Το δικαίωμα ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης από αστυνομικούς υπαλλήλους και η υποχρέωση πολιτικής-κομματικής ουδετερότητας

Κωνσταντίνος Σ. Ρέμελης, Καθηγητής Νομικής Σχολής Θράκης
  1. Προδιάθεση – οριοθέτηση

Το δικαίωμα της συνάθροισης μαζί με το δικαίωμα συνένωσης («ελευθερίες του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι» αντίστοιχα κατά την παραδοσιακή ορολογία) συνιστούν τα παλαιότερα δικαιώματα συλλογικής δράσης στο ελληνικό συνταγματικό δίκαιο1. Τα δικαιώματα αυτά από κοινού με τη συνδικαλιστική ελευθερία και το δικαίωμα της απεργίας, έχουν ως χαρακτηριστικό γνώρισμα το ότι η άσκησή τους είναι δυνατή μόνο με τη σύμπραξη περισσότερων προσώπων. Το στοιχείο της σύμπραξης είναι εκείνο που πρωτίστως προσδίδει στα συγκεκριμένα δικαιώματα μια ιδιαίτερη δυναμική, καθώς η άσκησή τους μαζί με άλλους ενισχύει και πολλαπλασιάζει την αποτελεσματικότητά τους2.

Με δεδομένο ότι η διαρκής, αλλά και η προσωρινή ακόμη συνένωση προσώπων θεωρείται παραδοσιακά ως ιδιαίτερα επικίνδυνη για την κρατική εξουσία, λόγω κυρίως των σκοπών που επιδιώκει3, τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι αντιμετωπίζονται συνήθως, όχι μόνο με δυσπιστία και αυστηρότητα, αλλά και με απόλυτη εχθρότητα4. Λογική συνέπεια της αντιμετώπισης αυτής είναι η ύπαρξη ενός μόνιμου πεδίου έντασης ανάμεσα στην ανάγκη τήρησης της δημόσιας τάξης από τη μία πλευρά και την ακώλυτη όσο και αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος από την άλλη5. Παρά την μακρά πάντως ιστορική διαδρομή και τη μεγάλη συνταγματική ηλικία του δικαιώματος συνάθροισης, οι συζητήσεις γύρω από το είδος και την έκταση των περιορισμών του, όχι μόνο διατηρούν, αλλά και ενισχύουν το παραδοσιακό τους ενδιαφέρον. Πολιτική, νομοθέτης, θεωρία και νομολογία καλούνται όλο και συχνότερα να συμμετέχουν και να επαναδιατυπώνουν τις θέσεις τους σε ένα διαρκώς αναζωπυρούμενο διάλογο. Οι συζητήσεις αυτές μπορεί εύλογα ορισμένες φορές να χαρακτηρίζονται ως σισύφειο νομικό έργο6, αλλά αναμφίβολα επιβεβαιώνουν τον ζωντανό και δυναμικό χαρακτήρα του δικαιώματος. Οι ολοένα συχνότερες, αλλά και μονιμότερες καταστάσεις κρίσεων, η μοιραία ενίσχυση ακραίων πολιτικών μορφωμάτων, η ανάπτυξη νέων κινημάτων διαμαρτυρίας, οι νέες δημιουργικές εκφράσεις και οι τεχνολογικές εξελίξεις που επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης, έρχονται, μεταξύ άλλων, να ενισχύσουν τον εν λόγω χαρακτήρα.

Η κρατική πάντως δυσπιστία απέναντι στην άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης φαίνεται να εντείνεται ακόμη περισσότερο στις περιπτώσεις που αστυνομικοί υπάλληλοι, δηλαδή αυτοί που παραδοσιακά είναι επιφορτισμένοι από το ίδιο το Σύνταγμα, όχι μόνο να επιτηρούν, αλλά και να περιορίζουν την άσκησή του, μετατρέπονται σε φορείς του δικαιώματος και αποδέκτες των περιορισμών. Μπορεί πλέον να μην αμφισβητείται η ανεπιφύλακτη αναγνώριση του δικαιώματος συνάθροισης και στο προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας, όμως η ένστολη άσκησή του δεν γίνεται ανεπιφύλακτα δεκτή και έχει εγείρει διεθνώς, αλλά προσφάτως και στη χώρα μας, σοβαρές πολιτικές και νομικές αντιρρήσεις7.

Αντικείμενο της παρούσας μελέτης αποτελεί η γενικότερη προβληματική που αφορά στην ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης από το προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας και τη συμβατότητά της με την υποχρέωση πολιτικής και κομματικής ουδετερότητας του συγκεκριμένου προσωπικού. Στο πλαίσιο αυτό ερευνάται καταρχάς το ζήτημα της χρήσης της αστυνομικής στολής και η πειθαρχική αντιμετώπισή του από τον κοινό νομοθέτη. Ακολουθεί η προσέγγιση της συνταγματικής διάστασης του προβλήματος και ειδικότερα το κατά πόσο η ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης από το αστυνομικό προσωπικό εντάσσεται και ανήκει στον σκληρό πυρήνα του δικαιώματος ή ο σχετικός περιορισμός δικαιολογείται από την υποχρέωση πολιτικής και κομματικής ουδετερότητας. Η απάντηση αυτή επιχειρείται καταρχάς μέσα από την ιστορική, τελολογική και συστηματική ερμηνεία του περιεχομένου του άρθρου 11 του Συντάγματος και του ταυτάριθμου άρθρου της ΕΣΔΑ και ιδίως της § 2 του τελευταίου, που αναφέρεται στους νόμιμους περιορισμούς του δικαιώματος συνάθροισης. Ιδιαίτερη και εκτενής αναφορά γίνεται επίσης και στη γερμανική έννομη τάξη, όπου το δικαίωμα συνάθροισης κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Θεμελιώδους Νόμου (GG). Η συγκεκριμένη αναφορά κρίθηκε σκόπιμη, όχι τόσο λόγω του ότι το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής διάταξης είναι παρεμφερές με αυτό του άρθρου 11 του ελληνικού Συντάγματος, αλλά πρωτίστως διότι γερμανική θεωρία και νομολογία, εκτός του ότι έχουν να επιδείξουν πολύ ενδιαφέρουσες γενικές προσεγγίσεις και αναπτύξεις σχετικά με το δικαίωμα συνάθροισης, διατυπώνουν πολύ ενδιαφέρουσες θέσεις, που αφορούν είτε άμεσα είτε έμμεσα στην ad hoc ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης από το αστυνομικό ή το εν γένει στρατιωτικό προσωπικό.

  1. Η πρόβλεψη του πειθαρχικού νομοθέτη

Η περιβολή στολής προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ως ειδική υποχρέωση του αστυνομικού προσωπικού. Ο τύπος της στολής καθορίζεται με κανονιστική απόφαση του αρμόδιου Υπουργού8. Περαιτέρω, ο Κανονισμός περί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστυνομικού προσωπικού9, εκτός άλλων, ρυθμίζει ειδικότερα και τα ζητήματα που αφορούν στη στολή. Πιο συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 7 του εν λόγω Κανονισμού προβλέπει ότι οι αστυνομικοί υποχρεούνται να φέρουν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους την προβλεπόμενη από τις ισχύουσες διατάξεις στολή και με τον καθοριζόμενο από αυτές τρόπο. Η παράβαση των σχετικών με τη στολή ρυθμίσεων προβλέπεται ως πειθαρχικό παράπτωμα από τη διάταξη του άρθρου 13 § 1 περ. γ’ του π.δ. 120/2008, η τέλεση του οποίου επισύρει την ποινή του προστίμου. Ειδικότερα, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη τα πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν την ποινή του προστίμου είναι, ανάμεσα σε άλλα, και η αναξιοπρεπής συμπεριφορά εντός και εκτός υπηρεσίας, καθώς και το αντικανονικό της στολής.

  1. Οι ειδικότερες ρυθμίσεις περί στολής του αστυνομικού προσωπικού

Από τη διάταξη που παρατέθηκε, συνάγεται ευχερώς ότι ο πειθαρχικός νομοθέτης προέβλεψε μεν ως αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα το «αντικανονικό» της στολής, χωρίς ωστόσο να προβεί σε σαφή περιγραφή του πειθαρχικού αδίκου, θεσπίζοντας ουσιαστικά μια «χωλή πειθαρχική διάταξη» για την κατανόηση και την εφαρμογή της οποίας είναι απαραίτητη η προσφυγή σε άλλες σχετικές ειδικές διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές συναντώνται στο άρθρο 64 της υπ’ αρ. 7012/6/103 απόφασης του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας (Κανονισμός Στολής)10 με το οποίο ρυθμίζονται εκτενώς όλα τα ζητήματα που αφορούν στην εμφάνιση και την παράσταση αστυνομικών με στολή, καθώς και του κανονικού της τελευταίας. Πιο συγκεκριμένα, η εν λόγω ρύθμιση ορίζει ότι: 1) οι προβλεπόμενες υπηρεσιακές στολές πρέπει να φέρονται κατά τρόπο άψογο (§ 1), 2) απαγορεύεται η χρήση ειδών στολής αντικανονικού τύπου, μη κανονικού μεγέθους, φθαρμένων ή αλλοιωμένων, καθώς και η αλλαγή του σχήματος ή της σύνθεσής τους (§ 2), 3) σε περιπτώσεις μεταβολών στη σύνθεση ή σε είδη στολών, η συμμόρφωση του προσωπικού πρέπει να είναι έγκαιρη και κανονική (§ 3) και 4) οι αστυνομικοί που φέρουν στολή και έχουν διαταχθεί ή όχι σε υπηρεσία απαγορεύεται: α) να φέρουν οποιοδήποτε κόσμημα με εξαίρεση δακτυλίδι (βέρα) και ωρολόγιο, β) να χρησιμοποιούν χάριν παιδιάς, αλυσίδες, κομπολόγια και παρεμφερή αντικείμενα, γ) να μεταφέρουν ογκώδη ή ακαλαίσθητα αντικείμενα, δ) να βαδίζουν σε δημόσιους χώρους με τα χέρια στα θυλάκια, ε) να περιεργάζονται ως αργόσχολοι προθήκες καταστημάτων, στ) να παρευρίσκονται με στολής σε δημόσιους χώρους, όπου διασκεδάζουν μεταμφιεσμένοι, με εξαίρεση αυτούς που έχουν διαταχθεί σε υπηρεσία, ζ) να συμμετέχουν σε παίγνια, εκτός εάν αυτά διενεργούνται σε αστυνομικές λέσχες, σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις, η) να κυκλοφορούν σε δημόσιους χώρους ασκεπείς ή με το πηλίκιο στο χέρι ή στην μασχάλη, θ) να τρέφουν υπερβολική ή ατημέλητη κόμη, μύστακα ή παραγναθίδες καθώς και υπογένειο οι άνδρες και υπερβολική ή απεριποίητη κόμη και μη διακριτικό καλλωπισμό οι γυναίκες (§ 4).

  1. Η έλλειψη ρητής και σαφούς πρόβλεψης της άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης με στολή ως πειθαρχικού αδικήματος

Από τη γραμματική διατύπωση των ρυθμίσεων που παρατέθηκαν, συνάγεται καταρχάς ότι η αστυνομική στολή δεν συνέχεται αποκλειστικώς και μόνον με την εκτέλεση υπηρεσίας, καθόσον οι προβλεπόμενοι στην εν λόγω διάταξη περιορισμοί και απαγορεύσεις αφορούν στους αστυνομικούς που φέρουν στολή, ανεξαρτήτως του εάν βρίσκονται σε διατεταγμένη ή όχι υπηρεσία. Περαιτέρω όμως, από την ίδια τη γραμματική διατύπωση των ως άνω διατάξεων ουδόλως προκύπτει η ρητή και σαφής αναγωγή σε πειθαρχικό παράπτωμα της συμμετοχής σε συγκέντρωση αστυνομικού με στολή. Ελλείπει δηλαδή η ρητή και σαφής νομοθετική πρόβλεψη της άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης με στολή ως πειθαρχικού αδικήματος. Η έλλειψη μάλιστα αυτή δεν καλύπτεται ούτε και από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 64 του Κανονισμού Στολής με αυτή του άρθρου 13 § 1 περ. γ’ του π.δ. 120/2008. Όπως δε γίνεται ομόφωνα δεκτό στην ελληνική θεωρία και νομολογία, τα πειθαρχικά παραπτώματα και ποινές είναι δυνατό να αφορούν τόσο στην «ελευθερία» γενικά των υπαλλήλων, όσο και την περιουσία τους, δηλαδή το σύνολο των συνταγματικών δικαιωμάτων. Έτσι, η πρόβλεψη των παραπτωμάτων και η επιβολή των ποινών θα πρέπει πάντοτε να προβλέπεται και να προσδιορίζεται εξαντλητικά και με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό, κατ’ επιταγή της δικαιοκρατικής αρχής και της συνακόλουθης αρχής της νομιμότητας11. Η θέση μάλιστα αυτή έχει αναχθεί σε αρχή συνταγματικής περιωπής και είναι χαρακτηριστικά αποτυπωμένη στο άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι αφενός «όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση» των δικαιωμάτων του ανθρώπου και αφετέρου «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο…».

