Σύντομες σκέψεις για τη θεσμική ακεραιότητα της δικαιοσύνης

Γιώργος Σταυρόπουλος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρώην Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Η θεσμική ακεραιότητα της δικαιοσύνης εξαρτάται κυρίως από τη σημασία που δίνουν σε αυτήν οι άλλες δυο εξουσίες, τα ιδιωτικά συμφέροντα αλλά και οι ίδιοι οι δικαστές και οι εισαγγελείς. Η θεσμική ακεραιότητα της δικαιοσύνης περιγράφεται κολοβή  στο Σύνταγμα και τους νόμους. Τα σχετικά κανονιστικά κείμενα, ανεξάρτητα από την κλίμακα των κανόνων δικαίου στην οποία εντάσσονται, δίνουν την εντύπωση ότι θέλουν και δεν θέλουν την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας. Από τη μια διακηρύσσουν την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και από την άλλη την υπονομεύουν. Έτσι, όλα σχεδόν τα θέματα της διοίκησης της δικαιοσύνης ανατίθενται στην κυβέρνηση χωρίς την παραμικρή ανάμειξη των δικαστών. Ο προϋπολογισμός της δικαιοσύνης δεν καταρτίζεται με τη συμμετοχή και της ίδιας της δικαιοσύνης αλλά αποκλειστικά από την εκτελεστική εξουσία. Οι δικαστές συνήθως ούτε καν ερωτώνται για αυτόν. Οι αποδοχές και οι συντάξεις των δικαστών ομοίως καθορίζονται από τη Βουλή με πρόταση  της Κυβέρνησης. Οι μανδαρίνοι μάλιστα του Υπουργείου Οικονομικών κάνουν ό,τι μπορούν παραδοσιακά για να μειώνουν τους δικαστές απορρίπτοντας κάθε αίτημα για την οικονομική τους αναβάθμιση. Προτιμούν να εξαναγκάζουν τους δικαστές να προσφεύγουν στα δικαστήρια για να τους μειώνουν ακόμα περισσότερο ηθικά. Την ίδια τακτική ακολουθούν συνήθως και οι κυβερνήσεις. Με τον τρόπο αυτό εκθέτουν τους δικαστές στα μάτια της κοινής γνώμης. Την ίδια τακτική ακολουθούν και οι εκδότες και οι δημοσιογράφοι, ουσιαστικά εκβιάζοντάς τους, για να αποφύγουν τον όποιο δικαστικό έλεγχο, επιθυμώντας και αυτοί να λειτουργούν ανεξέλεγκτα.

Πολλά θέματα της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστών καθορίζονται κατά το Σύνταγμα από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο( Α.Δ.Σ. ). Σε αυτό όμως προεδρεύει πάντοτε ο πρόεδρος του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, τον οποίο ορίζει ελεύθερα και χωρίς κανένα περιορισμό η εκάστοτε Κυβέρνηση. Αλλά και για να συνέλθει και να αποφασίσει το Α.Δ.Σ. για οποιοδήποτε θέμα θα πρέπει να αποστείλει το σχετικό «Ερώτημα» το Υπουργείο Δικαιοσύνης.  Το Α.Δ.Σ. δεν μπορεί να  συγκαλέσει αυτεπαγγέλτως  ούτε καν ο Πρόεδρός του !  Η κίνηση της όλης διαδικασίας για τη λειτουργία του εξαρτάται αποκλειστικά από τον Υπουργό Δικαιοσύνης !

Οι Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων ορίζονται από την Κυβέρνηση χωρίς αιτιολογία και η επιλογή τους δεν μπορεί να ελεγχθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, σύμφωνα με τη ρητή επιταγή του ίδιου του Συντάγματος. Το ίδιο ισχύει και για τις επιλογές των Αντιπροέδρων. Τα τελευταία βέβαια χρόνια ισχύει  με βάση ένα αντισυνταγματικό νόμο, όπως έχει δεχθεί η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, η λήψη της προηγούμενης  γνώμη  της Βουλής για τα προς επιλογή πρόσωπα. Αλλά και η γνώμη  αυτή δεν είναι, κατά τον ισχύοντα νόμο, υποχρεωτική για την Κυβέρνηση. Μπορεί έτσι η Κυβέρνηση να επιλέγει πρόσωπα για τα οποία δεν υπάρχει  καν θετική γνώμη από τη Βουλή ! Όπως και να το πάρει κανείς πρόκειται περί θεσμικού παραλογισμού. Παρελαύνουν κάθε φορά για ακρόαση στη Βουλή δεκάδες δικαστές  που είναι υποψήφιοι για μια θέση Προέδρου ή Αντιπροέδρου και κρίνονται συνήθως από βουλευτές που δεν είναι συχνά ούτε καν νομικοί  σε μια διαδικασία που δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα !  To αμερικανικό πρότυπο για την πιο πάνω ρύθμιση   άλλα ορίζει. Ο Πρόεδρος προτείνει και η Γερουσία αποφασίζει, μετά από γνωμοδότηση ειδικής επιτροπής νομικών. Στην Ελλάδα προβλέφθηκε μια διαστρέβλωση της αμερικανικής ρύθμισης, μόνο και μόνο για να αναμειγνύεται και η Βουλή στη σχετική διαδικασία, χωρίς όμως τη δυνατότητα ουσιαστικής από μέρους της παρέμβασης στην τελική επιλογή των ανώτατων δικαστών  με αποτέλεσμα την υποβάθμιση τόσο της ίδιας της Βουλής όσο και των κρινόμενων δικαστών. Η προβλεπόμενη εξάλλου από το Σύνταγμα απόλυτη εξουσία επιλογής ανώτατων δικαστών από την Κυβέρνηση πρέπει να περιορισθεί ή να καταργηθεί. Η ανάγκη αυτή  καθίσταται πιο έντονη για τα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφού το δικαστήριο αυτό είναι εκείνο που κατεξοχήν ελέγχει τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων που συνήθως εκπορεύονται από τους οικείους Υπουργούς, οι οποίοι όμως έχουν προηγουμένως επιλέξει τους ανώτατους δικαστές στο πλαίσιο της σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου !

Το Σύνταγμα προβλέπει (μία)θέση Αντιπροέδρου σε κάθε ένα από τα Ανώτατα Δικαστήρια. Ο κοινός νομοθέτης προέβλεψε από 10 θέσεις Αντιπροέδρων  στον Άρειο Πάγο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας και κάποιες λιγότερες στο Ελεγκτικό Συνέδριο ! Η παρεμβολή έτσι της πολιτικής σκοπιμότητας στα θέματα της δικαιοσύνης έχει μεγεθυνθεί πέρα ακόμα και από τις συνταγματικές προβλέψεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Αντιπρόεδροι προεδρεύουν στα Τμήματα των Ανωτάτων Δικαστηρίων, τα οποία μάλιστα είναι λιγότερα από τις θέσεις Αντιπροέδρων που κατανέμονται σε   αυτά ! Οι θέσεις Αντιπροέδρων πρέπει άμεσα να περιορισθούν. Μια θέση Αντιπροέδρου κατά Δικαστήριο αρκεί, προκειμένου αυτός να αναπληρώνει τον Πρόεδρο όταν αυτός κωλύεται.

Η Εθνική Σχολή Δικαστών προσέφερε και προσφέρει πολλά στη γενικότερη επαγγελματική κατάρτιση αλλά και εκπαίδευση των δικαστών. Μέσω της διδασκαλίας σε αυτήν βελτιώθηκε το γνωστικό τους επίπεδο αλλά και η επαγγελματική τους εκπαίδευση. Εκεί που δυστυχώς υστερούν οι εκπαιδευόμενοι δικαστές είναι στα θέματα δεοντολογίας και γενικότερης κοινωνικής κατάρτισης και συμπεριφοράς. Δυστυχώς συχνά μέσω της Σχολής Δικαστών αναπαράγεται  η παλαιά αρτιοσκληρητική δικαστική νοοτροπία. Το πλήθος εμπειριών και γνώσεων που επιδιώκεται να αποκτήσουν οι νέοι δικαστές δεν αρκεί. Επικρατεί η επιδίωξη απομνημόνευσης της νομολογίας χωρίς κριτική διάθεση ή γενικότερο προβληματισμό πάνω σε αυτήν. Τα θέματα επίσης της δικαστικής δεοντολογίας δεν αναπτύσσονται με επάρκεια. Καλλιεργείται συχνά μια νοοτροπία απαράδεκτου ελιτισμού ακόμα και έναντι των παλαιότερων δικαστών. Η ανάγκη για επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης δεν προβάλλεται ιδιαίτερα. Αλλά και  τα διδασκόμενα μαθήματα περιορίζονται συνήθως μόνο σε εκείνα που κρίνονται αναγκαία για τη με στενή έννοια επαγγελματική κατάρτισή τους. Επαρκείς γνώσεις οικονομίας, κοινωνιολογίας ή ψυχολογίας κλπ  δεν μεταδίδονται. Κυρίως δεν αναπτύσσεται όσο θα έπρεπε το πνεύμα της δικαστικής ανεξαρτησίας  εντός και εκτός του θεσμού της δικαιοσύνης. Υστερεί ακόμα η διαρκής εκπαίδευση των ήδη υπηρετούντων δικαστών. Τα σεμινάρια που οργανώνονται  δεν επαρκούν για την ενημέρωσή των δικαστών στις νεότερες νομοθετικές εξελίξεις.

Τέλος, τα ιδιωτικά συμφέροντα κάνουν ό,τι μπορούν με θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση. Οι περισσότεροι δικαστές ελπίζεται ότι τηρούν το καθήκον τους και δεν υποκύπτουν. Κάποιοι, με μειωμένο ήθος και σθένος υποχωρούν. Οι τελευταίοι πρέπει να εντοπίζονται και να αποβάλλονται από ένα Σώμα, στο οποίο η εντιμότητα πρέπει να αποτελεί για τους λειτουργούς του το ύψιστο καθήκον. Οι ίδιοι οι δικαστές οφείλουν να απομακρύνουν τους ανάξιους συναδέλφους τους. Η απαράδεκτη επιείκεια που παραδοσιακά  επικρατεί πρέπει  επιτέλους να εξοβελισθεί.

19.2.2024

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

three × three =