To BREXIT or not to BREXIT?

Ευάγγελος Νικολάου, σπουδαστής στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, υποψήφιος Δ.Ν.

Το 2011, με την ευρωζώνη να δοκιμάζεται από την κρίση χρέους στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, η πλειοψηφία των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεδίωξαν να εμβαθύνουν στον τομέα της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής ώστε να ελαχιστοποιήσουν τις επιπτώσεις από ανάλογους κινδύνους στο μέλλον. Η κίνηση αυτή συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση του Ηνωμένου Βασιλείου, αυτού του διαχρονικά «παράξενου εταίρου», που αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό κάθε προσπάθεια ομοσπονδιοποίησης, επιδεικνύοντας μία εμμονή στην περιφρούρηση της κρατικής του κυριαρχίας σε όσο το δυνατόν περισσότερους τομείς δράσης. Έτσι, αφού απέτυχε να εξασφαλίσει τις εγγυήσεις από τις οποίες εξήρτησε την αναγκαία συναίνεσή του, ο Βρετανός πρωθυπουργός David Cameron μπλόκαρε τη διαδικασία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2011.

Ωστόσο, η αρνησικυρία του Ηνωμένου Βασιλείου δεν κατέστη ικανή να ματαιώσει το εγχείρημα των υπολοίπων εταίρων του. Μπροστά στη βρετανική αδιαλλαξία όλοι τους, πλην αρχικά της Τσεχίας, επέλεξαν να παρακάμψουν το ενωσιακό πλαίσιο αναφoράς και να υλοποιήσουν τις επιδιώξεις τους με τη σύναψη μίας διακυβερνητικής συνθήκης για τη σταθερότητα, το συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην ΟΝΕ. Έκτοτε, το δημοσιονομικό σύμφωνο, όπως έχει επικρατήσει να αποκαλείται, κατηγοριοποιήθηκε στο συλλογικό ευρωπαϊκό ασυνείδητο ως η πλέον απτή ένδειξη απομόνωσης του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ αποτέλεσε την αφορμή για την απαρχή μίας διαδικασίας αμφισβήτησης της σχέσης του με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή η διαδικασία επιτάθηκε έπειτα από τον περιώνυμο λόγο του Cameron στα κεντρικά γραφεία του Bloomberg στο Λονδίνο, με τον οποίο ο Βρετανός πρωθυπουργός δεσμεύτηκε πως, σε περίπτωση νίκης των συντηρητικών στις γενικές εκλογές του 2015, θα προκαλέσει δημοψήφισμα για την παραμονή της χώρας του στην ΕΕ, έπειτα από τη διαπραγμάτευση μίας «νέας διευθέτησης» που θα επιδιώξει για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η εκλογική νίκη της παράταξης του Cameron, σε συνδυασμό με την ενδυνάμωση ευρωσκεπτικιστικών πολιτικών σχηματισμών όπως το UKIP, έθεσε τις υποσχέσεις του σε τροχιά υλοποίησης. Έτσι, έπειτα από μία σειρά διμερών κυρίως επαφών με ευρωπαίους ομολόγους του, ο Βρετανός πρωθυπουργός απέστειλε επιστολή προς τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Donald Tusk, με την οποία ζήτησε μία νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο, δομημένη σε τέσσερις τομείς: την οικονομική διακυβέρνηση, την ανταγωνιστικότητα, την εθνική κυριαρχία και τη μετανάστευση. Έπειτα από εντατικές διαπραγματεύσεις, η σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 18 και 19 Φεβρουαρίου 2016 κατέληξε στην ομόφωνη υιοθέτηση αυτής της διευθέτησης, ενώ το ζήτημα της παραμονής του Ηνωμένου Βασίλειου στην Ένωση παραπέμφθηκε να αποφασιστεί με δημοψήφισμα, που ορίστηκε για την 23η Ιουνίου 2016. 

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, σχεδόν ένα μήνα έπειτα τη διενέργεια αυτού του δημοψηφίσματος, δεν γνωρίζουμε κάτι περισσότερο πέρα από το αποτέλεσμά του υπέρ της αποχώρησης. Tο άρθρο 50 ΣΕΕ δεν έχει ακόμα τυπικά ενεργοποιηθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο, παρά την εκπεφρασμένη βούληση των ενωσιακών θεσμών η υλοποίηση της απόφασης του βρετανικού λαού να λάβει χώρα «το συντομότερο δυνατό», χωρίς καθυστέρηση. Όλοι οι εμπλεκόμενοι, στο Λονδίνο, τις Βρυξέλλες και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, μοιάζουν να κινούνται σε αχαρτογράφητα νερά και να αναζητούν το βηματισμό τους μέσα σε μία διαδικασία πρωτόγνωρη για την Ένωση που, αν ολοκληρωθεί, πρόκειται να καταλήξει στην πρώτη εθελούσια αποχώρηση κράτους μέλους από τους κόλπους της. Μέσα σε ένα τέτοιο, ασταθές και ευμετάβλητο πολιτικό περιβάλλον, σκοπός της παρούσας συμβολής είναι να παρουσιάσει το πλαίσιο εντός του οποίου θα υλοποιηθεί μία πιθανή βρετανική έξοδος, επιχειρώντας παράλληλα να σκιαγραφήσει μερικά από τα αποτελέσματα που πρόκειται αυτή να επιφέρει.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

three × five =