Είναι προφανές ότι την έλλειψη της ρητής αυτής πρόβλεψης από την πλευρά του πειθαρχικού νομοθέτη δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια έμμεση εν προκειμένω συναγωγή του πειθαρχικού αδίκου. Και τούτο διότι στο πλαίσιο της ίδιας πιο πάνω αρχής, σύμφωνα με τη θεωρία, αλλά και την πολύ αυστηρή άποψη της νομολογίας, οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων δεν επιβάλλονται ούτε μπορεί να συνάγονται μέσω διασταλτικής12 ή αναλογικής ερμηνείας13, αλλά θα πρέπει να προκύπτουν ad hoc από σαφή διάταξη νόμου14. Σε κάθε πάντως περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αναγνώριση του δικαιώματος διοργάνωσης συναθροίσεων και συμμετοχής σ’ αυτές, καθώς και της συνδικαλιστικής ελευθερίας και στο ένστολο αστυνομικό προσωπικό15, ήταν ήδη γνωστή στον πειθαρχικό κανονιστικό νομοθέτη κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ως άνω πειθαρχικού κανονιστικού πλαισίου. Εν τούτοις ουδεμία θέλησε να διαλάβει ρύθμιση που να απαγορεύει ρητώς τη συμμετοχή του εν λόγω προσωπικού σε δημόσιες συναθροίσεις με στολή, στο πλαίσιο προβολής των επαγγελματικών του διεκδικήσεων.

Ωστόσο, σε πρόσφατη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους16 υποστηρίζεται ότι η απαγόρευση ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης για τους αστυνομικούς συνάγεται και από το γεγονός ότι στην πιο πάνω απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. (Κανονισμός Στολής) «δεν έχει προβλεφθεί η δυνατότητα του αστυνομικού προσωπικού να φέρει στολή, όταν συμμετέχει σε συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις και πορείες, στο πλαίσιο προβολής επαγγελματικών αιτημάτων, αν και ήταν, ήδη, γνωστό στον κανονιστικό νομοθέτη το επιτρεπτό της άσκησης συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στους αστυνομικούς υπαλλήλους». Κατά την γνώμη όμως της πολύ ισχυρής μειοψηφίας που διατυπώθηκε στην ίδια απόφαση «το γεγονός ότι, μέχρι σήμερα, ο νομοθέτης ουδέποτε έχει θεσπίσει ρητή και συγκεκριμένη απαγόρευση ως προς το ζήτημα αυτό, μολονότι γνωρίζει ότι είναι προ πολλού επιτρεπτή η ελεύθερη άσκηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στους αστυνομικούς υπαλλήλους, οδηγεί στην παραδοχή, ότι οι αστυνομικοί που φέρουν στολή κατά τις κινητοποιήσεις προβολής επαγγελματικών αιτημάτων τους δεν διατελούν εν παρανομία. Η θέση αυτή επιρρωνύεται και από τη διαπίστωση ότι, κατά καιρούς, ο κανονιστικός νομοθέτης…, όπου και όταν ηθέλησε κατέγραψε με συγκεκριμένες και λεπτομερείς ρυθμίσεις τις δραστηριότητες και συμπεριφορές των αστυνομικών υπαλλήλων που θεώρησε ως απαγορευμένες, στις οποίες, όμως, απέφυγε να συμπεριλάβει και την αμφίεση αυτών κατά τις ως άνω κινητοποιήσεις». Συνεπώς, κατά την ίδια μειοψηφική άποψη «οι αστυνομικοί που φέρουν στολή, ενώ μετέχουν σε συγκεντρώσεις και πορείες των συνδικαλιστικών τους ενώσεων για την προβολή επαγγελματικών τους διεκδικήσεων, δεν ενεργούν παρανόμως, εφόσον, όμως, είναι άοπλοι».

Η, κατά τα ανωτέρω, θέση της πλειοψηφίας γεννά πολύ εύλογες αντιρρήσεις ως προς την ορθότητά της. Και τούτο διότι έρχεται καταρχάς σε αντίθεση με θεμελιώδη θέση της δογματικής των συνταγματικών δικαιωμάτων, που ασπάζονται και υιοθετούν παγίως θεωρία και νομολογία, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς. Όπως πολύ εύστοχα υποστηρίζεται, η ρητή κατοχύρωση συγκεκριμένων δικαιωμάτων δεν έχει την έννοια της δημιουργίας νησίδων ελευθερίας σε μια θάλασσα ανελευθερίας. Αντίθετα, καθιερώνει τον γενικώς αποδεκτό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο ό,τι δεν απαγορεύεται με ρητή διάταξη επιτρέπεται και δεν μπορεί να εμποδιστεί17. Τούτο σημαίνει ότι αν οι κείμενες διατάξεις δεν απαγορεύουν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι ελεύθερη, όσο δυσάρεστη ή ανήθικη ή ανεπιθύμητη και αν εμφανίζεται για πολλούς, καθώς δεν μπορεί να συναχθεί απαγόρευσή της από το γεγονός και μόνο ότι δεν έχει θεσπισθεί ρητή σχετική νομοθετική ρύθμιση που να την επιτρέπει18. Υπό αυτήν εξάλλου την έννοια γίνεται δεκτό ότι μπορεί να γίνει λόγος στο πεδίο των ατομικών και μόνο δικαιωμάτων (όχι των κοινωνικών ή πολιτικών δικαιωμάτων) για ένα τεκμήριο «in dubio pro libertate».19

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο πειθαρχικός νομοθέτης δεν έχει θεσπίσει ρύθμιση που να απαγορεύει ρητώς τη συμμετοχή του αστυνομικού προσωπικού σε δημόσιες συναθροίσεις με στολή, στο πλαίσιο προβολής των επαγγελματικών του αιτημάτων.

  1. Το δικαίωμα της συνάθροισης ως θεμελιώδες δικαίωμα συλλογικής δράσης. Γενική προσέγγιση

Όπως ήδη αναφέρθηκε η ελευθερία συνάθροισης κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη με τη διάταξη του άρθρου 11 του Συντάγματος20 ως απόλυτο και ανεπιφύλακτο δικαίωμα (§1), ενώ σε επιφύλαξη υποβάλλεται μόνο η ειδικότερη ρύθμιση των περιορισμών του (§2). Υπό την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης, συνάθροιση θεωρείται η συγκέντρωση ιδιωτών με τον κοινό σκοπό είτε να εκφράσουν ή να ανταλλάξουν απόψεις ή πληροφορίες είτε να εκδηλώσουν ή να προβάλλουν γνώμες, πεποιθήσεις ή διεκδικήσεις και αιτήματα21. Ως περιεχόμενο δε της συγκεκριμένης ελευθερίας νοείται η ελευθερία οργανώσεως, διεξαγωγής, διευθύνσεως και προ πάντων συμμετοχής σε μια οιαδήποτε συνάθροιση χωρίς δυσμενείς συνέπειες22. Με το κανονιστικό εν λόγω περιεχόμενο το δικαίωμα συνάθροισης δεν συνιστά μόνο ένα δικαίωμα με ιδιαίτερη βαρύτητα και αυτοτελή αξία, αλλά δημιουργεί επίσης ένα πολύ γόνιμο έδαφος για την άσκηση πολλών από τα λοιπά ατομικά δικαιώματα23. Παράλληλα, τελεί τόσο σε ιστορική όσο και σε νομική στενή σχέση με άλλα συνταγματικά δικαιώματα, ιδίως με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 12 § 1) και τη συνδικαλιστική ελευθερία (άρθρο 23 § 1).

Το δικαίωμα συνάθροισης βρίσκει τη ρητή κατοχύρωσή του και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), από κοινού με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και της ίδρυσης και προσχώρησης σε συνδικάτα. Ειδικότερα, υπό τον τίτλο «ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι» το άρθρο 11 της εν λόγω Σύμβασης ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικά και στην ελευθερία συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως με άλλους συνδικάτων και προσχωρήσεως σε συνδικάτα με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων του (§ 1). Η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς πέραν αυτών που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική και τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξεως και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων. Τέλος, ορίζεται ότι το παρόν άρθρο 11 δεν απαγορεύει την επιβολή νόμιμων περιορισμών στην άσκηση των συγκεκριμένων δικαιωμάτων από τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους (§ 2).

Όπως χαρακτηριστικά έχει τονίσει η νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΣΔΑ, το, κατά τα ανωτέρω, δικαίωμα του συνέρχεσθαι αποτελεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα σε μια δημοκρατική κοινωνία και, όπως το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της Σύμβασης, συνιστά ένα από τα θεμέλια μιας τέτοιας κοινωνίας24. Το δικαίωμα μάλιστα ελεύθερης έκφρασης βρίσκει την εξειδικευμένη συμπλήρωση και ολοκλήρωσή του μέσω των δικαιωμάτων του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Κατά τα πρότυπα δε του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ25 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕυρΔΔΑ) τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση την συστηματική συνάφεια ανάμεσα στα δικαιώματα των άρθρων 10 και 11 της Σύμβασης, επισημαίνοντας ότι τα δικαιώματα του άρθρου 11 αποτελούν leges speciales σε σχέση με το δικαίωμα του άρθρου 1026.

Στη γερμανική έννομη τάξη, όπως ήδη αναφέρθηκε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι ρυθμίζεται από το πολύ πρόσφατα αναθεωρηθέν άρθρο 8 του Θεμελιώδους Νόμου (Versammlungsfreiheit)27 και τον εκτελεστικό νόμο περί συναθροίσεων (Versammlungsgesetz) του 195328. Η διάταξη της § 1 του εν λόγω άρθρου 8 αναγνωρίζει στους πολίτες το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση ή χορήγηση άδειας. Ειδικά ωστόσο, για τις υπαίθριες συγκεντρώσεις (“Versammlungen unter freiem Himmel”) η ρύθμιση της § 2 του ως άνω άρθρου προβλέπει ότι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι μπορεί να περιορίζεται επί τη βάσει νομοθετικής διάταξης. Tέλος, η προστεθείσα νέα § 3 προβλέπει μια πολύ αυστηρή αντιμετώπιση των συναθροίσεων που κρίνονται παράνομες. Το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο στην πολύ βασική και γνωστή απόφασή του «Brokdorf» του 198529, πραγματεύτηκε για πρώτη φορά εκτενώς τη φύση και το κανονιστικό περιεχόμενο του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και παρά τις έντονες επικρίσεις που δέχθηκε από μερίδα της θεωρίας30, χαρακτηρίζεται έως και σήμερα ως απόφαση «οδηγός» για τα ζητήματα που σχετίζονται με το εν λόγω δικαίωμα. Καταρχάς, κατά το Δικαστήριο, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι συνιστά ένα θεμελιώδες αμυντικό δικαίωμα και ως τέτοιο σκοπό έχει να εξασφαλίζει στους φορείς του τη δυνατότητα να επιλέξουν οι ίδιοι τον τόπο, τον χρόνο, τον τρόπο και το περιεχόμενο της δημόσιας συγκέντρωσης, απαγορεύοντας συνάμα την ανάμιξη της κρατικής εξουσίας. Υπό αυτή τη σκοπιά το θεμελιώδες δικαίωμα του συνέρχεσθαι κατέχει ιδιαίτερη θέση σε ένα φιλελεύθερο κράτος, καθώς αποτελεί ισχυρή ένδειξη ελευθερίας, ανεξαρτησίας και ωριμότητας των ευσυνείδητων πολιτών. Το Συνταγματικό Δικαστήριο συμπυκνώνει την σημαντικότατη λειτουργία του δικαιώματος σε δύο βασικούς άξονες. Καταρχάς το δικαίωμα συνάθροισης θεωρείται μέρος μιας γνήσιας και μη χειραγωγούμενης δημοκρατίας, ενώ περαιτέρω αποτελεί τμήμα ενός έγκαιρου μηχανισμού προειδοποίησης του πολιτικού συστήματος ως προς εσφαλμένες λειτουργίες του31. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η νομολογία του από πολύ νωρίς είχε αναγνωρίσει τον θεμελιώδη χαρακτήρα της ελευθερίας της έκφρασης σε μια δημοκρατικά οργανωμένη έννομη τάξη. Μέσω αυτής επιτυγχάνεται η συνεχής ανταλλαγή απόψεων, γεγονός που συνιστά ζωτικό στοιχείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας32. Κατά το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να ισχύει το ίδιο και για την ελευθερία των πολιτών να συνέρχονται ησύχως και να εκφράζουν με τον τρόπο αυτό συλλογικά την άποψή τους. Μάλιστα μέσω των συγκεντρώσεων οι πολίτες είναι σε θέση να εκφράσουν τις απόψεις τους με τη φυσική τους παρουσία, σε δημόσια θέα και χωρίς να απαιτείται η διαμεσολάβηση των μέσων ενημέρωσης.

