ΣτΕ (Τμήμα Γ΄) 470/2018 (σχολεία για προσφυγόπουλα)

Το Γ΄τμήμα του ΣτΕ απέρριψε ως απαράδεκτες τις αιτήσεις  γονέων μαθητών και Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων σχολείων, τα οποία υποδέχτηκαν προσφυγόπουλα με σκοπό την εκπαίδευσή τους, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2017, με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, Δ. Εμμανουηλίδης, Σύμβουλοι, Σ. Καρύδα, Β. Γκέρτσος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 6 Μαρτίου 2017 αίτηση:

των: 1) Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του …Δημοτικού Σχολείου, που εδρεύει στο, 2) Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του Δημοτικού Σχολείου…, που εδρεύει στο … , 3) του …, κατοίκου …, 4) – 139) …,

κατά του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με τη Φωτεινή Δεδούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Στη δίκη παρεμβαίνουν, υπέρ των αιτούντων οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων των: 1) … Δημοτικού Σχολείου …, που εδρεύει στο …, 2) … Δημοτικού Σχολείου …, που εδρεύει στη …, 3) … Γυμνασίου …, που εδρεύει στη …, 4) … Δημοτικού Σχολείου …, που εδρεύει στη …, 5) Νηπιαγωγείου …, με την επωνυμία …που εδρεύει στο …και 6) Δημοτικού  Σχολείου …, που εδρεύει στο …, οι οποίοι δεν παρέστησαν.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. 1400/ΓΔ4/3.1.2017 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, β) η ΚΥΑ με αριθμ. 180647/ΓΔ4 του Υπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ 3502/τ.β/2016), γ) η υπ’ αριθμ. 131024/Δ1/8.8.2016  υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 2687/2016.τ.Β΄), δ) το υπ’ αριθμ. πρωτ. Φ.3α/06/10.1.017 έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Π.Ε. και Δ.Ε. Αττικής και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Εμμανουηλίδη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια των αιτούντων που παρέστησαν, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο ν   Ν ό μ ο. …

  1. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση: α) της 1400/ΓΔ4/3.1.2017 απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β΄ 6/9.1.2017) με θέμα: “Καθορισμός σχολικών μονάδων των Περιφερειακών Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας, Αττικής και Στερεάς Ελλάδας για το σχολικό έτος 2016-2017 εντός των οποίων θα λειτουργούν οι Δομές Υποδοχής για την Εκπαίδευση των Προσφύγων (Δ.Υ.Ε.Π.)”, β) της 180647/ΓΔ4/27.10.2016 κοινής απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού (Β΄ 3502/31.10.2016) με θέμα: “Ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία, συντονισμός και πρόγραμμα εκπαίδευσης των Δομών Υποδοχής για την Εκπαίδευση των Προσφύγων (Δ.Υ.Ε.Π.), κριτήρια και διαδικασία στελέχωσης των εν λόγω δομών”, γ) της 131024/Δ1/8.8.2016 απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β΄ 2687/29.8.2016) με θέμα: “Ρυθμίσεις Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας (ΖΕΠ) – Ίδρυση Τάξεων Υποδοχής ΖΕΠ, Ενισχυτικών Φροντιστηριακών Τμημάτων ΖΕΠ και Δομών Υποδοχής για την Εκπαίδευση των Προσφύγων ΖΕΠ (Δ.Υ.Ε.Π. ΖΕΠ) σε σχολικές μονάδες Π.Ε.” και δ) του Φ.3α/02/3.1.2017 εγγράφου του Σχολικού Συμβούλου 50ής Περιφέρειας Δημοτικής Εκπαίδευσης Αττικής με θέμα: “Οδηγίες για τη διαχείριση της διδακτέας ύλης των γνωστικών αντικειμένων που αφορούν στην φοίτηση παιδιών προσφύγων στις Δομές Υποδοχής για την Εκπαίδευση Προσφύγων (ΔΥΕΠ)”.
