Τα απόρρητα, το κράτος δικαίου και η Δημοκρατία

Ιφιγένεια Καμτσίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Συνταγματικού δικαίου, Α.Π.Θ.

Η παρακολούθηση πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων από την Ε.Υ.Π. δεν συνιστά απλώς μια πολιτικά αποκρουστική πρακτική, αλλά και μείζον πολιτειακό ζήτημα. Κατά παράβαση του άρθρου 19 Συντ., που εγγυάται για «καθένα» το απαραβίαστο των ανταποκρίσεων με κάθε μέσο, δηλαδή εγγράφως, τηλεφωνικά ή με οποιαδήποτε μέθοδο εξασφαλίζει τον ιδιωτικό χαρακτήρα της επικοινωνίας, πρόσωπα που τυχαίνει (;) να διαδραματίζουν ευδιάκριτο ρόλο στον δημόσιο βίο, στερήθηκαν την προσωπική τους αυτονομία με την απολύτως αόριστη επίκληση λόγων «εθνικής ασφάλειας».

Η αντισυνταγματικότητα των μεθοδεύσεων αναγνωρίστηκε ομόθυμα από τις πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης και την συνταγματική επιστήμη, η δε κυβέρνηση περιορίστηκε στην επίκληση μιας διάτρητης διαδικαστικής νομιμότητας για να δικαιολογήσει την παράκαμψη των επιταγών του καταστατικού χάρτη: Το Σύνταγμα, όταν επιτρέπει κατ΄εξαίρεση την κάμψη του απορρήτου της επικοινωνίας για την προστασία της «εθνικής ασφάλειας», απαιτεί η σχετική απόφαση να στηρίζεται σε συνεκτική και πλήρη αιτιολογία, με άλλα λόγια, να προκύπτει,  από πραγματικά περιστατικά- στοιχεία του φακέλου, ο κίνδυνος που επαπειλεί την εδαφική ακεραιότητα ή την εξωτερική κυριαρχία της χώρας και ο οποίος δεν μπορεί να αποκρουστεί παρά μόνον με την παρακολούθηση συγκεκριμένων προσώπων.

Επομένως, ο ισχυρισμός της κυβέρνησης, ότι δήθεν η έγκριση της «επισύνδεσης» από την οικόσιτη στην Ε.Υ.Π. Εισαγγελέα αποτελούσε επαρκή κατά το Σύνταγμα εγγύηση του απορρήτου, είναι προδήλως αβάσιμος και η δραστική υποβάθμιση των δικαιοκρατικών χαρακτηριστικών του πολιτεύματος δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Εξίσου σημαντικά, όμως, είναι τα πλήγματα που δέχεται και η δημοκρατική λειτουργία των αντιπροσωπευτικών θεσμών.

Πρώτα από όλα, η μετάθεση της πολιτικής ευθύνης από τον πρωθυπουργό, ο οποίος επιδίωξε να είναι ο πολιτικός προϊστάμενος της Ε.Υ.Π., αλλά παραλείπει να ενημερώνεται για την δραστηριότητά της, σε υπηρεσιακούς παράγοντες δημιουργεί σημαντική ένταση με την κοινοβουλευτική αρχή: όντας αρμόδιος για την παράνομη, την πολιτικά και θεσμικά απαξιωμένη πρακτική των παρακολουθήσεων αρνήθηκε να αναλάβει την πολιτική ευθύνη, όπως ήταν αναμενόμενο και όπως συμβαίνει στα πολιτεύματα που λειτουργούν με βάση τον δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό.

Το ελληνικό Watergate έμεινε χωρίς θεσμική απόκριση, καθώς η απομάκρυνση των εκλεκτών συνεργατών του πρωθυπουργού δεν αναπτύσσει καμιά συνέπεια στο προσωποπαγές και αυταρχικό σύστημα οργάνωσης των υπηρεσιών ασφαλείας της χώρας. Διότι στον κοινοβουλευτισμό, η θεσμική δυσλειτουργία συνεπάγεται τον καταλογισμό πολιτικής ευθύνης, που σημαίνει αλλαγή προσωπικού και κατεύθυνσης στην διαχείριση της εξουσίας, ώστε να σταματήσουν οι πολιτικές που αποδοκιμάστηκαν και η διεύθυνση των δημόσιων υποθέσεων να αλλάξει προσανατολισμό.

