[Το παρόν αποτελεί γραπτή απόδοση και προσαρμογή προφορικής εισήγησης, που έγινε στο πλαίσιο εκδήλωσης του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» με θέμα «Ανεξάρτητες αρχές και πολιτικό σύστημα. Τάσεις και εντάσεις» στην Θεσσαλονίκη στις 15.1.2026 στην αίθουσα Μανόλης Αναγνωστάκης του Δημαρχιακού Μεγάρου Θεσσαλονίκης. Στο κείμενο διατηρήθηκε το ύφος της προφορικής εισήγησης]
Στην σημερινή ομιλία μου θα αναφερθώ στα εξής θέματα:
1. Στον εν γένει θεσμό των ανεξαρτήτων διοικητικών αρχών.
2. Στο συνταγματικά κατοχυρωμένο θεμελιώδες δικαίωμα στο απόρρητο των επικοινωνιών.
3. Στην Αρχή Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών [ΑΔΑΕ] και στην αντιμετώπιση της από την Πολιτεία σε σχέση με το σκάνδαλο των υποκλοπών, όταν προέβη σε ελέγχους που οδήγησαν σε αποκαλύψεις.
Ο κύριος στόχος της ομιλίας μου δεν είναι να κάνω μια συνηθισμένη γενική θεωρητική ακαδημαϊκή παρουσίαση του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τις ανεξάρτητες αρχές γενικότερα και ειδικότερα την ΑΔΑΕ και του ρόλου της τελευταίας στην κατοχύρωση και διασφάλιση του δικαιώματος στο απόρρητο των επικοινωνιών. Αν και η νομική περιγραφή και ανάλυση είναι και αυτές απαραίτητες σε μια επιστημονική ομιλία γύρω από τα θέματα αυτά, φρονώ ότι οι συνήθεις χωρίς αιχμές, «αντισηπτικές» γενικές νομικές ομιλίες, που συχνά περιέχουν αυτό που θα ονομάζαμε ξύλινη γλώσσα ή ένα ευχολόγιο, δεν διαφωτίζουν ιδιαίτερα το ευρύτερο κοινό για την σοβαρότατη και σχεδόν υπαρξιακή κρίση του κράτους δικαίου και των θεσμών του, τις οποίες διερχόμαστε. Γι’ αυτό νομίζω ότι, στο σημείο που έχουμε φτάσει στην Ελλάδα, στην Ευρώπη αλλά και διεθνώς, κύριος σκοπός των νομικών παρουσιάσεων πρέπει να είναι εφεξής το να λέγονται τα πράγματα με το όνομα τους, χωρίς στρογγυλέματα, έτσι ώστε να ενημερωθούν οι πολίτες για το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα και επί του εδάφους και όχι τι λένε γενικά και αφηρημένα οι δεοντολογικοί κανόνες του Συντάγματος και των νόμων .
Ο θεσμός των ανεξαρτήτων αρχών [εφεξής Α.Α.] είναι ένας σχετικά νέος θεσμός[1], του οποίου η θέση στην όλη συνταγματική αρχιτεκτονική έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών επιστημονικών συζητήσεων και αμφισβητήσεων, οι οποίες κινούνται κυρίως γύρω από δύο βασικούς άξονες: α) αν ο θεσμός αυτός εντάσσεται σε μια από τις τρεις παραδοσιακές εξουσίες [νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική] και αν όχι – που είναι και η ορθότερη απάντηση- ποια είναι η σχέση του με κάθε μια από τις τρεις αυτές εξουσίες και β)αν η ανεξαρτησία τους είναι συμβατή με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και την αρχή της λογοδοσίας όλων των συντεταγμένων οργάνων μιας δημοκρατικής πολιτείας.
Νομίζω ότι η σχετική συζήτηση παρά το γενικότερο επιστημονικό ενδιαφέρον της δεν έχει μεγάλη πρακτική αξία και συχνά αποπροσανατολίζει Η κρατούσα άποψη τις θεωρεί διοικητικές, ως προς την λειτουργία τους. Πράγματι, οι Α.Α. ούτε νομοθετούν, ούτε έχουν κανονιστική αυτονομία, ούτε δικαιοδοτούν. Δεν είναι τυχαίο ότι στον επιστημονικό λόγο χαρακτηρίζονται Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές. Ασκούν καθήκοντα που, αν δεν υπήρχαν, θα ασκούσε η εκτελεστική εξουσία. Όπου ιδρύθηκαν, τους ανατέθηκαν καθήκοντα είτε προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων ή ρύθμισης της αγοράς. Καθήκοντα τα οποία η εμπειρία είχε δείξει ότι δεν θα ασκούνταν με την δέουσα αμεροληψία από την παραδοσιακή δημόσια διοίκηση, η οποία υπόκειται στον έλεγχο της εκάστοτε κυβερνήσεως και των κομματικών σκοπιμοτήτων της
Με βάση τα ανωτέρω, η ακριβής κατάταξη των Α.Α. στο τρίπολο της κλασικής διάκρισης των εξουσιών έχει μεν βρει μια κατ’ αρχήν λύση. Ασκούν εκτελεστική λειτουργία ως προς το περιεχόμενο της, χωρίς να εντάσσονται στην εκτελεστική εξουσία. Η κατάταξη αυτή έχει ως άμεση πρακτική συνέπεια ότι, οι Α.Α. δεν εντάσσονται στην δημόσια διοίκηση και, συνεπώς, δεν υπόκεινται στον ιεραρχικό έλεγχο των υπουργών και λογοδοτούν μόνο στο Κοινοβούλιο, σε ό,τι δε αφορά την ελληνική περίπτωση στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές, σύμφωνα με τα οριζόμενα επί του θέματος στον Κανονισμό της Βουλής [βλ. και το ά. 101Α του Συντάγματος]. Περαιτέρω οι Α.Α. υπάγονται αυτονοήτως στην δικαιοδοσία της Δικαιοσύνης. Το τελευταίο όμως μπορεί να γίνει μόνο κατασταλτικά, αφού δηλαδή πρώτα ¨δράσουν» οι Α.Α.· στην περίπτωση δηλαδή που όργανα τους θα παραβιάσουν το νόμο κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους. Σε καμία, επομένως, περίπτωση τα όργανα της Ελληνικής Δικαιοσύνης δεν μπορούν να απευθύνουν δεσμευτικές και a priori οδηγίες στις Α.Α., για το πως θα πρέπει να ερμηνεύσουν τις κανονιστικές διατάξεις που διέπουν την λειτουργία τους και για το πως θα πρέπει να ασκούν τις αρμοδιότητες τους, όπως επιχειρήθηκε να γίνει με την γνωμοδότηση 1/2023 του τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ι. Ντογιάκου που αφορούσε την ΑΔΑΕ. [2] Aν αυτό γίνονταν δεκτό τότε δεν θα επρόκειτο περί ανεξαρτήτων αρχών, αλλά περί κηδεμονευομένων αρχών. Το γεγονός, όμως ,ότι οι Α.Α. δεν εντάσσονται σε κάποια από τις τρεις εξουσίες δεν σημαίνει ότι δεν ασκούν την δική τους ισότιμη εξουσία στο πλαίσιο που αυτή τους έχει ανατεθεί από το ίδιο το Σύνταγμα. Και η πρόβλεψη τους στο Σύνταγμα είναι επαρκής νομιμοποίηση. Εξ άλλου δεν πρέπει να ξεχνάμε και ότι η Δικαστική εξουσία αντλεί τη νομιμοποίηση της από το Σύνταγμα και όχι από την λαϊκή κυριαρχία.
Στην χώρα μας οι Α.Α. εισήχθησαν όχι τόσο ως συνειδητή πολιτική επιλογή να εγκαθιδρυθούν αντίβαρα εξουσίας ή θεσμικές εγγυήσεις , αλλά, σε πρώτη τουλάχιστον φάση ,ως επιταγές της κοινοτικής/ενωσιακής έννομης τάξης. Πρώτη Α.Α. υπήρξε η Επιτροπή Ανταγωνισμού, ιδρυθείσα με το ν. 703/1977. Ακολούθησε η ίδρυση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης [ΕΣΡ] με το ν. 1866/1989. Αυτή ήταν η πρώτη Αρχή στην οποία ανατέθηκε η αρμοδιότητα να εγγυηθεί την λειτουργία μιας συνταγματικής αρχής και ειδικότερα τον πλουραλισμό στο πλαίσιο της ενημέρωσης. Ακολούθησε η δημιουργία και άλλων Α.Α. κατά την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα. Οι αρχές αυτές δεν είχαν συνταγματική κατοχύρωση και διέπονταν από ετερόκλητα κανονιστικά καθεστώτα, χωρίς αυξημένες εγγυήσεις ούτε καν για την μη κατάργηση τους.
