Πολωνία: Μια «ξένη» στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Σχόλιο στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας της 7ης Οκτωβρίου 2021 για ένα ενδεχόμενο «Polexit»

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρόλογος

Είναι πολλά τα «σημεία των καιρών», τα οποία δείχνουν ξεκάθαρα ότι, δυστυχώς, η Πολωνία –όπως, εξίσου δυστυχώς, και άλλες χώρες που κατέστησαν Κράτη-Μέλη την εποχή της «μεγάλης διεύρυνσης» το 2004, ιδίως δε η Ουγγαρία– θέλησε να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση όχι τόσο γιατί αισθανόταν «κομμάτι» της «Ευρωπαϊκής Οικογένειας».

Α.  Όσο –και μάλιστα κατ’ εξοχήν– για λόγους «προστασίας» της από τις, βεβαίως κατά την γνώμη των ιθυνόντων της διαχρονικώς, «επιβουλές» της Ρωσίας εναντίον της.  Με άλλες λέξεις, η Πολωνία ένοιωθε και πίστευε ότι ο «Ψυχρός Πόλεμος» δεν είχε ακόμη τελειώσει, ούτε είχαν, επομένως, «εξανεμισθεί» οι εξ αυτού προκύπτοντες «κίνδυνοι» εις βάρος της.  Κατά τούτο, είναι επίσης πολλά τα κατά καιρούς παραδείγματα της εκάστοτε πολιτικής της, τα οποία αποδεικνύουν ότι ουδέποτε «εγκλιματίσθηκε» πλήρως στο γενικότερο πνεύμα της «Ευρωπαϊκής Οικογένειας» και, συνακόλουθα, ουδέποτε κατόρθωσε –ορθότερα δε ουδέποτε θέλησε πραγματικά– ν’ αποδεχθεί και να ενσωματώσει, στο ακέραιο, μεταξύ άλλων και το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο.

Β.  Σε αυτή την, σχεδόν πάγια, οφθαλμοφανώς «αιρετική» νοοτροπία της Πολωνίας ήλθε να βάλει «μεγάλη σφραγίδα», με σαφή και αυταπόδεικτη κυβερνητική καθοδήγηση κατά τα εκτιθέμενα στην συνέχεια, η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της, της 7ης Οκτωβρίου 2021.  Μια απόφαση «κόλαφος» για το κύρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και, κατ’ ουσία, για την κανονιστική ισχύ αυτού τούτου του Ευρωπαϊκού Δικαίου in globo καθώς και της επ’ αυτού ερειδόμενης Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.  Κατά βάθος, όμως, είναι μια απόφαση «κόλαφος» για το κύρος  της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Απόφαση η οποία καθιστά, αυτοθρόως, την Πολωνία μια «ξένη» εντός του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος.  Σε σημείο μάλιστα ώστε πολλοί σήμερα να διαβλέπουν ότι η Πολωνία έχει, με δική της  «πρωτοβουλία» και υπαιτιότητα, ανοίξει την «πόρτα της εξόδου» από την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Κάπως έτσι, το μεν «Brexit» προήλθε από ένα, περιπετειώδες αλλά και αμφιλεγόμενο, δημοψήφισμα. Το δε «Polexit» μπορεί να «δρομολογηθεί»  με αφετηρία μια απλή δικαστική απόφαση, έστω και αν αυτή είναι «έργο», βεβαίως κατά κυβερνητική «παραγγελία», του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας.

Ι.  Το ιστορικό: Όταν άρχισε η «μεγάλη κλίση» του δημοκρατικού «κατήφορου» της Πολωνίας.

«Εφαλτήριο» των κατά τ’ ανωτέρω δραματικών εξελίξεων στην Πολωνία, που την φέρνουν σ’ ευθεία «σύγκρουση» με την Ευρωπαϊκή Ένωση – και πρωτίστως με το ΔΕΕ – υπήρξε η λεγόμενη «Μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης» της, από το 2015 και ύστερα.

 Α. Όταν η Δικαιοσύνη καταντά «θεραπαινίδα» της Εκτελεστικής Εξουσίας.

Ήταν τότε που η Κυβέρνηση της Πολωνίας, επικαλούμενη –φυσικά εντελώς προσχηματικά– «δυσλειτουργίες» στην Δικαιοσύνη με την μορφή καθυστερήσεων και «αδικαιολόγητων» αντιδράσεων έναντι της κυβερνητικής πολιτικής,  έφερε στο Κοινοβούλιο και κατάφερε να ψηφίσει σειρά διατάξεων, μέσω των οποίων η Εκτελεστική Εξουσία μπορούσε πλέον να επέμβει, ελεύθερα και χωρίς ουσιαστικό έλεγχο οιασδήποτε μορφής, σε πολλά από τα interna corporis της Δικαιοσύνης.

  1. Η «μεταρρύθμιση» της οργάνωσης και λειτουργίας της Δικαιοσύνης.

