Το απόρρητο της επικοινωνίας των πολιτικών προσώπων

Χ. Ανθόπουλος, ΚαθηγητήςΔικαίου και Διοίκησης, ΕΑΠ

Η προτεινόμενη νέα ρύθμιση για την άρση του απορρήτου της επικοινωνίας των πολιτικών προσώπων για λόγους εθνικής ασφάλειας, διορθώνει ένα συνταγματικό λάθος της ισχύουσας νομοθεσίας, η οποία δεν προέβλεπε αυξημένες εγγυήσεις για την ενεργοποίηση της διαδικασίας της άρσης του απορρήτου στην περίπτωση των βουλευτών και άλλων πολιτικών θεσμικών παραγόντων. Η παρακολούθηση από την ΕΥΠ του κινητού τηλεφώνου του ευρωβουλευτή και Προέδρου του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, απλώς με εγκριτική διάταξη της αποσπασμένης στην ΕΥΠ εισαγγελέως, η οποία μάλιστα φέρεται να έχει δηλώσει ότι δεν θα δίσταζε να διατάξει άρση του απορρήτου ακόμα και για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αν εκτιμούσε ότι αυτό επιβαλλόταν από λόγους εθνικής ασφάλειας, έθεσε επιτακτικά το ζήτημα της τροποποίησης της σχετικής νομοθεσίας, ιδίως από τη στιγμή που η αρμόδια εισαγγελέας – αλλά σε μία πρώτη φάση και η Κυβέρνηση – δεν φαίνεται να είχαν συνειδητοποιήσει την αντισυνταγματικότητά της. Πράγματι, στην περίπτωση των βουλευτών ή των ευρωβουλευτών, η άρση του απορρήτου, για λόγους εθνικής ασφάλειας, αλλά (κατά τη γνώμη μου) και για τη διακρίβωση εγκλημάτων, προϋποθέτει προηγούμενη άδεια της Βουλής ή αντίστοιχα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αφού η σχετική εισαγγελική διάταξη αποτελεί περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας των προσώπων αυτών και υπάγεται συνεπώς στις εγγυήσεις του ακαταδίωκτου κατά το άρθρο 62 Συντ. Το ίδιο ισχύει και στην Ιταλία, με ρητή συνταγματική πρόβλεψη, η οποία θεωρείται ως εξειδίκευση της ratio του ακαταδίωκτου, αλλά και στη Γαλλία, χωρίς ρητή συνταγματική πρόβλεψη, με βάση την ερμηνεία της έννοιας του ακαταδίωκτου και την υπαγωγή των τηλεφωνικών υποκλοπών των βουλευτών στο νομικό πραγματικό του. Στην προκειμένη περίπτωση είναι εύλογο η άδεια για την άρση του απόρρητου επικοινωνίας των βουλευτών να χορηγείται μόνο από τον Πρόεδρο της Βουλής, ώστε να μην υπάρχει δημοσιότητα της σχετικής διαδικασίας, αφού άρση του απορρήτου κατόπιν προειδοποιήσεως είναι σχήμα οξύμωρο. Ειδικότερα όμως όσον αφορά τους ευρωβουλευτές, η αρμοδιότητα χορήγηση της άδειας ανήκει σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Κατά την προτεινόμενη ρύθμιση οι αυξημένες εγγυήσεις για την άρση του απορρήτου ισχύουν όχι μόνο για τους βουλευτές και του ευρωβουλευτές, αλλά και για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τα μέλη της Κυβέρνησης και τους υφυπουργούς, τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή ( αν δεν είναι βουλευτές), καθώς και για τους δημάρχους  και τους περιφερειάρχες. Αλλά για τους τελευταίους αυτούς δεν υπάρχει συνταγματική κάλυψη (π.χ. άρθρο 62 για τους βουλευτές, άρθρο 49 για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, άρθρο 86 για τα μέλη της Κυβέρνησης) για την επαύξηση των εγγυήσεων του άρθρου 19§1 Συντ. Σε όλες τις περιπτώσεις αυτές, απαιτείται ex ante η άδεια του Προέδρου της Βουλής ή όταν δεν υπάρχει Βουλή ή προηγούμενος Πρόεδρος της Βουλής η άδεια του Πρωθυπουργού. Νομίζω όμως ότι ειδικότερα στην περίπτωσή του Προέδρου της Δημοκρατίας, θα έπρεπε να απαγορεύεται απολύτως η άρση του απορρήτου, εκτός εάν έχει ανασταλεί η άσκηση των καθηκόντων του λόγω παραπομπής του σε δίκη για εσχάτη προδοσία ή παραβίαση με πρόθεση του Συντάγματος κατά το άρθρο 49 Συντ.

Με τη νέα ρύθμιση επιχειρείται η οριοθέτηση της έννοιας της «εθνικής ασφάλειας», την οποία δανείστηκε το άρθρο 19§1 του Συντάγματος του 1975 από το άρθρο 15 των «Συνταγμάτων» της δικτατορίας, όχι για λόγους υστεροβουλίας του συνταγματικού νομοθέτη του 1975, αλλά μάλλον επειδή την βρήκε πρόχειρη. Όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω στην εισήγησή μου στην Ημερίδα του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» στις 20.10.2022, το γεγονός ότι η άρση του απορρήτου στο άρθρο 19§1 Συντ. τελεί υπό «δικαστική επιφύλαξη», άρα για λόγους απονομής της δικαιοσύνης, περιορίζει a priori την έκταση της έννοιας αυτής, η οποία δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε τυποποιημένα εγκλήματα κατά της εθνικής ασφάλειας, με τη διαφορά ότι στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται η άρση του απορρήτου όχι μόνο για τη διακρίβωσή τους, αλλά και για την πρόληψή τους. Ωστόσο και υπό τη νέα ρύθμιση η έννοια της «εθνικής ασφάλειας» παραμένει αποσυνδεδεμένη από το ποινικό δίκαιο, ως εάν η εισαγγελική διάταξη να αποτελεί μια πράξη διοικητικής φύσης, κάτι όμως που προσκρούει στο γράμμα του άρθρου 19§1 Συντ. αλλά και στην απαγόρευση άσκησης διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς κατά το άρθρο 89§3 Συντ.

Συνταγματικώς προβληματική είναι και η ρύθμιση για την ενημέρωση του θιγομένου προσώπου, σε περίπτωση παρακολούθησης του για λόγους εθνικής ασφάλειας, μετά την πάροδο τριών ετών από την άρση του απορρήτου και μάλιστα υπό ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή μόνον εάν δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο αυτό διατάχθηκε και μετά από απόφαση ειδικού τριμελούς οργάνου. Αυτό που διακυβεύεται περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση είναι το ουσιώδες περιεχόμενο του δικαιώματος δικαστικής προστασίας του θιγομένου.

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

20 + seven =