Μια πρόταση για την ισχυροποίηση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας: Η Συνέλευση Ευρωπαίων Πολιτών

Π. Στάγκος, Ομ. Καθηγητής Α.Π.Θ.- Νομική Σχολή, Πρόεδρος Δ.Σ. του Κέντρου του ΑΠΘ για τον Ευρωπαϊκό Νομικό Πολιτισμό, Φ. Παιονίδης, Καθηγητής Α.Π.Θ. – Φιλοσοφική Σχολή
  1. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Στις αρχές Οκτωβρίου 2021, με προτροπή της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ. και του ιδρυμένου από τη Σύγκλητο το 2018 Κέντρου για τον Ευρωπαϊκό Νομικό Πολιτισμό, ο πρύτανης του Α.Π.Θ. κάλεσε τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας να ενημερωθούν για τη Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης και να μετάσχουν ενεργά σ’ αυτήν με προτάσεις και πρωτοβουλίες τους. Η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης λειτουργεί από τον Ιούνιο 2021 και αποσκοπεί, με όχημα την άμεση συμμετοχή Ευρωπαίων πολιτών στις εργασίες της, στην επεξεργασία προτάσεων για τις μεταρρυθμίσεις που θα κριθούν αναγκαίες, ώστε να αντιμετωπιστούν οι σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές προκλήσεις που σχετίζονται με τη μακροημέρευση –κατ’ άλλους την επιβίωση- της Ευρωπαϊκής Ένωσης. H ratio της δημόσιας πρόσκλησης του πρύτανη του ΑΠΘ ήταν ότι τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας έχουν αναπτύξει εδώ και πολλά χρόνια ποικιλόμορφες σχέσεις αλληλόδρασης με τους θεσμούς της ΕΕ, οι οποίες προσδίδουν στο Αριστοτέλειο την ταυτότητα ενός ιδρύματος που συστημικά επικοινωνεί με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα η οποία το περιστοιχίζει· μια συμμετοχή μελών της κοινότητας στη Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης θα μπορούσε να θεωρείται ως η εύλογη προέκταση της ενεργούς συμμετοχής τους στο ευρωπαϊκό επιστημονικό και μορφωτικό γίγνεσθαι.

Οι συντάκτες και οι υπογράφοντες το ανά χείρας κείμενο οργάνωσαν τη σκέψη και την πρότασή τους ανταποκρινόμενοι θετικά στην υποχρέωση τους, ως μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας που είναι, να συμβάλλουν, από το βήμα της Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης, σ’  έναν δημόσιο διάλογο, ο οποίος υπερβαίνει τα εθνικά στεγανά και αφορά στις τύχες ενός υπερεθνικού (supranational) χώρου, όπου όλοι και όλες συνανήκουμε *.

 

  1. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Η πρότασή μας αφορά τη θεσμοθέτηση, εντός της Ένωσης, των Συνελεύσεων Ευρωπαίων Πολιτών (ΣυνΕΠ), ως μέσου που θα ισχυροποιήσει την ευρωπαϊκή δημοκρατία, θα ενισχύσει τη νομιμοποίηση των αποφάσεων της Ένωσης και θα ανασυνθέσει, σε βάθος χρόνου, το πολιτικό σώμα της Ευρώπης σε γνήσια υπερεθνική βάση, εγκαθιστώντας έτσι μια συμμετρία ανάμεσα σε αυτό και τον υπερεθνικό χαρακτήρα που ήδη διαθέτουν οι αποφάσεις της Ένωσης. Με τον προτεινόμενο ευρωπαϊκό θεσμό, δεν αποσκοπούμε να «καλοπιάσουμε, στο πλαίσιο μιας λαϊκιστικής προσέγγισης, τους πολίτες της Ένωσης που δυσανασχετούν για ορισμένες από τις πολιτικές της. Η πρόταση μας ερείδεται αποκλειστικά σε βασικές παραδοχές και αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η ισχυροποίηση της δημοκρατίας στην Ένωση θεωρούμε ότι αποτελεί υποχρέωση των εθνικών και των υπερεθνικών αρχών, ευθέως απορρέουσα από τη δημοκρατία ως αξία επί της οποίας, κατά το άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), θεμελιώνεται η ίδια η Ένωση.