Αρχικώς, και προκειμένου να ελέγξει το Ανώτατο Δικαστήριο, η Κυβέρνηση της Πολωνίας θέσπισε νέο νόμο περί αυτού.  Με τον ως άνω νόμο προβλέφθηκε, κατά προφανή παραβίαση της αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών -και, ειδικότερα, της αρχής της ισοβιότητάς τους- η εφαρμογή του μέτρου της μείωσης του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης των δικαστών του στους εν ενεργεία δικαστές που είχαν διορισθεί στο Δικαστήριο αυτό πριν από την 3η  Απριλίου 2018, ημερομηνία θέσης σε ισχύ του νόμου τούτου.  Ενώ παρέσχε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την διακριτική ευχέρεια να παρατείνει, δις και κάθε φορά για χρονικό διάστημα τριών ετών, την ενεργό υπηρεσία των δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου, πέραν του νέου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης.  Πλέον τούτου, οι πιο προκλητικές από τις διατάξεις αυτές αφορούσαν την ίδρυση και οργάνωση  ενός «πειθαρχικού οργάνου», εντός των κόλπων του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολωνίας.  Οργάνου, του οποίου η λειτουργία είχε ως κύριο σκοπό την χειραγώγηση των δικαστικών λειτουργών κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας τους, κάθε φορά που το δεδικασμένο, το οποίο απέρρεε από τις αποφάσεις τους, θα μπορούσε ν’ αμφισβητήσει την «νομιμότητα» των επιλογών της Εκτελεστικής Εξουσίας.  Το πώς και γιατί το ως άνω «πειθαρχικό όργανο» ήταν, κυριολεκτικώς, «υποχείριο» της Κυβέρνησης της Πολωνίας προέκυπτε και από τον τρόπο επιλογής των μελών του αλλά και από το ότι δεν εθεσμοθετείτο τρόπος ελέγχου, δικαστικού ή έστω και άλλης μορφής, της διαδικασίας της προαναφερόμενης επιλογής.  Άλλωστε το όργανο αυτό κρίθηκε, ως προς τον τρόπο συγκρότησής του και την σύνθεσή του, αντίθετο και προς τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με απόφαση του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης του Ιουλίου 2021.

  1. Οι διατάξεις για την συνταξιοδότηση των δικαστικών και των εισαγγελικών λειτουργών.

Ακόμη χειρότερα, με νόμο της 12ης Ιουνίου 2017 η Κυβέρνηση της Πολωνίας αποφάσισε, ξαφνικά και αυθαιρέτως, την μείωση του ορίου της ηλικίας συνταξιοδότησης των δικαστών των τακτικών δικαστηρίων και των εισαγγελικών λειτουργών.  Όπως επίσης και την μείωση του ορίου ηλικίας πρόωρης συνταξιοδότησης των μελών του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολωνίας, στα 60 έτη για τις γυναίκες και στα 65 έτη για τους άνδρες, από τα 67 έτη που είχαν προηγουμένως καθορισθεί και για τα δύο φύλα.  Επιπλέον, με τον ίδιο νόμο «εξουσιοδοτήθηκε» ο Υπουργός Δικαιοσύνης να παρατείνει, «κατά βούληση», το χρονικό διάστημα ενεργού υπηρεσίας στο πλαίσιο λειτουργίας των τακτικών δικαστηρίων και πέραν των κατά τ’ ανωτέρω, νέων, ορίων συνταξιοδότησης.

Β. Η αντίδραση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως ήταν αναμενόμενο -δοθέντος ότι μια τέτοια «μεταρρύθμιση» της οργάνωσης και λειτουργίας της Δικαιοσύνης στην Πολωνία υπερέβαινε κάθε όριο που θέτουν οι διατάξεις του, πρωτογενούς μάλιστα, Ευρωπαϊκού Δικαίου αναφορικά με την Διάκριση των Εξουσιών και, επέκεινα, το Κράτος Δικαίου- προέκυψε σειρά προσφυγών ενώπιον του ΔΕΕ,  ιδίως από  πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής.  Για παράδειγμα:

  1. Η απόφαση του ΔΕΕ της 24ης Ιουνίου 2019.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσέφυγε στο ΔΕΕ κατά της Πολωνίας, υποστηρίζοντας ότι οι προμνημονευόμενες «μεταρρυθμίσεις» της Κυβέρνησης της Πολωνίας έθιγαν ευθέως, μεταξύ άλλων, και το καθεστώς προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών των τακτικών δικαστηρίων και του Ανώτατου Δικαστηρίου της.  Το ΔΕΕ, με την απόφασή του της 24ης Ιουνίου 2019 (C-619/18) έκρινε ότι οι επίμαχες διατάξεις της πολωνικής νομοθεσίας παραβιάζουν, ευθέως, μεταξύ άλλων και τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 εδ. β΄ της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ), με βάση τις οποίες τα Κράτη-Μέλη οφείλουν να «καταστρώνουν» τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα και μέσα, που είναι αναγκαία για την διασφάλιση της δικαστικής προστασίας στους τομείς, οι οποίοι ρυθμίζονται από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.  Και τούτο διότι στις περιπτώσεις αυτές ο Εθνικός Δικαστής είναι και Ευρωπαίος Δικαστής, «επιφορτισμένος» να εγγυάται την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Δικαίου κατά το γράμμα και το πνεύμα του, και ιδίως με τρόπο που να μην διακυβεύεται η συνοχή της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.  Συνοχή, την οποία τελικώς  εξασφαλίζει το ΔΕΕ, μέσω της νομολογίας του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α΄ της ΣΕΕ: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των Συνθηκών».

  1. Η απόφαση του ΔΕΕ της 5ης Νοεμβρίου 2019.