  2. Επειδή, με το άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ. 361/2001 (Α΄ 244) ορίζεται ότι: “Στο Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας για: α) την οργάνωση και λειτουργία της Διοίκησης, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των ιδρυμάτων ανώτατης και ανώτερης εκπαίδευσης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και τη συγκρότηση, εκλογή, διορισμό και μεταβολές όλων των οργάνων αυτών, β) … ε) τους μαθητές, φοιτητές, σπουδαστές, υποτρόφους και μετεκπαιδευομένους, …”, ενώ με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. δ΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268) ορίζεται ότι: “η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την εφαρμογή της εκπαιδευτικής νομοθεσίας για τους μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές, υποτρόφους και μετεκπαιδευομένους υπάγεται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου”. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, οι αιτήσεις για την ακύρωση ατομικών διοικητικών πράξεων, που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή την εκπαιδευτικής νομοθεσίας περί μαθητών, φοιτητών, σπουδαστών, υποτρόφων και μετεκπαιδευομένων, υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου, εφόσον η ρύθμιση αφορά στην κατάσταση των μαθητών, φοιτητών, σπουδαστών, υποτρόφων και μετεκπαιδευομένων. Αντιθέτως, αν η ρύθμιση αφορά αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην οργάνωση της παρεχόμενης από το Κράτος ή άλλους φορείς εκπαίδευσης, οι σχετικές αιτήσεις ακυρώσεως υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. ΣτΕ 2861/1985 Ολομ., 1003/1990 7μ., 4437/1986, 397/1984) και ανήκουν, ειδικότερα, στην αρμοδιότητα του Γ΄ Τμήματος, στην οποία υπάγονται οι διαφορές από την οργάνωση και λειτουργία της Διοίκησης, έστω και αν η ρύθμιση αυτή σχετίζεται και έμμεσα επηρεάζει τη κατάσταση μαθητών, εκπαιδευτικών κ.λπ. (πρβλ. ΣτΕ 1003/1990 7μ., 487/2005).
  3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με το άρθρο 38 εδ. α΄ του ν. 4415/2016 “Ρυθμίσεις για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση, τη διαπολιτισμική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις” (Α΄ 159) παρασχέθηκε εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, όπως με κοινή απόφασή τους ιδρύσουν Δομές Υποδοχής για την Εκπαίδευση των Προσφύγων και ρυθμίσουν τα σχετικά με την οργάνωση, λειτουργία και στελέχωσή τους, δηλαδή να ρυθμίσουν θέματα οργάνωσης της παρεχόμενης από το Κράτος εκπαίδευσης προς τους πρόσφυγες και λειτουργίας των σχετικών εκπαιδευτικών δομών. Ειδικότερα, με την κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης εκδοθείσα 180647/ΓΔ4/27.10.2016 κοινή υπουργική απόφαση (κ.υ.α.) ορίσθηκε ότι οι Δ.Υ.Ε.Π. ιδρύονται σε συγκεκριμένες σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, λειτουργούν εντός αυτών και ανήκουν διοικητικώς σε αυτές (άρθρο 1 παρ. 1). Συγκεκριμένα, με την ανωτέρω κ.υ.α. παρασχέθηκε εξουσιοδότηση στον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων να καθορίσει τις σχολικές μονάδες εντός των οποίων πρόκειται να λειτουργήσουν οι Δ.Υ.Ε.Π., κατ’ ουσίαν δηλαδή να καθορίσει την έδρα τους με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (άρθρο 2 παρ. 1). Εξάλλου, η παρεχόμενη από τις Δ.Υ.Ε.Π. εκπαίδευση αφορά στο σύνολο των παιδιών πολιτών τρίτων χωρών που διαμένουν σε κέντρα ή δομές φιλοξενίας του ελληνικού κράτους ή της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. και τα οποία εγγράφονται στις σχολικές μονάδες στις οποίες λειτουργούν Δ.Υ.Ε.Π. (άρθρο 1 παρ. 4). Για την στελέχωση των Δ.Υ.Ε.Π. δύνανται κατόπιν αίτησής τους να διατίθενται μόνιμοι εκπαιδευτικοί που βρίσκονται στην διάθεση των οικείων ΠΥΣΠΕ και ΠΥΣΔΕ ή να αποσπώνται εκπαιδευτικοί στη σχολική μονάδα εντός της οποίας λειτουργεί η Δ.Υ.Ε.Π. (άρθρο 8 παρ. 1), καθώς και να προσλαμβάνονται αναπληρωτές και ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί (άρθρο 9 παρ. 1), εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά της κείμενης νομοθεσίας (άρθρα 6 παρ. 1 και 12 παρ. 1). Περαιτέρω, οι Δ.Υ.Ε.Π., οι οποίες πρόκειται να λειτουργούν εντός των υφιστάμενων σχολικών μονάδων, αποτελούν δομές της δημόσιας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ειδικού σκοπού και στις οποίες, κατά τις απογευματινές ώρες, δηλαδή μετά το το πέρας του κανονικού ωραρίου λειτουργίας των σχολικών μονάδων που υπάγονται και, συγκεκριμένα από τις 2 μ.μ. έως τις 6 μ.μ. (άρθρο 3 παρ. 3), πρόκειται να παρέχεται δωρεάν εκπαίδευση στους ανήλικους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι διαμένουν στα κέντρα φιλοξενίας των προσφύγων, ούτως ώστε με την εντατική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας (άρθρο 5 παρ. 2 και 3) τα παιδιά αυτά να ενταχθούν στο μέλλον, εφόσον εξακολουθήσουν να διαμένουν στην ελληνική επικράτεια, στις κανονικές δημόσιες σχολικές μονάδες (άρθρο 10 παρ. 1 περ. Α΄).