Για πρώτη φορά με την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 υπήρξε συνταγματική πρόβλεψη για τις Α.Α. Προβλέφθηκε η ύπαρξη 5 τομέων εποπτευόμενων υποχρεωτικά από Α.Α. Μεταξύ αυτών και η ΑΔΑΕ με αποστολή την διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών [άρθρο 19 του Συντάγματος] Στο άρθρο 101Α, όπως τροποποιήθηκε με την συνταγματική αναθεώρηση του 2002, ορίστηκαν τα ακόλουθα: «1. Όπου από το Σύνταγμα προβλέπεται η συγκρότηση και η λειτουργία ανεξάρτητης αρχής, τα μέλη της διορίζονται με ορισμένη θητεία και διέπονται από προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, όπως νόμος ορίζει.2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την επιλογή και την υπηρεσιακή κατάσταση του επιστημονικού και λοιπού προσωπικού της υπηρεσίας που οργανώνεται για την υποστήριξη της λειτουργίας κάθε ανεξάρτητης αρχής. Τα πρόσωπα που στελεχώνουν τις ανεξάρτητες αρχές πρέπει να έχουν τα ανάλογα προσόντα, όπως νόμος ορίζει. Η επιλογή τους γίνεται με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία των τριών πέμπτων των μελών της[3]. Η θητεία των μελών των ανεξάρτητων αρχών παρατείνεται έως το διορισμό νέων μελών. Τα σχετικά με τη διαδικασία επιλογής των μελών των ανεξάρτητων αρχών και της λειτουργίας και των αρμοδιοτήτων της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής ορίζονται από τον Κανονισμό της Βουλής.3. Με τον Κανονισμό της Βουλής ρυθμίζονται όσα αφορούν τη σχέση των ανεξάρτητων αρχών με τη Βουλή και ο τρόπος άσκησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου».
Δυστυχώς, στην Ελλάδα δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι οι Α.Α. ευτύχησαν κατά τη λειτουργία τους. Η γνωστή ευρύτατα αντιμετώπιση της ΑΔΑΕ- που είναι μάλιστα και συνταγματικά κατοχυρωμένη Α.Α.- και του ομιλούντος, ως Προέδρου της, από την Πολιτεία [μετά την αποκάλυψη των μαζικών τηλεφωνικών υποκλοπών κατά το έτος 2022] πιστοποιεί του λόγου το αληθές. Μπορεί κανείς, χωρίς τον κίνδυνο της αστοχίας να μιλήσει για μια ελληνική «κακοδαιμονία» των Α.Α. Αυτή η κακοδαιμονία, δεν οφείλεται σε έλλειψη κατ’ αρχήν κανονιστικής θωράκισης της ανεξαρτησίας τους, αλλά α) στο κατά καιρούς θεσμικό ψαλίδισμα των αρμοδιοτήτων τους με βάση ειδικούς νόμους,[4] β) στην ακραία υποστελέχωση τους και πενία τους σε ανθρώπινους και υλικούς πόρους, γ) στις συχνά ατυχείς και με κριτήρια κομματικής ημετερότητας επιλογές των μελών τους από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής κατά την επιλογή των μελών των Α.Α.· επιλογές που έχουν σαν συνέπεια συχνά τη στελέχωση τους από πρόσωπα με έλλειμμα γνώσης και κυρίως αποφασιστικότητας και θάρρους να προασπίσουν την ανεξαρτησία, την αμεροληψία και το κύρος των Α.Α., δ) στην πεισματική άρνηση του πολιτικού συστήματος [τόσο της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης διαχρονικά] να ανεχθεί αυτόνομες μη εξαρτημένες φωνές που δεν ελέγχει.
Τα ανωτέρω, τα οποία δεν είναι καν τα μοναδικά εμπόδια που έχουν ορθωθεί απέναντι στην ΑΔΑΕ, η οποία από το έτος 2022 υφίσταται συνεχείς επιθέσεις όσο καμία άλλη Αρχή, καταδεικνύουν την άρνηση των ελληνικών πολιτειακών οργάνων να σεβαστούν την λειτουργική ανεξαρτησία των Α.Α. ακόμη δε και αυτών που είναι συνταγματικά κατοχυρωμένες (για να μην αναφερθούμε καν στις υπόλοιπες). Καταδεικνύουν επίσης την δυσανεξία απέναντι σε κάθε κριτική φωνή που θέτει θέματα δυσάρεστα για την εξουσία και την καχυποψία απέναντι σε κάθε ανεξάρτητο όργανο, σε κάθε ανεξάρτητη φωνή. Η εμπειρία δείχνει ότι τα όργανα της ελληνικής Πολιτείας, παρά τα 50 χρόνια της Μεταπολίτευσης και 40 χρόνια συμμετοχής στην Ενωμένη Ευρώπη, σέβονται, κατά βάση, τις Α.Α. μόνο όταν δεν δημιουργούν εμπόδια στις επιλογές της. Η οποία κριτική στάση απέναντι σε κυβερνητικές πολιτικές συνήθως εκλαμβάνεται ως πράξη αντιπολίτευσης και υπονόμευσης. Ειδικότερα δε τα όργανα αυτά δεν αντιλαμβάνονται την θεσμική βαρύτητα του εγγυητικού και διασφαλιστικού για το απολύτως απαραβίαστο δικαίωμα στο απόρρητο των επικοινωνιών συνταγματικού ρόλου σε ό,τι αφορά την ΑΔΑΕ.
Έρχομαι τώρα στο δικαίωμα στο απόρρητο των επικοινωνιών Πρέπει πρώτα να γίνει αναφορά στα κείμενα και συγκεκριμένα στο ά. 19 Σ:
«1.Tο απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Nόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. 2.Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1».
Ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης αφιερώνει ένα ειδικό άρθρο, το άρθρο 19, στο δικαίωμα στο απόρρητο των επικοινωνιών, το οποίο εμφανίζει με τον τρόπο αυτό ως ένα νοηματικά αυτοτελές δικαίωμα, ενώ είναι βέβαιο ότι ανήκει σε μια ευρύτερη «οικογένεια» δικαιωμάτων. Είναι μια έκφανση, άλλως μια υποπερίπτωση του δικαιώματος στο απαραβίαστο του ιδιωτικού βίου. Κανένα άλλο Σύνταγμα ευρωπαϊκής χώρας δεν περιέχει, πάντως, ξεχωριστό άρθρο για το δικαίωμα στο απόρρητο των επικοινωνιών.
Γιατί είναι τόσο σημαντικό το δικαίωμα στο απόρρητο των επικοινωνιών, σε σημείο που ο συνταγματικός νομοθέτης να του αφιερώνει ένα ξεχωριστό άρθρο και, μάλιστα, μόνο αυτό από όλα τα κατοχυρούμενα στο Σύνταγμα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα να το χαρακτηρίζει ως «απόλυτα» απαραβίαστο;
Σύμφωνα με την φιλελεύθερη θεωρία που είναι η βάση όλων των συνταγματικών καθεστώτων δυτικού τύπου, κάθε άνθρωπος, κάθε πρόσωπο συνιστά μια αυταξία και έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερο την προσωπικότητα του, όπως αυτό επιλέγει, δηλαδή αυτόνομο και ανεπηρέαστο από επιταγές ή διδαχές κρατικές ή διαφόρων ισχυρών κοινωνικών ομάδων. Για να μπορεί να γίνει αυτό, πρέπει να υπάρχει ένας χώρος οικειότητας, απροσπέλαστος από εισβολές, στον οποίο να αισθάνεται άνετα και να μην φοβάται ότι ένα τρίτο μάτι [ή αυτί] τον παρακολουθεί σε αυτόν. Μόνο έτσι μπορεί ο καθένας να πληροφορείται, να σταθμίζει, να αναπτύσσεται πνευματικά και συναισθηματικά και να στοχάζεται, να αποκτά το θάρρος της γνώμης του, με τρόπο ώστε να εξελίσσεται όχι μόνο σε ένα ελεύθερο και υπεύθυνο δημοκρατικό πολίτη, αλλά και σε ένα ώριμο και ολοκληρωμένο άνθρωπο, μια ώριμη και ολοκληρωμένη προσωπικότητα, που επιδιώκει την ευτυχία του, όπως αυτός την επιλέγει.
