καταλόγιζε στον πολυεπίπεδο συνταγματισμό ότι: α) αποτελεί ιδεολόγημα που συγκαλύπτει τον πραγματικό συσχετισμό δύναμης μεταξύ κρατών και υπερεθνικών θεσμών στην παγκόσμια κατανομή ισχύος, β) παράγει πρακτικά αποτελέσματα που αποσκοπούν στη νομιμοποίηση υφιστάμενων δομών και κυρίαρχων πρακτικών εξουσίας και, ίσως, γ) ότι οι «αρχές» και «αξίες» που προτείνει δεν διαθέτουν συνταγματική περιωπή παρά μόνο στον βαθμό που περιλαμβάνονται στο ισχύον Σύνταγμα και όχι όταν εμφανίζονται ως «άγραφοι κανόνες» που προκύπτουν από αξιολογικές κρίσεις των ερμηνευτών τους.

Επίσης, ο Μάνεσης δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί να συνυπογράψει την «εργαλειοποίηση» της κανονιστικής ιεραρχίας[20] ούτε βεβαίως να αποδεχθεί ότι το «επεκτατικό Σύνταγμα» αποκτά με έναν μαγικό τρόπο κανονιστικά υπέρτερη αξία, επειδή προάγει κατά περιεχόμενο τις ελευθερίες και το Κράτος Δικαίου χάρη στην παρέμβαση ενός δικαστή (εν προκειμένω του ενωσιακού). Η σχολή του «συνταγματικού εγγυητισμού», γενικότερα, δεν θα μπορούσε ποτέ να συνταχθεί με τη συχνά απροκάλυπτη ρητορική νομιμοποίησης του ερμηνευτικού μονοπωλίου των συνταγματικών ή των ενωσιακών δικαστών, που περιορίζει ουκ ολίγες φορές την έννοια της δημοκρατίας στον στενό κύκλο των θεμελιωδών δικαιωμάτων υπό την ατομικιστική οπτική και ερμηνεία τους.

 

  1. Σύνθεση συνταγματικού εγγυητισμού και πολυεπίπεδου συνταγματισμού

Μια αμιγώς «θετικιστική» εκδοχή πολυεπίπεδου συνταγματισμού, που θα αρκούνταν στην περιγραφή ή συστηματοποίηση των ισχυόντων συνταγματικών κανόνων στο πλαίσιο της πολυεπίπεδης άρθρωσης της εξουσίας[21] είναι αναμφίβολα μειοψηφική στους κόλπους της ακαδημαϊκής και ερευνητικής κοινότητας. Κρατούσα είναι η ηθικο-πολιτικά δεσμευμένη θεωρία της «συνταγματοποίησης» της διεθνούς τάξης ή της «διεθνοποίησης» του Συντάγματος ως οχήματος νομιμοποίησης εθνικών, υπερεθνικών και διακρατικών δομών εξουσίας και συγκεκριμένων δημόσιων πολιτικών, όπως μαρτυρεί και το επίμαχο εγχείρημα της νομιμοποίησης των μη κρατικών ΑΕΙ στη χώρα μας. Στο πλαίσιο των κυρίαρχων «δεσμευμένων» προσεγγίσεων, μπορούμε, ωστόσο, να διακρίνουμε τρεις εκδοχές πολυεπίπεδου συνταγματισμού:[22] α) Η πρώτη, κρατοκεντρικής έμπνευσης, έγκειται στην απλή μεταφορά των εννοιών και των μεθόδων του εθνικού Συνταγματικού Δικαίου για την ανάλυση των διεθνών θεσμών και πρακτικών. β) Η δεύτερη, πιο ισορροπημένη, αναζητεί τις αναλογίες ανάμεσα σε εθνικές και υπερεθνικές ρυθμίσεις, με σκοπό να προωθήσει το ιδεώδες μιας διεθνοποιημένης ρυθμιστικής τάξης με οριοθετημένες εξουσίες και σεβασμό των δικαιωμάτων. γ) Τέλος, η τρίτη εκδοχή πολυεπίπεδου συνταγματισμού προτείνει μια εντελώς ελεύθερη επιλογή-κατασκευή μιας νέας έννοιας του Συντάγματος, που θα υπακούει σε μια σειρά από προερμηνευτικές επιλογές για τον προσανατολισμό της διεθνούς τάξης.