 

  1. ΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Μια τρίπτυχη τυπολογία γονιμοποιεί το έδαφος πάνω στο οποίο καλείται να ακμάσει η δημοκρατία στην ΕΕ, σύμφωνα με τον Τίτλο ΙΙ ΣΕΕ («Περί δημοκρατικών αρχών»). Πρωτεύει η τυπολογία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (άρ. 10§1&2 ΣΕΕ), που ακολουθείται και συμπληρώνεται αφενός από «μια κάποια» μορφή άμεσης δημοκρατίας (άρ. 11§4 ΣΕΕ), αφετέρου από μια σκιαγράφηση διευθετήσεων που υπάγονται, αν και σημαδιακά αποστασιοποιημένα, στο υπόδειγμα της συμμετοχικής/ διαβουλευτικής δημοκρατίας (άρ. 10§3 ΣΕΕ και 11§1,2&3 ΣΕΕ).

Ωστόσο, μια χαώδης απόσταση χωρίζει τις αποφάσεις της ΕΕ, οι οποίες προορίζονται να εφαρμόζονται ενιαία και ομοιόμορφα σ’ ένα πλασματικά υπερεθνικό κοινό, από τη νομιμοποίησή τους, που είναι εθνικά κατακερματισμένη. Εκείνο που απουσιάζει, γενικά από τη λήψη αποφάσεων στην ΕΕ μέσω θεσμοποιημένων δημοκρατικών διαδικασιών, είναι οι διαδικασίες που θα δίνουν στους πολίτες την αίσθηση ότι ανήκουν σε μια πολιτική συλλογικότητα που υπερβαίνει τα κυρίαρχα κράτη στα οποία κατοικούν. Από το ιστορικά εδραιωμένο υπόδειγμα του εθνικού κράτους αντλούμε την εμπειρία ότι, μόνον εάν οι πολίτες ανήκουν σε μια πολιτική συλλογικότητα (αδιάφορο αν την αποκαλούμε «δήμο», «έθνος» ή «λαό»), μπορεί η λήψη αποφάσεων με την κατ’ εξοχήν δημοκρατική μέθοδο της πλειοψηφίας να οδηγεί σε νομιμοποιημένες αποφάσεις· σε αποφάσεις, δηλαδή, που ακολουθούνται από τους πολίτες και εφαρμόζονται αποτελεσματικά εντός του κράτους δικαίου το οποίο συμπληρώνει τη δημοκρατική συγκρότηση της πολιτείας. Πρόκειται για αποφάσεις που έχουν υιοθετηθεί από την πλειοψηφία και τυγχάνουν κοινωνικής αναγνώρισης και σεβασμού από τη μειοψηφία (χωρίς τα μέλη της  να τις έχουν εγκρίνει καθαυτές) στο όνομα του ότι και η μεν και η δε, οργανικά και υπαρξιακά ανήκουν στην ίδια πολιτική συλλογικότητα και δεσμεύονται από κοινά παραδεκτούς κανόνες.

Η καλλιέργεια της αίσθησης του συνανήκειν, της αναγκαιότητας διάπλασης ενός κοινού μέλλοντος, και της συνακόλουθης συλλογικής ευθύνης για την πορεία της Ένωσης δεν αποτελεί πλέον πλέον έναν ευκταίο μελλοντικό στόχο αλλά αδήριτη αναγκαιότητα. Η εργαλειακή αντίληψη περί συμμετοχής στην Ένωση, «είμαστε εκεί γιατί μας συμφέρει ως μέλη ενός κυρίαρχου κράτους», μπορεί να λειτούργησε εποικοδομητικά στο παρελθόν, αλλά μετά το Brexit έχει καταστεί επικίνδυνη για τη συνοχή της. Λογική συνέπεια αυτής της θέσης είναι το «δεν είμαστε πλέον εκεί, γιατί δεν μας συμφέρει» και αυτό είναι κάτι που μπορεί  δυνητικά να οδηγήσει στη διάλυση αυτού του μοναδικού στο είδος του υπερεθνικού σχηματισμού. Εάν αυτή η πεποίθηση αρχίσει να εδραιώνεται στο πολιτικό σώμα και άλλων κρατών-μελών, είναι αμφίβολο εάν μπορεί να αναιρεθεί διαμέσου των πολιτικών των εθνικών κυβερνήσεων ή της Επιτροπής.