Επιπλέον, η θεμελιώδης αξία του δικαιώματος του συνέρχεσθαι γίνεται ιδιαιτέρως εμφανής, αν συνυπολογίσει κανείς την ιδιαίτερη φύση των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων σε ένα δημοκρατικά οργανωμένο κράτος. Όπως επεσήμανε το Δικαστήριο στην απόφαση του σχετικά με την χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων33 σε μια δημοκρατία θα πρέπει οι αποφάσεις να κατευθύνονται από το λαό προς τα κρατικά όργανα και όχι αντιστρόφως. Στη γερμανική θεωρία υποστηρίζεται χαρακτηριστικά ότι οι συγκεντρώσεις αποτελούν βασικό στοιχείο της δημοκρατίας, καθόσον δίνουν τη δυνατότητα στους πολίτες να εκφράσουν δημόσια την κριτική τους, να αναλάβουν διάφορες πρωτοβουλίες και να προτείνουν τις δικές τους εναλλακτικές λύσεις34. Όπως τονίζει σε άλλη πολύ σημαντική παλαιότερη απόφασή του, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο35, χαρακτηριστικό του ελεύθερου δημοκρατικού συστήματος αποτελεί το γεγονός ότι οι κρατικές υποθέσεις υπάγονται μεν στην αρμοδιότητα των κρατικών οργάνων, αλλά υπόκεινται και σε συνεχή κριτική από τους πολίτες. Προβάλλεται επί πλέον από σημαντική μερίδα της θεωρίας ότι στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας η άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι επιτελεί και μια σταθεροποιητική λειτουργία (stabilisierende Funktion). Επιτρέποντας στους πολίτες να εκφράσουν δημόσια την κριτική, τη δυσαρέσκεια ή ακόμη και την οργή τους, το συγκεκριμένο δικαίωμα λειτουργεί ως ένα σύστημα έγκαιρης πολιτικής προειδοποίησης που επισημαίνει στους κυβερνώντες τις ελλείψεις και τα μειονεκτήματα των ασκούμενων πολιτικών, συμβάλλοντας κατ’ αυτό τον τρόπο στη διόρθωσή τους36. Μάλιστα λόγω των ανωτέρω λειτουργιών του δικαιώματος συνάθροισης και ιδίως λόγω της στενής ιστορικής σχέσης του και με το δικαίωμα αναφοράς από την εποχή της γαλλικής επανάστασης37, έχει υποστηριχθεί ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα θα πρέπει να θεωρείται και πολιτικό δικαίωμα, καθόσον εξασφαλίζει μια έμμεση συμμετοχή στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας38.

  1. Οι αστυνομικοί υπάλληλοι ως φορείς του δικαιώματος συνάθροισης

Η διάταξη του άρθρου 11 του Συντάγματος δεν προβλέπει οιονδήποτε περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι των δημόσιων, στρατιωτικών και αστυνομικών υπαλλήλων, οι οποίοι καταρχήν είναι φορείς του δικαιώματος, όπως όλοι οι Έλληνες. Ωστόσο, ειδικούς περιορισμούς στην άσκησή του για τις ανωτέρω κατηγορίες εισάγει ο συνταγματικός νομοθέτης με τη διάταξη του άρθρου 29 § 3 εδ. α’, η οποία απαγορεύει απολύτως οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ των πολιτικών κομμάτων στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας. Όπως όμως γίνεται γενικώς δεκτό οι περιορισμοί αυτοί ουδέποτε μπορούν να οδηγήσουν σε προσβολή του πυρήνα του δικαιώματος. Σημειώνεται δε χαρακτηριστικά ότι αν δινόταν ευρεία ερμηνεία στους περιορισμούς του άρθρου 29 § 3, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι θα κινδύνευε να καταστεί ανενεργό για το σύνολο των εκεί αναφερόμενων προσώπων. Επομένως, η συγκεκριμένη απαγόρευση επιβάλλεται να ερμηνεύεται στενά39. Έτσι, υποστηρίζεται ότι στο πλαίσιο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι καταρχήν θεωρείται επιτρεπτή η διοργάνωση, η διεύθυνση και η συμμετοχή σε συναθροίσεις μη πολιτικού περιεχομένου, καθώς και η απλή συμμετοχή σε εκδηλώσεις και συλλαλητήρια με πολιτικό περιεχόμενο υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι δεν παραμελούνται οι υπηρεσιακές υποχρεώσεις των συγκεκριμένων προσώπων40.

Πέραν του εν λόγω πάντως ρητού περιορισμού, ζητούμενο είναι αν είναι δυνατοί περαιτέρω και επί πλέον περιορισμοί, που μπορούν να επιβληθούν στο πλαίσιο των ειδικών κυριαρχικών ή εξουσιαστικών σχέσεων (εκούσιων εν προκειμένω) ως αναγκαίοι για την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία τους41. Όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας οι αστυνομικοί υπάλληλοι τελούν σε ιδιαίτερο καθεστώς, αντίστοιχο με αυτό των ενόπλων δυνάμεων, το οποίο προσιδιάζει προς τον χαρακτήρα και την αποστολή της αστυνομικής υπηρεσίας, που αποβλέπει στη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Στο πλαίσιο αυτό ο νομοθέτης έχει υποχρέωση να κατοχυρώνει σε υψηλό βαθμό, στο επίπεδο της στελέχωσης, οργάνωσης και λειτουργίας, την αστυνομική υπηρεσία, θεσπίζοντας, μεταξύ άλλων, το κατάλληλο προς τούτο καθεστώς πειθαρχίας, η μη τήρηση του οποίου αποτελεί αιτία επιβολής πειθαρχικών ποινών από τα οικεία πειθαρχικά όργανα42. Όπως ορθά επισημαίνεται ακόμη και στην περίπτωση της ειδικής νομικής σχέσης που συνάπτεται εκουσίως (π.χ. σχέση δημόσιων, στρατιωτικών ή αστυνομικών υπαλλήλων με το κράτος) δεν μπορεί η εκούσια υπαγωγή στην εν λόγω σχέση να εκλαμβάνεται ως συγκατάθεση στον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων. Και τούτο διότι η αρχή volenti non fit injuria δεν ισχύει, κατά κανόνα, επί ατομικών δικαιωμάτων και η εφαρμογή της γίνεται δεκτή μόνο στον περιορισμένο βαθμό που θεωρείται επιτρεπτή παραίτηση από συγκεκριμένη και χρονικά περιορισμένη άσκηση ορισμένου ατομικού δικαιώματος43. Η εν λόγω μάλιστα αρχή γίνεται ακόμη πιο σαφής στις περιπτώσεις των υποχρεωτικών ή αναγκαστικών σχέσεων, όπου ορθά η νομολογία, προκειμένου να θεωρήσει “νόμιμους” περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, απαιτεί τη συνδρομή πολύ αυστηρών προϋποθέσεων, ιδίως όταν πρόκειται για περιορισμούς που σχετίζονται με ατομικά δικαιώματα δημόσιων, στρατιωτικών και αστυνομικών υπαλλήλων ή υπαλλήλων δημόσιων οργανισμών44. Ειδικότερα, απαιτείται καταρχάς ο περιορισμός του ατομικού δικαιώματος και μέσα στο πλαίσιο της ειδικής κυριαρχικής σχέσης να προβλέπεται ειδικώς από τυπικό ή ουσιαστικό νόμο, που είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα και όχι να συνάγεται απλώς «εξ αυτής ταύτης της φύσεως της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως»45 (α’). Κατά δεύτερον ο περιορισμός δεν πρέπει να αφορά σε ατομικό δικαίωμα που δεν επιδέχεται οιονδήποτε περιορισμό (β’). Περαιτέρω, ο περιορισμός δεν πρέπει να οδηγεί στην αναίρεση της ουσίας, δηλαδή στον εκμηδενισμό46 (προσβολή του πυρήνα) του κρίσιμου δικαιώματος (γ’). Έτσι, σύμφωνα με τη νομολογία και με αφορμή περιορισμούς στο δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης «δύναται μεν, καθ’ όσον αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους και ειδικώτερον τους στρατιωτικούς, ευρισκομένους προς το κράτος εις ηθελημένην ειδικήν σχέσιν εξουσιάσεως, να επιβληθούν ωρισμένοι περιορισμοί, οι οποίοι όμως ουδέποτε δύνανται να οδηγήσουν εις την κατάργηση του αναφερθέντος δικαιώματος…»47. Άλλωστε η «εγγύηση» του κράτους υπό την οποία τελούν τα δικαιώματα του ανθρώπου, κατά το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, έχει ως ελάχιστο και αναφαίρετο περιεχόμενο την απόλυτη κατοχύρωση, τουλάχιστο του πυρήνα των δικαιωμάτων αυτών, έναντι οιασδήποτε κρατικής προσβολής. Τέλος, ο κρίσιμος περιορισμός πρέπει να επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση από το δημόσιο συμφέρον και να τελεί σε εύλογη σχέση αναγκαιότητας προς την ειδική κυριαρχική σχέση (αρχή αναλογικότητας), η οποία θα πρέπει να προκύπτει από την απαιτούμενη αιτιολογία48 (δ’). Εξάλλου η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει όρια στον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Σε ό,τι αφορά το δημόσιο συμφέρον, ενώ η λειτουργία του θα έπρεπε να κινείται στην κατεύθυνση του «περιορισμού των περιορισμών», συνηθέστερη είναι στην πράξη η χρήση της έννοιας ή παρεμφερών εννοιών για την δικαιολόγηση επιβολής περιορισμών49. Άλλωστε και οι συνταγματικές διατάξεις που αναφέρονται ρητώς στην έννοια του γενικού50, του δημόσιου51 ή του εθνικού συμφέροντος52 ουδόλως επιβάλλουν την εξυπηρέτηση του «δημόσιου συμφέροντος» ως γενικής αρχής στην οποία θα πρέπει να υποτάσσονται τα επιμέρους συνταγματικά δικαιώματα. Σε μια τέτοια περίπτωση τα συνταγματικά δικαιώματα και ιδίως τα ατομικά θα υποβαθμίζονταν και θα μετατρέπονταν σε απλά μέσα και εργαλεία που θα ήταν στη διάθεση της πολιτείας, ανά πάσα στιγμή, προκειμένου να υπηρετήσουν οιαδήποτε κρατική σκοπιμότητα53.