Ενώ η πρώτη εκδοχή περιορίζεται στη μηχανική μεταφορά της «νομικής δογματικής»  στο υπερεθνικό επίπεδο, η δεύτερη και η τρίτη δεν κρύβουν τον ηθικο-πολιτικό και ιδεολογικό προσανατολισμό τους. Η τρίτη, μάλιστα, εκδοχή είναι εκείνη που ανοίγει τον δρόμο σε «ακραία διαπλαστικές» (αυθαίρετες) ή ευθέως «απολογητικές» προσεγγίσεις, στο μέτρο που υποθέτει ότι μπορεί να επιλέγεται κάθε φορά ελεύθερα η συνταγματική ρύθμιση που εξυπηρετεί συγκεκριμένα πολιτικά σχέδια και να προσδιορίζεται κατά βούληση το περιεχόμενο του Συντάγματος εις βάρος κάθε εγγυητικής λειτουργίας του καταστατικού χάρτη.

Η δεύτερη εκδοχή, αντιθέτως, απηχεί μια κριτική και μετριοπαθή ερμηνεία του πολυεπίπεδου συνταγματισμού που αναζητεί τη σύνθετη άρθρωση εθνικού και υπερεθνικού επιπέδου, δεν αρνείται τον κατά βάση «εθνικό χαρακτήρα» του Συνταγματικού Δικαίου, ενώ παράλληλα διεκδικεί μια λελογισμένη «συνταγματοποίηση» της διεθνούς διακυβέρνησης, που θα λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα και τις ανάγκες των χωρών και των λαών τους. Η εκδοχή αυτή, παρότι συνομολογεί τη βασική «ηθικο-πολιτική agenda» του πολυεπίπεδου συνταγματισμού για μια νέα νομιμοποιητική βάση στις πρακτικές της σύγχρονης διακυβέρνησης, δεν δέχεται άκριτα ότι η συμφωνία με έναν διεθνοποιημένο κανόνα δικαίου, εγγυάται πάντοτε αποτελεσματικότερα, ως έλλογο προϊόν συμβιβασμών και αλληλοπεριχωρήσεων, την προστασία των δικαιωμάτων και της δημοκρατίας. Αυτή η προσέγγιση, που θεωρεί ως εγγενώς αρτιότερο και πιο δίκαιο τον διεθνή κανόνα από τον εθνικό, απορρίπτεται ως προδήλως ιδεολογική και απολογητική για τις εν εξελίξει ανακατατάξεις της εξουσίας σε διεθνή κλίμακα.

