Τι συμβαίνει με το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ;

Δρ Αλέξανδρος Κυριακίδης, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής, Πανεπιστήμιο LUISS Guido Carli (Ιταλία).

Εισαγωγή

Είναι σύνηθες το λεγόμενο «φρένο» του δημοσίου χρέους των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (ΗΠΑ) να αποτελεί αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης σε περίπτωση που χρονική περίοδος επικείμενης συμπλήρωσης του ορίου του δημοσίου χρέους είναι περίοδος στην οποία η πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων ή/και στη Γερουσία ανήκει σε έτερο πολιτικό κόμμα από αυτό του Προέδρου των ΗΠΑ. Αυτή είναι και η περίπτωση στην παρούσα φάση, με το όριο του χρέους να απέχει μόλις μία εβδομάδα από τη συμπλήρωση του, και με τους Ρεπουμπλικανούς να κατέχουν την πλειοψηφία της Βουλής των Αντιπροσώπων και τους Δημοκρατικούς την Προεδρία και την πλειοψηφία στη Γερουσία μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του 2022. Με ποιόν τρόπο, όμως, το «φρένο» δημοσίου χρέους καταλήγει να είναι ένα έντονα πολιτικοποιημένο θέμα;

Συνταγματικές διατάξεις για το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ

Η παράγραφος 8 του Άρθρου Ι του Αμερικανικού Συντάγματος ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Κογκρέσο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να «δανείζεται χρήματα με πίστωση των Ηνωμένων Πολιτειών» όπως και να «αποπληρώνει τα χρέη…των Ηνωμένων Πολιτειών»[1]. Τον Ιούνιο του 1868, ένα μόλις έτος μετά το πέρας του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Βορείων και Νοτίων Πολιτειών, εγκρίθηκε η 14η Τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος, το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 της οποίας (Public Debt Clause[2]), αναφέρει ότι «η εγκυρότητα του δημοσίου χρέους των Ηνωμένων Πολιτειών, ως έχει ορισθεί με νόμο, περιλαμβανομένων χρεών για την πληρωμή συντάξεων και για την αποζημίωση για υπηρεσίες καταστολής εξέγερσης, δεν αμφισβητείται»[3]. Σκοπός της Τροποποίησης υπήρξε κυρίως η διασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας και η προστασία των δημοσιών οικονομικών των ΗΠΑ, ιδιαιτέρως εν όψει της ένταξης των Νοτίων Πολιτειών μετά τον εμφύλιο πόλεμο, πολλοί (Δημοκρατικοί) εκπρόσωποι των οποίων είχαν εκφρασθεί αρνητικά προς την ανάληψη από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρεών του πολέμου των Βόρειων Πολιτειών, σε αντίθεση με Ρεπουμπλικανούς εκπροσώπους των Βόρειων Πολιτειών, οι οποίοι ήταν υπέρ μίας τέτοιας ρύθμισης.

Το «φρένο» δημόσιου χρέους

Σε συμφωνία με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, το Κογκρέσο ανέκαθεν περιόριζε τη δυνατότητα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να δανείζεται. Προ του 1917, αυτό επιτυγχανόταν με διαμόρφωση κατ’ αποκλειστικότητα από το Κογκρέσο όλων των χρεογράφων των ΗΠΑ[4] και με την παροχή μόνον μερικής εξουσιοδότησης από αυτό προς τον εκάστοτε Υπουργό Οικονομικών για διαχείριση του χρέους συγκεκριμένου ποσού, για συγκεκριμένο σκοπό, κλπ.

Το ανώτατο όριο του δημοσίου χρέους ίσχυσε ως, πλέον, οριζόντιος περιορισμός από το Κογκρέσο στο δανεισμό της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για πρώτη φορά το 1917, όταν οι ΗΠΑ εξέδωσαν τα λεγόμενα Ομόλογα Ελευθερίας (Liberty Bonds) για να χρηματοδοτήσουν τη συμμετοχή τους, και την υποστήριξη των Συμμάχων, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, με το όριο να τίθεται περίπου στα 7.5 δισεκατομμύρια δολάρια (περίπου 70 δισεκατομμύρια σε σημερινές τιμές). Ο Νόμος Δεύτερης Σειράς Ομολόγων Ελευθερίας (Second Liberty Bond Act) του 1917 κατήργησε τους προαναφερθέντες περιορισμούς, επιτρέποντας την ανάληψη χρέους από τις ΗΠΑ (πλέον από το Υπουργείο Οικονομικών) με μόνο (νομοθετικό) περιορισμό το όριο του χρέους.

Το όριο περιλαμβάνεται νομοθετικά στα άρθρα 3101 και 3101Α του Κώδικα των ΗΠΑ (US Code) και αφορά στον περιορισμό, με Νόμο του Κογκρέσου, του ποσού δανεισμού από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση για την εξυπηρέτηση υπαρχουσών (όχι νέων) υποχρεώσεων. Από το 1917 έχει, με αλλεπάλληλους νόμους, αυξηθεί, επεκταθεί προσωρινά, ή έχει τροποποιηθεί ο ορισμός του, 78 φορές, και ανέρχεται πλέον σε περίπου 31 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Συμπλήρωση του εκάστοτε ορίου έχει ως συνέπεια την αδυναμία περαιτέρω δανεισμού από τις ΗΠΑ για την εξυπηρέτηση υπαρχουσών αναγκών, οδηγώντας δυνητικά ακόμη και στην πτώχευση. Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να λαμβάνει εξαιρετικά μέτρα (π.χ., παύοντας επενδυτικές δραστηριότητες συνταξιοδοτικών ή δημοσιοϋπαλληλικών ταμείων), τα οποία όμως αρκούν συνήθως μόνο για διάστημα μηνών. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του 2013, κατά την οποία αδυναμία συμφωνίας οδήγησε στην αναστολή σχεδόν όλων των υπηρεσιών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για 16 ημέρες και στη διαθεσιμότητα άνω των 800.000 ομοσπονδιακών δημοσίων υπαλλήλων. Συνεπώς, σε περίπτωση χρονικής εγγύτητας συμπλήρωσης του ορίου, το γεγονός ότι διακυβεύεται η λειτουργία της ίδιας της χώρας δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για προβολή πολιτικών απαιτήσεων και διεξαγωγή πολιτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών.