  1. Οι περιορισμοί του δικαιώματος συνάθροισης στη νομολογία του ΕυρΔΔΑ

Σύμφωνα με την πάγια θέση των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΣΔΑ οι περιορισμοί του δικαιώματος συνάθροισης είναι επιτρεπτοί μόνο όταν προβλέπονται a priori νομοθετικώς54. Τούτο σημαίνει ότι οι περιορισμοί πρέπει αφενός να βρίσκουν έρεισμα στην εθνική νομοθεσία και αφετέρου να είναι αρκούντως σαφείς, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να προσανατολίσουν εκ των προτέρων τη συμπεριφορά τους55. Περαιτέρω, οι τιθέμενοι περιορισμοί πρέπει να επιδιώκουν έναν από τους συγκεκριμένους νόμιμους σκοπούς που αναφέρονται στην § 2 εδ. 1 του άρθρου 11 και να είναι απαραίτητοι σε μια δημοκρατική κοινωνία. Δίπλα σε αυτούς υπάρχουν οι περιορισμοί του εδ. 2 της § 2, οι οποίοι μπορούν να επιβληθούν σε υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις, στην αστυνομία ή σε κρατικές διοικητικές υπηρεσίες. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία στις τρεις πιο πάνω κατηγορίες υπαλλήλων το κράτος διαθέτει ευρύτερες εξουσίες για την επιβολή περιορισμών σε ό,τι αφορά την άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης. Το γεγονός αυτό μπορεί κατά τη νομολογία να μειώνει τον εποπτικό ρόλο, αλλά ουδόλως αποκλείει ή καταργεί την εποπτεία από την πλευρά των οργάνων της Σύμβασης ως προς τον τρόπο εφαρμογής της εν λόγω ρύθμισης από τις εθνικές αρχές56. Το Δικαστήριο αρνείται να αναγνωρίσει την πλήρη αυτονόμηση της συγκεκριμένης διάταξης από τους γνωστούς «περιορισμούς των περιορισμών», θεωρώντας ότι η έννοια του «νόμιμου περιορισμού» ταυτίζεται με την έννοια της «νομιμότητας», όπως νοείται και προβλέπεται στις δεύτερες παραγράφους των άρθρων 9, 10 και 11 της ΕΣΔΑ57. Ειδικότερα το Δικαστήριο58 θεωρεί ότι η διάταξη του εθνικού δικαίου που απαγορεύει σε αστυνομικό υπάλληλο να γίνει μέλος πολιτικού κόμματος δεν παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της Σύμβασης. Και τούτο διότι οι πολίτες ευλόγως θα πρέπει να θεωρούν ότι τα μέλη του αστυνομικού σώματος συμπεριφέρονται με γνώμονα την αρχή της πολιτικής ουδετερότητας και της αμεροληψίας. Κατά την άποψη όμως της μειοψηφίας, η συγκεκριμένη απαγόρευση είναι δυσανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό και γίνεται ακόμη πιο άδικη αν ληφθεί υπόψη ότι ο σχετικός εθνικός νόμος προβλέπει το δικαίωμα των ίδιων υπαλλήλων να είναι υποψήφιοι πολιτικών κομμάτων σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο ή να παίρνουν μέρος σε δημοτικές εκλογές υπό την προϋπόθεση ότι θα πρέπει προηγουμένως να ενημερώσουν τον επικεφαλής της αστυνομίας για την πρόθεσή τους αυτή και να παραμείνουν εκτός υπηρεσίας έως την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων59. Το Δικαστήριο θεωρεί επίσης σύμφωνη με το άρθρο 11 την απαγόρευση συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα αξιωματούχου της δημοτικής αστυνομίας, αναγνωρίζοντας στις εθνικές αρχές ευρύ περιθώριο εκτίμησης κατά τη ρύθμιση του υπηρεσιακού καθεστώτος και της σταδιοδρομίας κρατικών αξιωματούχων, οι οποίοι συμμετέχουν άμεσα στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και ασκούν αρμοδιότητες που στοχεύουν για τη διαφύλαξη των κρατικών συμφερόντων με βάση το δημόσιο δίκαιο. Ο συγκεκριμένος περιορισμός δικαιολογείται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό στις περιπτώσεις διοικητικών οργάνων των οποίων η τοπική αρμοδιότητα επιτάσσει τη διαφύλαξη της αμοιβαίας εμπιστοσύνης με τους πολίτες, που μπορεί να ενισχυθεί με την αποσύνδεση των συγκεκριμένων οργάνων από την πολιτική60.

Όπως πάντως επισημαίνουν θεωρία και νομολογία η δυνατότητα αυτή θέσπισης περιορισμών θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά και οι περιορισμοί που επιβάλλονται στις πιο πάνω κατηγορίες υπαλλήλων δεν πρέπει να αναιρούν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος61. Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 11 § 2 εδ. 2 ήταν αμφισβητούμενη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ήδη όμως το Δικαστήριο ρητά διατυπώνει την απαίτηση σύμφωνα με την οποία οι περιορισμοί που προβλέπονται στο εδ. 2 της § 2 του άρθρου 11 για τις ειδικές κατηγορίες υπαλλήλων πρέπει να τελούν σε εύλογη αναλογία και αναγκαιότητα προς την ειδική υπαλληλική σχέση62. Συμπερασματικά, οι ειδικοί περιορισμοί στους οποίους αναφέρεται η πιο πάνω διάταξη για τις συγκεκριμένες κατηγορίες κρατικών υπαλλήλων δεν αυτονομούνται, αλλά υπάγονται στα γνωστά κριτήρια που έχει καθιερώσει η νομολογία63.

Επίσης το Δικαστήριο έχει υιοθετήσει εδώ και καιρό μια ευρεία έννοια της ερμηνείας των «περιορισμών» στην άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και υπάγει με τον τρόπο αυτό στον έλεγχό του ένα ευρύτατο φάσμα περιοριστικών μέτρων που λαμβάνονται από τις οικείες εθνικές αρχές. Έτσι, ως «επέμβαση» στο πεδίο άσκησης του δικαιώματος δεν νοείται μόνο η de jure και de facto απαγόρευση μιας συνάθροισης, αλλά και άλλα μέτρα που λαμβάνονται πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά από την πραγματοποίηση της συνάθροισης, όπως λ.χ., ποινές ή κυρώσεις για τη συμμετοχή σε συγκεκριμένη συνάθροιση. Το Δικαστήριο μάλιστα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία σε μέτρα που θεωρούνται ικανά να αποθαρρύνουν και να αποτρέπουν τους ενδιαφερόμενους από τη συμμετοχή τους σε εκδηλώσεις, συγκεντρώσεις ή πορείες διαμαρτυρίας κ.λπ64.

  1. Η ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης

8.1. Έννοια, συμβολισμός και νομική αντιμετώπιση της στολής

Μολονότι δεν είναι πάντοτε βέβαιη η ταύτιση μιας στολής με μια συγκεκριμένη και σταθερή προς τα έξω εικόνα και λειτουργία, λόγω της ενδεχόμενης πολυσημίας της65, η αστυνομική στολή ταυτίζεται παραδοσιακά και, κατά κανόνα, με την άσκηση αστυνομικής εξουσίας. Έτσι, γίνεται γενικώς δεκτό ότι η συγκεκριμένη στολή εκτός του ότι επιχειρεί να αποπνεύσει δύναμη και εξουσία, επιδιώκει κυρίως να προσδιορίσει ένα πρόσωπο ως επιφορτισμένο με κρατικές αρμοδιότητες για χρήση και άσκηση αστυνομικής εξουσίας. Ανάλογα πάντως με την προσωπικότητα του κάθε πολίτη και τη συγκυρία, η θέα ενός αστυνομικού με στολή μπορεί να προκαλεί πολυποίκιλα συναισθήματα66, που κυμαίνονται από την υπερηφάνεια και τον σεβασμό έως τον φόβο ή τον θυμό67. Η στολή, εκτός άλλων, διασφαλίζει κυρίως ότι όσοι την φορούν είναι αφοσιωμένοι στην επίτευξη των σκοπών της ομάδας και επιδιώκει να υποδηλώσει την προσήλωση των μελών της στη νομιμότητα. Εκτός αυτού η εμφάνιση με στολή στοχεύει περαιτέρω τον σεβασμό προς ό,τι η τελευταία συμβολίζει και αποκλείει το ενδεχόμενο οιασδήποτε σύγχυσης από την πλευρά του κοινού, το οποίο μπορεί να είχε μια άλλη εικόνα για τους πρωταγωνιστές και τους συμμετέχοντες σε μια συνάθροιση68.

Σύμφωνα με το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Γερμανίας, η υποχρέωση των αστυνομικών υπαλλήλων να φορούν τη στολή τους σε ώρα υπηρεσίας δικαιολογείται ιδίως από την ανάγκη να γίνεται σε όλους ορατή η νομιμοποίησή τους και η εξουσία τους για τη λήψη μέτρων αστυνομικού χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, η στολή, εκτός του ότι συνιστά ένδειξη ότι ο φορέας της νομιμοποιείται και είναι εξοπλισμένος με την αστυνομική εξουσία, συμβολίζει την άσκηση της εν λόγω εξουσίας κατά τρόπο ουδέτερο, αντικειμενικό και αμερόληπτο69.

8.2. Η ειδικότερη θέση της θεωρίας και της νομολογίας

8.2.1. Η άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης με στολή

Στην ελληνική θεωρία, αλλά και διεθνώς γίνεται γενικώς δεκτό ότι στολές και άλλα διακριτικά σήματα που φέρουν οι συναθροιζόμενοι είναι ασυμβίβαστα με την έννοια της «ήσυχης» συνάθροισης μόνο εάν είναι σύμβολα και διεγερτικά βίας70. Έτσι, λ.χ. μπορούν να θεωρηθούν ασύμβατες με το δικαίωμα συνάθροισης φασιστικές στολές ή οι κουκούλες των Κου-Κλουξ-Κλαν ή οι μάσκες τρομοκρατικών οργανώσεων – σε αντίθεση με τις στολές των προσκόπων ή των μεταμφιεσμένων σε συγκεκριμένες εορταστικές εκδηλώσεις, αλλά και οικολόγων διαδηλωτών που σκοπό έχουν απλώς την προσέλκυση του ενδιαφέροντος του κοινού71.

Εάν εξαιρέσει κανείς την πολύ πρόσφατη και ήδη αναφερθείσα ανωτέρω γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. το ζήτημα της ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης από αστυνομικούς ή στρατιωτικούς υπαλλήλους ουδόλως έχει απασχολήσει μέχρι σήμερα την εγχώρια θεωρία και νομολογία. Σύμφωνα με την εν λόγω γνωμοδότηση δεν μπορούν, νομίμως, να φέρουν στολή οι συμμετέχοντες σε εκδηλώσεις προς προβολή των συνδικαλιστικών αιτημάτων τους (πορείες, συγκεντρώσεις κ.λπ.) αστυνομικοί υπάλληλοι, δεδομένου ότι δεν τελούν σε διατεταγμένη υπηρεσία. Με την ανωτέρω παραδοχή, κατά την ίδια άποψη δεν αναιρείται η συνδικαλιστική ελευθερία των εν λόγω υπαλλήλων. Κατά την άποψη πάντως της μειοψηφίας, υπό το φως των παρατεθεισών ειδικών κανονιστικών ρυθμίσεων, καθώς και αυτών των άρθρων 5 και 23 του Συντάγματος συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται, οπωσδήποτε, η επιβολή δια νόμου συνταγματικώς ανεκτών περιορισμών στην άσκηση και του δικαιώματος συνάθροισης από μέλη του αστυνομικού σώματος. Επομένως, κατά την ίδια πάντοτε γνώμη, ενδεχόμενη ρητή νομοθετική απαγόρευση να φέρουν την υπηρεσιακή στολή οι συμμετέχοντες σε τέτοιες συναθροίσεις αστυνομικοί υπάλληλοι δεν θίγει, καταρχήν, τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, που απορρέουν από τις διατάξεις του Συντάγματος και των οικείων διεθνών Συμβάσεων.

Σε αντίθεση με την ελληνική έννομη τάξη, το ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης με υπηρεσιακή στολή από αστυνομικούς και στρατιωτικούς, όπως ήδη έχει αναφερθεί, αποτέλεσε αντικείμενο πολλών αποφάσεων γερμανικών δικαστηρίων. Με μια ad hoc απόφαση που εκδόθηκε στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας από το Διοικητικό Δικαστήριο του Wiesbaden72 κρίθηκε καταρχάς ότι από τις σχετικές ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη δεν μπορεί να συναχθεί ότι αναγνωρίζεται ρητά ένα δικαίωμα του αστυνομικού υπαλλήλου να μπορεί να φέρει τη στολή του όταν συμμετέχει σε μια συγκέντρωση. Το Δικαστήριο εκτιμά κατά πρώτον ότι η αναγνώριση του δικαιώματος σε αστυνομικούς να συμμετέχουν με υπηρεσιακή στολή σε διαδήλωση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της υπηρεσίας. Περαιτέρω, θεωρεί ότι από το νομοθετικώς προβλεπόμενο δικαίωμα του αστυνομικού να μετακινείται ένστολος από και προς τον τόπο της εργασίας του δεν μπορεί να συναχθεί δικαίωμα να συμμετέχει ένστολος σε διαδήλωση. To Δικαστήριο για τη θεμελίωση της κρίσης του αυτής παραπέμπει στην από 8.12.1982 απόφαση του Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου73, σύμφωνα με την οποία από το δικαίωμα των στρατιωτών να φέρουν τη στολή τους και εκτός υπηρεσίας δεν απορρέει κανένα υποκειμενικό δικαίωμα να συμμετέχουν σε διαδηλώσεις με στολή. Παραπέμπει επίσης και σε σχετική απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 7.4.198174 με την οποία είχε κριθεί ότι η απαγόρευση που τίθεται σε στρατιώτες να παρευρίσκονται ένστολοι σε πολιτικές συγκεντρώσεις δεν θίγει το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης ούτε το δικαίωμα συνάθροισης και συνένωσης. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι και οι δύο μνημονευόμενες αποφάσεις ασχολήθηκαν με τις οικείες διατάξεις περί καταστάσεως στρατιωτών (Soldatengesetz)75 σύμφωνα με τις οποίες οι στρατιώτες μπορούν μεν να φέρουν τη στολή τους εκτός υπηρεσίας (άρθρο 4a), αλλά δεν μπορούν να παρίστανται ένστολοι σε πολιτικές εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις, με βάση την ρητή απαγόρευση του ίδιου νόμου (άρθρο 15 § 3). Ειδικότερα:

  1. i) Το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, εν προκειμένω, με την κρίσιμη και παραπεμπόμενη απόφασή του προβαίνει στη διάκριση ανάμεσα σε πολιτικές και μη συγκεντρώσεις. Πιο συγκεκριμένα, από το αντικείμενο, τον σκοπό, την εξέλιξη και το περιεχόμενο μιας εκδήλωσης καθίσταται ορατό και αντιληπτό, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εάν πρόκειται για συλλογική πολιτική δραστηριότητα ή για δραστηριότητα που αφορά αμιγώς σε προβολή και προώθηση συνδικαλιστικών-επαγγελματικών αιτημάτων, οπότε δεν ισχύει η απαγόρευση του ως άνω άρθρου 15 § 3 του νόμου περί καταστάσεως στρατιωτών. Συμπερασματικά, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής κρίσιμες και ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις: α) ερμηνεύοντας την έννοια της πολιτικής συγκέντρωσης του ως άνω άρθρου 15, θεωρεί ότι η προώθηση και προβολή των εργασιακών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών ενός σωματείου, κατ’ άσκηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας (άρθρο 9 § 3 του Θεμελιώδους Νόμου), δεν συνιστά πολιτική συγκέντρωση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου και β) η επίμαχη απόφαση του Υπουργείου Άμυνας περί απαγόρευσης στο στρατιωτικό προσωπικό να συμμετάσχει σε συγκέντρωση, κατά την ανωτέρω έννοια, ήταν παράνομη απέναντι στους προσφεύγοντες, καθόσον εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής εξουσίας της. Επομένως, όπως ορθά υποστηρίζεται, αποφασιστικό κριτήριο με βάση τα ανωτέρω για την ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης είναι το εάν η εκδήλωση στην οποία συμμετέχουν οι ένστολοι κρατικοί υπάλληλοι, που αποτελούν μέλη επαγγελματικής ένωσης έχει σκοπό την προώθηση και την προβολή επαγγελματικών και κοινωνικών αιτημάτων ή έχει αμιγώς πολιτικό περιεχόμενο και στοχεύει να προπαγανδίσει και να προωθήσει γενικές πολιτικές θέσεις και ιδέες. Μόνο στην τελευταία περίπτωση θα πρέπει να απαγορεύεται η συμμετοχή ένστολων κρατικών υπαλλήλων με βάση την υποχρέωσή τους περί πολιτικής ουδετερότητας και όχι όταν πρόκειται για συναθροίσεις που σκοπό έχουν την προβολή εργασιακών, επαγγελματικών και κοινωνικών αιτημάτων76.
  2. ii) Εκτός αυτού και η παραπεμπόμενη απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου τονίζει με έμφαση ότι την εντονότερα προστατευόμενη πτυχή του θεμελιώδους δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι συνιστά η δραστηριότητα ενός σωματείου και των μελών του77, στο μέτρο που στοχεύει αποκλειστικά τη διεκδίκηση επαγγελματικών-κοινωνικών συμφερόντων. Το επίμαχο συλλαλητήριο, κατά το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στο πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, καθόσον δεν ήταν εκδήλωση συνδικαλιστικού-επαγγελματικού περιεχομένου. Και τούτο διότι δεν στόχευε την προώθηση, προβολή και διεκδίκηση κλαδικών και κοινωνικών αιτημάτων – σκοποί για τα οποίους πρωτίστως ιδρύονται τα συνδικαλιστικά σωματεία – αλλά στόχευε αποκλειστικά τον προπαγανδισμό γενικών πολιτικών θέσεων εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής στο πλαίσιο επηρεασμού της λαϊκής βούλησης.

Συμπερασματικά, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η συμμετοχή ένστολων αστυνομικών υπαλλήλων σε συνάθροιση που δεν έχει αμιγώς πολιτικό περιεχόμενο (δηλαδή προώθηση και προπαγανδισμό γενικών πολιτικών ιδεών και θέσεων), αλλά έχει σκοπό την προώθηση και την προβολή επαγγελματικών και κλαδικών συμφερόντων, συνιστά νόμιμη δραστηριότητα και βρίσκει συνταγματικό έρεισμα, εκτός από τη συνδικαλιστική ελευθερία (άρθρο 23 § 1), και στο δικαίωμα της συνάθροισης (άρθρο 11 § 1). Μια ενδεχόμενη νομοθετική ρύθμιση που θα απαγόρευε στο αστυνομικό προσωπικό να διοργανώνει τέτοιες συναθροίσεις ή να συμμετέχει σ’ αυτές με στολή θα παραβίαζε τον πυρήνα του δικαιώματος συνάθροισης.

8.2.2. Το πρόβλημα της πολιτικής ουδετερότητας

Όπως στις περισσότερες εθνικές έννομες τάξεις των κρατών μελών της ΕΣΔΑ, η αρχή της πολιτικής-κομματικής ουδετερότητας και αμεροληψίας της διοικήσεως κατέχει σημαντική και περίοπτη θέση και στη δική μας έννομη τάξη. Η πολιτική και κομματική ουδετερότητα συνιστά μόνιμο στοιχείο της κρατικής οργανώσεως, δηλαδή συνδέεται άμεσα με την ίδια τη λειτουργία του πολιτεύματος78. Σε αντίθεση με τη δικαιοδοτική λειτουργία που, μολονότι ασκείται σε ορισμένο πολιτικό περιβάλλον, οφείλει κατά το Σύνταγμα (άρθρο 87 §2) – ως επιδίωξη ισόρροπης ικανοποίησης αντιτιθέμενων συμφερόντων – να αποτελεί μια ουδέτερη πολιτικά εξουσία, η λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας και της Διοίκησης εμφανίζει πιο σύνθετα χαρακτηριστικά79. Και τούτο διότι σε πολλές περιπτώσεις η υποχρέωση αμεροληψίας και ουδετερότητας έρχεται να συγκρουσθεί με την υποχρέωση ικανοποίησης πιεστικών κρατικών αναγκών. Η θεραπεία δε των αναγκών αυτών μπορεί συνήθως να απαιτεί πολιτικές αποφάσεις με αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις να τίθεται ζήτημα στάθμισης συγκρουόμενων συμφερόντων80. Στο πλαίσιο αυτό καταρχάς, σύμφωνα με το Σύνταγμα, οι ευρισκόμενοι στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας, δηλαδή η Κυβέρνηση81 και Υπουργοί διαμορφώνουν και κατευθύνουν τη γενική πολιτική της χώρας. Για το προσωπικό όμως – και ιδίως το ανώτερο και ανώτατο των διοικητικών υπηρεσιών – ισχύει αντιθέτως η αρχή της ουδετερότητας, η οποία, κατά την χαρακτηριστική διατύπωση της νομολογίας «εξασφαλίζει την σταθεράν και μόνιμον συνέχειαν εν τη λειτουργία της δημοσίας υπηρεσίας εν τω μέσω των πολιτικών εναλλαγών, αι οποίαι είναι συμφυείς με τον κομματικόν μηχανισμόν του κοινοβουλευτικού καθεστώτος», ενώ η ανάμιξη των δημόσιων υπαλλήλων στην ενεργή πολιτική θα «διετάρασσε την υπηρεσιακήν αυτών αντικειμενικότητα» και θα επέφερε «μείωσιν της εμπιστοσύνης, ην οι πολίται…, δέον να τρέφουν προς τους δημοσίους υπαλλήλους…»82.

Γίνεται γενικώς δεκτό περαιτέρω, ότι η υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας θεωρείται ότι συνιστά εγγύηση της έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 52 του Συντάγματος τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση. Από τη γενική αυτή ρήτρα, θεωρία και νομολογία συνάγουν έμμεσα83 την υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας στο πλαίσιο ενός πολυκομματικού κοινοβουλευτικού συστήματος. Υποστηρίζεται επίσης ότι η ίδια υποχρέωση απορρέει και από τη διάταξη του άρθρου 103 § 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θελήσεως του κράτους και υπηρετούν τον λαό. Κατά την γενικώς κρατούσα άποψη η αυστηρή υποχρέωση πολιτικής – κομματικής ουδετερότητας συνιστά μια βασική διάσταση της αρχής της αμεροληψίας84, η οποία βαρύνει όλους τους δημόσιους υπαλλήλους και αποτυπώνεται σε μια δέσμη ειδικών νομοθετικών διατάξεων, όχι μόνο ως βασικής προϋπόθεσης της μονιμότητάς τους85, αλλά και ως ουσιαστικής προϋπόθεσης της ομαλής λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήματος εναλλασσόμενων κυβερνήσεων86. Χαρακτηριστική είναι η ρύθμιση του άρθρου 27 § 3 ΥΚ, σύμφωνα με την οποία ο υπάλληλος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε διακρίσεις προς όφελος ή σε βάρος των πολιτών, εξαιτίας των πολιτικών, των φιλοσοφικών ή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Όπως δε επισημαίνεται η επίτευξη των στόχων της ουδετερότητας και της αμεροληψίας δεν μπορεί καν να νοηθεί, αν η λειτουργία του υπαλλήλου προσδιορίζεται εμφανώς ή κρυφίως από τις πολιτικές και ιδίως τις κομματικές του προαιρέσεις87.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την υποχρέωση πολιτικής – κομματικής ουδετερότητας των αστυνομικών υπαλλήλων, το ισχύον Σύνταγμα εισάγει την απόλυτη απαγόρευση οιασδήποτε εκδήλωσης υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, (αδιακρίτως εάν βρίσκονται εντός ή εκτός υπηρεσίας), όπως και για τους δικαστικούς λειτουργούς και τους υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις. Παρά τις ουσιαστικές αλλαγές που επέφερε στο άρθρο 29 § 3 η αναθεώρηση του 2001, ο συντακτικός νομοθέτης διατήρησε την καθολική εν λόγω απαγόρευση με βάση την κρατούσα αντίληψη ότι οι συγκεκριμένες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων είναι ενταγμένες στον «σκληρό πυρήνα του κράτους»88.

Ως προς τη νομολογιακή αντιμετώπιση της αρχής της ουδετερότητας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει να επιδείξει, όχι μόνο ιδιαίτερη αυστηρότητα ως προς την τήρηση και την εφαρμογή της από την πλευρά της διοικήσεως89, αλλά και καθοριστική συμβολή στην εξελικτική διαμόρφωση του σύγχρονου κανονιστικού περιεχομένου της. Στην κατεύθυνση πάντως αυτή είναι σαφείς οι επιρροές, κατά τα τελευταία ιδίως έτη, από τις σχετικές θέσεις των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΣΔΑ.