Πράγματι, η απολογία της «συνταγματοποίησης» των σημερινών πρακτικών και συσχετισμών της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης είναι ολοφάνερα προβληματική εάν αναλογιστούμε ότι οι ισχύοντες διεθνείς κανόνες και οι κρατούσες πρακτικές βαθαίνουν ολοένα και περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στους πολίτες και την εξουσία και ότι μόνο ως δίκαιες ή δημοκρατικές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν.[23] Καθώς η υπονόμευση των εθνικών Συνταγμάτων και η αποδυνάμωση της εσωτερικής κυριαρχίας των κρατών δεν ισοσταθμίζεται στην πραγματικότητα παρά από ελάχιστα οφέλη στο διεθνές επίπεδο, μάλλον ισοδυναμεί με αυταπάτη η προσδοκία ότι η κρίση των εθνικών Συνταγμάτων θα ξεπεραστεί μέσα από τη συνταγματοποίηση του διεθνούς επιπέδου. Την ίδια στιγμή, η αναπόφευκτη διεθνοποίηση της πολιτικής καθιστά εξίσου ανέφικτη τη νοσταλγική επιστροφή και περιχαράκωση στην προστατευτική αγκαλιά του παραδοσιακού Εθνικού Κράτους. Δεδομένου, όμως, ότι τα δημοκρατικά κράτη παραμένουν η κύρια πηγή νομιμοποίησης της δημόσιας εξουσίας, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, μόνη λύση στο διαφαινόμενο αδιέξοδο είναι να ενισχυθούν οι μηχανισμοί δημοκρατικού ελέγχου από την πλευρά τους σε όλες τις εν εξελίξει διαδικασίες «συνταγματοποίησης» και «διεθνοποίησης». Η ενίσχυση των κρατικών «αντιβάρων» είναι αναγκαία αφενός για να μην αποκτήσουν τα υπερεθνικά μορφώματα «λευκή επιταγή» στην υπερεθνική ή ενωσιακή διακυβέρνηση και αφετέρου για να αποκατασταθεί εν μέρει η πολιτική αυτονομία του Εθνικού Συνταγματικού Κράτους.

Ο «νέος συνταγματισμός» θα μπορούσε, εν κατακλείδι, να οριοθετήσει ένα νέο πλαίσιο «συνταγματικής πολιτικής» που θα συνδυάζει τόσο αμυντικά όσο και επιθετικά στοιχεία.[24] Από τη μια, επικαιροποιώντας το πρόγραμμα του «συνταγματικού εγγυητισμού», να αποκρούσει τη λογική μιας αβέβαιης «συνταγματοποίησης» που οδηγεί στην υποκατάσταση των νομιμοποιημένων εθνικών συνταγματικών θεσμών (όπως η αναθεωρητική διαδικασία) από τις ευέλικτες διαδικασίες μιας υπερεθνικής (έστω και ενωσιακής)  διακυβέρνησης. Στην κατεύθυνση αυτή, η αναγκαία θωράκιση του Εθνικού Κράτους θα σήμαινε πρωτίστως την ενίσχυση της δημοκρατικής του ταυτότητας και τον πολλαπλασιασμό των ευκαιριών συμμετοχής των πολιτών στον δημόσιο χώρο. Από την άλλη, όμως, πλευρά, η επέκταση των αξιών και των κεκτημένων του συνταγματισμού εκτός εθνικών ορίων θα σήμαινε την ενίσχυση των στοιχείων της ομοσπονδιακής προοπτικής σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, με ένα «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα δημοκρατικής έμπνευσης» και με αναφορά σε μια νέα ενότητα των «ευρωπαϊκών λαών» που θα υποστηρίζεται από μια νέα σύνθεση εθνικών και υπερεθνικών αρχών νομιμοποίησης. Οι προσεγγίσεις αυτές που εντάσσονται στην «ήπια» εκδοχή της νομιμοποιητικής επιδίωξης του πολυεπίπεδου συνταγματισμού αφήνουν, βεβαίως, ανοικτό το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα εφαρμοστεί στη διεθνή σκηνή ο δημοκρατικός έλεγχος των Εθνικών Κρατών επί των υπερεθνικών θεσμών είτε πρόκειται για τη νέα αρχιτεκτονική λήψης των αποφάσεων και το οργανωτικό μοντέλο των σύγχρονων διευθετήσεων είτε για την επιλογή νομικού καθεστώτος για τη ρύθμιση των νέων σχέσεων εξουσίας. Αλλά αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική συζήτηση, που υπερβαίνει κατά πολύ τη συνταγματολογική ομφαλοσκόπηση και πρέπει κάποτε να ανοίξει σοβαρά και στη χώρα μας. Τόσο σε επιστημονικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.

 

[1]Ε. Βενιζέλος, Β. Σκουρής, Άρθρο 16: Η σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία, σε https://www.tovima.gr/2023/12/09/society/arthro-16-i-symfoni-me-to-enosiako-dikaio-ermineia/amp/ 09.12.2023.

