Σκέψεις με αφορμή την προτεινόμενη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Οδηγία για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της εξ οικείων βίας

Στέλλα Χριστοφορίδου, Δικηγόρος, ΔΝ, Μέλος ΣΕΠ ΕΑΠ

Μετά τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 2014 για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, γνωστή ως Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την υιοθέτηση οδηγίας από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της εξ οικείων βίας[1] αποτελεί ένα σημαντικό βήμα κατά της έμφυλης βίας, αυτή τη φορά σε ενωσιακό επίπεδο. Σκοπός, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, είναι η αποτελεσματική καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της εξ οικείων βίας σε ολόκληρη την ΕΕ μέσω της υιοθέτησης μέτρων για την ποινικοποίηση των σχετικών αδικημάτων και την επιβολή κυρώσεων, την προστασία των θυμάτων και τη διασφάλιση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, την υποστήριξη των θυμάτων και την πρόληψη, τον συντονισμό και τη συνεργασία των αρμοδίων αρχών.

Στην προτεινόμενη οδηγία συμπεριλαμβάνονται μέτρα που προωθούν το δικαίωμα στη δικαστική προστασία των θυμάτων μεριμνώντας για τη μεταχείρισή τους σε όλα τα στάδια της απονομής της δικαιοσύνης, αρχής γενομένης από την πρόσβαση σε αυτήν και την αναζήτηση δικαστικής προστασίας. Προτείνονται, λοιπόν, μέτρα που αφορούν στη διευκόλυνση των θυμάτων να καταγγείλουν τις εις βάρος τους προσβολές, προληπτικά μέτρα που μπορούν να λάβουν οι αρμόδιες αρχές για την προστασία των θυμάτων, ακόμη και χωρίς προηγούμενη αίτηση των ίδιων των θυμάτων, καθώς και μέτρα που αφορούν στη μεταχείρισή τους κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία.

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερα σημαντικό είναι το άρθρο 22 της προτεινόμενης οδηγίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής του θύματος, το οποίο περιορίζει σημαντικά την υιοθέτηση πρακτικών εκ μέρους της υπεράσπισης που de facto μετατρέπουν το θύμα σε κατηγορούμενο, καθόσον ρητά πλέον προβλέπεται ότι δεν επιτρέπονται ερωτήσεις, έρευνες και αποδεικτικά μέσα σχετικά με προηγούμενη σεξουαλική συμπεριφορά του θύματος ή άλλες σχετικές μ’ αυτήν πτυχές της ιδιωτικής ζωής του. Η πρόβλεψη αυτή χρωματίζει με διαφορετικό τρόπο το άρθρο 19 παρ. 3 Συντ.[2], καθώς στην περίπτωση της προτεινόμενης οδηγίας, δεν είναι ο τρόπος κτήσης που καθιστά το αποδεικτικό μέσο παράνομο, αλλά το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου, -το οποίο μπορεί να έχει αποκτηθεί νόμιμα με βάση το πλαίσιο που τίθεται από τα άρθρα 19 παρ. 3, 9 και 9 Α Συντ.-.

Τούτο πρακτικά σημαίνει ότι ακόμη και αν η πληροφορία (εικόνα κλπ) δεν έχει αποκτηθεί με παράνομη καταγραφή ή υποκλοπή, ακόμη και αν διατίθεται ελεύθερα και εκούσια από το ίδιο το θύμα, για παράδειγμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εφόσον κατά περιεχόμενο αφορά στην εν γένει σεξουαλική ζωή του ατόμου συνιστά παράνομο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να περιέλθει στο δικαστήριο. Εάν, παρόλαυτά, τέτοιο αποδεικτικό μέσο προσκομιστεί, το δικαστήριο δεν μπορεί να το λάβει υπόψη και, επιπλέον, το θύμα αποκτά αγώγιμη αξίωση αποζημίωσης για προσβολή της προσωπικότητάς του εις βάρος του διάδικου μέρους που το προσκόμισε. Μάλιστα, από τη διατύπωση της προτεινόμενης διάταξης συνάγεται ότι κάθε πτυχή της ερωτικής ζωής του ατόμου και της εν γένει σεξουαλικότητάς του εμπεριέχεται στο προστατευτικό αυτό πλαίσιο, όπως μπορεί να είναι η συχνή αλλαγή συντρόφων, οι ενδυματολογικές επιλογές, όπως και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο μπορεί να συνδεθεί με στερεοτυπικές αποδόσεις εις βάρος των γυναικών. Ο όρος δε, της «προηγούμενης» σεξουαλικής συμπεριφοράς θα πρέπει να ερμηνευθεί περιοριστικά και να θεωρηθεί ότι αναφέρεται στον χρόνο που προηγείται της τέλεσης της άδικης πράξης που βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου και όχι των «προηγούμενων συντρόφων» σε σχέση με τον κατηγορούμενο. Τούτο καθώς επουδενί δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σε περίπτωση διατήρησης παράλληλα περισσότερων ερωτικών δεσμών δικαιολογείται η έμφυλη βία ή πάντως η κάμψη της προστασίας του «ερωτικού απορρήτου». Το μέτρο αυτό συμπληρώνεται από το άρθρο 23 της προτεινόμενης οδηγίας, το οποίο πλέον ρητά αναφέρει ως κατευθυντήρια γραμμή προς τις δικαστικές αρχές την αποφυγή των έμφυλων στερεοτύπων.