  4. Επειδή, ως εκ του περιεχομένου της, η 180647/ΓΔ4/2016 κ.υ.α. (β΄ προσβαλλομένη), εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 38 εδ. α΄ του ν. 4415/2016, έχει κανονιστικό χαρακτήρα, διότι θέτει, για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, γενικούς και αφηρημένους κανόνες που διέπουν την οργάνωση και παροχή πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε ανήλικους πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν στα κέντρα φιλοξενίας που λειτουργούν στην ελληνική επικράτεια (πρβλ. ΣτΕ 533/2017), αρμοδίως δε εισάγεται προς εκδίκαση στο Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον αφορά σε θέμα αναγόμενο στην οργάνωση δημόσιας υπηρεσίας (πρβλ. ΣτΕ 1215/2016 7μ., 2157/2014 7μ.). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και άρθρο 2 παρ. 1 της ανωτέρω κ.υ.α. προκύπτει, ότι με την απόφαση αυτή ρυθμίστηκε το καθεστώς λειτουργίας των Δ.Υ.Ε.Π., όμως, οι δομές αυτές δεν ιδρύονται παρά μόνο με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ο οποίος, μετά από εισήγηση του Περιφερειακού Διευθυντή πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθορίζει τις σχολικές μονάδες εντός των οποίων λειτουργούν οι Δ.Υ.Ε.Π., λαμβάνοντας υπόψη πρόσφορα κριτήρια, όπως είναι το εύλογο της απόστασης του κέντρου φιλοξενίας από τη σχολική μονάδα και η ύπαρξη διαθέσιμων και κατάλληλων αιθουσών. Η υπουργική αυτή απόφαση έχει ομοίως κανονιστικό χαρακτήρα (πρβλ. ΣτΕ 1215/2016 7μ., 1437/2013 7μ., 4799/2012 7μ.), ως αναγόμενη στην οργάνωση δημόσιας υπηρεσίας (ΣτΕ 436/1977 Ολομ., 315/1975 Ολομ., 3634/1986, 817,2082/2016), αφού ρυθμίζει ζήτημα (ίδρυση και λειτουργία Δ.Υ.Ε.Π. εντός συγκεκριμένων σχολικών μονάδων με βάση συγκεκριμένα κριτήρια) άμεσα σχετιζόμενο με τη λειτουργία των ειδικών για τα παιδιά πολιτών τρίτων χωρών εκπαιδευτικών δομών και με τους όρους άσκησης των σχετικών αρμοδιοτήτων τους σε ατομικές περιπτώσεις (πρβλ. ΣτΕ 1011/2013 Ολομ., 4217/2015) και, συνεπώς, οι αναφυόμενες από την αμφισβήτηση της νομιμότητάς της διαφορές υπάγονται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επίσης, η 131024/Δ1/8.8.2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (γ΄ προσβαλλομένη), με την οποία ορίσθηκαν οι Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας (Ζ.Ε.Π.) και ρυθμίσθηκαν, με γενικούς και αφηρημένους κανόνες, τα σχετικά με τις Δομές Υποδοχής για την Εκπαίδευση των Προσφύγων ΖΕΠ, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 26 παρ. 1 του ν. 3879/2010, έχει ομοίως κανονιστικό χαρακτήρα. Η υπουργική αυτή απόφαση καταργήθηκε με το άρθρο 7 της Φ.1/63691/Δ1/17/13.4.2017 απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Β΄ 1403/25.4.2017). Με τα δεδομένα αυτά, οι τρεις πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις, με τις οποίες ιδρύονται τάξεις και δομές υποδοχής για την εκπαίδευση των προσφύγων σε Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας (γ΄ προσβαλλομένη), καθώς και οι δομές υποδοχής της εκπαίδευσης των προσφύγων (α΄ και β΄ προσβαλλόμενες), ρυθμίζονται δε τα σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία τους, αφορούν οργανωτικά θέματα της παρεχόμενης από το Κράτος πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, έμμεσα δε μόνον σχετίζονται προς την εκπαιδευτική νομοθεσία για τους μαθητές (πρβλ. ΣτΕ 2861/1985 Ολομ., 1003/1990 7μ., 4437/1986), και, ως εκ τούτου, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα. Συνεπώς, αρμόδιο για την εκδίκαση των αναφυομένων από την αμφισβήτηση της νομιμότητάς τους διαφορών είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας και ειδικότερα το Γ΄ Τμήμα. Τέλος, το Φ.3α/02/3-1-2017 έγγραφο του Σχολικού Συμβούλου της 50ής Περιφέρειας Δημοτικής Εκπαίδευσης Αττικής, που απευθύνεται στους Διευθυντές, Διευθύντριες, Προϊσταμένους και Εκπαιδευτικούς της Περιφέρειας αυτής με θέμα: “Οδηγίες για τη διαχείριση της διδακτέας ύλης των γνωστικών αντικειμένων που αφορούν στην φοίτηση παιδιών προσφύγων στις Δομές Υποδοχής για την Εκπαίδευση Προσφύγων (ΔΥΕΠ)” (δ΄ προσβαλλόμενη), αποτελεί ατομική διοικητική πράξη και είναι αρμόδιο κατ’ αρχήν για την εκδίκασή της το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Η υπόθεση, όμως, για το ενιαίο της κρίσεως, πρέπει να διακρατηθεί και να εκδικασθεί και κατά το μέρος αυτό από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
  5. Επειδή, οι αιτούντες … (22ος και 59ος), … (96ος και 105ος) και … του Κωνσταντίνου (97η και 106η) αναγράφονται στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ακυρώσεως δύο φορές. Επομένως, οι αιτούντες ιδιώτες είναι 134 και όχι 137, ενώ ο συνολικός αριθμός των αιτούντων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι δύο Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων, είναι 136.
  6. Επειδή, το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης υπογράφεται από δικηγόρο ως πληρεξούσιο όλων των αιτούντων. Κατά τη συζήτηση, όμως, της υπόθεσης στο ακροατήριο οι αιτούντες … δεν παρέστησαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε εμφανίσθηκαν αυτοπροσώπως για να δηλώσουν ότι εγκρίνουν την άσκηση της αίτησης, ούτε, άλλωστε, προσκομίσθηκε μέχρι την ανωτέρω συζήτηση συμβολαιογραφική πράξη για την παροχή πληρεξουσιότητας στην υπογράφουσα την αίτηση δικηγόρο ως προς τους αιτούντες αυτούς. Με τα δεδομενα αυτά, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67) να απορριφθεί, ως προς τους προαναφερόμενους πενήντα οκτώ (58) αιτούντες, ως απαράδεκτη.
  7. Επειδή, οι αιτούντες … αν και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο συμβολαιογραφικές πράξεις για την παροχή πληρεξουσιότητας στην υπογράφουσα την αίτηση δικηγόρο και αναφέρονται στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ως γονείς παιδιών που έχουν την ιδιότητα του μαθητή στα συγκεκριμένα σχολεία …, όμως, δεν αποδεικνύουν την ιδιότητα αυτή των παιδιών τους στα ανωτέρω σχολεία, εφόσον δεν προσκόμισαν σχετικές βεβαιώσεις φοίτησης ή κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο (π.χ. έκθεση ελέγχου προόδου). Επομένως, για το λόγο αυτό, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως προς τους προαναφερόμενους δέκα οκτώ (18) αιτούντες, ως απαράδεκτη.