[2] Αντ. Μανιτάκης, Η συνταγματική απαγόρευση της ίδρυσης από ιδιώτες σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπό το φως των οικονομικών και ακαδημαϊκών ελευθεριών του Δικαίου της Ένωσης, https://www.constitutionalism.gr/i-sintagmatiki-apagorefsi-tis-idrisis-sxolon-apo-idiotes/ 11.07.2023

[3] Βλ. Απ. Παπατόλιας, Τεχνοκρατία και Δημοκρατία στη Σύγχρονη Διακυβέρνηση, Αθήνα 2023

[4] Βλ. Κ. Μποτόπουλος, Διάλογος με το Δάσκαλο Αντώνη Μανιτάκη. Επί του άρθρου του «Η συνταγματική απαγόρευση της ίδρυσης από ιδιώτες σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπό το φως των οικονομικών και ακαδημαϊκών ελευθεριών του Δικαίου της Ένωσης», σε https://www.constitutionalism.gr/dialogos-me-ton-daskalo-antoni-manitaki/ 20.07.2023, Ιφ. Καμτσίδου, Το Πανεπιστήμιο ανάμεσα στο κράτος και την αγορά, https://www.constitutionalism.gr/to-panepistimio-anamesa-sto-kratos-kai-tin-agora/ 23.07.2023, Κ. Γιαννακόπουλος Το άρθρο 16 του Συντάγματος στη δίνη του νεοφεουδαρχικού συνταγματισμού, σε https://www.constitutionalism.gr/to-arthro-16-tou-sintagmatos-sti-dini-tou-neofeoudarxikou-sintagmatismou/ 31.10.2023 και Κ. Γιαννακόπουλος, Ο σεβασμός του Συντάγματος και η επιφύλαξη που έχει διατυπώσει η Ελλάδα στη GATS ως προς την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, https://www.constitutionalism.gr/o-sevasmos-tou-sintagmatos-kai-i-epifilaxi-pou-exei-diatiposi-i-ellada-stis-gats/ 05-12-2023.

[5] Κατά μία προσέγγιση, αυτά τα ερμηνευτικά εγχειρήματα συνδέονται με συγκεκριμένους μηχανισμούς «ιδιωτικοποίησης» του Συντάγματος (ή «συνταγματοποίησης» των ιδιωτικών εξουσιών), που εκφράζουν τη διαρκή προσπάθεια των ιδιωτικών κέντρων εξουσίας να αποσπάσουν όλο και μεγαλύτερα τμήματα της δημιουργίας του δικαίου, τα οποία κατέχουν οι διάφορες δημόσιες (κρατικές, διακρατικές, περιφερειακές ή διεθνείς) εξουσίες που προέκυψαν στο σύστημα της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Οι προσεγγίσεις αυτές διαπιστώνουν μια «πολυδιάστατη διαδικασία ιδιωτικοποίησης των συνταγματικών προτύπων» που κλιμακώνεται, ως διαδικασία αποδυνάμωσης της  δεσμευτικής αξίας του Συντάγματος. Η εξέλιξη της κρατούσας ερμηνείας του άρθρου 16 του Συντάγματος επιβεβαιώνει, για την εν λόγω αντίληψη, αυτή την τάση απομείωσης της κανονιστικότητας εκείνων των διατάξεων που περιορίζουν τα «διεθνώς κεκτημένα προνόμια» των ιδιωτικών κέντρων εξουσίας. Η προβολή «ακραία διαπλαστικών ερμηνειών» ερμηνεύεται, έτσι, ως δηλωτική της γενικότερης τάσης για  «ρευστοποίηση του Συνταγματικού Δικαίου», κυρίως μέσα από «δημιουργικές» επικλήσεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, των λεγόμενων «κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών μελών της Ένωσης» ή του διεθνούς δικαίου (Βλ. Κ. Γιαννακόπουλος Το άρθρο 16 του Συντάγματος στη δίνη του νεοφεουδαρχικού συνταγματισμού, σε https://www.constitutionalism.gr/to-arthro-16-tou-sintagmatos-sti-dini-tou-neofeoudarxikou-sintagmatismou/ 31.10.2023, Κ. Γιαννακόπουλος, Οι μεταλλάξεις του απορρυθμισμένου ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση PSPP του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 5ης Μαΐου 2020, σε https://www.constitutionalism.gr/2020-05-29-yannakopoulos-aporruthmismenos-syntagmatismos/ 29.05.2020, Κ. Γιαννακόπουλος, Ο νεοφεουδαρχικός συνταγματισμός, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2022 και C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionnelle en Europe, Athenes – Salonique, 2019). Σχετικά με την τάση «ρυθμιστικής αυτονόμησης» διακριτών πεδίων της ιδιωτικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας, που αποκτούν δικό τους αυτοτελές «Σύνταγμα» πέρα και έξω από τις επιλογές των εθνικών κρατών βλ. επίσης τις μελέτες του G. Teubner, Global Private Regimes: Non-Spontaneous Law and Dual Constitution of Autonomous Sectors? , σε K.-H. Ladeur, (ed.), Public Governance in the Age of Globalization, Londres, 2004, σελ. 71-88 και G. Teubner, Constitutionnalisme sociétal: neuf variations sur un thème de D. Sciulli, Jus Politicum, no 19, Constitutionnalisme global, 2018, σελ. 71-94 σε http://juspoliticum.com/uploads/jp19-t06_teubner.pdf