 

  1. Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ: Η ΕΞΩ-ΕΝΩΣΙΑΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Ο θεσμός των Συνελεύσεων Ευρωπαίων Πολιτών που προτείνουμε αποτελεί μεταφορά, στο υπερεθνικό επίπεδο, του  επινοημένου σε εθνικά κράτη θεσμού των Συνελεύσεων Πολιτών (Citizens’ Assemblies), ο οποίος έχει με επιτυχία εφαρμοστεί τόσο σε κεντρικό όσο και σε επίπεδο περιφερειακής και τοπικής αυτοδιοίκησης. Δεν ισχυριζόμαστε ότι η υιοθέτηση αυτού του θεσμού θα επιλύσει οριστικά το πρόβλημα της συμμετοχής των Ευρωπαίων πολιτών στον δημοκρατικό βίο της Ένωσης, καθώς η επίτευξη ενός τέτοιου στόχου θα απαιτούσε ποικίλες μεταρρυθμίσεις σε πολλά επίπεδα, αλλά θεωρούμε ότι αποτελεί ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Οι Συνελεύσεις Πολιτών αποτελούν έναν καινούργιο θεσμό, ο οποίος υπηρετεί τη συχνά παραμελούμενη ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας δίνοντας τη δυνατότητα στους απλούς πολίτες να διαβουλεύονται και να καταλήγουν σε αποφάσεις για δημόσια ζητήματα με έναν εποικοδομητικό τρόπο  και υπό συνθήκες ισοτιμίας. Πρωτοεμφανίστηκε το 2004, όταν ο πρωθυπουργός της Καναδικής επαρχίας της Βρετανικής Κολομβίας έκρινε ότι το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα που ίσχυε στην περιοχή ευθύνης του έπρεπε να αλλάξει. Αντί να αναθέσει το ζήτημα σε κάποια κομματικά στελέχη, συγκάλεσε μια συνέλευση που απαρτιζόταν από 161 τυχαία επιλεγμένους πολίτες και τους ζήτησε να προτείνουν ένα δικαιότερο και αντιπροσωπευτικότερο εκλογικό σύστημα. Μετά από τρεις μήνες οι πολίτες πρότειναν την ενιαία μεταβιβαστή ψήφο, δηλαδή ένα αναλογικό σύστημα που επιτρέπει την ιεράρχηση των υποψηφίων, την καλύτερη αντιπροσώπευση των τάσεων του εκλογικού σώματος και ελαχιστοποιεί τις «χαμένες ψήφους». Η πρότασή τους ετέθη δύο φορές σε δημοψήφισμα, αλλά δεν έγινε δεκτή από το πολιτικό σώμα κυρίως λόγω της ιδιαίτερης ενισχυμένης πλειοψηφίας που απαιτείτο για την έγκρισή της και την περιπλοκότητα του εν λόγω εκλογικού συστήματος.

Το παράδειγμα της Βρετανικής Κολομβίας ακολουθήθηκε και από άλλες χώρες, που συγκρότησαν σε διάφορα επίπεδα ανάλογες Συνελεύσεις Πολιτών. Αναφέρουμε, ενδεικτικά, το Ισλανδικό Εθνικό Φόρουμ (2010)· το σύνθετο βελγικό εγχείρημα G1000 για την ανανέωση της δημοκρατίας (2011)· την Ιρλανδική Συνέλευση για το Σύνταγμα (2012-2014)· και την πολύ πρόσφατη γαλλική Συνέλευση Πολιτών για το Κλίμα (2019-2020), την CCC (Convention Citoyenne pour le Climat). Ας σημειωθεί ότι την ιδέα της Συνέλευσης Πολιτών ασπάστηκε η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης, αλλά μ’ έναν τρόπο και μια μεθοδολογία που μόνο ενστάσεις για τη σοβαρότητά τους εγείρουν.

