Αξιοκρατία προσώπων και επίδοση υπηρεσιών. Συνδέοντας τις ατομικές ικανότητες με τα οργανωσιακά αποτελέσματα

Θεόδωρος Ν. Τσέκος, Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης και Διευθυντής του Εργαστηρίου Μελέτης Θεσμών Διακυβέρνησης και Οικονομικής Ολοκλήρωσης του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Πελοποννήσου

Απόστολος Ι. Παπατόλιας,

Η αξιοκρατία ως αρχή & ως δικαίωμα,

Εκδόσεις Παπαζήση, 2019, σελ. 426

 

Στον Peter Drucker, εκ των «γκουρού» του Μάνατζμεντ, αποδίδεται η ρήση: «Οι οργανώσεις είναι μικρές κοινωνίες. Είναι, σε τελική ανάλυση, οι άνθρωποι που τις στελεχώνουν» . Στην φράση αυτή συμπυκνώνεται η κεφαλαιώδης σχέση μεταξύ ενός οργανωσιακού συνόλου και των φυσικών προσώπων που το απαρτίζουν.  Μια οποιαδήποτε οργάνωση, δημόσια ή ιδιωτική,  κάθε παραγωγικό σύνολο που θέτει στόχους και επιδιώκει την επίτευξή τους,  συγκροτείται από κανόνες, διαδικασίες, υποδομές και φυσικά πρόσωπα. Και είναι ακριβώς τα φυσικά πρόσωπα που καθιστούν τον κάθε οργανισμό ζώντα και δρώντα. Κανόνες, διαδικασίες και υποδομές χωρίς την ανθρώπινη βούληση και κρίση, χωρίς  τις επιλογές και την ενέργεια του έμψυχου δυναμικού, παραμένουν ύλη αδρανής. Είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα που ενεργοποιεί τις λοιπές οργανωσιακές συνιστώσες. Και είναι η ανθρώπινη ικανότητα, η αξιοσύνη του στελεχιακού δυναμικού, που, υπό προϋποθέσεις,  διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του οργανισμού.

Η αξιοκρατία λοιπόν, είναι ακριβώς το στοιχείο που συνδέει το πρόσωπο με το σύνολο. Η προτίμηση προς ένα πρόσωπο και η προώθηση του έναντι άλλων, δηλαδή η επιλογή του και η προαγωγή του με βάση την προσωπική του αξία -για να αναφερθούμε σε δυο μόνο κρίσιμες λειτουργίες της διοίκησης του ανθρώπινου δυναμικού –  είναι στοιχεία που επηρεάζουν και τον οργανισμό συνολικά και τα στελέχη του ατομικά.

Ως προς τα στελέχη, η αξιοκρατία συνιστά πλαίσιο υποκίνησης και βελτιστοποίησης της εργασιακής προσπάθειας και απόδοσης. Το περί δικαίου αίσθημα , όπως έχει δείξει κυρίως ο Αμερικανός οργανωσιακός ψυχολόγος Stacey Adams με το υπόδειγμά του της Θεωρίας της Δικαιοσύνης  (Equity Theory), παίζει κεντρικό ρόλο στην συμπεριφορά των εργαζομένων. Η συγκριτική στάθμιση της σχέσης προσπάθεια – επιβράβευση (δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του αν η προσπάθεια που καταβάλει ένας εργαζόμενος αναγνωρίζεται και ανταμείβεται κατ’ αξίαν, ήτοι με τρόπο αναλογικό προς εκείνον που ακολουθείται  για τους λοιπούς συναδέλφους του) γεννά συναισθήματα δίκαιης ή άδικης αντιμετώπισης που, με την σειρά τους, ενισχύουν ή αποθαρρύνουν την περαιτέρω εργασιακή προσπάθεια.  Ο προαναφερθείς Peter Drucker άλλωστε έγραψε αλλού πως «Τα μείζονος σημασίας κίνητρα για την αποτελεσματικότητα και την παραγωγικότητα είναι περισσότερο  κοινωνικά και ηθικά παρά οικονομικά» .

Ως προς τον οργανισμό ως σύνολο, η αξιοκρατική επιλογή στελεχών, δηλαδή η τοποθέτηση των κατάλληλων ανθρώπων στις κατάλληλες θέσεις με βάση τις ικανότητές τους, μπορεί –σε συνδυασμό και με άλλες οργανωσιακές προϋποθέσεις- να βελτιστοποιήσει την λειτουργία του οργανισμού αυτού,  άρα να μεγιστοποιήσει την απόδοσή του.