Όμως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσέφυγε στο ΔΕΕ κατά της Πολωνίας και κατά της ουσίας των ως άνω διατάξεων περί ορίων συνταξιοδότησης των δικαστικών λειτουργών, καθώς και περί της αρμοδιότητας του Υπουργού Δικαιοσύνης να παρατείνει, κατά βούληση, τα όρια αυτά.  Το ΔΕΕ, με την απόφασή του της 5ης Νοεμβρίου 2019 (C-192/18), έκρινε ότι οι διατάξεις αυτές έρχονται σε αντίθεση προς εκείνες του άρθρου 157 της Συνθήκης της Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και της οδηγίας 2006/54, οι οποίες καθιερώνουν από την μια πλευρά την αρχή της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία.  Και, από την άλλη πλευρά, την αρχή της ίσης μεταχείρισης στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.  Επιπλέον, το ΔΕΕ απέρριψε τον ισχυρισμό της Πολωνίας ότι οι θεσπιζόμενες, κατά τ’ ανωτέρω, διαφορές ορίων συνταξιοδότησης μεταξύ ανδρών και γυναικών συνιστούν, δήθεν, μέτρα «θετικής δράσης». Mε την ίδια απόφασή του το ΔΕΕ έκρινε και ότι οι «μεταρρυθμιστικές» διατάξεις που εξουσιοδοτούν τον Υπουργό Δικαιοσύνης να παρατείνει, δίχως κανένα έλεγχο, τα προμνημονευόμενα όρια συνταξιοδότησης είναι ευθέως αντίθετες προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.  Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή το ΔΕΕ, ακολουθώντας την γραμμή της προαναφερόμενης απόφασής του της 24ης Ιουνίου 2019, έκρινε ότι μια τέτοια αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. β΄ της ΣΕΕ, για το ρυθμιστικό περιεχόμενο των οποίων έγινε λόγος αμέσως πιο πάνω.

ΙΙ.  Όταν το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας «υπερέβη τα εσκαμμένα» του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.

Η «αντίδραση» της Κυβέρνησης της Πολωνίας εναντίον της ως άνω νομολογίας του ΔΕΕ –κατ’ αποτέλεσμα, η «αντίδρασή» της κατά της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης- δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «κεραυνός εν αιθρία».  Οι «ιθύνοντες» στην Πολωνία, σ’ επίπεδο Εκτελεστικής και Δικαστικής Εξουσίας, είχαν ήδη δώσει πολλά και «απτά» «δείγματα γραφής» προκλητικής περιφρόνησης του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου στο παρελθόν, πρόσφατο και απώτερο.  Πολλώ μάλλον όταν είναι βέβαιο, ότι τότε που θέσπισαν την επίμαχη «μεταρρύθμιση» για την οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης γνώριζαν καλά την αντίθεσή της προς θεμελιώδεις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου.  Και προέβησαν στο «εγχείρημα» αυτό με τρόπο που έδειχνε ότι επιζητούσαν, σχεδόν, την σύγκρουση με το ΔΕΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο ενός είδους θεσμικού και πολιτικού «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών».  Τα όσα επακολούθησαν  εντός Πολωνίας «βεβαιώνουν του λόγου το ασφαλές».

Α. Μια πρωτοφανής «μεθόδευση» εναντίον του ΔΕΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κυβέρνηση και Δικαιοσύνη στην Πολωνία –και δη στο επίπεδο του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας– προέβησαν σε μια πρωτοφανή «μεθόδευση» για να εκδηλώσουν την πλήρη αντίθεσή τους προς το ΔΕΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, μ’ επίκεντρο την ιεραρχική, κανονιστικώς, σχέση μεταξύ του Ευρωπαϊκού και του Εθνικού Δικαίου.  Και για την ακρίβεια, Κυβέρνηση και Δικαιοσύνη στην Πολωνία επέλεξαν τον δρόμο της «μετωπικής» σύγκρουσης με το ΔΕΕ, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι μένουν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό τους όρους που η Πολωνία θέλει να επιβάλει.  Και το χειρότερο είναι ότι η Πολωνία εμφανίζεται ν’ αγνοεί, επιδεικτικώς, ότι τυχόν αποδοχή των όρων της αυτών οδηγεί, σχεδόν νομοτελειακώς, στην εκ θεμελίων υπονόμευση της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και, επέκεινα, της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης.

  1. Η «σκοτεινή» διαπλοκή μεταξύ Κυβέρνησης και Δικαιοσύνης.

Όλα ξεκίνησαν, εν προκειμένω, με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης της Πολωνίας, ως εάν αυτή ήθελε να δείξει στην Ευρωπαϊκή Ένωση ποιος έχει εκεί «το πάνω χέρι».  «Αξιοποιώντας» τις διατάξεις του πολωνικού δικαίου, ο Πρωθυπουργός της Πολωνίας Ματέους Μοραβιέτσκι –με αυτόκλητο «χειροκροτητή» τον γνωστό και «διακηρυγμένο» αντιευρωπαίο Πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν– «προσέφυγε» στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας εναντίον του ΔΕΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Και ζήτησε από το Δικαστήριο αυτό ν’ «αποφανθεί» ως προς το ποια είναι η κανονιστική ιεράρχηση μεταξύ Ευρωπαϊκού και Εθνικού Δικαίου, συγκεκριμένα δε μεταξύ Ευρωπαϊκού Δικαίου και Συντάγματος της Πολωνίας.  Η προσφυγή αυτή είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας οφθαλμοφανούς –αλλά και αποκρουστικής, από πλευράς Διάκρισης των Εξουσιών και Κράτους Δικαίου– «συμπαιγνίας» μεταξύ Εκτελεστικής και Δικαστικής Εξουσίας στην Πολωνία.  Και τούτο διότι είναι «τοίς πάσι» γνωστό, «intra» και «extra muros», ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας στερείται, τουλάχιστον ως προς την μεγάλη πλειοψηφία των μελών του, ανεξαρτησίας απέναντι στην Κυβέρνηση της Πολωνίας.  Αρκεί να επισημανθεί ότι η Πρόεδρός του, Γιούλια Πζελέμπσκα, θεωρείται στενή συνεργάτης του Προέδρου του κυβερνώντος κόμματος (PiS) στην Πολωνία, του Γιαροσλάβ Καζίνσκι.