Οι Συνελεύσεις Πολιτών επανεργοποίησαν μια μέθοδο ανάδειξης σε πολιτικές θέσεις και αξιώματα, η οποία είχε υποπέσει εδώ και πολύ καιρό σε αχρηστία, την κλήρωση. Η μέθοδος αυτή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στην Αθήνα της κλασικής περιόδου και αντιμετωπιζόταν ως εξόχως δημοκρατική σε αντίθεση με την εκλογή, η οποία θεωρούνταν ότι έχει αριστοκρατικές καταβολές. Δύο ήταν οι λόγοι προτίμησής της: πρώτον, εκτός φιλοσοφικών κύκλων επικρατούσε γενικά η αντίληψη ότι όλοι οι πολίτες κατέχουν την πολιτική τέχνη και είναι ικανοί να καταλάβουν πολιτικά αξιώματα, με εξαίρεση τα ελάχιστα εκείνα που απαιτούσαν τεχνικές γνώσεις ή την ικανότητα να οδηγεί κανείς το στράτευμα στη μάχη. Επομένως, ο μόνος τρόπος επιλογής μεταξύ απολύτως ισοτίμων πολιτών ήταν η κλήρωση. Ο δεύτερος λόγος ήταν ο φόβος ότι η δια ψηφοφορίας εκλογή θα έδινε τη δυνατότητα σε ισχυρούς και με επιρροή Αθηναίους να εκλέγονται συνεχώς σε πολιτικά αξιώματα, γεγονός που θα δημιουργούσε έναν μόνιμο πόλο άσκησης πολιτικής εξουσίας που θα ήταν επιζήμιος για την κυριαρχία του δήμου. Ωστόσο, οι θέσεις αυτές δεν υιοθετήθηκαν από τους νεοτέρους. Η σύγχρονη δημοκρατία, η οποία εδραιώνεται κατά τα τέλη του 18ο αιώνα, δεν ενστερνίστηκε την τόσο προφανή για τους Αθηναίους πολιτική σημασία της κλήρωσης. Η αντιπροσωπευτική εκδοχή της δημοκρατίας που εύλογα προτιμήθηκε διακήρυσσε ότι οι πολίτες πρέπει να εκλέγουν τους πλέον κατάλληλους πολίτες για να ασκούν τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία και να κάνουν  αυτά που το πολιτικό σώμα δεν θέλει ή δεν μπορεί να κάνει. Μια τυχαία επιλογή  αξιωματούχων θα έδινε τη δυνατότητα στους φαύλους, τους ανίκανους και τους διεφθαρμένους να ανέλθουν στην εξουσία με καταστροφικές συνέπειες για τη συλλογικότητα. Ωστόσο, η κλήρωση επανήλθε στο προσκήνιο, όταν ετέθη το ζήτημα πώς μπορεί να στελεχωθεί μια  αντιπροσωπευτική συνέλευση πολιτών, η οποία θα ήταν επιφορτισμένη με την κατάθεση συγκεκριμένων και λελογισμένων προτάσεων για την επίλυση ενός καίριου πολιτικού ζητήματος. Η επιστήμη της στατιστικής μάς διδάσκει ότι ένα περιορισμένο τυχαίο δείγμα είναι αντιπροσωπευτικό ενός πολύ μεγαλύτερου πληθυσμού. Και η αντίληψη περί λαϊκής κυριαρχίας που υπόκειται αυτού του νεοπαγούς θεσμού δέχεται ότι όλοι οι πολίτες που έχουν σώας τας φρένας μπορούν υπό προϋποθέσεις να λάβουν αποφάσεις για κρίσιμα πολιτικά ζητήματα. Έτσι, η στελέχωση των συνελεύσεων μέσω μιας αδιάβλητης κλήρωσης που θα μας έδινε ένα αναγκαστικά πολύ μικρό αλλά αντιπροσωπευτικό δείγμα πολιτών θεωρήθηκε η πλέον δίκαιη λύση.

Οι θεωρητικοί της δημοκρατίας διείδαν σε αυτόν τον θεσμό μια δυνατότητα ανανέωσης της αμιγώς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η οποία παρουσιάζει σημεία κόπωσης. Ειδικότερα, διείδαν μια μορφή άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας, η οποία επιτρέπει την ουσιαστική και επί ίσοις όροις διαβούλευση όλων των συμμετεχόντων, χωρίς τις διαστρεβλώσεις, την προχειρότητα, τη μονομέρεια και τους αποκλεισμούς που ενέχει συνήθως ο δημόσιος διάλογος στις προηγμένες δημοκρατίες, με την κλήρωση να αποτελεί, όπως είδαμε, τον μόνο δίκαιο τρόπο για να επιλέξουμε ένα μικρό αλλά αντιπροσωπευτικό δείγμα από μια μεγάλη ομάδα δημοκρατικά ισότιμων πολιτών. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτές οι τοποθετήσεις επαληθεύτηκαν από την εφαρμογή αυτού του θεσμού. Αποδείχτηκε στην πράξη ότι οι απλοί πολίτες μεταμορφώνονται, όταν τους παρέχεται η δυνατότητα να λειτουργήσουν ως νομοθέτες. Η επαφή των πολιτών που θα κληρωθούν με ειδικούς που τους εξηγούν περίπλοκα ζητήματα, τα οποία οι συνήθεις πηγές ενημέρωσής τους δεν μπαίνουν στον κόπο να ξεκαθαρίσουν, καθώς και με όλες τις αντιπαρατιθέμενες πλευρές και την επιχειρηματολογία τους συμβάλλει περαιτέρω στη διαμόρφωση τεκμηριωμένων απόψεων για επίμαχα ζητήματα που ενδέχεται να μην τους είχαν απασχολήσει ποτέ.