  8. Επειδή, με κοινό δικόγραφο παρεμβαίνουν υπέρ των αιτούντων και ζητούν την ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων του … Δημοτικού Σχολείου …, του … Δημοτικού Σχολείου …, του … Γυμνασίου …, του … Δημοτικού Σχολείου …, του Νηπιαγωγείου … και του Δημοτικού Σχολείου …, οι οποίοι όμως δεν νομιμοποιήθηκαν κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του π.δ. 18/1989, ούτε προσκομίσθηκε πράξη παροχής πληρεξουσιότητας στην υπογράφουσα δικηγόρο. Επομένως, η παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (ΣτΕ 359, 1085/2017).
  9. Επειδή, στο άρθρο 47 παρ. 1 του πδ. 18/1989 ορίζεται ότι: “Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων τα έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν”. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως τόσο κατά ατομικής όσο και κατά κανονιστικής πράξης απαιτείται προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον του αιτούντος και δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον του κάθε πολίτη για την τήρηση των νόμων και την σύννομη άσκηση της διοικητικής εξουσίας ούτε συμφέρον μελλοντικό ή απλώς ενδεχόμενο (ΣτΕ Ολομ. 95, 319/2017, 4391/2011 7μ.), ειδικότερα δε για την προσβολή κανονιστικής πράξης, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον γεννάται, κατ’ αρχήν, από την έναρξη της ισχύος της, από την οποία επέρχεται μεταβολή στην έννομη τάξη (ΣτΕ Ολομ. 95, 319/2017, 1253/2006 7μ.). Εξάλλου, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά (ΣτΕ Ολομ. 95, 319/2017, 880/2016 7μ., 1844/2013 7μ. κ.ά.), το έννομο συμφέρον για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως πρέπει να υφίσταται σωρευτικά σε τρία χρονικά σημεία, δηλαδή κατά το χρόνο α) της έκδοσης ή δημοσίευσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, β) της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος και γ) της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ύπαρξη δε του εννόμου συμφέροντος κρίνεται, όταν η διοικητική πράξη δεν απευθύνεται ευθέως προς τον αιτούντα δημιουργώντας γι’ αυτόν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες (όπως συμβαίνει επί κανονιστικών πράξεων), από τον σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των εννόμων αποτελεσμάτων των επερχομένων από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και του περιεχομένου μιας συγκεκριμένης νομικής κατάστασης ή ιδιότητας, στην οποία βρίσκεται ή την οποία ο αιτών έχει και επικαλείται (ΣτΕ Ολομ. 95, 319/2017, 3317/2014 κ.ά).
  10. Επειδή, οι αιτούντες … , επικαλούμενοι μόνο την ιδιότητά τους ως κατοίκων του Δήμου …, στερούνται του κατ’ άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, εφόσον από την εκτέλεση των προσβαλλομένων πράξεων, οι οποίες αφορούν στην εκπαίδευση των ανηλίκων πολιτών τρίτων χωρών που διαμένουν στα κέντρα φιλοξενίας, δεν υφίστανται οι ίδιοι ευθέως κάποια βλάβη, δηλαδή δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των προσβαλλομένων πράξεων ιδιαίτερος δεσμός λόγω ιδιαίτερης ιδιότητας ή κατάστασης (ΣτΕ 1437/2013 7μ.). Επομένως, για το λόγο αυτό η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως προς τους προαναφερόμενους δέκα έξι (16) αιτούντες, ως απαράδεκτη.