  1. Μια αναμενόμενη «ετυμηγορία».

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας ουδόλως δίστασε να επιβεβαιώσει, με σχεδόν «πανηγυρικό» τρόπο, το ότι δίκαζε, εν προκειμένω, κατά κυβερνητική «παραγγελία».  Από τον Ιούνιο του 2021 συνεδρίασε τέσσερις φορές, όχι τόσο για το τι επρόκειτο ν’ αποφασίσει όσο για να διασφαλισθεί η μεγαλύτερη δυνατή πλειοψηφία υπέρ των κυβερνητικών «επιθυμιών».  Η «δικαίωση» των κυβερνητικών «προσδοκιών» εκ μέρους του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας ήλθε, «επιτέλους», την 7η Οκτωβρίου 2021, όταν μ’ «ευρύτατη» πλειοψηφία (12 προς 2) όχι μόνον αποφάσισε ότι το Εθνικό Δίκαιο –και, συγκεκριμένα, το Σύνταγμα της Πολωνίας– υπερέχει του Ευρωπαϊκού Δικαίου, ακόμη και του πρωτογενούς.  Αλλά και «πρότεινε» στην Κυβέρνηση της Πολωνίας την οργάνωση ενός είδους ειδικού συστήματος δικαστικού ελέγχου των ρυθμίσεων της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας, σε ό,τι αφορά την «συμφωνία» τους με το Σύνταγμα της Πολωνίας!

Β. Τα «κρίσιμα» obiter dicta της απόφασης της 7ης Οκτωβρίου 2021 του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας.

Η ως άνω απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας συνιστά μια μορφή «πολεμικού ανακοινωθέντος» κατά του ΔΕΕ, της νομολογίας του και, εν τέλει, του συνόλου του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.

  1. Η πλήρης ανατροπή ως προς τις σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκού Δικαίου και Εθνικού Δικαίου από πλευράς ιεράρχησης της κανονιστικής τους ισχύος.

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας ανέτρεψε πλήρως, ευθέως και απροκαλύπτως, τα ως σήμερα ισχύοντα στην Έννομη Τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κατ’ αρχήν σχέσεις της με τις Εθνικές Έννομες Τάξεις, σύμφωνα με την νομολογία του ΔΕΕ.  Υιοθετώντας ως μείζονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού το «δόγμα» της υπεροχής, σε γενικές γραμμές, του Συντάγματος της Πολωνίας, έκρινε τελικώς, σύμφωνα με το κυριότερο σκεπτικό του, ότι οι προαναφερόμενες, καταδικαστικές για την Πολωνία, αποφάσεις του ΔΕΕ δεν είναι δεσμευτικές εντός της Έννομης Τάξης της Πολωνίας.  Και τούτο,  διότι οι αποφάσεις αυτές του ΔΕΕ παρεμβαίνουν «αυθαιρέτως» στο πολωνικό σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας της Δικαιοσύνης, παραβιάζοντας την κατά τ’ ανωτέρω αρχή της υπεροχής του Συντάγματος της Πολωνίας έναντι του Ευρωπαϊκού Δικαίου, κυρίως στους τομείς του Κράτους Δικαίου και του κανόνα της διατήρησης της κυριαρχίας της Πολωνίας στο πλαίσιο της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης.  Επιπλέον, και όπως προεκτέθηκε, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας έκανε ένα ακόμη βήμα προς την κατεύθυνση της αμφισβήτησης της υπεροχής του Ευρωπαϊκού Δικαίου.  Και το έπραξε, όπως επισημάνθηκε, «προτείνοντας» στην Κυβέρνηση της Πολωνίας την οργάνωση ειδικού συστήματος ελέγχου της «συνταγματικότητας» -πάντα με βάση το Σύνταγμα της Πολωνίας– των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης, οι οποίες περιλαμβάνονται στους κανονισμούς, τις οδηγίες και σε όλες τις συναφείς αποφάσεις των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτό, διότι κατά το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας οι αρμοδιότητες, σε ό,τι αφορά την δόμηση και λειτουργία του συστήματος οργάνωσης της πολωνικής Δικαιοσύνης, δεν μεταφέρθηκαν στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης –άρα ούτε στο ΔΕΕ– κατά την προσχώρηση της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Ο «ισχυρισμός» αυτός του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας οδηγεί,  μεταξύ άλλων, και στο πρωτόγνωρο και απολύτως άτοπο συμπέρασμα, ότι η Δικαστική Εξουσία στην Πολωνία δικαιοδοτεί δίχως κανένα έλεγχο από πλευράς ΔΕΕ, ακόμη και όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει αυτό τούτο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, πρωτογενές και παράγωγο.  Ήτοι ακόμη και όταν δικαιοδοτεί ως δικαστικό όργανο, εξουσιοδοτημένο από την Ευρωπαϊκή Έννομη Τάξη για την εξασφάλιση της κανονιστικής εμπέδωσης των ρυθμίσεών της.

  1. Οι αντιδράσεις και οι συνέπειες.