Σήμερα διαθέτουμε αρκετή τεχνογνωσία για τον τρόπο οργάνωσης και διεξαγωγής των συνελεύσεων πολιτών, η οποία επιτρέπει ακόμα και τη συγγραφή σχετικών εγχειριδίων. Η αποτελεσματικότητά τους, ωστόσο, συχνά φαλκιδεύεται από την απροθυμία των αιρετών δημοκρατικών αρχών να δεσμευτούν ως προς την εφαρμογή των πορισμάτων στα οποία καταλήγουν οι πολίτες, ακόμα και κατά παραβίαση των αρχικών δηλώσεών τους, ή να τα θέσουν σε δημοψήφισμα.

 

  1. Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ : ΣΚΟΠΟΙ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

Ο σχεδιασμός μιας Συνέλευσης Πολιτών που θα λειτουργούσε με αξιώσεις επιτυχίας στο επίπεδο της ΕΕ παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες από μία αντίστοιχη συνέλευση που λειτουργεί στην κλίμακα του εθνικού κράτους. Θα πρέπει να ενταχθεί στο περίπλοκο πλαίσιο των θεσμικών οργάνων της Ένωσης προκαλώντας τη λιγότερη δυνατή αναστάτωση στον τρόπο λειτουργίας τους. Ακόμα, πρέπει να λάβουμε υπόψη τις πρακτικές δυσκολίες που παρουσιάζει μια συνέλευση πολιτών που θα προέρχονται από είκοσι επτά διαφορετικές χώρες, καθώς και το γεγονός ότι, εάν οι συμμετέχοντες κρίνουν και αποφασίζουν με αποκλειστικό γνώμονα το εθνικό συμφέρον, δεν μπορούμε να αναμένουμε προτάσεις που θα είναι επωφελείς για την Ένωση ως Ένωση. Με αυτή τη λογική προτείνουμε η διαδικασία σύγκλισης και διεξαγωγής μιας Συνέλευσης Ευρωπαίων Πολιτών να ακολουθεί τις τρεις κύριες φάσεις, που περιγράφονται ευθύς αμέσως.

Προκαταρκτικά, πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκρότηση, κάθε φορά, Συνέλευσης Ευρωπαίων Πολιτών θα αποφασίζεται σύμφωνα με την ειδική νομοθετική διαδικασία που έχει εισαγάγει η Συνθήκη για τη Λειτουργία της ΕΕ (άρ. 289§2 ΣΛΕΕ). Η ειδική νομοθετική διαδικασία, όπως και η συνήθης των άρ. 289§1 και 294 ΣΛΕΕ, αφορά στη θέσπιση μίας από τις κατηγορίες των νομικά δεσμευτικών πράξεων που ορίζει το άρ. 288 ΣΛΕΕ (κανονισμοί, οδηγίες, αποφάσεις). Επειδή, υπό τους όρους της ειδικής νομοθετικής διαδικασίας, το καθένα από τα δύο νομοθετικά όργανα της Ένωσης πιστώνεται με την έκδοση της πράξης και το έτερο «συμμετέχει» (δηλαδή την εγκρίνει, ή την απορρίπτει),  στην προκείμενη περίπτωση το Ευρωκοινοβούλιο θα είναι το θεσμικό όργανο που θα «σέρνει το χορό», με το Συμβούλιο, αναγκαστικά, να έχει τον τελευταίο λόγο για την έγκριση της πράξης, η οποία διαδικαστικά και κατ’ ουσία θα έχει προταθεί  από την ΣυνΕΠ. Επίσης, ας προστεθεί ότι η εκάστοτε συγκροτούμενη ΣυνΕΠ θα επιλαμβάνεται συγκεκριμένου ζητήματος που εμπίπτει στις συντρέχουσες αρμοδιότητες της ΕΕ κατ’ άρ. 4 ΣΛΕΕ. Απλοποιώντας το περιεχόμενο αυτής της διάταξης, στην εν λόγω τυπολογία  ενωσιακών αρμοδιοτήτων εμπίπτουν: η εσωτερική αγορά· η κοινωνική πολιτική· η πολιτική της οικονομικής και εδαφικής συνοχής· η γεωργία· η προστασία του περιβάλλοντος· η προστασία των καταναλωτών· οι μεταφορές και τα διευρωπαϊκά δίκτυα· η ενέργεια· ο χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης· οι προκλήσεις για την ασφάλεια στον τομέα της δημόσιας υγείας· η έρευνα και η τεχνολογική ανάπτυξη· η αναπτυξιακή συνεργασία και η ανθρωπιστική βοήθεια.