Αντίθετα, ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση παραμένουν σταθεροί απολογητές μιας διακυβέρνησης που υποτάσσει τα δικαιώματα και την συλλογική αυτονομία των μελών του κοινωνικού συνόλου στην εξυπηρέτηση μιας απροσδιόριστης κρατικής ή εθνικής ασφάλειας, ικανής να νομιμοποιεί οποιαδήποτε πρακτική της διοίκησης και να θέτει στο απυρόβλητο τα κυβερνητικά στελέχη. Για την προστασία της, μάλιστα, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποδέχτηκε την κατάργηση του ελεγκτικού ρόλου της Βουλής και την αναγόρευση του υπηρεσιακού απορρήτου σε ρυθμιστή τόσο του κοινοβουλευτικού βίου, όσο και της πολιτικής ζωής του τόπου.

Είναι βέβαια αλήθεια, ότι η «παράδοση κρυψίνοιας»[1] της ελληνικής διοίκησης, έχει κατ’ επανάληψη δυσκολέψει την ενημέρωση της λαϊκής αντιπροσωπείας και έχει περιορίσει την δυνατότητα των μελών της να παρακολουθούν το κυβερνητικό έργο. Ωστόσο, αυτή η πρακτική έχει γεννήσει νομολογιακή αντίδραση και πλέον γίνεται δεκτό ότι το υπηρεσιακό απόρρητο δεν επιτρέπεται να κάμπτει την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών ούτε να αποστερεί τα δικαστήρια από την εξουσία να ελέγχουν την αιτιολογία, δηλαδή την νομιμότητα των διοικητικών πράξεων. Η τακτική διοικητική δικαιοσύνη (Διοικ. Εφ. Θεσ/νίκης 550/2011) και το ανώτατο ακυρωτικό (ΣτΕ 1116/2009) αποφαίνονται πια σταθερά, ότι σε περίπτωση που η αιτιολογία της διοικητικής πράξης βασίζεται σε απόρρητο κατά νόμο στοιχείο, η διοίκηση υποχρεούται να το θέσει υπ` όψη του Δικαστηρίου κατά τρόπο συμβατό με τον απόρρητο χαρακτήρα του, προκειμένου να αξιολογηθεί η νομιμότητα της αιτιολογίας και να εξασφαλιστούν ο σεβασμός του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και η ομαλή λειτουργία της δικαστικής εξουσίας.

Αυτό που οφείλει και μπορεί να κάνει το δικαστήριο, οφείλει και δικαιούται να το κάνει η Βουλή των Ελλήνων, που μάλιστα με το Κανονισμό της έχει προβλέψει διαδικασίες προστασίας του κρατικού απορρήτου. Αρμόδιο να ελέγχει την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας, την συμμόρφωση των φορέων της με τις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος και με τα προτάγματα που απορρέουν από την δημοκρατική αρχή, το Ελληνικό Κοινοβούλιο νομιμοποιείται να ζητήσει την επανεξέταση των διοικητών της Ε.Υ.Π. και των Εισαγγελέων της[2], ώστε να λάβει, μέσα από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, τις απαιτούμενες απαντήσεις και να αποκατασταθεί η κοινοβουλευτική τάξη.

 

[1] Κατά την εύστοχη διατύπωση της Π. Φουντεδάκη , «Το ελληνικό κοινοβούλιο: οι νέοι κανόνες του παιχνιδιού», ΕφαρμΔημΔικ 2010, σ. 503 (514)

[2] Σε αυτή την κατεύθυνση και ο Κ. Τζαβάρας, «Ανοίγει ο δρόμος για μια αθέατη και απόρρητη ‘Δημοκρατία’» https://www.ieidiseis.gr/politiki/161850/o-k-tzavaras-sto-ieidiseis-anoigei-o-dromos-gia-mia-atheati-kai-aporriti-dimokratia

 

Δημοσιεύθηκε στην Αυγή, Αυγή 7/9/2022

 

Ιφιγένεια Καμτσίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Συνταγματικού δικαίου, Α.Π.Θ.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

6 − 5 =