Οι αντιδράσεις κατά της απόφασης αυτής του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας υπήρξαν και άμεσες και οργισμένες, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο.  Κυρίως δε οι αντιδράσεις από πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής.  Ιδιαίτερη όμως σημασία έχουν οι «εξ οικείων» αντιδράσεις εντός Πολωνίας, όπως π.χ. εκείνη του γνωστού, έγκριτου, καθηγητή του  Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, Ρόμπερτ Γκρέστσακ.  Είναι χαρακτηριστικό –και άκρως αντιπροσωπευτικό της αγωνίας των σοβαρών παραγόντων της, lato sensu, δημόσιας ζωής στην Πολωνία– το ότι ο Ρόμπερτ Γκρέστσακ επισήμανε πως το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας, με την κατά τ’ ανωτέρω απόφασή του, δεν δημιουργεί απλώς ένα «χάσμα» μεταξύ Βρυξελλών και Βαρσοβίας.  Α fortiori, βυθίζει, κυριολεκτικώς, την Πολωνία σε μια «μαύρη τρύπα» εντός του πολιτικού και θεσμικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  «Μαύρη τρύπα», η οποία σηματοδοτεί την αρχή ως και της εξόδου της Πολωνίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Και με δεδομένο το γεγονός ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας είναι, όπως ήδη τονίσθηκε επανειλημμένως, «πειθήνιο όργανο» στα κελεύσματα της Κυβέρνησης της Πολωνίας, το ζήτημα είναι αν το διαφαινόμενο «Polexit» θα οφείλεται, τελικώς, όχι στην βούληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά στην ίδια την Κυβέρνηση της Πολωνίας.  Η οποία, με αυτό τον «χονδροειδή» -θεσμικώς και πολιτικώς– τρόπο, μάλλον άνοιξε, με δική της αποκλειστικώς πρωτοβουλία και υπαιτιότητα, την πόρτα της εξόδου της Πολωνίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επίλογος

Ανεξάρτητα όμως από τις επιπτώσεις για την ίδια την Πολωνία –η οποία φέρει, στο ακέραιο, την ευθύνη των πεπραγμένων της ως προς την άκρως αμφίβολη, πλέον, Ευρωπαϊκή της προοπτική– το μείζον ζήτημα είναι ότι η απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2021 του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας  «βάλλει ευθέως», όπως ήδη τονίσθηκε και τεκμηριώθηκε, κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο μέτρο που υπονομεύει, χωρίς περιστροφές, μεταξύ άλλων την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και, επομένως, την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση.

Α. Όπως έχω προσφάτως επισημάνει, κατ’ επανάληψη –βλ., ιδίως, το άρθρο μου για την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (“Conseil dΈtat) της Γαλλίας της 21ης Απριλίου 2021 (in Constitutionlism.gr, 16.6.2021)– τον «ολισθηρό» αυτό δρόμο μιας μορφής επικίνδυνης σύγκρουσης μεταξύ Ευρωπαϊκού και Εθνικού Δικαίου και της συνακόλουθης αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του ΔΕΕ δεν τον «άνοιξε» πρώτο το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας.  Είχαν προηγηθεί, ιδίως, αφενός το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (BVerfG), κυρίως με την απόφασή του “Weiss”, της 5ης Μαΐου 2020.  Και, αφετέρου, το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας (“Conseil dΈtat”), κυρίως με την απόφασή του “French Data Network et autres”, της 21ης Απριλίου 2021.  Και δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας εξέδωσε την επίμαχη απόφασή του –μετά πολλές διασκέψεις, όπως ήδη διευκρινίσθηκε-  την 7η Οκτωβρίου 2021.  Δηλαδή όταν είχαν ήδη «σύρει τον χορό» της αμφισβήτησης του Ευρωπαϊκού Δικαίου και της δικαιοδοσίας του ΔΕΕ δικαστήρια, οπωσδήποτε αδιαμφισβήτητης θεσμικής «βαρύτητας», όπως το BVerfG και το «Conseil dΈtat».

Β.  Τώρα, λοιπόν, που η «καταιγίδα»  έχει πλέον ξεσπάσει πάνω από το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα, «πλήττοντας» την προοπτική της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, και επειδή είναι πια κάτι παραπάνω από προφανές ότι πολλά Ανώτατα Δικαστήρια Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι –κάθε άλλο– διατεθειμένα ν’ ανοίξουν έναν ειλικρινή και παραγωγικό νομολογικά διάλογο με το ΔΕΕ για την διασφάλιση της συνοχής της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης, καθίσταται, δίχως αμφιβολία, φανερό και το εξής:  Όσο η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει, στην βάση και στην κορυφή της Έννομης Τάξης της, ένα «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα» -δηλαδή έναν Καταστατικό Χάρτη αυξημένης τυπικής ισχύος, κατά το παραδοσιακό πρότυπο των Συνταγμάτων των Κρατών-Μελών- η πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση θα κάνει «βήματα σημειωτόν».  Ίσως δε, ακόμη χειρότερα,  ακολουθήσει μια πορεία -μοιραίας εκ των πραγμάτων- οπισθοδρόμησης.  Είναι γνωστό, βεβαίως, πόσο δύσκολο εμφανίζεται σήμερα το εγχείρημα θέσπισης ενός, οιονεί τυπικού, «Ευρωπαϊκού Συντάγματος».  Αν όμως δεν αναλάβουμε την ιστορική ευθύνη πραγμάτωσης ενός τέτοιου εγχειρήματος, μένοντας στους δισταγμούς  -πολλές φορές καθαρά υποκριτικούς– περί, δήθεν, «ανυπέρβλητων δυσχερειών», τότε θα φέρουμε, συλλογικώς και αναλόγως, το βάρος της οριστικής εγκατάλειψης του «οράματος» της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης.  Ας αναλογισθούμε δε και τούτο:  Αν οι «πατέρες» της δημιουργίας, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, των τότε «Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», με τελικό στόχο την πλήρη Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, είχαν αντίστοιχους δισταγμούς, τότε ουδέποτε η δόμηση  της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης θα είχε επιτευχθεί.  Απλώς θα παρέπεμπε, μεταφορικώς, και υπό αμιγώς ιστορικούς όρους, στον κατά την γραμματική και το συντακτικό «υποθετικό λόγο του απραγματοποίητου».