 

Αρχική φάση 

  • Τη σύγκληση Συνέλευσης Ευρωπαίων Πολιτών μπορούν να την αιτηθούν τουλάχιστον εβδομήντα πέντε (75) μέλη του ΕυρΚοινβ με επιστολή τους προς τον πρόεδρο του σώματος, στην οποία θα εξηγούν το συγκεκριμένο αντικείμενο ως προς το οποίο αυτή καλείται να αποφασίσει καθώς και τους λόγους που καθιστούν τη σύγκλησή της αναγκαία.
  • To EυρΚοινβ εξετάζει σε ολομέλεια εάν το αντικείμενο που θα απασχολήσει τη Συνέλευση Ευρωπαίων Πολιτών πράγματι εμπίπτει στις συντρέχουσες αρμοδιότητες της ΕΕ. Η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία των μελών που απαρτίζουν το σώμα (απλή πλειοψηφία), είναι δε επαρκώς αιτιολογημένη.
  • Η απόφαση του ΕυρΚοινβ για τη σύγκληση Συνέλευσης Ευρωπαίων Πολιτών διαβιβάζεται προς έγκριση στο Συμβούλιο. Το Συμβούλιο αποφασίζει, και αυτό, με απλή πλειοψηφία. Η αρνητική απόφαση του Συμβουλίου καθιστά ανίσχυρη τη απόφαση του ΕυρΚοινβ.
  • Ο χρόνος μεταξύ της αρχικής κατάθεσης της πρότασης στο ΕυρΚοινβ και της τελικής ψηφοφορίας στο ΕυρΚοινβ και το Συμβούλιο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Καμία νέα διαδικασία σύγκλισης Συνέλευσης Ευρωπαίων Πολιτών δεν μπορεί να ξεκινήσει, εάν δεν έχει ολοκληρωθεί η προηγούμενη Συνέλευση. Το ΕυρΚοινβ ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για όλα τα στάδια της διαδικασίας της Συνέλευσης.