Η παραβίαση του χώρου αυτού και μάλιστα στον ευαίσθητο τομέα των επικοινωνιών του, είτε αυτές είναι επιστολογραφία, είτε είναι τα τηλεφωνήματα του, είτε τα μηνύματα που ανταλλάσσει με ηλεκτρονικό τρόπο [σήμερα μάλιστα που με βάση τις τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις οι επικοινωνίες – γραπτές και προφορικές- δεν γίνονται τόσο μέσω των παραδοσιακών τηλεφωνικών -σταθερών ή κινητών- δικτύων επικοινωνίας όσο μέσω των αποκαλουμένων «επιφυών» άλλως «over the top» εφαρμογών , πχ Viber, Whatsapp, Signal, Skype, Facebook Messenger[5]] τον οδηγεί στον φόβο και στην αυτολογοκρισία. Κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν αναπτύσσονται πολίτες τους οποίους χρειάζεται μια δημοκρατική κοινωνία. Περιορίζεται για παράδειγμα η δυνατότητα κάθε προσώπου να επικοινωνεί πχ με τον ερωτικό σύντροφο του, τον επιστήθιο φίλο του, τον γιατρό του για ιδιαίτερα ευαίσθητα ιατρικά του θέματα. Περιορίζεται επίσης η ελευθερία πληροφόρησης και ενημέρωσης καθώς και η ελευθερία του τύπου, με την έννοια ότι δυσχεραίνεται, αν δεν καταργείται πλήρως, η επικοινωνία των δημοσιογράφων με τις «πηγές» τους. Και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη επιχειρηματολογία για να γίνει κατανοητό ότι, μια τέτοια συσσώρευση πληροφοριών, που έχουν συλλεγεί από την διείσδυση στα πιο πάνω μέσα επικοινωνίας και καταλήγουν στην διάθεση είτε του κράτους είτε άλλων ιδιωτών, και μάλιστα μια συσσώρευση τεραστίου όγκου πληροφοριών, που ισούνται στην εποχή μας με τα αποκαλούμενα μεγα-δεδομένα [mega-data], ενόψει της ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνολογίας, συχνά χρησιμοποιούμενης για κακόβουλους σκοπούς, γεννά τον κίνδυνο εκβιασμών και μάλιστα εφ’ όρου ζωής του εκβιαζόμενου. Οι κοινωνίες μας κινδυνεύουν και μάλιστα σύντομα, αν δεν προστατευθούν αποτελεσματικά τα θεμελιώδη δικαιώματα, να καταλήξουν σε δυστοπίες του τύπου του Panopticon του J. Bentham [1785] για να μη γίνει λόγος για μεταγενέστερες τέτοιες προβλέψεις, όπως αυτές του M. Foucault ή του G.Orwell. Εύκολα γίνεται αντιληπτό, μετά από όσα εκτέθηκαν, γιατί η διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών είναι απαραίτητος όρος για την προστασία και άλλων σημαντικών συνταγματικών ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, όπως η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, η ελευθερία έκφρασης, η δημοσιογραφική ελευθερία κλπ.
Το κριτήριο που διαφοροποιεί, ως προς την ουσία τους , σύμφωνα με το ελληνικό νομοθετικό καθεστώς το δικαίωμα στην προστασία από την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων [άρθρο 9Α Σ.] από το δικαίωμα στο απόρρητο των επικοινωνιών είναι λοιπόν το στοιχείο της επικοινωνίας. Επικοινωνία είναι κάθε ανταλλαγή ενημερώσεων, απόψεων, εκφράσεων κλπ. που γίνεται μεταξύ δύο προσώπων σε καθεστώς ιδιωτικότητας και οικειότητας. Είτε μέσω κινητού ή σταθερού τηλεφώνου, είτε μέσω γραπτών μηνυμάτων, που διακινούνται είτε μέσω τηλεπικοινωνιακών δικτύων [πχ τα αποκαλούμενα SMS, ή φωνητικά μηνύματα] είτε διαδικτυακά [e.mails ή messenger ή επιφυείς- over the top- εφαρμογές, για τις οποίες έγινε ήδη ανωτέρω λόγος]. Η επικοινωνία καλύπτει, άλλως εκτείνεται, σύμφωνα με την αντίληψη που έχει επικρατήσει στην ΑΔΑΕ, αλλά και σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας[6] και των ΕΔΔΑ[7] και ΔΕΕ[8], σε όλο το «επικοινωνιακό γεγονός». Προστατεύεται, δηλαδή, στο πλαίσιο του δικαιώματος στο απόρρητο των επικοινωνιών, όχι μόνο το περιεχόμενο της συνομιλίας και για όσο χρονικό διάστημα αυτή διαρκεί [όπως εσφαλμένα έχει υποστηρίξει ο πρώην Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γ. Σανιδάς σε παλιότερη γνωμοδότηση του του 2009, [9] και κάνει δεκτό ο ίδιος ο Άρειος Πάγος[10]– ευρισκόμενος δυστυχώς πολύ συχνά σε καθυστέρηση συντονισμού με τις σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις, τεχνικές και νομικές], αλλά και τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας [άλλως και τα μετα-δεδομένα]. Τα στοιχεία αυτά είναι συχνά εξ ίσου σημαντικά, αν όχι πιο σημαντικά, για τους επικοινωνούντες απ’ ό,τι το ίδιο το περιεχόμενο της συνομιλίας τους. Για παράδειγμα ένας πολίτης ενδιαφέρεται εξ ίσου να μη δημοσιοποιηθούν ή να υποστούν επεξεργασία από τον παρακολουθήσαντα μια συνομιλία του όχι μόνο το περιεχόμενο της συνομιλίας του, το οποίο μπορεί να είναι μια κοινότοπη και συντομότατη καθημερινού τύπου, από άποψη περιεχομένου συνομιλία του, αλλά και το με ποιον συνομίλησε, αν συνομίλησε πχ με την ερωμένη του, ή με τον ψυχίατρο του, ή αν, όταν χρησιμοποίησε το κινητό του τηλέφωνο, επικοινώνησε από την Αθήνα ή την Θεσσαλονίκη κ.ο.κ. Με αυτή την έννοια πρέπει να προστατεύονται και οι στιγμιαίες επικοινωνίες ,όπως πχ το e.mail ή το sms, τα οποία «ταξιδεύουν» μεταξύ αποστολέα και αποδέκτη σε λίγα δευτερόλεπτα, μετά την πάροδο των οποίων καταλήγουν και αποθηκεύονται σε δύο υπολογιστές, εκείνο του αποστολέα και εκείνο του αποδέκτη, ή σε δύο τερματικές τηλεφωνικές συσκευές των αυτών προσώπων. Με βάση, όμως, την μνημονευθείσα γνωμοδότηση του πρώην Εισαγγελέα του ΑΠ, αν γίνει παραβίαση μιας ηλεκτρονικής επικοινωνίας ενός πολίτη μετά την εκ μέρους του αποστολή και εκ μέρους του προσώπου, στο οποίο αυτός απευθύνθηκε, παραλαβή του μηνύματος, δεν υπάρχει παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών, αλλά μόνο παραβίαση της νομοθεσίας περί προστασίας από την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των δύο επικοινωνησάντων. Αυτό, αν και εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται σημαντικό, έχει, παρά ταύτα μια πολύ σοβαρή συνέπεια. Διότι με την εκδοχή αυτή, ότι δηλαδή, όταν λήξει η συνομιλία, ή όταν καταλήξει το SMS ή το e.mail στην τερματική συσκευή του αποδέκτη, εφαρμόζεται πλέον η νομοθεσία περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων και δεν ισχύουν οι εγγυήσεις της κατά πολύ αυστηρότερης, από τη νομοθεσία προστασίας των προσωπικών δεδομένων, νομοθεσίας περί προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών. Η νομική συνέπεια όλων αυτών είναι να μην χρειάζεται, κατά την άποψη αυτή, για μια εισαγγελική ή διωκτική αρχή η προσφυγή στη διαδικασία άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών που επιτάσσει ο νόμος, με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 19 παρ. 1 εδαφ. Δεύτερο, προκειμένου να συλλέξει τα εξωτερικά δεδομένα της επικοινωνίας και να αρκεί μια απλή εισαγγελική εντολή ή και μια απόφαση αστυνομικού οργάνου, που διεξάγει μια επείγουσα προκαταρκτική έρευνα. Γίνεται έτσι εύκολα αντιληπτό πόσο μπορεί να συρρικνωθεί με τον τρόπο αυτό η προστατευτική εμβέλεια του άρθρου 19 Σ.