 

======================

Poland: A “Stranger” in the European Union?
Comment
on the Judgment of the Constitutional Tribunal of Poland
of October 7, 2021 on a Possible “Polexit”
by Prokopios Pavlopoulos
Former President of the Hellenic Republic
Emeritus Professor of the Law School
of the National and Kapodistrian University of Athens

 

Foreword

There are many “signs of the times”, which show clearly that, unfortunately, Poland – just as, equally unfortunately, other countries as well which became Member States at the time of the “great enlargement” in 2004, particularly Hungary – wanted to accede to the European Union not so much because it felt “part” of the “European Family”.

A. But – and indeed primarily – for reasons of “protection” from the, certainly according to the opinion of its decision-makers over time, Russia’s “threats” against it. In other words, Poland felt and believed that the “Cold War” had not been over yet nor had, consequently, “vanished” the “dangers” against it deriving therefrom. With this regard, there are in addition from time to time many examples of its policies, which prove that it has never been fully “acclimatised” to the general spirit of the “European Family” and, consequently, never managed – more correctly never really wished – to accept and integrate, to the full, inter alia the European Acquis as well.

B. The Judgment of the Polish Constitutional Tribunal, of October 7, 2021 came to put a “big stamp”, with clear and self-evident governmental guidance according to the outlined below, to this, almost constant, evidently “heretical” mentality of Poland. A “slap in the face” Judgment for the prestige of the Court of Justice of the European Union (CJEU) and, in essence, for the normative force of the European Law itself in globo, as well as of the European Legal Order based on it. Deep down, however, it is a “slap in the face” Judgment for the prestige of the European Union itself. A Judgment which renders, automatically, Poland a “stranger” within the European Construct. To the point indeed that many today foresee that Poland has, on its own “initiative” and of its own doing, opened the “exit door” from the European Union. This is the way that “Brexit”, on the one hand, was caused by an, adventurous but also controversial, referendum. “Polexit”, on the other hand, can be “launched” having as a starting point a simple court decision, even if this is the “work”, of course following a governmental “order”, of the Constitutional Tribunal of Poland.

I. The Background: When the “Steep Sloping” of Poland’s Democratic “Downhill Way” Began 

Springboard” of the according to the above dramatic developments in Poland, which bring it to a direct “confrontation” with the European Union – and primarily with the CJEU – was its so-called “Judicial Reform”, from 2015 onwards.

A. When Justice Becomes a “Servant” to the Executive Power

It was when the Polish Government, invoking – of course in a totally pretextual manner – “malfunctions” in Justice in the form of delays and “unjustifiable” reactions against the governmental policy, brought to the Parliament and managed to pass a series of provisions, through which the Executive Power could now intervene, freely and without any kind of substantial control, to many of Justice’s interna corporis.

  1. The “Reform” of the Organization and Functioning of the Judiciary

 At first,  the Republic of Poland in order to better control the Supreme Court (Sąd Najwyższy) adopted   the New Law on the Supreme Court, in breach of the principle of judicial independence and, in particular, of the principle of the irremovability of judges, under which it was provided the measure of  lowering the retirement age of judges in post who were appointed to that court before 3 April 2018, the date on which that Law entered into force and furthermore was granted to  the  President of the Republic  the discretion to extend, twice, each time for a 3-year term, the period of judicial activity of judges of the Sąd Najwyższy (Supreme Court) beyond the newly fixed retirement age. Beyond that the most provocative of those provisions concerned the establishment and organization of a “disciplinary body”, within the Supreme Court of Poland. A body, the functioning of which had as a primary objective the manipulation of judges in exercising their jurisdiction, each time the precedent, deriving from their decisions, could call the “legitimacy” of the choices of the Executive Power into question. How and why the aforementioned “disciplinary body” was, literally, a “puppet” to the Government of Poland resulted from the way of its members’ selection, but also from the fact that no way of control, judicial or even of another form, of the process of the aforementioned selection was institutionalized. Besides, this body was found, as to the way of its establishment and its composition, contrary to the provisions of the European Convention on Human Rights, by a Judgment of the European Court of Human Rights of the Council of Europe of July 2021.

  1. The Provisions on the Retirement of Judges and Public Prosecutors

Even worse, with a law of June 12, 2017 the Polish Government decided, suddenly and arbitrarily, to lower the retirement age of judges of the ordinary courts and of public prosecutors. As well as to lower the early retirement age of the members of the Supreme Court of Poland, to 60 years for women and 65 years for men, from 67 years previously set for both sexes. Moreover, by the same law the Minister of Justice was “authorized” to extend, “at will”, the limits of the active service of judges in the frame of the functioning of the ordinary courts beyond the, according to the above, newly fixed retirement age.