8.2.3. Ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης και υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας

Όπως για τη νομολογία του Στρασβούργου, το κριτήριο της πολιτικής ουδετερότητας αποτελεί το αποφασιστικότερο κριτήριο και για τη γερμανική διοικητική νομολογία, όταν καλείται να αντιμετωπίσει συναφή ζητήματα. Έτσι, προκειμένου να θεωρηθεί νόμιμη η απαγόρευση παραχώρησης συνέντευξης από συνδικαλιστή αστυνομικό, το διοικητικό δικαστήριο του Hessen90 τονίζει με έμφαση ότι, προ πάντων, θα πρέπει να αποτρέπεται ο κίνδυνος να συγχέεται η συνδικαλιστική με την αστυνομική δραστηριότητα, η οποία ως κλασική διοικητική δραστηριότητα επιβάλλεται να ασκείται με βάση τη δικαιοκρατική αρχή και την συνακόλουθη αρχή της πολιτικής ουδετερότητας. Το Δικαστήριο παραπέμπει εν προκειμένω στη γνωστή αυστηρή θέση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να προστατεύεται η διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ουδετερότητα και την αντικειμενικότητα των αστυνομικών υπαλλήλων και να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να δημιουργείται η εντύπωση στους πολίτες ότι ταυτίζονται και συμπίπτουν συνδικαλιστική και διοικητική λειτουργία91. Κάτι τέτοιο θα είχε ως πιθανό αποτέλεσμα να τίθεται εν αμφιβόλω η τήρηση των αρχών της ουδετερότητας και της αμεροληψίας από την πλευρά των αστυνομικών αρχών. Το Συνταγματικό Δικαστήριο με την παραπεμπόμενη πολύ σημαντική απόφασή του είχε κληθεί να δώσει απάντηση στα παράπονα ενός συνδικαλιστικού σωματείου αστυνομικών, το οποίο το φθινόπωρο του 2002 οργάνωσε μια εκστρατεία στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Βεστφαλίας με σκοπό την ενίσχυση των αστυνομικών υπηρεσιών με πρόσληψη πρόσθετου προσωπικού. Στο πλαίσιο της εν λόγω εκστρατείας, πέρα από τη διανομή φυλλαδίων στα οποία διατυπωνόταν τα προβλήματα των υπηρετούντων αστυνομικών, λόγω της έλλειψης προσωπικού, ζητείτο από τους πολίτες που επισκέπτονταν τα αστυνομικά τμήματα να δηλώνουν ότι είναι υποστηρικτές του συγκεκριμένου αιτήματος και να υπογράφουν σε ειδικά βιβλία-καταλόγους που είχαν ανοιγεί για τον σκοπό αυτό μέσα στους χώρους εργασίας. Το αρμόδιο όμως Υπουργείο Εσωτερικών του κρατιδίου της Ρηνανίας-Βεστφαλίας απαγόρευσε τις συγκεκριμένες ενέργειες εντός των αστυνομικών τμημάτων. Το ερώτημα που απασχόλησε κυρίως το Δικαστήριο αφορούσε στο εάν, ενόψει της συνταγματικά κατοχυρωμένης συνδικαλιστικής ελευθερίας92, το Υπουργείο θα έπρεπε να ανεχθεί τη δραστηριότητα αυτή του σωματείου. Τα μείζονα ζητήματα που καταρχάς τέθηκαν, ήταν από τη μια πλευρά η συνδικαλιστική ελευθερία και από την άλλη η υποχρέωση των διοικητικών οργάνων (αστυνομικών εν προκειμένω) να δρουν επί τη βάσει των αρχών της αμεροληψίας και της πολιτικής ουδετερότητας. Θα πρέπει, συνεπώς, μέσω της διαδικασίας της πρακτικής εναρμόνισης να επιτευχθεί στάθμιση του συγκεκριμένου ατομικού δικαιώματος και του δημόσιου συμφέροντος, που καταρχάς φαίνεται να συγκρούονται. Κατά το Δικαστήριο η αρχή της νομιμότητας, η οποία απορρέει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή του κράτους δικαίου επιβάλλει την άσκηση των διοικητικών αρμοδιοτήτων με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και πάντοτε επί τη βάσει της αρχής της αμεροληψίας. Οι πολίτες δεν θα πρέπει να αποκομίζουν την εντύπωση ότι τα αστυνομικά όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν δρουν με στόχο το κοινό καλό, αλλά για την εξυπηρέτηση ίδιων συμφερόντων. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε πως η συγκεκριμένη δράση του συνδικάτου εντός των χώρων των αστυνομικών τμημάτων δεν μπορούσε να γίνει ανεκτή, καθώς θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση στους πολίτες ότι όποιος έβαζε την υπογραφή του στη σχετική λίστα, ενδεχομένως θα ετύγχανε ευνοϊκότερης μεταχείρισης στο μέλλον από τις αστυνομικές αρχές και θα μπορούσε να διεκπεραιώνει ταχύτερα και επιτυχέστερα τις υποθέσεις του. Από την άλλη πλευρά η απόφαση επισημαίνει ότι η πλέον πρόσφορη λύση θα ήταν η απλή μετατόπιση της δράσης του συνδικαλιστικού σωματείου εκτός των χώρων των αστυνομικών τμημάτων, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη ενέργεια απευθυνόταν στη κοινωνία και όχι στους συναδέλφους των αστυνομικών. Κατ’ αυτό τον τρόπο, σύμφωνα πάντα με το Δικαστήριο, αφενός αποφεύγεται η διατάραξη της εμπιστοσύνης των πολιτών στην αμερόληπτη άσκηση των αστυνομικών καθηκόντων και αφετέρου δεν περιορίζεται σημαντικά η συνδικαλιστική ελευθερία. Επομένως, κρίσιμο ζήτημα συνιστά για το Δικαστήριο το να μη δίδεται η εντύπωση στους πολίτες ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους οι αστυνομικοί δεν δρουν επί τη βάσει της αρχής της αμεροληψίας και της ουδετερότητας. Ωστόσο, εκτός του χώρου εργασίας μπορούν να αναλαμβάνουν δράσεις που έχουν ως στόχο την προάσπιση και την προώθηση των επαγγελματικών τους συμφερόντων.

Από την πιο πάνω θεμελιώδη θέση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου συνάγεται σαφώς ότι οι αστυνομικοί δύνανται να ασκούν δραστηριότητες για την προώθηση και τη διεκδίκηση κλαδικών τους αιτημάτων εκτός του χώρου εργασίας και όχι εν ώρα υπηρεσίας. Όπως στην αναφερθείσα υπόθεση έτσι και στην περίπτωση της ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης μόνο για την προβολή και τη διεκδίκηση των επαγγελματικών-κοινωνικών αιτημάτων των αστυνομικών διασφαλίζεται και η μείζων εν λόγω απαίτηση περί προστασίας της αρχής της ουδετερότητας και αμεροληψίας. Και τούτο διότι ουδείς κίνδυνος υφίσταται να παρανοηθεί ο ρόλος των αστυνομικών από το κοινό για δύο βασικούς λόγους: α) οι αστυνομικοί ναι μεν ενεργούν για ίδια επαγγελματικά και οικονομικά συμφέροντα, αλλά εκτός υπηρεσίας και β) η συγκεκριμένη ενέργειά τους δεν έχει κανένα πολιτικό χαρακτήρα ώστε να μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση της υποχρέωσης πολιτικής ουδετερότητας.

Με τον τρόπο αυτό αφενός δεν περιορίζεται σημαντικά η συνδικαλιστική ελευθερία των αστυνομικών, οι οποίοι επιτυγχάνουν την αποστολή του μηνύματος προς τους κυβερνώντες και αφετέρου αποφεύγεται η διατάραξη της εμπιστοσύνης των πολιτών στην αμερόληπτη άσκηση των αστυνομικών καθηκόντων, καθώς και η δημιουργία εσφαλμένης εικόνας για τα σώματα ασφαλείας. Επομένως, ένας περιορισμός της ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης, εφόσον δεν παραβιάζεται η υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας από την πλευρά των αστυνομικών υπαλλήλων, παρίσταται ως μη αναγκαίος και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

Εξάλλου, πέραν των ήδη αναφερθέντων πιο πάνω χαρακτηριστικών και σημειολογικών στοιχείων της στολής, η τελευταία, πέραν της κοινωνικής93, επιτελεί εξ αντικειμένου και μια αδιαμφισβήτητη προσωπική λειτουργία, καθόσον στιγματίζει σε πολλά σημεία την προσωπική ζωή αυτού που παρέχει τις υπηρεσίες του προς το κράτος ένστολος. Και τούτο διότι η στολή πέραν του συμβολισμού, που ήδη αναφέρθηκε, έρχεται εκ των πραγμάτων να αποκαλύψει και να τονίσει το ποιος και, ιδίως, το τι είναι αυτός που την φορά. Σε κάθε δε περίπτωση, τέλος, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η σημειολογική και συμβολική διάσταση κάθε στολής θα πρέπει να κρίνεται κατά τον κρίσιμο χρόνο που γίνεται χρήση της και αφού ληφθούν υπόψη όλες οι συντρέχουσες περιστάσεις94.

Γίνεται γενικώς δεκτό ότι ο συνταγματικός νομοθέτης έρχεται να διασφαλίσει και να εγγυηθεί όχι μόνο το «εάν» και το «πότε», αλλά και το «πως» θα ασκηθεί κάθε φορά ένα θεμελιώδες δικαίωμα95. Έτσι, στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ανήκει αναπόσπαστα και η ελευθερία επιλογής και καθορισμού του χρόνου, του τόπου, αλλά και του τρόπου διεξαγωγής μιας συγκεκριμένης συνάθροισης. Πολύ εύστοχα δε σημειώνεται ότι, όπως και σε άλλα δικαιώματα, η τροπική διάσταση της ελευθερίας του συνέρχεσθαι, δηλαδή ο, υπό την ευρεία έννοια, τρόπος άσκησης της συγκεκριμένης ελευθερίας αναδεικνύεται σε καθοριστικό στοιχείο της προστασίας της. Εξάλλου, εάν κάποιος θελήσει να διαχωρίσει το «εάν» από το «πως» και να αποκλείσει τον τρόπο άσκησης από το προστατευτικό πεδίο του εκάστοτε δικαιώματος, τότε το δικαίωμα αυτό θα κατέληγε ουσιαστικά να είναι κενό περιεχομένου και απλώς θα περιέπιπτε στη γενική ελευθερία δράσης (allgemeine Handlungsfreiheit)96. Με άλλα λόγια, σε ό,τι αφορά το δικαίωμα συνάθροισης θα χανόταν εξ αντικειμένου η ιδιαίτερη σημασία και αξία του, καθώς και οι ιδιαίτερες πτυχές που εμφανίζει, έναντι της γενικής ελευθερίας δράσης97. Η ιστορική, η τελολογική και η συστηματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 11 του Συντάγματος, καταδεικνύει ότι η ελευθερία του συνέρχεσθαι προστατεύει και περιλαμβάνει και όλες εκείνες τις ιδιαιτερότητες με τις οποίες πρόκειται να διοργανωθεί, να εκδηλωθεί και να πραγματοποιηθεί στο σύνολό της μια συνάθροιση. Οι ιδιαιτερότητες μάλιστα αυτές μπορεί να είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις πολύ χρήσιμες ή και απολύτως αναγκαίες για την επιτυχία της. Το δικαίωμα συνάθροισης, εκτός άλλων, συνιστά χωρίς αμφιβολία και ένα ειδικό «επικοινωνιακό» δικαίωμα που επιδρά ψυχολογικά όχι μόνο στους συμμετέχοντες, αλλά και σε άλλους που δεν συμμετέχουν98. Έτσι, οι διοργανωτές μιας συγκέντρωσης ή πορείας και οι όσοι παίρνουν μέρος σε αυτές θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να επιλέξουν όχι μόνο τον τόπο και τον χρόνο, αλλά εξ ίσου και τα ειδικά «σκηνικά» στοιχεία, την ενδεχόμενη ηχητική «συνοδεία», καθώς και τη μορφή με την οποία θα εμφανισθούν, με σκοπό να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του κοινού. Συνεπώς, προκειμένου το δικαίωμα συνάθροισης να μπορεί να επιτυγχάνει τον σκοπό για τον οποίο έχει προορισθεί, στον πυρήνα του θα πρέπει να θεωρείται ότι ανήκουν και τα «εντυπωσιακά στοιχεία» της διοργάνωσης μιας συγκέντρωσης ή διαδήλωσης99, δηλαδή αυτά που στοχεύουν την προσέλκυση του ενδιαφέροντος του κοινού. Όπως δε γίνεται γενικώς δεκτό στη θεωρία, στα στοιχεία αυτά αδιαμφισβήτητα θα πρέπει να θεωρείται ότι ανήκουν η συνολική παρουσία και η κοινή ακόμη ενδυματολογική εμφάνιση των συμμετεχόντων, στο βαθμό που μια τέτοια κοινή αμφίεση δεν συνιστά σύμβολο και διεγερτικό βίας, αλλά απλώς επιδιώκει να υπογραμμίσει την εσωτερική συνοχή και τον ψυχολογικό σύνδεσμο μεταξύ των συμμετεχόντων και την συναντίληψή τους σε σχέση με τον σκοπό της συνάθροισης100. Σ’ αυτή την κατηγορία κοινής αμφίεσης θεωρείται ότι θα πρέπει να ανήκει και η επαγγελματική (υπηρεσιακή) στολή κρατικών υπαλλήλων (λ.χ. αστυνομικών, πυροσβεστών κ.ά.), ιδίως όταν οι ένστολοι αυτοί υπάλληλοι συναθροίζονται με αποκλειστικό σκοπό την προβολή και τη διεκδίκηση κλαδικών αιτημάτων τους101.