Με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 19 του Συντάγματος, η οποία παρατέθηκε ανωτέρω, εκδόθηκαν δύο εκτελεστικοί νόμοι:
α) Ο εκτελεστικός του εδαφίου β της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου νόμος. Πρόκειται για το νόμο 2225/1994 «Για την προστασία της ελευθερίας και ανταπόκρισης και επικοινωνίας και άλλες διατάξεις» – [ΦΕΚ 121Α]. Είναι ο νόμος που ρυθμίζει και διέπει τα της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών·δηλαδή τα της εξαιρέσεως από το απόλυτα προστατευτέο δικαίωμα της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών,
και
β) ο εκτελεστικός της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου νόμος. Πρόκειται για το νόμο 3115/2003 «Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών» – [ΦΕΚ 47 Α]. Είναι ο ιδρυτικός και οργανωτικός νόμος της ΑΔΑΕ, ο οποίος διέπει τις αρμοδιότητες της και την λειτουργία της ως σήμερα.
Ήδη ο πρώτος από τους πιο πάνω νόμους καταργήθηκε με το νεότερο ν. 5002/2022 «Διαδικασία άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, κυβερνοασφάλεια και προστασία προσωπικών δεδομένων πολιτών» [ΦΕΚ 228Α]. Στα άρθρα 4-5 του νέου αυτού νόμου προβλέπονται τα της διαδικασίας του περιεχομένου των εισαγγελικών διατάξεων άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας,[11] καθώς και τα της διαχείρισης του συλλεγέντος υλικού από τις εν λόγω άρσεις του απορρήτου, οι οποίες έλαβαν χώρα. Στα ά. 6-7 του ίδιου ν. προβλέπονται τα της διαδικασίας του περιεχομένου των εισαγγελικών διατάξεων και βουλευμάτων άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για την διακρίβωση εγκλημάτων,[12] [13] καθώς και τα της διαχείρισης του συλλεγέντος υλικού από τις εν λόγω άρσεις του απορρήτου, οι οποίες έλαβαν χώρα. Τέλος, στο ά. 8 του ν. προβλέπονται τα της διαδικασίας άρσης του απορρήτου εν γένει και για τις δύο δηλαδή περιπτώσεις.[14]
Με τον προαναφερθέντα ιδρυτικό της ΑΔΑΕ νόμο [3115/2003] ρυθμίστηκαν τα των αρμοδιοτήτων της, και τα της εσωτερικής λειτουργίας της. Όργανα διοίκησης αυτής είναι η Ολομέλεια των εξ 7 μελών αυτής [στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο Πρόεδρος αυτής] · όργανα τα οποία επιλέγονται όλα από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 101Α του Συντάγματος για 6ετή θητεία. Η εσωτερική λειτουργία της Αρχής διέπεται από το άρθρο 7 του νόμου. Οι αρμοδιότητες της Αρχής ορίζονται στο άρθρο 6. Οι πιο κρίσιμες είναι αυτές που καταστρώνονται στο άρθρο 6 και ειδικότερα στην παρ. 1 περ. α, ε και στ. Αναλυτικά προβλέπεται ότι: «1. Η Α.Δ.Α.Ε., για την εκπλήρωση της αποστολής της, έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:α) Διενεργεί, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας, τακτικούς και έκτακτους ελέγχους, σε εγκαταστάσεις, τεχνικό εξοπλισμό, αρχεία, τράπεζες δεδομένων και έγγραφο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Y.Π.), άλλων δημοσίων υπηρεσιών, οργανισμών, επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και ιδιωτικών επιχειρήσεων που ασχολούνται με ταχυδρομικές, τηλεπικοινωνιακές ή άλλες υπηρεσίες σχετικές με την ανταπόκριση και την επικοινωνία. Τον έλεγχο διενεργεί μέλος ή μέλη της Α.Δ.Α.Ε., συμμετέχει δε και υπάλληλός της, ειδικά προς τούτο εντεταλμένος από τον πρόεδρό της για γραμματειακή υποστήριξη της διαδικασίας του ελέγχου. Κατά τον έλεγχο αρχείων που τηρούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας παρίσταται αυτοπροσώπως ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. β) … γ) … δ)… ε) Εξετάζει καταγγελίες σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων, όταν θίγονται από τοντρόπο και τη διαδικασία άρσης του απορρήτου. στ) Στις περιπτώσεις των άρθρων 3, 4 και 5 του Ν. 2225/1994, η Α.Δ.Α.Ε. υπεισέρχεται μόνο στον έλεγχο της τήρησης των όρων και της διαδικασίας άρσης του απορρήτου, χωρίς να εξετάζει την κρίση των αρμόδιων δικαστικών αρχών….». Τέλος, στο άρθρο 11 προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων εκ μέρους της ΑΔΑΕ σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα, που παραβιάζουν τη νομοθεσία περί προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών.
Αξίζει, ακόμη, να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η ΑΔΑΕ είναι, όπως εκτέθηκε ήδη σε σχέση και με σχεδόν όλες τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, ακραία υποστελεχωμένη. Στο προσωπικό της ανήκουν 35 -40 μόλις υπάλληλοι (άλλοι μόνιμοι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι και άλλοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου). Το προσωπικό αυτό είναι αδύνατο να ανταποκριθεί με αποτελεσματικότητα στο σύνολο των αρμοδιοτήτων της (ελεγκτικών, διοικητικών, τεχνικών, κυρωτικών), ενόψει και της πληθώρας των ανά την χώρα παρόχων τηλεπικοινωνιακών και ταχυδρομικών υπηρεσιών. Επίσης η ΑΔΑΕ έχει εξαιρετικά περιορισμένο προϋπολογισμό που υπάγεται στον ευρύτερο προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Αυτή είναι με τρόπο συνοπτικό η συνολική παρουσίαση του διέποντος την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και την ΑΔΑΕ νομοθετικού πλαισίου και κυρίως αυτού που διέπει τις αρμοδιότητες της. Τα ζητήματα εφαρμογής στην πράξη των πρόδηλα ιδιαίτερα ευαίσθητων αρμοδιοτήτων της Αρχής είναι πολλά και συχνά δυσεπίλυτα. Έχουν δε προκαλέσει προβληματισμό και πολλές διχογνωμίες. Θα μπορούσε να αναφέρει κάποιος στο πλαίσιο αυτό τα προβλήματα που έχουν προκληθεί σε σχέση με την ενημέρωση από τον Πρόεδρο της Αρχής των αρχηγών των εκπροσωπούμενων στην Βουλή κομμάτων καθώς και του Προέδρου της Βουλής και του Υπουργού Δικαιοσύνης επί θεμάτων άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών [άρ 8 § 6 του ν. 5002/2022] ή τα προβλήματα τα σχετιζόμενα με την ενημέρωση του θιγέντος από μέτρο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών όταν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις [άρ. 4 § 7 και 6 § 8 του ν. 5002/2022].