B. The Reaction of the Court of Justice of the European Union

Just as expected – given that such a “reform” of the organization and functioning of the Judiciary in Poland exceeded every limit set by the provisions of the, primary, European Law with regard to the Separation of Powers and, furthermore, the Rule of Law – there was a series of appeals before the CJEU, especially from the European Commission. For example:

  1. The Judgment of the CJEU of June 24, 2019

The European Commission brought an action to the CJEU against Poland, claiming that the aforementioned “reforms” of the Polish Government directly infringed, inter alia, also the status of personal and functional independence of judges of the ordinary courts and its Supreme Court. The CJEU, with its Judgment of June 24, 2019 (C-619/18) held that the contested provisions of the Polish legislation violate, directly, inter alia, the provisions of the second subparagraph of Article 19 (1) of the Treaty on European Union (TEU) as well, on the basis of which the Member States have to “plan” the appropriate judicial remedies and means, which are necessary to ensure legal protection in the fields covered by Union Law. And this because in these cases the National Judge is also a European Judge, “in charge” with guaranteeing the implementation of European Law in its letter and spirit, and notably in a way in which the cohesion of the European Legal Order is not imperiled. A cohesion, which in the end is secured by the CJEU, through its case law, according to the provisions of the first subparagraph of Article 19 (1) TEU: “[The Court of the European Union] shall ensure that in the interpretation and application of the Treaties the law is observed”.

  1. The Judgment of the CJEU of November 5, 2019

 However, the European Commission brought an action to the CJEU against Poland and against the substance of the above provisions on the limits in the retirement age of judges, as well as on the discretion of the Minister of Justice to extend, at will, those limits. The CJEU, with its Judgment of November 5, 2019 (C-192/18), held that these provisions are contrary to those of Article 157 of the Treaty on the Functioning of the European Union (TFEU) and of Directive 2006/54, which lay down on the one side the principle of equal pay between men and women for equal work. And, on the other side, the principle of equal treatment for men and women in occupational social schemes. Moreover, the CJEU rejected the claim of Poland that the, according to the above set, different retirement age limits between men and women constitute, allegedly, “positive action” measures. With its same Judgment the CJEU also held that the “reform” provisions that grant the Minister of Justice discretion to extend, without any control, the aforementioned limits of retirement age are directly contrary to the European Law. In particular, in this case the CJEU, in line with its aforementioned Judgment of June 24, 2019, ruled that such a competence of the Minister of Justice violates the provisions of the second subparagraph of Article 19 (1)) TEU, the regulatory content of which was discussed just above.

ΙΙ. When the Constitutional Tribunal of Poland “went beyond the limits” of the European Law and the European Acquis

The “response” of the Polish Government to the aforementioned CJEU case law – consequently, its “response” to the European Union itself – cannot be considered as “coming as a shock”. The “decision-makers” in Poland, at the level of the Executive and the Judicial Power, had already given many “tangible” “examples” of defiant contempt for European Law and the European Acquis in the past, recent and distant. All the more so when it is certain that, when they established the controversial “reform” for the organization and functioning of the Judiciary, they were well aware of its opposition to fundamental provisions of the European Law. And they undertook this “project” in a way that showed that they were seeking, almost, the confrontation with the CJEU and the European Union, in the context of a kind of institutional and political “settling of scores”. What followed in Poland “bears ample witness to this”.

Α. An Unprecedented “Methodology” against the CJEU and the European Union

The Government and the Judiciary in Poland – in fact at the level of the Polish Constitutional Tribunal – undertook an unprecedented “methodology” to express their absolute opposition to the CJEU and the European Union, focusing on the hierarchical, regulatory, relationship between European and National Law. More precisely, the Government and the Judiciary in Poland chose the path of “direct” confrontation with the CJEU, clearly demonstrating that they stay in the European Union under the conditions that Poland wishes to impose. What is the worst, Poland seems to, conspicuously, ignore that a possible acceptance of its conditions leads, almost inevitably, to the fundamental undermining of the European Unification, and, therefore, of the European Integration.

  1. The “Obscure” Link between Government and the Judiciary

It all started, in this case, upon the initiative of the Polish Government, as if it wished to show to the European Union who has “the upper hand”. “Utilizing” the provisions of Polish law, Poland’s Prime minister Mateusz Morawiecki – with the well-known and “declared” anti-European Prime minister of Hungary Viktor Orbán as self-appointed “applauder” – “appealed” before the Constitutional Tribunal of Poland against the CJEU and the European Union. And it asked this Tribunal to “rule” as to which is the normative hierarchy between European and National Law, and more in particular between European Law and the Constitution of Poland. This action had all the characteristics of an obvious – but also repulsive, as concerns the Separation of Powers and the Rule of Law – “collusion” between the Executive and the Judiciary in Poland. And this is so because “everyone” knows, “intra” and “extra muros”, that the Polish Constitutional Tribunal lacks, at least as concerns the vast majority of its members, independence from the Polish Government. Suffice it to note that its President, Julia Przyłębska, is considered a close associate of the President of the ruling party (PiS) in Poland, Jarosław Kaczyński.

  1. An Expected “Verdict

The Polish Constitutional Tribunal had not any reservations at all to confirm, in an almost “solemn” way, that it was trying, in this case, by government “order”. Since June 2021 it met four times, not so much on what it would decide but rather to ensure the largest possible majority in favor of the Government’s “wishes”. The “fulfilment” of the Government’s “expectations” on behalf of the Polish Constitutional Tribunal was achieved, “at last”, on October 7, 2021, when by a “very large” majority (12 to 2) not only did it decide that the National Law – and more in particular the Constitution of Poland – has primacy over the European Law, even the primary. But it also “proposed” to the Polish Government to organize a kind of special system of judicial review of the rules of the European Legal Order by the Contitutional Tribunal of Poland, as concerns their “conformity” with the Constitution of Poland.

Β. The “Crucialobiter dicta of the Judgment of October 7, 2021 of the Constitutional Tribunal of Poland

The aforementioned Judgment of the Constitutional Tribunal of Poland is a form of “war communiqué” against the CJEU, its case law and, finally, the entirety of European Law and the European Acquis.