Κύρια φάση

  • Την ευθύνη οργάνωσης της Συνέλευσης Ευρωπαίων Πολιτών έχει το ΕυρΚοινβ, το οποίο αναλαμβάνει και την κάλυψη όλων των σχετικών εξόδων. Ακόμα παρέχει συμβουλευτική, τεχνική και γραμματειακή υποστήριξη στα μέλη της Συνέλευσης.
  • Για τη στελέχωση της Συνέλευσης επιλέγονται με ευθύνη του ΕυρΚοινβ και με κλήρωση τριακόσιοι (300) Ευρωπαίοι πολίτες, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους. Ακόμα, επιλέγονται με τον ίδιο τρόπο άλλοι εξακόσιοι (600) πολίτες, οι οποίοι αναπληρώνουν μέλη του αρχικού καταλόγου σε περίπτωση που αυτά αρνηθούν να συμμετάσχουν στη Συνέλευση. Κατά τη διεξαγωγή της κλήρωσης τηρείται η αναλογική εκπροσώπηση των φύλων των ηλικιακών ομάδων, του μορφωτικού επιπέδου και της χωροταξικής κατανομής του πληθυσμού (αστικός/αγροτικός). Υποχρεωτικά στη σύνθεση της Συνέλευσης μετέχουν κατ’ ελάχιστον δύο πολίτες από κάθε κράτος μέλος.
  • Τα τριακόσια μέλη της Συνέλευσης συνεδριάζουν στην έδρα του ΕυρΚοινβ κάθε Σαββατοκύριακο. Για τη συμμετοχή τους εκτός από τα έξοδα μετακίνησης και διαμονής λαμβάνουν εύλογη αποζημίωση.
  • Τα μέλη της Συνέλευσης εκλέγουν τριμελές προεδρείο. Με ευθύνη του προεδρείου και ύστερα από διαβούλευση στην ολομέλεια της Συνέλευσης μπορεί να προσκληθεί να καταθέσει τις απόψεις του οποιοδήποτε άτομο ή συλλογικότητα θεωρείται ότι μπορεί να βοηθήσει τα μέλη να καταλήξουν σε μια λελογισμένη απόφαση σχετικά με το ζήτημα που τα απασχολεί. Η συνεργασία με ειδικούς εμπειρογνώμονες είναι απαραίτητη. Τους εμπειρογνώμονες προσλαμβάνει το ΕυρΚοινβ, κατ’ υπόδειξη της Συνέλευσης.
  • Τα μέλη της Συνέλευσης διαβουλεύονται σε ομάδες και σε ολομέλεια. Δίδεται η ευκαιρία σε όλους και όλες να επιχειρηματολογήσουν επί ίσοις όροις. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται στο να ακούγονται όλες οι αντιτιθέμενες απόψεις. Αφού ολοκληρωθεί η διαβούλευση, εκπονείται σχέδιο κανονισμού ή απόφασης, το οποίο εγκρίνεται με πλειοψηφία των μελών που απαρτίζουν τη Συνέλευση.
  • Η διάρκεια της κύριας φάσης της Συνέλευσης δεν μπορεί να υπερβεί τους τέσσερις (4) μήνες, καθώς είναι αναμενόμενο ότι πολλοί πολίτες θα δυσκολεύονται να απουσιάζουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα από τον τόπο διαμονής τους.

Τελική φάση

  • Το σχέδιο κανονισμού ή απόφασης που εγκρίθηκε από τη Συνέλευση, διαβιβάζεται προς έγκριση στο ΕυρΚοινβ και το Συμβούλιο. Το ΕυρΚοινβ εγκρίνει το σχέδιο πράξης της Συνέλευσης με απλή πλειοψηφία, αφού προηγουμένως έχει αποφασίσει ότι η πρόταση συνάδει προς τις αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας που εγγυάται η Συνθήκη. Η απόφαση του ΕυρΚοινβ διαβιβάζεται προς έγκριση στο Συμβούλιο. Το Συμβούλιο αποφασίζει, και αυτό, με απλή πλειοψηφία. Η αρνητική απόφαση του Συμβουλίου καθιστά ανίσχυρη τη απόφαση του ΕυρΚοινβ.

 

  1. ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΕΣ ΝΟΜΟΤΕΧΝΙΚΕΣ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ, ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

 Η συγκρότηση μιας ΣυνΕΠ για τη νομοθετική ρύθμιση συγκεκριμένου ζητήματος θα λαμβάνει χώρα για οποιαδήποτε από τις συντρέχουσες αρμοδιότητες της Ένωσης που καθιερώνει η Συνθήκη, όπου γενικά και κατά κανόνα προβλέπεται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία των άρ. 289§1 και 294 ΣΛΕΕ. Επομένως, η ΣυνΕΠ, συγκροτούμενη με ειδική νομοθετική διαδικασία, θα μεταβάλλει τον τρόπο λήψης των αποφάσεων στο πεδίο της συντρέχουσας ενωσιακής αρμοδιότητας στην οποία θα εμφιλοχωρεί. Για το λόγο αυτό, θεωρούμε απαραίτητη τη συμπερίληψη στη ΣΛΕΕ ειδικής νομικής βάσης, η οποία θα εισαγάγει την ειδική νομοθετική διαδικασία ως διαδικασία λήψης απόφασης επί ζητήματος εμπίπτοντος σε συντρέχουσα ενωσιακή αρμοδιότητα, στην άσκηση της οποίας  μια ΣυνΕΠ θα καλείται να συμμετάσχει.  Επίσης, η ίδια νομική βάση θα πρέπει να προβλέπει ότι με ειδική νομοθετική διαδικασία θα θεσπιστούν οι λεπτομέρειες σύγκλισης και λειτουργίας των ΣυνΕΠ, όπως αυτές εκτέθηκαν προηγουμένως. Η εν λόγω νομική βάση προτείνουμε να ενταχθεί στο Τμήμα 1 («Οι νομικές πράξεις της Ένωσης») του Κεφαλαίου 2 («Νομικές από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. πράξεις της Ένωσης, διαδικασίες θέσπισης και άλλες διατάξεις») του Έκτου Μέρους («Θεσμικές και δημοσιονομικές διατάξεις») της ΣΛΕΕ. Η διάταξη μπορεί να φέρει το νέο αριθμό 291 ή να είναι απλά αναριθμημένη (290Α). Το περιεχόμενο της διάταξης θα είναι το ακόλουθο:

  1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δύναται να αποφασίζει τη συγκρότηση Συνέλευσης Ευρωπαίων Πολιτών, με σκοπό την έκδοση κανονισμού ή απόφασης για τη ρύθμιση συγκεκριμένου ζητήματος που εμπίπτει σε συντρέχουσα αρμοδιότητα της Ένωσης. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπόκειται στην έγκριση του Συμβουλίου. Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία.
  2. Το σχέδιο κανονισμού ή απόφασης που εκπονεί η Συνέλευση Ευρωπαίων Πολιτών εγκρίνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπόκειται στην έγκριση του Συμβουλίου. Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία.
  3. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη συμμετοχή του Συμβουλίου,  εκδίδει κανονισμό που ρυθμίζει τις λεπτομέρειες σύγκλισης και λειτουργίας των Συνελεύσεων Ευρωπαίων Πολιτών.

 

  • Επιλέξαμε σκόπιμα να προτείνουμε η ΣυνΕΠ να εκπονεί πρόταση κανονισμού ή απόφασης και όχι οδηγίας, με σκοπό να ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες τα μέλη της Συνέλευσης, κατά την εκπόνηση της πράξης, να έχουν στραμμένη την προσοχή τους στο εθνικό δίκαιο και, κατ’ επέκταση, να σκέφτονται και να κρίνουν με κριτήρια που υπαγορεύονται από την εθνική καταγωγή τους. Η οδηγία, από τη φύση της, σύμφωνα και με το άρ. 288 ΣΛΕΕ, εισάγει ενοποιημένο δίκαιο, το οποίο δεν καθίσταται ισχύον δίκαιο παρά μόνο όταν εισαχθεί στο εσωτερικό δίκαιο και, επομένως, οδηγήσει σε τροποποίηση κανόνες του εσωτερικού δικαίου για την επίτευξη του αποτελέσματος που η ίδια θεσπίζει. Αντίθετα ο κανονισμός, όπως, εν μέρει, και η απόφαση, θεσπίζει νέο, ενιαίο δίκαιο, το οποίο, πάντοτε κατά το άρ. 288 ΣΛΕΕ, ισχύει άμεσα στις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Τέλος, τον ίδιο σκοπό, του να μπορεί δηλαδή ο θεσμός της Συνέλευσης Ευρωπαίων Πολιτών να προάγει την αίσθηση ότι οι πολίτες μπορούν να αποφασίζουν πέρα και ανεξάρτητα από την εθνική προέλευσή τους και τα συμφέροντα που στοιχίζονται με αυτήν, εξυπηρετεί η επιλογή μας να μην προτείνουμε τη στελέχωση της κάθε Συνέλευσης ανάλογα με την πληθυσμιακή δύναμη των κρατών μελών. Για ύστατη φορά τονίζουμε ότι τα μέλη της δεν θα πρέπει να αισθάνονται ότι βρίσκονται εκεί ως εκπρόσωποι των συμφερόντων και των επιδιώξεων των χωρών τους αλλά ως Ευρωπαίοι πολίτες, οι οποίοι κρίνουν και αποφασίζουν με γνώμονα το τι είναι επωφελές για το σύνολο της Ένωσης.

 

* Η παρούσα έκθεση της πρότασης στο δημόσιο διάλογο έπεται της παρουσίασής της, στις 16 Δεκεμβρίου 2021, από το βήμα του διεθνούς συνεδρίου “Constitution-making and Democracy in Troubled Times”, το οποίο είχε οργανώσει, μαζί με άλλους φορείς, το Κέντρο Έρευνας Δημοκρατίας & Δικαίου του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

18 − 17 =