Ως προς το τελευταίο αυτό θέμα ιδιαίτερης προσοχής χρήζει η διάταξη της §7 του ά. 4 στην οποία ορίζονται τα εξής: « 4 §7. Μετά την πάροδο τριών (3) ετών από την παύση της ισχύος της διάταξης άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας γνωστοποιείται η επιβολή του περιοριστικού μέτρου στον θιγόμενο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο αυτό διατάχθηκε. Για τη γνωστοποίηση του πρώτου εδαφίου υποβάλλεται σχετικό αίτημα στην Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), το οποίο διαβιβάζεται στην Ε.Υ.Π. και τη Δ.Α.Ε.Ε.Β.. Η άρση γνωστοποιείται μετά από απόφαση τριμελούς οργάνου, το οποίο αποφασίζει εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών. Στην περίπτωση διενέργειας της άρσης από την Ε.Υ.Π., το όργανο αποτελείται από τον εισαγγελικό λειτουργό της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3649/2008, τον δεύτερο εισαγγελικό λειτουργό της παρ. 2 του άρθρου 4 του παρόντος και τον Πρόεδρο της Α.Δ.Α.Ε.. Στην περίπτωση διενέργειας της άρσης από τη Δ.Α.Ε.Ε.Β., το όργανο αποτελείται από τον εισαγγελικό λειτουργό της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 2265/1994, τον δεύτερο εισαγγελικό λειτουργό της παρ. 2 του άρθρου 4 του παρόντος και τον Πρόεδρο της Α.Δ.Α.Ε.. Του οργάνου προεδρεύει ο ανώτερος ιεραρχικά ή, επί ομοιοβάθμων, ο αρχαιότερος εισαγγελικός λειτουργός. Το όργανο αποφασίζει κατά πλειοψηφία, με τήρηση απόρρητων συνοπτικών πρακτικών και καταγραφή της γνώμης της μειοψηφίας, εφόσον υφίσταται. Αν αποφασισθεί η ενημέρωση, ο θιγόμενος ενημερώνεται για την επιβολή του περιοριστικού μέτρου και για τη διάρκειά του. Δεν επιτρέπεται η υποβολή νέου αιτήματος πριν την πάροδο ενός (1) έτους από την υποβολή του προηγούμενου». Η ενημέρωση αυτή προβλέπονταν από το προϊσχύσαν καθεστώς [δηλ αυτό του ν. 2225/2994] ότι ανήκε στις αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ, για όλες τις περιπτώσεις [και για τις περιπτώσεις δηλαδή που η άρση του απορρήτου είχε γίνει για λόγους εθνικής ασφάλειας και για τις περιπτώσεις που είχε γίνει για την διακρίβωση εγκλημάτων βλ. ά 5 §9 του τελευταίου αυτού νόμου]. Με την διάταξη της § 1 άρ. 87 του ν.4790/2021 [ΦΕΚ Α 48/31.3.2021] καταργήθηκε τελείως η αρμοδιότητα να ενημερώνεται ο θιγείς από το μέτρο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, όταν η άρση είχε λάβει χώρα για λόγους εθνικής ασφάλειας. Με τον ήδη ισχύοντα ν. 5002/2022 επανήλθε μεν με τη διάταξη της § 7 του άρθρου 4 αυτού η δυνατότητα αυτή, πλην η αρμοδιότητα αυτή έχει ανατεθεί στο προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή τριμελές όργανο, αφαιρεθείσα τελείως από την ΑΔΑΕ. Διαπιστώνεται και με αυτές τις νομοθετικές αλλαγές η δυσπιστία του νομοθέτη προς την ΑΔΑΕ [δηλ προς τις Α.Α.]. Και τούτο παρά το ότι το ίδιο το Σύνταγμα θεσμοθετεί ως εγγυητή της διασφάλισης του δικαιώματος στο απόρρητο των επικοινωνιών την ΑΔΑΕ [παρ.2 του άρθρου 19]. Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι η επίμαχη ισχύουσα διάταξη [δηλ. αυτή της παραγράφου 7 του άρθρου 4 του ν.5002/2022] είναι και για άλλους λόγους προβληματική. Πρώτον διότι αφαιρεί την αρμοδιότητα της ενημέρωσης του θιγέντος από το δυσμενές μέτρο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή [δηλαδή την ΑΔΑΕ] με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που απαιτεί να γίνεται η ενημέρωση αυτή από ανεξάρτητο όργανο και συνεπώς όχι από όργανο η πλειοψηφία του οποίου αποτελείται από τα όργανα που διέταξαν την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών [δηλ. εν προκειμένω τους δύο εισαγγελείς που εξέδωσαν και ενέκριναν την απόφαση περί της άρσης του απορρήτου, με αποτέλεσμα να γίνονται τρόπον τινά ελεγκτές των πράξεων τους]. Δεύτερον διότι η ενημέρωση μπορεί να γίνει μόνο μετά την πάροδο τριετίας από την λήξη της παρακολούθησης. Εν προκειμένω δεν προκύπτει από τα πρακτικά των συζητήσεων της Βουλής, που σχετίζονται με το ν. 5002/22, ποιος είναι ο αποχρών λόγος που επιβάλλει η ενημέρωση αυτή, σε περίπτωση που θα κριθεί ότι με την πραγματοποίηση της δεν διακυβεύεται ο σκοπόςο οποίος είχε οδηγήσει στην λήψη της απόφασης περί παρακολούθησης, να μην γίνεται αμέσως και να πρέπει αντίθετα να παρέλθει η προαναφερθείσα τριετία · τριετία μάλιστα την συμπλήρωση της οποίας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ο θιγείς, εφόσον ουδείς γνωρίζει ότι το τηλέφωνο του ή οι επικοινωνίες του παρακολουθούνται κατά την διάρκεια της παρακολούθησης, με συνέπεια να μην γνωρίζει αν έληξε η παρακολούθηση, σε περίπτωση δε που έληξε πότε ακριβώς συνέβη τούτο. Τρίτο και τελευταίο, η διάταξη αυτή είναι αντίθετη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εκτός των ανωτέρω, επιπλέον και διότι προβλέπεται ότι η διενεργούμενη με βάση αυτήν ενημέρωση θα περιορίζεται μόνο στο γεγονός ότι έλαβε χώρα η παρακολούθηση, όχι και για ποιο λόγο αυτή διατάχθηκε. Όμως ο δικαιολογητικός λόγος για τον οποίο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιτάσσει με τη νομολογία του να γίνεται αυτή η ενημέρωση είναι για να μπορεί ακολούθως ο θιγείς να προσφύγει δικαστικώς κατά της Πολιτείας αν διαπιστώσει ότι η παρακολούθηση έγινε χωρίς αιτιολογία, αυθαιρέτως ή με παράνομη αιτιολογία · γεγονός το οποίο μπορεί να διαπιστωθεί μόνο αν εκτός από την ενημέρωση του θιγέντος ότι έλαβε χώρα μια συγκεκριμένη άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του, τού χορηγηθεί και ο φάκελος της επίμαχης άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του, έτσι ώστε να μπορεί να γνωρίζει για ποιο λόγο διατάχθηκε η παρακολούθηση του τηλεφώνου του.
Η έμφαση, όμως την οποία θέλω να δώσω στο πλαίσιο της ομιλίας μου είναι στο πιο κρίσιμο απ’ όλα τα θέματα που αφορούν την συνταγματικά επιτασσόμενη διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών. Και αυτό σχετίζεται με το εύρος των ελέγχων της ΑΔΑΕ επί των διατάξεων άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών. Την κρισιμότητα και το ευαίσθητο του θέματος κατέδειξε η πρόσφατη υπόθεση των «υποκλοπών», αφορά δε την διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών στην πιο ευαίσθητη και σημαντική πτυχή του.