  11. Επειδή, στο έγγραφο των απόψεων της Διοίκησης προς το Συμβούλιο της Επικρατείας (Φ2/77936/Δ1/11.5.2017) αναφέρεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, λαμβάνοντας υπόψη την από Ιουνίου 2016 έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής για την υποβοήθηση του έργου της Επιτροπής Στήριξης των Παιδιών των Προσφύγων, θεώρησε ως βέλτιστη, στην παρούσα φάση, λύση για την εκπαίδευση των τέκνων πολιτών τρίτων χωρών την ίδρυση Δ.Υ.Ε.Π., αποσκοπώντας στην ομαλή ενσωμάτωση των παιδιών των προσφύγων στο ελληνικό σχολείο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Διοίκηση, δεν χρησιμοποιήθηκαν οι υφιστάμενες δομές ΖΕΠ ούτε αποφασίσθηκε η απευθείας ένταξη των παιδιών αυτών στο «κανονικό» σχολείο, όπως προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία, γιατί η συναισθηματική και ψυχολογική κατάστασή τους, ύστερα από την πολύμηνη ταλαιπωρία τους και την εμπειρία του πολέμου, που βίωσαν, δημιούργησε δυσκολίες ως προς την προσαρμογή τους σε ένα νέο “ξένο” κοινωνικό περιβάλλον. Για τους λόγους αυτούς, το καθού Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργείου Παιδείας, ‘Ερευνας και Θρησκευμάτων δημιούργησε δομές εκπαίδευσης που λειτουργούν κατά τις απογευματινές ώρες σε υφιστάμενα σχολεία, δηλαδή σε ώρες κατά τις οποίες δεν λειτουργούν τα σχολεία αυτά στα οποία φοιτούν και τα παιδιά των αιτούντων, προκειμένου τα παιδιά πολιτών τρίτων χωρών να αποκτήσουν όσο το δυνατόν επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, σε περιβάλλον σχολικό και τάξεις που αποπνέουν την παιδικότητα και αναδίδουν το συναίσθημα της ζωής, με απώτερο σκοπό την όσο το δυνατόν ομαλή επανένταξη των παιδιών των προσφύγων στο σχολικό κοινωνικό περιβάλλον, η οποία επιτυγχάνεται καλύτερα σε δομές εκπαίδευσης που λειτουργούν τις απογευματινές ώρες (βλ. σχετικά και το 688/11.10.2016 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στην επιλογή των σχολικών μονάδων που θα φιλοξενήσουν τις τάξεις υποδοχής έχει ληφθεί υπόψη τόσο ο αριθμός των παιδιών, όσο και η διαθεσιμότητα αιθουσών, πρωτίστως, όμως, έχει ληφθεί υπόψη ως απαραίτητη προϋπόθεση, να ακολουθείται η πρόοδος του προγράμματος της εμβολιαστικής κάλυψης των παιδιών αυτών). Περαιτέρω, η Διοίκηση με το ανωτέρω έγγραφο των απόψεών της βεβαιώνει, ότι το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων βρίσκεται σε στενή συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας και τους αρμόδιους φορείς (ΚΕΕΛΠΝΟ, υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας), καθώς και το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής (το οποίο συνεστήθη ως αυτοτελές υπουργείο με το άρθρο 3 του π.δ. 123/2016, Α΄ 208/4.11.2016), η δε έναρξη λειτουργίας των Δ.Υ.Ε.Π. πραγματοποιείται μόνο μετά από έγκριση που λαμβάνει το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων από την αρμόδια ομάδα εργασίας του Υπουργείου Υγείας. Ειδικότερα, το Υπουργείο Υγείας, σε συνεργασία με το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, εκπονεί και συντονίζει εμβολιαστικό πρόγραμμα σε παιδιά που διαμένουν σε κέντρα φιλοξενίας προσφύγων – μεταναστών και άλλους χώρους φιλοξενίας, ο δε εμβολιασμός των παιδιών αυτών, όπως βεβαιώνει η Διοίκηση στο έγγραφο με τις απόψεις της, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη των κέντρων φιλοξενίας στο πρόγραμμα εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας που εφαρμόζεται στα σχολεία της Χώρας (βλ. σχετικά το 688/11.10.2016 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του ΥΠ.Π.Ε.Θ., το από 11.10.2016 δελτίο τύπου του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Υγείας, το οποίο προσκομίζεται και από τους αιτούντες και την από Φεβρουαρίου 2017 έκθεση της ομάδας εργασίας για τον συντονισμό της εμβολιαστικής κάλυψης των προσφύγων). Άλλωστε, οι ίδιοι οι αιτούντες επικαλούνται στην κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως το 130/9-1-2017 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, σύμφωνα με το οποίο όλα τα παιδιά πολιτών τρίτων χωρών πληρούν τις προϋποθέσεις που έθεσε η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού και ότι στις 9.1.2017 όλα τα παιδιά αυτά είχαν ήδη εμβολιασθεί, δεν αμφισβητούν δε ότι ο εμβολιασμός αυτός είχε ήδη ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο άσκησης της κρινομένης αίτησης (8.3.2017). Πέραν δε τούτου, τα προσκομιζόμενα από αυτούς στοιχεία (έγγραφα του Υπουργείου Υγείας σχετικά με τη λήψη μέτρων προστασίας σε χώρους διαμονής προσφύγων – μεταναστών, δημοσιεύματα κ.