[6] Μια πιο αναλυτική παρουσίαση του ρεύματος του «πολυεπίπεδου συνταγματισμού» περιλαμβάνεται στην υπό έκδοση μελέτη μας για τα 100 χρόνια Μάνεση (Απ. Παπατόλιας, Είναι συμβατός ο «Πολυεπίπεδος Συνταγματισμός» με τον  συνταγματικό εγγυητισμό; Επιστημολογικές και νομικοπολιτικές όψεις μιας δύσκολης συνύπαρξης, υπό δημοσίευση σε Τιμητικό Τόμο για τα 100 χρόνια Μάνεση 2024).

[7] D. Grimm, The Achievement of Constitutionalism and its Prospect in a Changed World, in P. Dobner, M. Loughlin (dir.), The Twilight of Constitutionalism?, Oxford, Oxford University Press, 2010, σελ. 12-13.

[8] Βλ. An. Peters, The Merits of Global Constitutionalism, Indiana Journal of Global Legal Studies, vol. 16, 2/2009, σελ. 404 και An. Peters, Compensatory Constitutionalism: The Function and Potential of Fundamental International Norms and Structures,  Leiden Journal of International Law, Volume 19 , Issue 3 , October 2006 , σελ. 579 – 610, DOI: https://doi.org/10.1017/S0922156506003487 και An. Peters, Le constitutionnalisme global: Crise ou consolidation?, Jus Politicum, n° 19, Ιανουάριος 2018, σε https://juspoliticum.com/article/Le-constitutionnalisme-global-Crise-ou-consolidation-1197.html/.

[9] Κ. Χρυσόγονος, Πολιτειολογία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016, σελ. 102

[10] Από την εγχώρια βιβλιογραφία πρβλ. ιδίως Αρ. Μάνεσης, Το Σύνταγμα, στο κατώφλι του 21ου αιώνα, στον τόμο: Αρ Μάνεσης, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη ΙΙ (1980-2000), Αθήνα-Θεσσαλονίκη, (1993, 2007), σελ.  113-141, Αντ.  Μανιτάκης, Απόπειρα πολιτειακής ανίχνευσης της νέας, παγκοσμιοποιημένης, εποχής που αναδύεται επώδυνα στη χώρα μας, σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/227/ent.2227.asp/20/12/2011 και Κ. Χρυσόγονος, Γιατί το Σύνταγμα; Ιστορικές προϋποθέσεις του συνταγματισμού, σε  http://www.constitutionalism.gr/html/ent/310/ent.2310.asp/21.03.2012.