Πρόκειται, εν πρώτοις, για την ερμηνεία του ά. 19 Σ. και παρουσιάζει, κατά τούτο, και ένα ενδιαφέρον συνταγματικού δικαίου, έχει δε άμεση συνέπεια στο τι έχει ή δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει η ΑΔΑΕ, όταν ελέγχει την νομιμότητα των άρσεων του απορρήτου των επικοινωνιών που γίνονται με εισαγγελικές διατάξεις. Ο όλος προβληματισμός σχετίζεται με τις θεσμικές εγγυήσεις και τα αντίβαρα εξουσίας τα γνωστά checks and balances στο πλαίσιο του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος. Με την διάταξη του ά. 19 §2 Σ., η οποία αποτελεί ειδική διάταξη σε σχέση με το ά. 26 [διάκριση των εξουσιών], ο συνταγματικός νομοθέτης επέλεξε ως εγγυητή της διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών, την ΑΔΑΕ, και μάλιστα [κάτι που δεν έχει προσεχθεί επαρκώς] και ως προς τα δύο εδάφια της §1 του αυτού άρθρου, ήτοι όχι μόνο ως προς την πρωταρχική και γενική προστασία του δικαιώματος [εδάφιο πρώτο], αλλά και κατά το μέρος που η πιο πάνω παράγραφος αφορά την διαδικασία της άρση του απορρήτου από την δικαστική αρχή [εδάφιο δεύτερο]. Εν ολίγοις η ΑΔΑΕ έχει επιλεγεί από τον συντακτικό νομοθέτη, με βάση αυτή την ειδικότερη συνταγματική διάταξη, που είναι η μόνη εφαρμοστέα στα θέματα που αφορούν τον έλεγχο της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, ακριβώς επειδή είναι ειδική, ως θεσμική εγγύηση, με την οποία περιβάλλει το απόρρητο των επικοινωνιών σε όλες του τις εκφάνσεις, και συνεπώς, ως αντίβαρο εξουσίας [άλλως θεσμική εγγύηση] απέναντι και στην δικαστική αρχή, στην οποία έχει ο ίδιος νομοθέτης [ο συνταγματικός] αναθέσει το έργο της εκδόσεως των διατάξεων άρσης του απορρήτου, τις οποίες όμως δεν είναι δυνατόν βασίμως να υποστηριχθεί ότι τις θέλησε ως πλήρως ανέλεγκτες.
Στο πλαίσιο, λοιπόν της συνταγματικής της αρμοδιότητας, όπως αυτή σαφώς προκύπτει από το πιο πάνω πλέγμα διατάξεων του Συντάγματος και αναγνώσθηκε, έγινε δε αντιληπτή ακριβώς με τον αυτό τρόπο και από τον κοινό νομοθέτη και εξειδικεύεται από τον τελευταίο με τον προαναφερθέντα εκτελεστικό αυτού ν. 3115/2003, η ΑΔΑΕ είναι μεταξύ άλλων αρμόδια να ελέγχει την τήρηση των όρων και της διαδικασίας άρσεως του απορρήτου, είτε αυτή επιβάλλεται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για την διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, με μόνο περιορισμό το να μην υπεισέρχεται σε έλεγχο της [επί της ουσίας] κρίσης και εκτίμησης των αρμόδιων δικαστικών αρχών, για το αν πρέπει ή δεν πρέπει σε μια συγκεκριμένη περίπτωση να αρθεί το απόρρητο των επικοινωνιών. Αυτό ορίζεται ρητώς σε μια άλλη διάταξη, εκείνη του ά. 6 §1 περ. στ’ του πιο πάνω νόμου. Κατά τούτο, λοιπόν, και ο κοινός νομοθέτης ορθά «ανέγνωσε» το ά. 19 του Σ. Αυτή είναι, εξ άλλου, και η μόνη λογική ερμηνεία, που είναι δυνατόν να δοθεί στις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις, αν δεν θέλουμε να καταστήσουμε περιορισμένου περιεχομένου την δεύτερη παρ. του ά 19.
Στη συνέχεια θα γίνει αναφορά μόνο στις περιπτώσεις άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας, που αποτελούν περίπου το 80% του συνολικού αριθμού άρσεων του απορρήτου σύμφωνα με τα δημοσιοποιηθέντα στοιχεία της Έκθεσης Πεπραγμένων της ΑΔΑΕ των τελευταίων ετών. Η διάταξη του ά. 6 § 1 περ. στ. του ν. 3115/2003 προδήλως δεν θεσπίστηκε εις μάτην, ούτε για το θεαθήναι. Η ΑΔΑΕ έχει την συνταγματική και νομοθετική αποστολή να ελέγχει την τήρηση των όρων και της διαδικασίας εκδόσεως των διατάξεων άρσεως του απορρήτου των επικοινωνιών και στις περιπτώσεις που αυτές εκδίδονται για λόγους εθνικής ασφάλειας, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η ΕΥΠ ή η ΔΑΕΕΒ [η γνωστή ως Αντιτρομοκρατική] θα δεχθούν να συνεργαστούν και να υπαχθούν στον έλεγχο της ΑΔΑΕ.
Περαιτέρω, όπως έχει ήδη εκτεθεί, στο ά. 4 § 4 του νόμου που ρυθμίζει τα των άρσεων για λόγους εθνικής ασφάλειας και σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στις περιπτώσεις άρσης του απορρήτου για λόγους διακρίβωσης σοβαρών εγκλημάτων [όπως οι τελευταίες ρυθμίζονται από το ά. 6 § 8] δεν συμπεριλαμβάνεται στα υποχρεωτικώς περιεχόμενα σε μια διάταξη άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας στοιχεία, η αιτιολογία λήψεως του μέτρου.
Ευλόγως ανακύπτει το εξής ερώτημα: Είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι στην εισαγγελική διάταξη άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας μπορεί να μην είναι καθόλου ανιχνεύσιμη η σκέψη του εκδώσαντος αυτήν εισαγγελικού λειτουργού, με βάση την οποία αποφάσισε ότι είναι αναγκαία η λήψη αυτού του ακραίου επεμβατικού μέτρου εις βάρος ενός πολίτη; Και τούτο μόνο και μόνο επειδή ο νόμος [διάταξη της § 4 του ά. 4 του ν. 5002/2022] δεν προβλέπει μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει η εισαγγελική διάταξη άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας την εξατομικευμένη αιτιολογία της λήψεως του μέτρου;
Η απάντηση στο ερωτήμα, αν νοείται να υπάρχει διάταξη άρσης απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας χωρίς καμία ανιχνεύσιμη αιτιολογία [ερώτημα που συνδέεται άμεσα με την ποιότητα του κράτους δικαίου] δεν μπορεί, κατά τη γνώμη του ομιλούντος, να είναι άλλη παρά ότι, ναι μεν οι εισαγγελικές διατάξεις, με τις οποίες αίρεται το απόρρητο των επικοινωνιών ενός προσώπου για λόγους εθνικής ασφάλειας δεν επιβάλλεται να περιέχουν ως τύπο την αιτιολογία λήψεως του μέτρου στο σώμα τους, ως ουσιώδη δηλαδή τύπο της διαδικασίας, πλην ο εισαγγελικός λειτουργός ο οποίος τις εκδίδει δεν επιτρέπεται να ενεργεί ανελέγκτως και αυθαιρέτως. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη τεκμηρίωση η παραδοχή ότι, όποιος παραμένει ανέλεγκτος τείνει αναπόφευκτα προς την αυθαιρεσία. Σε μια συνταγματική τάξη σαν την δική μας- και σαν συνταγματική μας τάξη πρέπει πλέον να νοηθεί εκτός από το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ και το ενωσιακό δίκαιο- είναι αυτονόητο ότι πρέπει να μπορεί να ελεγχθεί, επί τη βάσει στοιχείων και κριτηρίων, που επιβάλλει το Σύνταγμα και οι συνάδοντες με αυτό νόμοι, ο λόγος για τον οποίο επιβλήθηκε το μέτρο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών ακόμη και στις περιπτώσεις που αυτό γίνεται για λόγους εθνικής ασφάλειας. Για να μπορεί δε να διαπιστωθεί αν ο εισαγγελικός λειτουργός όντως δεν ενήργησε αυθαιρέτως, ή κατά παράβαση του γενικού συνταγματικού κανόνα της αρχής της αναλογικότητας, είναι απαραίτητο και στην περίπτωση αυτή το δοκιμασμένο δικαιοπολιτικό εργαλείο της αιτιολογίας. Κανένα όργανο της όποιας από τις τρεις εξουσίες ενός συγχρόνου κράτους δικαίου δεν νοείται να ενεργεί αναιτιολόγητα. Πόσο μάλλον όταν επεμβαίνει στην άσκηση θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών. Η αιτιολογία είναι το εργαλείο μέσω του οποίου ελέγχεται η ορθή τήρηση του συνταγματικού κανόνα της αρχής της αναλογικότητας και επιτυγχάνεται η απαραίτητη σε κάθε δημοκρατία λογοδοσία και διαφάνεια. Είναι δε τελείως διάφορο το ζήτημα της έντασης του ελέγχου της αιτιολογίας, δηλαδή ως ποιο σημείο μπορεί να προχωρήσει το θεσμοθετημένο για τον έλεγχο της αιτιολογίας όργανο. Δε νοείται, λοιπόν, η «αιτιολογία», άλλως το «κινούν αίτιο», για το οποίο αποφασίστηκε να ληφθεί το επώδυνο και ιδιαιτέρως επεμβατικό σε μια θεμελιώδη ελευθερία μέτρο της συνακρόασης τηλεφωνικών συνομιλιών, να είναι μια φευγαλέα σκέψη και απόφαση, η οποία θα υπάρχει [ή θα έχει υπάρξει] στιγμιαία μόνο στην σκέψη του αποφασίζοντος την έκδοση εισαγγελικού λειτουργού την ώρα που υπογράφει την σχετική διάταξη. Μια μορφή αιτιολογίας θα έπρεπε, επομένως, να είναι κάπου αποτυπωμένη. Μια τέτοια «αιτιολογία», αυτονοήτως, θα επιβάλλονταν να μην είναι δημοσιοποιήσιμη και να είναι προσιτή μόνο στην από το Σύνταγμα ταγμένη για τον έλεγχο της διασφάλισης της τήρησης των όρων προστασίας του δικαιώματος στο απόρρητο των επικοινωνιών, απέναντι στην οποία δεν νοείται αντίταξη του απορρήτου, ως προς τους όρους και την διαδικασία άρσης του απορρήτου, και που δεν είναι άλλη από την ΑΔΑΕ, οι λειτουργοί της οποίας δεσμεύονται και οι ίδιοι εκ του νόμου από το αυτό καθήκον εχεμύθειας, εξ ίσου όπως και οι υπάλληλοι της Ε.Υ.Π. ή της Δ.Α.Ε.Ε.Β . Η «αιτιολογία» αυτή, εφόσον δεν επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.4 του ν. 5002/22, η οποία θα έπρεπε να περιέχεται στο σώμα της πράξης, θα μπορούσε και θα έπρεπε να προκύπτει από τα έγγραφα περιεχόμενα στον φάκελο, ο οποίος συνοδεύει την αίτηση άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας και που, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 και 2, αποστέλλει η αρμόδια διεύθυνση της Ε.Υ.Π. ή της Δ.Α.Ε.Ε.Β., κατά περίπτωση, στον αρμόδιο για την έκδοση της διάταξης άρσης εισαγγελικό λειτουργό. Η θέση αυτή δεν έχει τίποτε το ακραίο ή επαναστατικό[15] [16].
Προκειμένου, συνεπώς, να διασφαλιστεί ότι το μέτρο άρσης του απορρήτου έχει ληφθεί σύμφωνα με τη διαδικασία και τους προβλεπόμενους στο Σύνταγμα και στο νόμο όρους, θα πρέπει στον έλεγχο της ΑΔΑΕ (και μόνο αυτής εννοείται) να περιλαμβάνεται και ο έλεγχος της ύπαρξης «αιτιολογίας» των εισαγγελικών διατάξεων, ήτοι της εκ μέρους του εισαγγελικού λειτουργού διαπίστωσης της συνδρομής και των σχετικών πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στην έκδοση της εισαγγελικής διάταξης άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, και που συνιστούν τους όρους για την έκδοση της. Πρέπει για τον λόγο αυτό να τροποποιηθεί η ισχύουσα νομοθεσία και να προβλεφθεί ότι και στις διατάξεις άρσεως του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας θα πρέπει να περιλαμβάνεται ως ουσιώδης τύπος και η αιτιολογία της λήψεως του μέτρου · αιτιολογία απόρρητη μεν στην οποία θα μπορούν όμως να έχουν πρόσβαση τα ελεγκτικά όργανα της ΑΔΑΕ. Αλλά και χωρίς μια τέτοια νομοθετική τροποποίηση και πάλι μια διάταξη άρσης του απορρήτου η οποία δεν έχει καμία απολύτως τεκμηρίωση, ή της οποίας η τεκμηρίωση άλλως η αιτιολόγηση θα ήταν ανεύρετη, θα παραβίαζε όρο απαραίτητο για την έκδοση της. Όρο αυτονόητο εκ του ίδιου του Συντάγματος τιθέμενο. Για να γίνει δε ακόμη πιο σαφής ο παρατιθέμενος εδώ συνολικός προβληματισμός, είναι σκόπιμο να γίνει αναφορά σε ένα άλλο παράδειγμα, υπό την μορφή ενός θεωρητικού και υποθετικού ερωτήματος. Θα τηρούσε, άραγε, τους όρους τους απαιτούμενους από το Σύνταγμα και τους συνάδοντες με αυτό νόμους, η έκδοση μιας διάταξης άρσης απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας, εις βάρος ενός δημοσιογράφου, με την αιτιολογία [φανερή και πανηγυρικά διατυπούμενη ή άλλως εμμέσως συναγόμενη από τα στοιχεία του φακέλου που τέθηκαν υπόψη από τους υπηρεσιακούς παράγοντες της Ε.Υ.Π. ή της Δ.Α.Ε.Ε.Β. στον εισαγγελικό λειτουργό που εξέδωσε την επίμαχη διάταξη άρσης] ότι κάνει ερευνητική και «ενοχλητική» δημοσιογραφία που διερευνά και αποκαλύπτει παράνομες δραστηριότητες ή διαφθορά των ισχυρών της ημέρας; Δεν θα αντέκειτο κάτι τέτοιο στην ελευθερία της έκφρασης και στην ελευθερία του τύπου που κατοχυρώνει το Σύνταγμα; Αυτός ο έλεγχος της «αιτιολογίας» θα μπορούσε να γίνεται, ακόμη και χωρίς νομοθετική τροποποίηση της διάταξης αν εφαρμόζονταν στο ακέραιο και χωρίς προσκόμματα εκ μέρους της ΕΥΠ η διάταξη του ά. 6 § 1 περ στ του ν. 3115/2003. Για μια ακόμη φορά διαπιστώνεται ότι, δεν πάσχει η χώρα μας από έλλειψη νόμων, ούτε χρειάζεται να ανακαλύπτουμε κάθε τόσο την πυρίτιδα. Εκεί που διαρκώς προσκρούει η κανονιστική πραγματικότητα είναι στην εφαρμογή των νόμων, ορθότερα, στην μη εφαρμογή τους, ή στην παράκαμψη τους, άλλως την απίσχανση τους ή το «άδειασμα» τους. Τέτοιου είδους προσκόμματα ορθώθηκαν έναντι της ΑΔΑΕ με την άρνηση της ΕΥΠ να επιδείξει στην ΑΔΑΕ τους φακέλους άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, μεταξύ άλλων, του Προέδρου του Κόμματος ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ Ν. Ανδρουλάκη και του δημοσιογράφου Αθ. Κουκάκη. Επομένως, ή εμπιστεύονται τα όργανα της Ελληνικής Πολιτείας την Αρχή, στην οποία έχει αναθέσει ο συνταγματικός νομοθέτης την διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών ή δεν την εμπιστεύονται. Αν όμως συμβαίνει το τελευταίο, όπως καταδεικνύουν τα πιο πάνω παραδείγματα, θα πρέπει τα όργανα αυτά να έχουν ταυτόχρονα συνείδηση του γεγονότος ότι, με τον τρόπο αυτό δεν σέβονται και τον Καταστατικό Χάρτη της χώρας [και ειδικότερα το ά. 19 §2] καθώς και τις θεμελιώδεις αρχές του Κράτους Δικαίου.
