Ψήφος εμπιστοσύνης και βουλευτική κινητικότητα

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Στην ομιλία του το βράδυ της Τετάρτης στη Βουλή ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε δύο κρίσιμα συνταγματικά ζητήματα, πάνω στα οποία αξίζει να γίνει μια περαιτέρω συζήτηση.

Το πρώτο ζήτημα είναι εάν η Κυβέρνηση ήταν ή όχι υποχρεωμένη να ζητήσει την εμπιστοσύνη της Βουλής μετά τη διάλυση του κυβερνητικού συνασπισμού.

Ο Πρωθυπουργός εξέφρασε την άποψη, που είναι μάλλον και η επικρατούσα στην επιστήμη, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο για τη δυνητική υποβολή πρότασης εμπιστοσύνης από την Κυβέρνηση κατά το άρθρο 84 παρ. 1 Συντ. Σύμφωνα με την άποψη αυτήν, από τη στιγμή που δεν υπάρχει μεταβολή στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού, η θέση ζητήματος εμπιστοσύνης αφήνεται στην πολιτική διακριτική ευχέρεια της Κυβέρνησης.

Ωστόσο, ειδικώς στην περίπτωση διάλυσης μιας κυβέρνησης συνεργασίας και εφόσον δεν υπάρχει πλέον αδιαμφισβήτητη απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που να στηρίζει την Κυβέρνηση, νομίζω ότι είναι σοβαρά υποστηρίξιμη και η γνώμη ότι η Κυβέρνηση είναι συνταγματικώς υποχρεωμένη να θέσει ζήτημα εμπιστοσύνης. Μάλιστα, από απόψεως συνταγματικής δεοντολογίας, τέτοια υποχρέωση υπάρχει ακόμη και όταν η Κυβέρνηση εξακολουθεί να έχει την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όπως συνέβη μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ το 2013 από την τρικομματική Κυβέρνηση συνασπισμού ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ.

Είναι πάντως σημαντικό το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός αποδέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι για την πολιτική νομιμοποίηση της Κυβέρνησης κατά τη διαδικασία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης απαιτείται απόλυτη πλειοψηφία, δηλαδή 151 βουλευτές.

Τείνει έτσι να δημιουργηθεί ένα ισχυρό πολιτικό «προηγούμενο» που δυσκολεύει τον σχηματισμό κυβερνήσεων μειοψηφίας στην Ελλάδα, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και η στάση του Κ. Μητσοτάκη το 1993, ο οποίος ζήτησε τη διάλυση της Βουλής όταν η ΝΔ έμεινε με 150 βουλευτές. Το παράδοξο είναι βέβαια ότι το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, λόγω της επιμονής ή της εμμονής του στην επιδίωξη του στόχου της κυβερνητικής σταθερότητας, όχι μόνο επιτρέπει αλλά και θωρακίζει τις κυβερνήσεις μειοψηφίας, αφού για την υπερψήφιση πρότασης εμπιστοσύνης αρκείται στην πλειοψηφία 120 βουλευτών.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά την ελεύθερη εντολή του βουλευτή, την οποία υποστήριξε θερμώς ο Πρωθυπουργός στη Βουλή, κατά τρόπο μάλιστα που οδηγεί σε μια πλήρη σχεδόν υπεροχή του αντιπροσωπευτικού συστήματος (άρθρο 51 παρ. 2 Συντ.: «Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος») πάνω στο σύστημα των κομμάτων (άρθρο 29 παρ. 1 Συντ.), στο οποίο όμως βασίζεται η λειτουργία της δημοκρατικής αρχής κατά το ισχύον Σύνταγμα.

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι κατά το άρθρο 51 παρ. 2 Συντ. ο βουλευτής είναι ελεύθερος να ψηφίζει σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του κόμματός του αλλά και εναντίον αυτών, χωρίς να μπορεί να υποστεί καμία νομική κύρωση (π.χ. απώλεια του βουλευτικού αξιώματος) εξ αυτού του λόγου, ακόμη και όταν προσχωρεί κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου σε άλλο κόμμα από αυτό με το οποίο εξελέγη. Αυτό είναι δεδομένο και δεν μπορεί να αλλάξει ούτε με αναθεώρηση του Συντάγματος, διότι το άρθρο 51 παρ. 2 Συντ. ανήκει στις διατάξεις που καθορίζουν τη βάση του ισχύοντος πολιτεύματος.

Από την άλλη όμως πλευρά, νομίζω πως σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις, και ιδίως εκείνες που αφορούν τις διαδικασίες παροχής ψήφου εμπιστοσύνης ή αποδοχής πρότασης δυσπιστίας, υπάρχει ηθικο-πολιτική υποχρέωση παραίτησης από το βουλευτικό αξίωμα, πριν από τις σχετικές ψηφοφορίες εάν για οποιονδήποτε λόγο υπάρχει διαφωνία του βουλευτή με το κόμμα του. Τούτο ισχύει βέβαια και στην περίπτωση μεταπήδησης του βουλευτή σε άλλο κόμμα. Αλλιώς ξαναγυρνάμε σε μια έννοια της ελεύθερης εντολής ως απόλυτου ατομικού δικαιώματος του βουλευτή, δηλαδή σε ένα πρότυπο ατομικής πολιτικής αντιπροσώπευσης, που δεν συμβιβάζεται με τη σύγχρονη «δημοκρατία των κομμάτων».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

eleven + 8 =