  1. The Full Reversal as to the Relationships between European Law and National Law with regard to the Hierarchy of their Normative Force

The Constitutional Tribunal of Poland has reversed fully, directly and overtly, what was in force until now in the Legal Order of the European Union and its in principle relations with the National Legal Orders, according to the CJEU case law. Adopting as main proposition of its legal reasoning the “doctrine” of primacy, in general, of the Constitution of Poland, it finally held, according to its main rationale, that the aforementioned CJEU Judgments, condemning Poland, are not binding within the Polish Legal Order. And this, because the CJEU Judgments are interfering “arbitrarily” with the Polish system of organization and functioning of the Judiciary, violating the, according to the above, principle of primacy of the Constitution of Poland over the European Law, especially as concerns the areas of the Rule of Law and the rule of maintaining Poland’s sovereignty in the framework of the European Integration process. Moreover, and as already discussed, the Constitutional Tribunal of Poland has taken another step towards challenging the primacy of European Law. And it did so, as pointed out, by “proposing” to the Polish Government to organize a special system of review of the “constitutionality” – always on the basis of the Constitution of Poland – of the provisions of the European Legal Order, as included in the Regulations, Directives and all relevant decisions of the European Union institutions. This is because, according to the Constitutional Tribunal of Poland, the competences as far as the structure and functioning of the system of organization of the Polish Judiciary, were not transferred to the European Union institutions – therefore, neither to the CJEU – upon Poland’s accession to the European Union. This “claim” of the Constitutional Tribunal of Poland leads, inter alia, to the unprecedented and completely inappropriate conclusion that the Judiciary in Poland has jurisdiction without any control by the CJEU, even when it interprets and applies European Law itself, primary and secondary. That is to say, even when it has jurisdiction as a judicial body, empowered by the European Legal Order to ensure the normative enforcement of its rules.

  1. The Reactions and the Concequences

The reactions against this Judgment of the Constitutional Tribunal of Poland were instant and angry, as expected. Mostly the reactions by the European Commission. Of particular importance are, however, the reactions “from within” in Poland, such as the one of the eminent Professor of European Law at the University of Warsaw, Robert Grzeszczak. It is characteristic – and very representative of the concern of the serious actors of the, lato sensu, public life in Poland – that Robert Grzeszczak pointed out that the Constitutional Tribunal of Poland, by its abovementioned Judgment, is not only creating a “gap” between Brussels and Warsaw. Α fortiori, it plunges, literally, Poland into a “black hole” within the political and institutional system of the European Union. A “black hole”, which marks the beginning even of Poland’s exit from the European Union. Given that the Constitutional Tribunal of Poland is, as repeatedly pointed out, an “obedient instrument” to the instructions of the Polish Government, the issue is whether the looming “Polexit” will be due, ultimately, not to the European Union’s will but to the Polish Government itself. Which, in this “crude” – institutionally and politically – way, probably opened, on its own exlusive initiative and of its own doing, the door of Poland’s exit from the European Union.

Epilogue

Irrespective, nevertheless, of the consequences for Poland itself – which bears, to the full, the responsibility of its actions as concerns its extremely doubtful, now, European perpective – the main issue is that the Judgment of October 7, 2021 of the Constitutional Tribunal of Poland “operates directly”, as already pointed out and documented, against the European Union, to the extent it undermines, clearly, inter alia the European Unification and, therefore, the European Integration.

Α. As I have recently pointed out, repeatedly – see, in particular, my article on the decision of the French Council of State (“Conseil d’Etat”) of April 21, 2021 (in: constitutionalism.gr, 16.6.2021) – it is not the Constitutional Tribunal of Poland that first opened this “slippery” slope of a form of dangerous confrontation between the European Law and the National Law and the ensuing calling into question of the CJEU’s jurisdiction. It was preceded, in particular, on the one hand by the Constitutional Court of the Federal Republic of Germany (BVerfG), especially with its Weiss decision, of May 5, 2020. And, on the other hand, by the French Council of State (“Conseil d’Etat”), mostly with its decision “French Data Network et autres”, of April 21, 2021. And it cannot be considered a coincidence that the Constitutional Tribunal of Poland issued its controversial Judgment – following many meetings, as it has already been specified – on October 7, 2021. That is, when courts of undisputed institutional “weight”, such as the BVerfG and the “Conseil d’Etat”, had already “had their saying” in calling into question the European Law and the CJEU jurisdiction.

Β. Now, therefore, that the “storm” has already broken out over the European Construct, “hitting” the perspective of European Unification, and being more than obvious that many Supreme Courts of EU Member States are not – quite to the opposite – willing to launch a honest and productive jurisprudential dialogue with the CJEU in order to ensure the cohesion of the European Legal Order, it becomes, without any doubt, clear also the following: As long as the European Union does not have, at the basis and at the top of its Legal Order, a “European Constitution” – that is, a Charter of increased formal power, in accordance with the traditional example of the Member States’ Constitutions -, the path towards the European Unification and the European Integration will be “marking time”. Even worse, it might follow a course of – de facto fatal – regression. It is well known, of course, how difficult appears today the task of establishing a, quasi-formal, “European Constitution”. However, if we do not assume the historic responsibility of carrying out such a task, by insisting on hesitations – often clearly hypocritical – about, supposedly, “insurmountable difficulties”, we will then bear, collectively and proportionately, the burden of the definitive abndonment of the “vision” of the European Unification and the European Integration. Let us consider this as well: If the “fathers” of the creation, after World War II, of the then “European Communities”, with the ultimate goal of the full European Integration, had such hesitations, then never would the construction of today’s European Union have been achieved. It would simply refer, metaphorically, and in purely historical terms, to the “unreal conditional” according to the grammar and syntax.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

five − three =