Θα πρέπει περαιτέρω να επισημανθεί ότι τα πιο πάνω στοιχεία που αφορούν στην τροπική εκδήλωση του δικαιώματος συνάθροισης επιτελούν ακόμη σημαντικότερο ρόλο στην περίπτωση των αστυνομικών υπαλλήλων, ενόψει του ότι οι τελευταίοι στερούνται ρητώς, κατά το Σύνταγμα, αφενός του δικαιώματος εκδήλωσης και έκφρασης των κομματικών τους πεποιθήσεων (άρθρο 29 § 3) και αφετέρου, του θεμελιώδους δικαιώματος της απεργίας (άρθρο 23 § 2). Όπως δε γίνεται γενικώς δεκτό οι περιορισμοί στην ελευθερία έκφρασης των υπαλλήλων των σωμάτων ασφαλείας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 29 § 3 του Συντάγματος, στο βαθμό που εισάγουν εξαίρεση από τις γενικές αρχές που καθιερώνονται από τα άρθρα 14 § 1 και 29 § 1 του Συντάγματος πρέπει να ερμηνεύονται στενά102, δηλαδή να εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες ρητώς και σαφώς αναφέρονται, καθόσον δεν νοείται διασταλτική ερμηνεία των περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πάγια θέση θεωρίας και νομολογίας, οι περιορισμοί τους οποίους προβλέπει εκάστοτε το Σύνταγμα, ισχύουν μόνο για τα δικαιώματα για τα οποία προβλέπονται και δεν μπορούν να «μεταβιβασθούν» και να εφαρμοσθούν σε άλλα με τη μέθοδο της αναλογίας103.

  1. Συμπερασματικές διαπιστώσεις

Με βάση τα όσα εκτέθηκαν συνάγεται καταρχάς ότι δεν υφίσταται ειδική νομοθετική ρύθμιση που να απαγορεύει ρητώς και να ανάγει σε πειθαρχικό παράπτωμα τη συμμετοχή του αστυνομικού προσωπικού σε δημόσιες συναθροίσεις με στολή όταν οι συναθροίσεις αυτές έχουν σκοπό την προβολή κλαδικών αιτημάτων.

Περαιτέρω, προκύπτει επίσης ότι η διοργάνωση ή η συμμετοχή σε δημόσιες συναθροίσεις του αστυνομικού προσωπικού με στολή εντάσσεται και ανήκει στον σκληρό πυρήνα του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, εφόσον οι συναθροίσεις αυτές έχουν ως στόχο την προβολή και τη διεκδίκηση επαγγελματικών και κοινωνικών αιτημάτων. Επομένως, μια ενδεχόμενη ρητή νομοθετική ρύθμιση που θα απαγόρευε στους αστυνομικούς υπαλλήλους να διοργανώνουν τέτοιου είδους συναθροίσεις ή να συμμετέχουν σε αυτές θα παρίστατο ως μη αναγκαία και θα υπερακόντιζε τον επιδιωκόμενο σκοπό της πολιτικής-κομματικής ουδετερότητας. Υπό την έννοια αυτή ο περιορισμός ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης δεν θα συνιστούσε απλό διαδικαστικό περιορισμό104, δηλαδή περιορισμό που αφορά στη διαδικασία μόνο άσκησης του δικαιώματος, αλλά ουσιαστικό περιορισμό που θα παραβίαζε τον πυρήνα του.

Αναμφίβολα η άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης θέτει μείζονα και δυσχερή νομικά προβλήματα. Η επιτυχής διαχείριση των προβλημάτων αυτών δεν αποτελεί μόνο τη λυδία λίθο105 για τη δημοκρατία, αλλά και μέτρο ποιοτικής λειτουργίας της. Αν όμως η προκρινόμενη λύση είναι η εισαγωγή, ολοένα και πιο αυστηρών περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος, κατά παράβαση της αρχής nulla restrictio sine lege constitutionale certa, τότε είναι βέβαιο ότι οι περιορισμοί αυτοί μεταστατικά θα επεκταθούν και θα συρρικνώσουν επικίνδυνα και τον ίδιο τον πυρήνα του.

 

1 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, 4η έκδ., 2012, σελ. 837, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 3η έκδ., 2006, σελ. 479. Για την ταυτόχρονη κατοχύρωσή τους στα άρθρα 10 και 11 αντίστοιχα του Συντάγματος του 1864, βλ. Α. Δημητρόπουλος, Συνταγματικά δικαιώματα, τόμ. Γ’, τεύχ. Ι-ΙΙΙ, 2η έκδ., 2008, σελ. 16, Γ. Μπακόπουλος, Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι στο ελληνικό, γαλ­λικό και αγγλικό δημόσιο δίκαιο, 1995, σελ. 71.

2 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 698 επ., Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π, σελ. 479.

3 . Βλ. σχετ. Π. Τσίρης, Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της συνάθροισης, 1988, σελ. 99 και 123.

4 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 698.

5 Βλ. σχετ. C.-A. Colliard, Libertés publiques, 8η έκδ., 2005, σελ. 500 επ.

6 S. Pötters/C. Werkmeister, Neue Problemkreise des Versammlungsrechts: Konturierung des Schutz­be­reichs des Art. 8 Abs. 1 GG, ZJS 2011, σελ. 228.

7 Βλ. Ν.Σ.Κ. Γνωμ. 29/2013 Ολ. που έγινε δεκτή με την υπ’ αριθ. 1029/8/12-β/7-4-2013 πράξη του Υ­πουρ­­­γού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Η γνωμοδότηση αυτή που σχολιάζεται κατωτέρω προκλήθηκε κυρίως από τις ένστολες συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας των αστυνομικών κατά την περίοδο του Σεπτεμβρίου του 2012 και ζητήθηκε με το υπ’ αριθ. 1029/8/12/22-9-2012 έγγραφο του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη.

8 Άρθρο 34 § 1 ν. 1481/1984. Βλ. εκτενέστερα Ζ. Παπαϊωάννου, Αστυνομικό Δίκαιο: Η λειτουργική αρ­μο­δι­ό­­τητα του αστυνομικού προσωπικού της ελληνικής αστυνομίας. Έννοια, περιεχόμενο όρια, 2η έκδ., 2006, σελ. 144 επ.

9 Π.Δ. 538/1989.

10 . Φ.Ε.Κ. Β 1426/16-7-2009. Βλ. σχετ. Ζ. Παπαϊωάννου, Αστυνομικό Δίκαιο, όπ.π., σελ. 145 επ.

 

11 . Βλ. σχετ. Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, τόμ. Α’, 2η έκδ., 2004, σελ. 960.

12 ΣτΕ 926/1995, ΕλλΔνη 1996, σελ. 782, ΣτΕ 2858/2003 Ολ., ΤοΣ 2003, σελ. 1191.

13 ΣτΕ 1444/1991 Ολ., ΕΔΔΔ 1991, σελ. 377

14 Βλ. σχετ. Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, τόμ. Α’, όπ.π., σελ. 960, Κ. Χρυσό­γο­νος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 8 και 83.

15 Βλ. άρθρο 30Α ν. 1264/1982 όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 18 § 1 Ν. 3938/2011 (ΦΕΚ Α’ 61/31.3.2011).

16 Ν.Σ.Κ. Γνωμ. 29/2013 Ολ.

17 Πρβλ. άρθρο 5 της γαλλικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Η αρχή αυτή συνάγεται ότι καθιερώνεται στο ελληνικό δίκαιο από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 § 1, 50 και 87 § 2 του Συντάγματος. Βλ. σχετ. A. Μάνεσης, ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙ­Ω­ΜΑΤΑ, τόμ. Α’, ατομικές ελευθερίες, Πανεπιστημιακές παραδόσεις, 4η έκδ., 1982, σελ. 75. Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 7.

18 ΣτΕ 4665/1988, ΤοΣ 1989, σελ. 305, ΣτΕ 3073/1992, Εφαρμ. 1993, 393. Βλ. σχετ. Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π, σελ. 7.

19 Βλ. σχετ. Φ. Σπυρόπουλος, In dubio pro libertate, σε: www.constitutionalism.gr, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π. σελ. 7.

20 «1. Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συν­έρχονται ή­συ­χα και χωρίς όπλα. 2. Μόνο στις δημόσιες συναθροίσεις στην ύπαι­θρο μπορεί να πα­ρί­σταται η αστυνομία. Οι συναθροίσεις στην ύπαιθρο μπορούν να απαγορευθούν με αιτι­ολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή δια­τά­ραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, ως νόμος ορίζει».

21 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 701, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 480.

22 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 708.

23 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 698.

24 ΕυρΕπιτροπήΔΑ απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1979, Rassemblement Jurassien κατά Ελβετίας, αριθ. προ­σφυγής 819/78, Décisions et rapports 17, σελ. 105, παρ. 3. Βλ. και απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1976, Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. προσφυγής 5493/72, σειρά Α, παρ. 50. Βλ. σχετ. Th. Marauhn, σε: D. Ehlers (Hrsg.), Europäische Grundrechte und Grundfreiheiten, 3η έκδ., 2009, σελ. 139.

25 Βλ. σχετ. Th. Marauhn, όπ.π., σελ. 113.

26 Η. Καστανάς, Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, σε: Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Ερμηνεία κατ’ άρθρο (Δ/νση έκδ. Λ. Σισιλιάνος), 2013, σελ. 434, Th. Marauhn, όπ.π., σελ. 113 με παραπομπή στη σχετική νομολογία.

27 Στις δύο υφιστάμενες προστέθηκε τρίτη παράγραφος που ισχύει από 1ης Ιουνίου 2013.

28 Όπως τροποποιη­μέ­νος ισχύει σήμερα (τελευταία τροποποίηση στις 31 Ιουλίου 2013).

29 BVerfG 69, 315.

30 Βλ. σχετ. D. Walz/K. Eichen/S. Sohm, Soldatengesetz-Kommentar, 2010, σελ. 307.

31 Βλ. M. Bäuerle, Polizei und Verwaltungsrecht, σελ. 6, μελέτη δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα: http://www.uni-giessen.de/~g11003/versr.pdf. Το Δικαστήριο, με ιδιαίτερη ανα­φο­ρά στο αγγλοσαξωνικό νομικό σύστημα, τονίζει με έμφαση ότι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι συνιστά ήδη προ πολλού έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας και, κατά συνέπεια, γίνεται αντιληπτό ως δικαίωμα που συμβάλλει στην ενεργό συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατική ζωή. Βλ. σχετ. M. Quilisch, Die demokratische Versammlung, 1970, σελ. 36 επ., U. Schwäble, Das Grundrecht der Versammlungsfrei­heit, 1975, σελ. 17 επ.

32 Με παραπομπή σε: BVerfGE 7, 198 [208]; 12, 113 [125]; 20, 56 [97]; 42, 163 [169].

33 Urteil zur Parteienfinanzierung, BVerfGE 20, 56 [98 f.].

34 Βλ. D. Blumenwitz, Versammlungsfreiheit und polizeiliche Gefahrenabwehr bei Demonstrationen, σε: Festschrift für Samper, 1982, σελ. 132.

35 Γνωστή ως απόφαση «Spiegel» της 5ης Αυγούστου 1966 (BverfG 20, 162 [178]).

36 Τh. Blanke/D. Sterzel, Inhalt und Schranken der Demonstrationsfreiheit des Grundgesetzes, Vorgänge, 1983, σελ. 69 και τις εκεί παραπομπές.

37 Βλ. σχετ. C.-A. Colliard, Libertés publiques, όπ.π., σελ. 500 επ.

38 M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht – Am Beispiel von Skinheadaufmarsch und Schwarzem Block, 2010, σελ. 78 με παραπομπή σε M. Quilisch, Die demokratische Versammlung: Zur Rechtsnatur der Ordnungsgewalt des Leiters öffentlicher Versammlungen. Zugleich ein Beitrag zu einer Theorie der Versammlungsfreiheit, 1970, σελ. 42. Κατά την άποψη πάντως του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου το δικαίωμα συνάθροισης ανήκει μεν στην κατηγορία των συνταγματικών ελευθεριών, αλλά δεν διαθέτει αυτονομία, καθόσον αποτελεί μια όψη της ελευθερίας της έκφρασης (CC Décision n° 94-352 DC du 18 janvier 1995). Βλ. σχετ. C.-A. Colliard, Libertés publiques, όπ.π., σελ. 500, P. Wachsmann, Libertés publiques, 5η έκδ., 2005, σελ. 583.

39 Γ. Κ. Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, Το Σύνταγμα της 11ης Ιουνίου 1975 και οι νεώτερες διεθνείς εξελίξεις, 1979, σελ. 88 επ.

40 Γ. Μπακόπουλος, Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι στο ελληνικό, γαλλικό και αγγλικό δημόσιο δίκαιο, όπ.π., σελ. 52, Π. Τσίρης, Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της συνάθροισης, όπ.π., σελ. 113 επ. με περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία και νομολογία.