[11] Από την ιδιαίτερα πλούσια βιβλιογραφία για τον πολυεπίπεδο συνταγματισμό αξίζει ξεχωριστή μνεία στα ακόλουθα έργα: I. Pernice, Multilevel Constitutionalism and the Treaty of Amsterdam: European Constitution-Making Revisited, Common Market Law Review, no 36, 1999, I. Pernice, F.C. Mayer, De la constitution composée de l’Europe, R.T.D.E., 2000, N. Walker, The Idea of Constitutional Pluralism, Modern Law Review, no 3, 2002, M. Tushnet, The Inevitable Globalization of Constitutional Law, Harvard Law School Public Law & Legal Theory Working Paper Series, no 09-06, 2009,σε: http://ssrn.com/abstract=1317766, P. Dobner, M. Loughlin, Introduction, σε P. Dobner, M. Loughlin (dir.), The Twilight of Constitutionalism?, Oxford, Oxford University Press, 2010, σελ. XVIεπ., A.-M. Slaughter, Judicial Globalization, Va. J. Int’l L., vol. 40, 2000, σελ. 1103επ. και A.-M. Slaughter, A Typology of Transjudicial Communication, University of Richmond Law Review, vol. 29, 1994, σελ. 99.

[12] Βλ. Απ. Παπατόλιας, Η “επόμενη μέρα” του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού, Ερμηνευτικοί (ανα)στοχασμοί μετά την πανδημία, Αθήνα, 2020. Πρβλ. Ε. Βενιζέλος, Μικρή εισαγωγή στο Σύνταγμα και στο Συνταγματικό Δίκαιο, 2023 σε https://www.sakkoulas-online.gr/subscriptions/required/85dd4a7aa355e72744b7/, Ε. Βενιζέλος, Ανθεκτικότητα, προσαρμοστικότητα και αναθεώρηση του Συντάγματος. Σκέψεις για τη συνολική αξιολόγηση της περιόδου 2009-2019, ΕφημΔΔ – 6/2019, σελ. 682επ. και Ε. Βενιζέλος, Η αντοχή του συνταγματικού φαινομένου στη μετανεωτερική εποχή, ΤοΣ, 6/2002, σελ. 845επ. Βλ. επίσης Χ. Ανθόπουλος (Συντονιστής), Η διδασκαλία του Συνταγματικού Δικαίου σήμερα. Μία συζήτηση με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2021. Το κείμενο της συζήτησης της εκδήλωσης «Ποιο είναι το νόημα της διδασκαλίας του Συνταγματικού Δικαίου στην εποχή μας;» της 8ης Ιουνίου 2021, που διοργάνωσαν οι εκδόσεις Σάκκουλα, στις 8.6.2021, με αφορμή τη νέα έκδοση του βιβλίου του Ευάγγελου Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου (Κ. Χρυσόγονος, Ν.Κανελλοπούλου, Π. Δουδωνής, Π. Μαντζούφας, Κ. Ηλιάδου, Γ. Καραβοκύρης, Α. Φωτιάδου, Λ. Παπαδοπούλου, Ν. Παπαχρήστος, Χρ. Ακριβοπούλου), σελ. 26. Βλ. επίσης Ph. Allott, Eunomia. New Order for a New World, Oxford, 1990, σελ 134-136.