λπ.), αναφέρονται αφενός σε χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη λειτουργίας των ενδίκων Δ.Υ.Ε.Π., αφετέρου δε στα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων – μεταναστών γενικώς και όχι στις Δ.Υ.Ε.Π., για την έναρξη λειτουργίας των οποίων, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, απαιτούνταν προηγούμενη έγκριση από τους αρμοδίους φορείς του Υπουργείου Υγείας. Επίσης, τα συγκεκριμένα σχολικά κτίρια, στα οποία στεγάζονται οι σχολικές μονάδες που ορίσθηκαν ως δομές υποδοχής για την εκπαίδευση των προσφύγων, είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά, τα οποία χρησιμοποιούν και τα παιδιά των αιτούντων με τις αυτές υποδομές από πλευράς υγιεινής και εγκαταστάσεων, ανεξάρτητα από το ότι η υγειονομική νομοθεσία εντός των σχολικών χώρων δεν αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης εκ μέρους των προσβαλλομένων πράξεων. Εξάλλου, με την 1400/ΓΔ4/3.1.2017 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (α΄ προσβαλλόμενη) απλώς ορίζονται οι σχολικές μονάδες εντός των οποίων ιδρύονται δομές υποδοχής για την εκπαίδευση των προσφύγων, χωρίς ο νόμος να θέτει άλλες προϋποθέσεις. Με τα δεδομένα αυτά, τόσο οι αιτούντες σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων όσο και οι λοιποί αιτούντες, φυσικά πρόσωπα, που επικαλούνται και αποδεικνύουν την ιδιότητά τους ως γονέων και κηδεμόνων των μαθητών που φοιτούν κατά το σχολικό έτος 2016-2017, δηλαδή κατά τον χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, στις σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1ο Δημοτικό Σχολείο Αυλώνα και Δημοτικό Σχολείου Μαλακάσας) και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (1ο Γυμνάσιο Αυλώνα) που είχαν ορισθεί ως δομές υποδοχής για την εκπαίδευση των προσφύγων με την ανωτέρω απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (α΄ προσβαλλόμενη) στερούνται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης. Τούτο δε, διότι ελλείπει ο απαραίτητος σύνδεσμος μεταξύ της ιδιότητάς τους και του αντικειμένου ρύθμισης των προσβαλλομένων πράξεων, με τις οποίες ουδόλως θίγεται το καθεστώς των μαθητών και τέκνων των αιτούντων που φοιτούν ήδη κατά τις πρωϊνές ώρες στις σχολικές μονάδες που ορίσθηκαν ως δομές υποδοχής για την εκπαίδευση των προσφύγων τόσο σε νομικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο. Πράγματι, η ρύθμιση από το νομοθέτη ζητημάτων οργάνωσης της δημόσιας εκπαίδευσης, τότε μόνο δύναται να αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα, όταν επηρεάζεται η προσωπική τους κατάσταση, στην προκειμένη περίπτωση, η μαθητική τους ζωή, με την έκδοση και εφαρμογή των σχετικών κανονιστικών πράξεων, αυτό όμως, εν προκειμένω δεν συμβαίνει, δεδομένου ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν αφορούν άμεσα και προσωπικά τους αιτούντες και τα τέκνα τους. Από τις πράξεις δε αυτές που εκδόθηκαν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του νόμου και υπό το φως των διεθνών ρυθμίσεων για την ομαλή ένταξη των ανηλίκων προσφύγων στις χώρες υποδοχής, που κατ’ εξοχήν επιτυγχάνεται μέσω της εκπαίδευσης, ούτε επηρεάζονται ούτε πολύ περισσότερο θίγονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα των αιτούντων και των τέκνων τους, αλλά διατυπώνονται από αυτούς προσωπικές απόψεις και αντιλήψεις, οι οποίες δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, τόσο η αίτηση αυτή, όσο και η ασκηθείσα υπέρ των αιτούντων παρέμβαση πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Δ ι ά   τ α ύ τ α. Απορρίπτει την αίτηση. Απορρίπτει την παρέμβαση. Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. Επιβάλλει, συμμέτρως, σε βάρος των αιτούντων τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2017 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Μαρτίου 2018.

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος, Αικ. Σακελλαροπούλου

Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος, Δ. Τετράδη

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

two × 1 =