41 Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 169 επ.

42 ΣτΕ 573/2005, 3356/2004, 1981/1986, 1013/1986, 780/1981.

43 Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 170 και 174.

44 Βλ. σχετ. Φ. Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ: Θεμελιώδη δικαιώματα, Γενικό Μέρος, 2012, σελ. 70. 64. Βλ. και Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 171.

45 Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 171 και ΔΕφΑθ 311/1980, ΤοΣ 1980, σελ. 234 επ.

46 Βλ. Φ. Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ, όπ.π., σελ. 64.

47 ΣτΕ 780/1981, 2209/1977, ΤοΣ 1977, σελ. 636, ΔΕφΑθ 311/1980, όπ.π., Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 172, Α. Σβώλος/Γ. Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, τόμ. Α’, 1954, σελ. 95, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π. σελ. 95.

48 ΣτΕ 3634/1978 Ολ., ΤοΣ 1979, σελ. 113. Βλ. σχετ. Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 172.

49 Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π, σελ. 86.

50 Άρθρα 17 § 1, 106 § 1 εδ. α’ του Συντάγματος.

51 Άρθρο 24 § 1 εδ ε’ του Συντάγματος.

52 Άρθρα 4 § 3 εδ. β’ και 28 § 2 εδ. α’ και § 3 του Συντάγματος.

53 Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π, σελ. 87.

54 Βλ. σχετ. Ch. Grabenwarter, Europäische Menschenrechtskonvention, 4η έκδοση, 2009 , σελ. 302 επ.

55 F. Arndt/A. Schubert, Art. 11 EMRK, σε: U. Karpenstein/F.-C. Mayer, EMRK – Konvention zum Schutz der Menschenrechte und Grundfreiheiten, Kommentar, 2012, σελ. 302 και την παρατιθέμενη νομολογία.

56 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 20ης Ιανουαρίου 1987, Council of Civil Service Unions, αρ. προσφυγής 11603/1985, DR 50, sel. 228 (241). Βλ. σχετ. F. Arndt/A. Schubert, Art. 11 EMRK, όπ.π., σελ. 302, Th. Marauhn, όπ.π., σελ. 142.

57 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 20ης Μαϊου 1999, Rekvényi κατά Ουγγαρίας, αρ. προσφυγής 25390/1994, παρ. 59. Βλ. σχετ. Η. Καστανάς, Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, όπ.π., σελ. 455, N.-L. Arold, The Legal Culture of the European Court of Human Rights, 2007, σελ. 204.

58 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 20ης Μαϊου 1999, Rekvényi, όπ.π.

59 Βλ. σχετ. N.-L. Arold, The Legal Culture of the European Court of Human Rights, όπ.π., σελ. 204.

60 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 10ης Απριλίου 2012, Strzelecki κατά Πολωνίας, αρ. προσφυγής 26648/03, παρ. 44-58.

61 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2008, Demir & Baykara κατά Τουρκίας, αρ. προσφυγής 34503/1997, F. Arndt/A. Schubert, Art. 11 EMRK, όπ.π., σελ. 304.

62 Βλ. F. Arndt/A. Schubert, Art. 11 EMRK, όπ.π., σελ. 304 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

63 Η. Καστανάς, Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, όπ.π., σελ. 464.

64 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 20ης Οκτωβρίου 2005, United Macedonian Organisation Ilinden, αριθ. προσφυγής 59489/2000. Βλ. εκτενέστερα Η. Καστανάς, Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, όπ.π., σελ. 436.

65 L. Rauer, Rechtliche Maßnahmen gegen rechtsextremistische Versammlungen, 2010, σελ. 132.

66 A. Linke/M. Nussbaumer/P.-R. Portman, Linguistik, 1991, σελ. 19, 22 επ. και 27.

67 R. –R. Johnson, The psychological influence of the police uniform, μελέτη δημοσιευμένη στις 4-3-2005 στην ιστοσελίδα: http://www.policeone.com/police-products/apparel/undergear/articles/99417-The-psychological-influence-of-the-police-uniform.

68 N. Joseph/N. Alex, The Uniform: A Sociological Perspective, American Journal of Sociology 1972, σελ. 719 και 723.

69 BVerwG 2 C 3.05 απόφαση της 2-3-2006.

70 Βλ. σχετ. A. Carroll, Constitutional and Administrative Law, 5η έκδ., 2009, σελ. 519, M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht, όπ.π., σελ. 33 επ., 136, C.-A. Colliard, Libertés publiques, όπ.π., σελ. 500 επ. , P. Wachsmann, Libertés publiques, όπ.π., σελ. 580 επ., K. Hoerni, Das Versammlungsrecht in der Schweiz, 1938, σελ. 16 επ., Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 706.

71 Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 706 επ.

72 VG Wiesbaden, Beschl. v. 17.11.03 – 8 G 2745/03 (V), NJW 2004, σελ. 635.

73 BVerwGE 76, 30.

74 BVerfG; Beschluss vom 7. 4. 1981; BVerfGE 57,29.

75 Όπως ισχύει μετά την τελευταία πρόσφατη τροποποίησή του στις 11 Ιουνίου 2013.

76 S.-E. Wecker, Verbot des Tragens der Uniform bei Demonstrationen außerhalb des Dienstes?, Polizeispiegel, 2004, σελ. 16.

77 Άρθρο 9 § 3 του Θεμελιώδους Νόμου, ο οποίος με το άρθρο 9 κατοχυρώνει από κοινού το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και τη συνδικαλιστική ελευθερία.

78 Βλ. σχετ. Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, τόμ. Α’, όπ.π., σελ. 548, Δ. Κόρσος, Διοικητικό δίκαιο, Γενικό μέρος, 4η έκδ., 2013, σελ. 181 επ.,

79 Π. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, 5η έκδ., 2004, σελ. 24.

80 Η στάθμιση αυτή καθιστά επίκαιρη και πάλι τη συζήτηση γύρω από την αποφα­σιοκρατική αντίληψη του Carl Schmidt, σύμφωνα με την οποία το κράτος δεν είναι και δεν μπορεί τελικά να είναι απλώς ουδέτερος παρατηρητής και διαιτητής, αλλά η ουσία της ύπαρξής του έγκειται, ιδίως στο γεγονός, ότι οφείλει να λαμβάνει τις πολιτικές αποφάσεις. Βλ. σχετ. M. Fehling, Verwaltung zwischen Unparteilichkeit und Gestaltungsaufgabe, 2001, σελ. 1, υποσημ. 4.

81 Άρθο 82 § 1 του Συντάγματος.

82 Εκλογοδικείο 19/1964. Για την παραπομπή βλ. Α. Ράικος, Δικονομικόν εκλογικόν δίκαιον 192, σελ. 323, Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, όπ.π., σελ. 548. Βλ. και Π. Δαγτόγλου, Γενικό δι­οι­κητικό δίκαιο, όπ.π., σελ. 24.

83 Βλ. Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, όπ.π., σελ. 548 με εκτενείς παραπομπές στη σχετική νομολογία.

84 Βλ. σχετ. Ι. Μαθιουδάκης, Η αρχή της αμεροληψίας της διοίκησης, 2008, σελ. 34. Βλ. και V. Kondylis, Le principe de neutralité dans la fonction publique, 1994, σελ. 9. Έχει υποστηριχθεί ωστόσο ότι υπάρχει απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ των εννοιών της αμεροληψίας και της ουδετερότητας. Και τούτο διότι ενώ η ουδετερότητα καθορίζεται ως μη παρέμβαση του κράτους σε ορισμένη διαφορά, η αμεροληψία αναφέρεται στην υποχρέωση αντικειμενικότητας και δικαιοσύνης στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς (P. Dagtoglou, Befangenheit und Funktionenhäufung in der Verwaltung, σε: Festgabe für E. Forsthoff zum 65 Geburtstag, 1967, σελ. 67). Βλ. και P. Kirchhoff, Die Bedeutung der Unbefangenheit für die Verwaltungsentscheidung, σε: VerwArch 1975, σελ. 370 επ., Ph. Kunig, Das Rechtsstaatsprinzip, 1986, σελ. 217.

85 Π. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, 5η εκδ., 2004, σελ. 221, Δ. Κόρσος, Διοικητικό δίκαιο, όπ.π., σελ. 183. Μ. Στασινόπουλος, ΥπΚ, Ερμηνεία κατ’ άρθρον, 1951, σελ. 154, Π. Παπαδάκης, Ο περιορισμός της κομματικής ουδετερότητας των υπαλλήλων του κράτους και των ν.π.δ.δ., ΔιοικΔ, 1992, σελ. 506 επ.

86 Δ. Κόρσος, Υπάρχει εκ του Συντάγματος πλαίσιο ελευθερίας των δημοσίων διοι­κη­τικών υπαλλήλων προς εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών κομμάτων; ΤοΣ 1987, σελ. 235, Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 436.

87 Δ. Κόρσος, Διοικητικό δίκαιο, Γενικό μέρος, όπ.π., σελ. 181 επ.

88 Πρακτικά Βουλής, Περίοδος Ι’, Σύνοδος Α’, 2001, 5187 (Ε. Βενιζέλος). Βλ. σχετ. Κ. Χρυσό­γο­νος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 303.

89 Π. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, όπ.π., σελ. 23 και 221 επ.

90 Hessischer VGH, Beschluss vom 31 August 2011, Az. 1 B 1413/11.

91 BVerfG, Beschluss vom 6. Februar 2007 – 1 BvR 978/05 -Juris-Umdruck Rn. 28.

92 Άρθρο 9 § 3 του Θεμελιώδους Νόμου.

93 L. Rauer, Rechtliche Maßnahmen gegen rechtsextremistische Versammlungen, σελ. 130.

94 L. Rauer, Rechtliche Maßnahmen gegen rechtsextremistische Versammlungen, σελ. 131.

95 Βλ. σχετ. Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 708 επ., Α. Δημη­τρό­πουλος, Συνταγματικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 152 επ.

96 T.-M. Spranger, Uniformverbot und Versammlungsfreiheit, Der Öffentliche Dienst (DÖD) 1999, σελ. 58 επ.

97 M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht – Am Beispiel von Skinheadaufmarsch und Schwarzem Block, όπ.π., σελ. 126.

98 J. Rösing, Kleidung als Gefahr?, 2004, σελ. 117, M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht, όπ.π., σελ. 127, Δ. Καλτσώνης, Πολιτικοί και κοινωνικοί περιορισμοί του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, Ουτοπία, τεύχ. 75, Μάιος-Ιούνιος 2007, σελ. 53 με περαιτέρω παραπομπές.

99 J. Rösing, Kleidung als Gefahr?, όπ.π., σελ. 117, M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht, όπ.π., σελ. 127.

100 Ch. Gusy, Art. 8 GG, σε: Ch. Starck, Kommentar zum Grundgesetz, τόμ. Ι, 6η έκδ. , 2010, σελ. 832 επ.

101 Βλ. H.-J. Blanke, Art. 8 GG, σε: K. Stern/F. Becker, Grundrechte-Kommentar, 2010, σελ. 819 επ., Ch. Gusy, Art. 8 GG, όπ.π., σελ. 832 επ., P. Kunig, σε: I. Von Münch/P. Kunig (Hrsg.), art. 8, Grundgesetz Kommentar, τόμ. I, 6η έκδ., 2012, αριθ. 35. Η γερμανική μάλιστα θεωρία στέκεται ιδιαίτερα επικριτικά απέναντι στη ρύθμιση του άρθρου 3 § 1 του νόμου περί συναθροίσεων που απαγορεύει τις δημόσιες συναθροίσεις με στολή, με εξαρτήματα στολής ή κοινής εν γένει εμφάνισης ως μέσου έκφρασης κοινών πολιτικών πε­ποι­θήσεων. Για τη ratio της ρύθμισης και την όλη σχετική προβληματική βλ. αντί άλλων M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht, όπ.π., σελ. 33 επ.

102 Βλ. σχετ. Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 155, Κ. Χρυσό­γο­νος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 302.

103 ΣτΕ 1444/1991, Ολ. ΤοΣ 1991, σελ. 381, με σχόλια Δ. Γρατσία, Θ. Αραβάνη, Θ. Παναγόπουλου. Βλ. σχετ. Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ 155.

104 Για τη διάκριση μεταξύ ουσιαστικών και διαδικαστικών περιορισμών βλ. Α. Δημητρόπουλος, Συνταγ­μα­τικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 193 επ.

105 S. Pötters/C. Werkmeister, Neue Problemkreise des Versammlungsrechts, όπ.π., σελ. 228.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

four × two =