Την πολυδιάστατη αυτή σχέση μεταξύ αξιοκρατίας και οργανωσιακής απόδοσης καθώς και την θέση της μεταξύ ατομικού και συλλογικού διερευνά, μεταξύ άλλων, στο πρόσφατο βιβλίο του ο δημοσιολόγος -Σύμβουλος του ΑΣΕΠ και τ. Νομάρχης Μαγνησίας- Απόστολος Παπατόλιας. Επιλέγοντας να προσεγγίσει το θέμα του όχι μόνο υπό την κανονιστική οπτική  αλλά μέσα από τις πολλαπλές του διαστάσεις, δίνει στο πόνημά του μια σύνθετη αρχιτεκτονική την οποία αποτυπώνει και στον υπότιτλο του βιβλίου: Θεωρητικές καταβολές, Συνταγματική θεμελίωση και Θεσμική πρακτική.

Την δικαιική προσέγγιση της αξιοκρατίας, και ειδικότερα την συνταγματική της διάσταση, πραγματεύεται ο συγγραφέας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου στα κεφάλαια 1, περί του ατομικού δικαιώματος στην αξιοκρατική μεταχείριση (σσ 181-244), και 2 περί της αξιοκρατίας ως συνταγματικής αρχής (σσ 245-287). Πριν ωστόσο επιχειρήσει την κανονιστική θεμελίωση της έννοιας θέτει, στο πρώτο μέρος,  βασικά ερωτήματα από το πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας διερευνώντας την σχέση της αξίας με την δικαιοσύνη και την ισότητα. Συζητά εδώ για παράδειγμα τις αντιλήψεις του Rawls περί ακριβοδίκαιης αντιμετώπισης των μελών  ενός κοινωνικού συνόλου με κριτήριο την συμβολή τους στο κοινό καλό  και την πρόσληψη των ατομικών ικανοτήτων ως μέρους ενός «κοινού κεφαλαίου» που τους προσδίδει αξία όχι αυτοτελώς αλλά «σε συνάρτηση με ένα σύστημα γενικά αποδεκτών κανόνων κοινωνικής συνεργασίας» (σσ 44-45). Συζητά επίσης την διάκριση του Dworkin μεταξύ «επιλογής και τύχης» ή «προσώπου και περιστάσεων» και την άποψή του περί «ελεγχόμενης αξιοκρατίας» όπου θετικά επανορθωτικά μέτρα απαιτούνται για την δίκαιη αντιμετώπιση  όσων η φύση, η κοινωνία ή η τυχαιότητα προίκισαν με λιγότερες ικανότητες ενώ αποκλείονται αντισταθμιστικές παροχές στην μειωμένη αξία που αποτελεί προϊόν προσωπικών επιλογών και υποκειμενικής ηθικής ευθύνης (σσ 50-51).

Από την οπτική της διοικητικής επιστήμης, υπό την οποία επιχειρείται η παρούσα κριτική ανάγνωση, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν  το κεφάλαιο 4 του πρώτου μέρους όπου συζητείται εκτενώς η σχέση μεταξύ αξιοκρατίας και διοικητικής αποτελεσματικότητας (σσ 137-180), όπως και τα κεφάλαια 3 και 4 του δεύτερου μέρους όπου αναλύεται η αξιοκρατία στις μεθόδους επιλογής και διαχείρισης προσωπικού –μεταξύ των οποίων και σχέση μεταξύ αξιοκρατίας και μονιμότητας- (σσ 289-356) αλλά και η «από-πολιτικοποίηση» ως στοιχείο αξιοκρατικής επιλογής στελεχών (σσ 357-390). Στις παραπάνω ενότητες, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν και στις εισαγωγικές παραγράφους του παρόντος σημειώματος, η αξιοκρατία απεκδύεται τα ατομικά της χαρακτηριστικά και γίνεται αντιληπτή  ως συντελεστής «της αποδοτικής επίτευξης ενός δεδομένου σκοπού» (σ. 137). Υπό την οπτική αυτή, σύμφωνα με τον συγγραφέα, η αξιοκρατική αρχή ως σύνθεση «ανάμεσα στην προσωπική αξία ή ικανότητα και την συστημική ή  λειτουργική ικανότητα» εμπεδώνει την Βεμπεριανή σύζευξη αποτελεσματικότητας και νομιμοποίησης (σ. 139).

Εν τέλει, το βιβλίο του Απόστολου Παπατόλια μιλώντας εκτενώς στις 425 σελίδες του για την αξιοκρατία από φιλοσοφική, κανονιστική και διοικητική οπτική  καλύπτει ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία . Θα φανεί δε χρήσιμο όχι μόνο σε όσους μελετούν την διοικητική πράξη στην χώρα μας αλλά και σε εκείνους που ευρύτερα -και πολιτικά- προβληματίζονται για την ατομική και συλλογική ηθική και την εφαρμογή τους στον δημόσιο χώρο.

Σχετικό Περιεχόμενο