Η κατάσταση σήμερα

Το ισχύον όριο έχει συμπληρωθεί ήδη από τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, καθιστώντας τον περαιτέρω δανεισμό αδύνατο και αναγκάζοντας το Υπουργείο Οικονομικών στη λήψη έκτακτων μέτρων ώστε να αποφευχθεί πιθανή πτώχευση. Όμως, τα μέτρα αυτά αρκούν έως τις αρχές Ιουνίου, εγείροντας άμεσα την ανάγκη για αναστολή ή αύξηση του ορίου μέσω σχετικής νομοθεσίας του Κογκρέσου.

Στις 26 Απριλίου, η Βουλή, με πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών, ενέκρινε σχέδιο νόμου για αύξηση του ορίου, εντός του οποίου όμως υπάρχουν και έτερες διατάξεις πολιτικών προτεραιοτήτων των Ρεπουμπλικανών όπως, μεταξύ άλλων, η περικοπή ομοσπονδιακών προγραμμάτων (π.χ., των «πράσινων» φόρων και της απαλοιφής ποσοστού φοιτητικών δανείων) και η πρόσθεση κριτηρίων επιλεξιμότητας για επιδόματα ή ομοσπονδιακά προγράμματα, όπως η εισαγωγή προϋπόθεσης εργασίας τουλάχιστον 80 ωρών τον μήνα, ή συγκεκριμένου ελαχίστου μισθού, για να καταστεί κάποιος δικαιούχους του ομοσπονδιακού προγράμματος ιατρικής περίθαλψης χαμηλόμισθων/ανηλίκων Medicaid. Δεδομένων των ανωτέρω διατάξεων, το νομοσχέδιο έχει ελάχιστες πιθανότητες να εγκριθεί ως έχει από τη Γερουσία, στην οποία οι Δημοκρατικοί διατηρούν τη πλειοψηφία. Αποτέλεσε όμως τη βάση των Ρεπουμπλικανών για την πολιτική διαπραγμάτευση η οποία, μετά την επί μηνών σχετική άρνηση του υπηρετούντος, Δημοκρατικού, Προέδρου Joseph R. Biden, άρχισε, εν τέλει, στα μέσα Μαΐου, και τελεσφόρησε σε μία κατ’ αρχήν συμφωνία δύο εβδομάδες μετά.

Η διαπραγμάτευση και συμφωνία είναι αναπόφευκτη και για τα δύο πολιτικά κόμματα. Όσον αφορά στους Δημοκρατικούς, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι ο εκάστοτε Πρόεδρος είναι, επί της ουσίας, το πρόσωπο της εξουσίας στα μάτια των πολιτών, ο ίδιος, και κατ’ επέκταση και το Δημοκρατικό κόμμα, θα ‘χρεωθούν’ το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης οποιασδήποτε αναστολής λειτουργίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, και σχετικής δυσαρέσκειας, σε περίπτωση μη συμφωνίας. Όμως, και οι Ρεπουμπλικανοί θα επωμισθούν μερίδιο της ευθύνης – αν και μικρότερο σε σύγκριση με τους Δημοκρατικούς – εμφανιζόμενοι ως αδιάλλακτοι εν όψει πιθανής χρεωκοπίας της χώρας. Δεδομένων  των Προεδρικών εκλογών του 2024, στις οποίες και ο νύν Πρόεδρος Biden αλλά και ο τέως Πρόεδρος Donald J. Trump θα είναι υποψήφιοι, και τα δύο κόμματα επιθυμούν να διατηρήσουν τη συσπείρωση της εκλογικής τους βάσης, αποφεύγοντας, όμως, ταυτοχρόνως ενέργειες που δύνανται να αποξενώσουν τους κεντρώους ή αναποφάσιστους ψηφοφόρους, οι οποίοι και αποτελούν σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος για την ανάδειξη του Προέδρου και του Κογκρέσου των ΗΠΑ.

[1] «The Congress shall have Power… to pay the Debts and provide for the common Defence and general Welfare of the United States; …To borrow Money on the credit of the United States;…».

[2] Ο Ρεπουμπλικανός Γερουσιαστής Benjamin Wade εισήγαγε πρώτος σχετική πρόταση για τη διάταξη στη Γερουσία, η οποία, έπειτα μερικών τροποποιήσεων, εν τέλει εγκρίθηκε.

[3] «The validity of the public debt of the United States, authorized by law, including debts incurred for payment of pensions and bounties for services in suppressing insurrection or rebellion, shall not be questioned».

[4] Ενδεικτικά, σε 145 έτη (1776 έως 1920), το Κογκρέσο διαμόρφωσε άνω των 200 διαφορετικών χρεογράφων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

10 + two =