[13] Ε. Βενιζέλος, Η αντοχή του συνταγματικού φαινομένου στη μετανεωτερική εποχή, op.cit., σελ. 859 και Ε. Βενιζέλος, Ανθεκτικότητα, προσαρμοστικότητα και αναθεώρηση του Συντάγματος. Σκέψεις για τη συνολική αξιολόγηση της περιόδου 2009 – 2019, ΕφημΔΔ – 6/2019, σελ. 682 – 684. Πρβλ. επίσης τις μελέτες της Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της ‘υπεροχής’, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Σειρά: Ευρωπαϊκό Δίκαιο στην Ευρώπη – Μελέτες 16, Διεύθυνση Δημ. Θ. Τσάτσου, Αθήνα-Κομοτηνή, 2009 και L. Papadopoulou/In. Pernice /H.H. Weiler (dir.), Legitimacy Issues of the European Union in the Face of Crisis, Dimitris Tsatsos in memoriam,ECLN Series Vol. 9, NOMOS/Hart, 2017.

[14] Ε. Βενιζέλος, From the Relativization of the Constitution to the ‘Augmented Constitution’, European Review of Public Law/Revue Européenne de Droit Public, vol. 32, no 3, autumn 2020, σελ. 973-1017

[15]There is no richly-conceptualised alternative ideology with potential global appeal contesting the global constitutionalist grammar. The alternatives that exist take the form of a motley configuration of ideologies and power structures that are unlikely to form the basis of stable new coalitions or significantly expand their appeal, as the following brief analysis of anti-constitutionalist ideologies and the power structures that embrace them seeks to make clear” (M. Kumm, J. Havercroft, J. Dunoff, A. Wiener (dir.), Editorial. The End of “the West” and the Future of Global Constitutionalism, Global Constitutionalism, Editorial, vol. 6, 2017, σελ. 4).

[16] Βλ. V. Champeil-Desplats, Constitutionalization Outside of the State? A Constitutionalist’s Point of View, σε J.-P. Robé, A. Lyon-Caen, S. Vernac (dir.), Multinationals and the Constitutionalization of the World Power System, New York, Routledge, σελ. 161. Βλ. επίσης O. Diggelman, T. Altwicker, Is there Something Like a Constitution of International Law? A Critical Analysis of the Debate on World Constitutinalism, Zeitschrift für ausländisches öffentliches Recht und Völkerrecht, vol. 68, 2008, σελ. 642.

[17] Βλ. αντί άλλων A.-M. Slaughter, Judicial Globalization, Va. J. Int’l L., vol. 40, 2000, σελ. 1103επ. και A.-M. Slaughter, A Global Community of Courts, Harv. Int’l L. J., vol. 44, 2003, σελ. 191επ. Βλ. επίσης το εμβληματικό άρθρο του A.-M. Slaughter, A Typology of Transjudicial Communication, University of Richmond Law Review, vol. 29, 1994, σελ. 99επ.

[18] J. Fowkes, Transformative Constitutionalism and the Global South: The View From South Africa, in Transformative Constitutionalism in Latine America, σε https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=2847579. Βλ. επίσης A. Peters, Compensatory Constitutionalism: The Function and Potential of Fundamental International Norms and Structures, op. cit., σελ. 591επ.

[19] Αρ. Μάνεσης, Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 106-107, Αρ. Μάνεσης, Νομική παιδεία και πολιτική», σε Συνταγματική θεωρία και πράξη (1954-1979),Θεσσαλονίκη, 1980, σελ.738. Βλ. επίσης Γ. Σωτηρέλης, Ο αντιεξουσιαστικός λόγος στο έργο του Αριστόβουλου Μάνεση, σε Χαρμόσυνο Αριστόβουλου Μάνεση. Κράτος, Σύνταγμα και Δημοκρατία στο έργο του, Αθήνα, 1994, σελ. 188-189. Πρβλ. επίσης Απ. Παπατόλιας, “La constitution est un corps de lois obligatoires ou ce n’est rien”. Από την ιστορία μιας φράσης στη γενεαλογία μιας έννοιας, σε Χαρμόσυνο Αριστόβουλου Μάνεση, Μελέτες Συνταγματικού Δικαίου και Φιλοσοφίας του Δικαίου, Αθήνα – Κομοτηνή, 1998, σελ. 3433π.