Κρίνοντας από τα συνήθως συμβαίνοντα στη δικηγορική πρακτική, ένα ερώτημα που παραμένει είναι τι θα συμβεί στο θύμα στην περίπτωση αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό αξίζει η εξής παρατήρηση. Η γενική εικόνα που μπορεί να αποκομίσει κανείς αναγιγνώσκοντας τα διεθνή κείμενα για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών είναι ότι στοχεύουν σε δύο κυρίως κομβικά στάδια στα οποία εμπλέκονται οι αστυνομικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές: το πρώτο αναφέρεται στην υποβολή της καταγγελίας, το δεύτερο στο να διασφαλιστεί η πρόσβασή του στη δικαιοσύνη. Η μέριμνα, με άλλα λόγια, επικεντρώνεται στο να κατορθώσει το θύμα να ξεπεράσει τους φόβους και τους ενδοιασμούς του και να περάσει «το κατώφλι» των αρμόδιων αρχών. Από το σημείο εκείνο και έπειτα, ενόψει μάλιστα του ανακριτικού συστήματος, η πορεία της υπόθεσης, όπως και η ευθύνη για την προστασία του θύματος, αποτελεί μέριμνα των αρχών.

Σημαντικό θεμέλιο κατά την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης συνιστά το τεκμήριο αθωότητας. Το τεκμήριο αθωότητας είναι, και θα πρέπει να είναι, δεδομένο για κάθε κατηγορούμενο, ακόμα και για υποθέσεις που προκαλούν το δημόσιο αίσθημα και φέρουν έντονο το στοιχείο της ηθικής απαξίας. Μια πιθανή αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου -που μπορεί να επέλθει ακόμη και για λόγους παραγραφής ή ακυρότητας της διαδικασίας-, ωστόσο, δημιουργεί το κατάλληλο έδαφος ώστε ο δράστης να ασκήσει ψυχολογική πίεση στο θύμα με την απειλή της άσκησης μήνυσης για ψευδή καταμήνυση ή αγωγής αποζημίωσης λόγω προσβολής της προσωπικότητας. Απειλεί που φτάνει να λειτουργεί αποτρεπτικά για το θύμα να δηλώσει το γεγονός στις αρχές, εμποδίζοντας και πάλι το πρώτο και βασικό στάδιο για τη δικαστική προστασία, αυτό της πρόσβασης στη δικαιοσύνη.

Το ερώτημα, λοιπόν, που ανακύπτει είναι ποια δίοδος θα μπορούσε να ανευρεθεί ώστε τα θύματα να απαλλαγούν από τη βάσανο του ποια θα είναι η τύχη τους στην περίπτωση που η έκβαση της υπόθεσης πάρει μια διαφορετική τροπή, παράλληλα με το ενδεχόμενο που δεν μπορεί ποτέ να αποκλειστεί καθολικά και a priori της ψευδούς καταμήνυσης.

Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας στα άρθρα 45 επ. προβλέπει τις περιπτώσεις αποχής από την ποινική δίωξη. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η περίπτωση της εκβίασης που τελείται με την απειλή ότι θα αποκαλυφθεί αξιόποινη πράξη. Σε αυτήν την περίπτωση, μπορεί ο εισαγγελέας να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη για την πράξη της οποίας η αποκάλυψη απειλήθηκε με την προϋπόθεση ότι η δίωξή της, συγκρινόμενη με τη βαρύτητα της εκβίασης, δεν είναι απαραίτητη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Πρόκειται για μία πρόβλεψη για την οποία ο νομοθέτης θεωρεί επί της αρχής, -και γι’ αυτό δίνει την αντίστοιχη δυνατότητα στον εισαγγελέα ο οποίος λαμβάνει γνώση και των πραγματικών περιστατικών κάθε περίπτωσης και αποφασίζει συγκεκριμένα-, ότι αυτό που εξυπηρετεί πρωτίστως το δημόσιο συμφέρον είναι το να μην καθίσταται έρμαιο ο δράστης αξιόποινης πράξης απέναντι σε τρίτους που γνωρίζουν την πράξη αυτή και επιδιώκουν να προσποριστούν κάποιο όφελος. Σε αναλογία, και λαμβανομένων υπόψη των διαστάσεων της έμφυλης βίας που λαμβάνουν χώρα στην ελληνική κοινωνία θεμελιώνοντας μείζον δημόσιο ενδιαφέρον για τη δικαστική τους αντιμετώπιση, θα πρέπει να υιοθετηθεί ειδική πρόβλεψη για την αποχή εισαγγελικών αρχών από την άσκηση ποινικής δίωξης εις βάρος γυναικών που καταγγέλλουν περιστατικά έμφυλης βίας, ακόμη και αν εκδοθεί αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, στο μέρος που πρόκειται για αδικήματα που διώκονται κατ’ έγκληση.

Εξάλλου, το ότι η πολιτεία αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης της προστασίας των θυμάτων της έμφυλης βίας ανεξαρτήτως των πρωτοβουλιών που θα αναλάβουν τα ίδια θεμελιώνεται ήδη στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης η οποία δίνει τη δυνατότητα στις αστυνομικές αρχές να ενεργήσουν ενώπιον του εισαγγελέα ακόμη και χωρίς καταγγελία του θύματος. Η προτεινόμενη οδηγία στο άρθρο 21 προβλέπει τη δυνατότητα οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να λάβουν όλα τα περιοριστικά μέτρα για την προστασία του θύματος, όπως το να επιβάλλουν την αποχώρηση του δράστη από την κατοικία του θύματος ή των εξαρτώμενων από αυτό προσώπων για επαρκές χρονικό διάστημα, την απαγόρευση να εισέλθει στην κατοικία ή στον χώρο εργασίας του θύματος ή να επικοινωνήσει με το θύμα ή τα εξαρτώμενα απ’ αυτό πρόσωπα με οποιονδήποτε τρόπο. Σε αυτό το προληπτικό επίπεδο, ωστόσο, ίσως θα έπρεπε να συζητηθεί και ένα, πιο γενναίο, βήμα, αυτό της πρόβλεψης της προσωπικής φύλαξης των γυναικών που πιθανολογείται ότι η ζωή και η σωματική τους ακεραιότητα βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο. Τούτο καθώς η απλή απομάκρυνση χωρίς την ταυτόχρονη τοποθέτηση κάποιου πραγματικού φραγμού ανάμεσα στον δράστη κα το θύμα μπορεί να αποδειχθεί αναποτελεσματική.

Τα αναρίθμητα πλέον περιστατικά εναντίον των γυναικών στη χώρα μας καθιστούν επιτακτική την ανάγκη δημιουργίας ειδικού σώματος επιφορτισμένου με την υποχρέωση της περιφρούρησης γυναικών που βρίσκονται υπό σοβαρή απειλή. Οι συντονισμένες δράσεις του νομοθέτη και της κοινωνίας των πολιτών που στόχο έχουν την ενδυνάμωση των γυναικών ώστε να περνούν το κατώφλι των αρμόδιων αρχών και να μη διστάζουν να καταγγέλλουν περιστατικά εις βάρος τους θα πρέπει να βρουν ως επιστέγασμα την έμπρακτη υποστήριξη. Η πρόβλεψη ενός τέτοιου ειδικού σώματος αποτελεί έκφραση αλληλεγγύης της κοινωνίας προς όλα τα μέχρι στιγμής θύματα και μια ξεκάθαρη δήλωση της πολιτείας ότι γυρνάει οριστικά την πλάτη σε παρωχημένες αντιλήψεις περί της θέσης των γυναικών και της τύχης τους.

[1] COM/2022/105 final, διαθέσιμη σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX%3A52022PC0105.

[2] Βλ. αναλ. Κ. Χρυσόγονος/Σ. Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 217, 296επ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

four × four =