Πόσο πάει; Τρεις σκέψεις για την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού

Γιάννης Ζ. Δρόσος, Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών

Με τον κόμπο να έχει φτάσει στο χτένι («ελιγμοί, ελιγμοί, σύντροφοι, στο τέλος γινήκαμε κόμπος», κατά φράση που αποδίδεται στον Νίκο Ζαχαριάδη), το ζήτημα της υποχρεωτικής επιβολής του εμβολιασμού κατά της Covid-19 απέκτησε οδυνηρή, για κάποιους ίσως και δραματική αμεσότητα. Πέραν των ειδικών γιατρών, απασχολεί κυβερνήσεις, πολιτικές δυνάμεις, φυσικά πρόσωπα και δικαστήρια. Σε όλον τον συνταγματικό κόσμο. Άρα δεν είναι ζήτημα του δικού μας πολιτειακού μικρόκοσμου – και η συνείδηση αυτού του γεγονότος επιτρέπει λιγότερο πάθος και μεγαλύτερη ψυχρότητα και ως προς τη συνταγματική πτυχή του θέματος.

Περιορίζομαι σε τρεις παρατηρήσεις.

Είναι συνταγματικά απαγορευμένη η υποχρεωτικότητα αυτού του εμβολιασμού; Όχι, δεν είναι.

Ο βασικός λόγος αφορά στο μείζον αγαθό που διακυβεύεται με την πανδημία: είναι αυτοί καθ’ εαυτοί οι θεμελιώδεις όροι της κοινωνικής και πολιτειακής μας συμβίωσης. Όχι μόνον η υγεία – η έκταση του κινδύνου της υγείας, η μεταδοτικότητα και η φονικότητα του ιού προσδίδουν στην πανδημία τον απρόσωπο χαρακτήρα της διακινδύνευσης της ίδιας της δημόσιας τάξης (με την τεχνική έννοια του όρου), η οποία τίθεται σε κίνδυνο όπως θα ετίθετο και αν υπήρχε γενικευμένη έλλειψη π.χ. νερού ή ενέργειας. Το βάρος λοιπόν του διακυβεύματος επιτρέπει το αντίστοιχο βάρος που συνεπάγεται η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού σε άτομα που δεν τον θέλουν. Επιτρέπει δηλαδή τη λήψη μέτρων που θα οδηγήσουν στην επιβολή, παρά τη θέλησή τους, της υποχρέωσης να εμβολιαστούν σε άτομα που δεν το θέλουν. Και αυτό το επιτρέπει όχι για χάρη της δικής τους υγείας: έχουν πάντα το συνταγματικό δικαίωμα να αυτοκτονήσουν. Δεν έχουν όμως κανένα δικαίωμα να μας παρασύρουν είτε στην αρρώστια είτε στον θάνατο, ούτε δικαίωμα να εμποδίσουν την κοινωνία και την πολιτεία μας να διαφυλάξει τους θεμελιώδεις όρους της συμβίωσής μας μέσα σε αυτήν.

Είναι συνταγματικά επιτρεπτή η υποχρεωτική επιβολή του εμβολιασμού σε κάθε περίπτωση και χωρίς όρους; Όχι, δεν είναι.

Όπως κάθε περιορισμός δικαιώματος -και η υποχρεωτική επιβολή του εμβολίου είναι περιορισμός του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό-, πρέπει, κατά συνταγματική επιταγή, να είναι συμβατή με την αρχή της αναλογικότητας. Πρέπει δηλαδή, πέραν του να υπηρετεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος -πράγμα που στην περίπτωση δεν αμφισβητείται-, και (α) το συγκεκριμένο μέτρο να είναι πρόσφορο, δηλαδή κατάλληλο («λυσιτελές» είναι η λέξη που χρησιμοποιούν τα δικαστήρια) για την εξυπηρέτηση του σκοπού και (β) να είναι το ηπιότερο δυνατό. Άρα λοιπόν το εάν μέτρο υποχρέωσης σε εμβολιασμό είναι συνταγματικό ή όχι κρίνεται συγκεκριμένα, μέσα στον χρόνο και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό επιβάλλεται. Έτσι, π.χ., αλλιώς θα κριθεί η συνταγματικότητα της υποχρέωσης να εμβολιάζονται κατηγορίες που από τη φύση τους μπορεί να είναι φορείς γρήγορης εξάπλωσης του ιού (όπως το διδακτικό ή το ιατρικό προσωπικό, το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων ή της αστυνομίας, οι φίλαθλοι που επιθυμούν να δουν τους αγώνες στα γήπεδα ή οι εργαζόμενοι στις μαζικές μεταφορές κ.λπ.) και αλλιώς αν πρόκειται για άτομα που δεν μετέχουν σε δραστηριότητες τόσο ταχείας διασποράς. Επίσης, αλλιώς θα κρινόταν η συνταγματικότητα, π.χ. της βίαιης, άμεσης, σωματικής επιβολής του εμβολιασμού και αλλιώς εκείνη της λήψης μέτρων που έμμεσα υποχρεώνουν σε εμβολιασμό ή και της διαβάθμισης τέτοιων μέτρων. Με αυτό το κριτήριο ασχολήθηκαν πολλές φορές δικαστήρια σε χώρες με συνταγματικά πολιτεύματα.

Είναι συνταγματική η γενικευμένη επιβολή προστίμου στους άνω των 60 ετών αν δεν δέχονται να εμβολιαστούν;

Πέραν μιας σειράς ενστάσεων (όπως του ότι δεν κάνει διακρίσεις κατά κατηγορίες περιπτώσεων, δεν έχει πειστικότητα όσον αφορά την ηλικιακή διάκριση) και πέραν τού ότι η ιδέα μπορεί να προκαλέσει πικρά μειδιάματα, όχι, η γενικευμένη επιβολή προστίμου στους άνω των 60 ετών δεν είναι συνταγματική. Και τούτο «προεχόντως» (για να χρησιμοποιήσω ξανά δικαστική jargon) επειδή δεν είναι πρόσφορη για την εξυπηρέτηση του δημόσιου σκοπού, που είναι ο περιορισμός της μετάδοσης του ιού. Το πρόστιμο καθ’ εαυτό δεν συνιστά απαγόρευση για οτιδήποτε. Πληρώνοντας δεν περιορίζω τη διασπορά του ιού. Αντίθετα: αγοράζω τη δυνατότητα να συνεχίσω να τον διασπέρνω. 100 στοιχίζουν τα indulgentia – το συγχωροχάρτι δηλαδή για να συνεχίσω το επικίνδυνο καπρίτσιο. Σου δίνω 100 και κυκλοφορώ, με 100 εξώνησε η πολιτεία την άδεια να συνεχίσω να μολύνω. Όχι, δεν είναι συνταγματικό το μέτρο.

 

*  Αναδημοσίευση από την Αυγή, 2,12,2021

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

18 − seven =