[20] Βλ. J.-M. Denquin, L’objet du droit constitutionnel: État, Constitution, Démocratie, σε M. Troper et D. Chagnollaud (dir.), Traité international de droit constitutionnel. Théorie de la Constitution, Paris, Dalloz, t. 1, 2012, σελ. 60 και J.-M. Denquin, Penser le droit constitutionnel?, Les doctrines autoritaires et totalitaires du droit constitutionnel, Jus Politicum, n° 25, janvier 2021, σε https://juspoliticum.com/article/Penser-le-droit-constitutionnel-1354.html, σελ. 164. Πρβλ. επίσης Th. Hochmann, Hans Kelsen et le constitutionnalisme global: Théorie pure du droit et projet politique, Jus Politicum, n° 19, op.cit., σε https://juspoliticum.com/article/Hans-Kelsen-et-le-constitutionnalisme-global-Theorie-pure-du-droit-et-projet-politique-1190.html και M. Altwegg-Boussac, Faire apparaître l’objet constitutionnel. À propos de l’ouvrage Penser le droit constitutionnel de Jean-Marie Denquin, Jus Politicum, n° 25, 2021, σε https://juspoliticum.com/article/Faire-apparaitre-l-objet-constitutionnel-A-propos-de-l-ouvrage-Penser-le-droit-constitutionnel-de-Jean-Marie-Denquin-1355.html.

[21]M. Troper, Le constitutionnalisme entre droit et politique, σε https://extra.upicardie.fr/outilscurapp/medias/revues/29/troper.pdf και M. Troper, Dominique Chagnollaud (dir.), Traité international de droit constitutionnel, Tome 1,Théorie de la Constitution, Dalloz, 2012, Chapitre III – Droit constitutionnel et théorie générale de l’État, σελ. 197επ.

[22] M. Kumm, The Cosmopolitan Turn in Constitutionalism: On the Relationship between Constitutionalism in and beyond the State, op.cit. και Év. Lagrange, Constitution, constitutionnalisation, constitutionnalisme globaux – et la compétence dans tout cela?, Jus Politicum, n° 21, Ιούλιος 2018, σε https://juspoliticum.com/article/Constitution-constitutionnalisation-constitutionnalisme-globaux-et-la-competence-dans-tout-cela-1246.html/ , σελ. 318.

[23] D. Grimm, The Achievement of Constitutionalism and its Prospect in a Changed World, in P. Dobner, M. Loughlin (dir.), The Twilight of Constitutionalism?, Oxford, 2010.

[24] Βλ. Γ. Σωτηρέλης, Το Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης. Προς ένα νέο συνταγματισμό;, σε Α-Ι. Δ. Μεταξάς (Σχεδίαση του έργου – Εισαγωγικά Κείμενα), Πολιτική Επιστήμη: Διακλαδική και συγχρονική προσέγγιση της πολιτικής πράξης, V. Πολιτικοί Θεσμοί. Δομές και Λειτουργίες, Σιδέρης, Αθήνα, 2016, https://www.constitutionalism.gr/syntagma-krisi-neos-syntagmatismos/10.9.2012 (και σε: Σύνταγμα και Δημοκρατία, op. cit., Επίμετρο, σελ. 572επ.). Βλ. επίσης Γ.  Σωτηρέλης, (2011), Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: Τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια, σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/058/ent.2058.asp/22.5.2011 και Γ. Σωτηρέλης, Η οικονομική κρίση ως ευκαιρία για την επαναθεμελίωση του κράτους, σε Γ. Σωτηρέλης, Μ. Πικραμένος, Θ. Ξηρός (επιμ.), Η μεταρρύθμιση του κράτους στην εποχή των μεγάλων προκλήσεων, Αθήνα, 2011, σελ. 13-58, προδημοσίευση σε http://www.constitutionalism.gr/html/ent/186/ent.2186.asp/25.10.2011.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

thirteen − 7 =