Η γνωστή ευρύτατα αντιμετώπιση της ΑΔΑΕ- που υπενθυμίζεται για μια ακόμη φορά είναι μάλιστα και συνταγματικά κατοχυρωμένη Α.Α.- και προσωπικά του ομιλούντος προέδρου της από την Πολιτεία [μετά την αποκάλυψη των τηλεφωνικών υποκλοπών κατά το έτος 2022], στην οποία πρέπει να συμπεριλφθούν, πέρα από τη δολοφονία χαρακτήρα την οποία υπέστη ο τελευταίος, και α)η γνωμοδότηση 1/2023 του τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου με την οποία διατυπώθηκε εμμέσεως πλην σαφώς η απειλή ότι αν η ΑΔΑΕ και τα μέλη της προχωρήσουν σε ελέγχους, που αυτός έκρινε ότι δεν μπορούν να λάβουν χώρα, θα μπορεί να τεθεί θέμα ποινικών διώξεων για βαρύτατες κακουργηματικές πράξεις και β) η απόρριψη τον Ιανουάριο του 2023 αιτήματος του [του ομιλούντος] να ενημερώσει την Βουλή επί των ευρημάτων που είχαν ανακύψει από έρευνες και ελέγχους της Αρχής σε σχέση με τις υποκλοπές, με το επιχείρημα ότι ουδείς εμφανίζεται αυτόκλητος ενώπιον της Βουλής[17] δεν είναι συνιστά απλώς μια σειρά ατυχών συμπεριφορών οργάνων της Ελληνικής Πολιτείας · ισοδυναμεί αντίθετα αντικειμενικά και κατ’ αποτέλέσμα με παρεμπόδιση της εφαρμογής των συνταγματικών εγγυήσεων και ειδικότερα αυτών του άρθρου 19 και 101Α του Συντάγματος.
Δεν μπορεί να μην επισημανθεί τέλος στην συμπερασματική αυτή ενότητα ως άλλο ένα δείγμα του τρόπου αντιμετώπισης των Α.Α. η σχετικά πρόσφατη χωρίς την απαιτούμενη συνταγματική πλειοψηφία των τριών πέμπτων κατ’ ελάχιστον [άρθρο 101Α] αντικατάσταση από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής κατά την συνεδρίαση της τής 28.9.2023 τριών μελών της ΑΔΑΕ. Εν προκειμένω παραβιάστηκε το Σύνταγμα όχι ύστερα από εσφαλμένη [και επομένως συζητήσιμη] ερμηνεία των διατάξεων του, αλλά άμεσα στο ίδιο το σαφές και αναντίλεκτο κείμενο του. Παραβιάστηκαν τα απλά μαθηματικά δεδομένα που δεν χρήζουν καν ερμηνείας. Νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουμε ότι τα αριθμητικά δεδομένα που περιέχονται στις επιμέρους συνταγματικές διατάξεις δεν είναι δεκτικά αλλοιώσεως από τους εφαρμοστές του Καταστατικού Χάρτη της χώρας.
Δεν είναι όμως μόνο η περίπτωση της ΑΔΑΕ που καταδεικνύει ότι οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα δεν ανέχονται κριτική από τις Α.Α και όταν αυτή ασκηθεί αντεπιτίθενται. Όταν την περασμένη άνοιξη μια άλλη ανεξάρτητη αρχή, ο Συνήγορος του Πολίτη, εξέδωσε μια γνωμοδότηση, στην οποία γινόταν αναφορά σε σοβαρές ευθύνες, ενδεχομένως και ποινικές, ανωτάτων στελεχών του Λιμενικού Σώματος- Ακτοφυλακής, υπέστη επιθέσεις από Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας για τη γνωμοδότηση αυτή. Είχε αποδοθεί στα στελέχη αυτή η μη συνδρομή, η οποία οφείλονταν σε ένα πλοίο το οποίο βρισκόταν σε κίνδυνο στα ανοικτά της Πύλου και στο οποίο ήταν στοιβαγμένοι 750 άνθρωποι, που προέρχονταν από χώρες της Αφρικής και είχαν ξεκινήσει από την Λιβύη με προφανή σκοπό να ζητήσουν άσυλο στην Ευρώπη. Αποτέλεσμα ήταν να πνιγούν τελικά περίπου 700 άνθρωποι.
Πρόσφατα συνέβη και ένα άλλο περιστατικό που δείχνει πόσο μεγάλη και βαθιά
είναι στην χώρα μας η κρίση των θεσμών, ακόμη και κορυφαίων. Την χρονιά που μας πέρασε το Συμβούλιο της Επικρατείας [Ολομέλεια] εξέδωσε την απόφαση 1918/2025. Η απόφαση αυτή ότι συνιστά μια πρωτιά μεν, πλην όμως μια εξόχως προβληματική πρωτιά. Η πρωτιά αυτή συνίσταται στο ότι, με την απόφαση αυτή, για πρώτη φορά στην ιστορία του Δικαστηρίου, μετατράπηκε μια σαφής -σαφέστερη δεν γίνεται- φράση, μια φράση, μάλιστα, όχι ενός απλού νόμου, αλλά του ίδιου του Ελληνικού Συντάγματος, που είναι το βασικό κοινωνικό μας συμβόλαιο, και, ειδικότερα, η φράση με την οποία ορίζεται με κρυστάλλινη διαύγεια ότι «η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται» [άρθρο 16 παρ. 8 του Συντάγματος], στο ακριβώς αντίθετο της, δηλαδή στο ότι «η σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες επιτρέπεται». Δεν είναι, όμως, επιτρεπτό εν ονόματι μιας νέας και όχι επαρκώς αποσαφηνισμένης και επεξεργασμένης θεωρίας, όπως είναι η θεωρία της «δυναμικής νομικής ερμηνείας», να καταργούνται η έννοια των λέξεων και τα ίδια τα κείμενα και μάλιστα τα συνταγματικά κείμενα.
Το λίαν ανησυχητικό συμπέρασμα που βγαίνει από όσα σας εξέθεσα δεν μπορεί να είναι άλλο από το ότι, περνάμε μια πρωτοφανή κρίση θεσμών, ότι ζούμε την οπισθοχώρηση του Κράτους Δικαίου, σε μια φάση σοβαρής κρίσης εφαρμογής Συντάγματος και του όλου δικαιικού συστήματος, του νομικού μας πολιτισμού. Και κάτι ακόμη χειρότερο. Βρισκόμαστε σε μια κρίση νοήματος. Δεν είμαστε πια βέβαιοι και σύμφωνοι ούτε για το περιεχόμενο των λέξεων των κανόνων δικαίου, ακόμη και των συνταγματικών.
Προσωπικά αν και προσπαθώ να μην χάσω την ελπίδα, είμαι απαισιόδοξος. Ο ορίζοντας είναι βαριά συννεφιασμένος για το Δίκαιο, την δημοκρατία στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον πλανήτη όλο. Χρειάζεται συνειδητοποίηση, αφύπνιση και ενεργός συμμετοχή όλων των πολιτών. Ο καθένας στον χώρο του και με τα μέσα που διαθέτει. Είναι η ώρα του συναγερμού και όχι των λεπτεπίλεπτων λόγων.
____________________
Εισήγηση στην εκδήλωση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» με θέμα «Ανεξάρτητες αρχές και πολιτικό σύστημα. Τάσεις και εντάσεις» που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα «Μανόλης Αναγνωστάκης» του Δημαρχιακού Μεγάρου Θεσσαλονίκης στις 15 Ιανουαρίου 2026.
[1] Πρωτοεμφανίστηκε στις ΗΠΑ περί τα τέλη του 19ου αιώνα και στην Ευρώπη [με πρώτη την Γαλλία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο]
[2] Η εν λόγω γνωμοδότηση είναι διαθέσιμη στο σύνολο της σε https://eisap.gr/γνωμοδότηση-1-2023/ , 10.1.2023
[3] Πριν την συνταγματική αναθεώρηση του 2019 απαιτούνταν παμψηφία ή πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Η αδυναμία όμως των κομμάτων να συνεννοηθούν και να καταλήξουν σε συναίνεση, που οφείλονταν όχι στο ότι δεν μπορούσαν να ανευρεθούν προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους για να στελεχώσουν τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές, αλλά στην αντίληψη ότι οι ανεξάρτητες αρχές πρέπει να στελεχωθούν με κομματικά ημέτερους, οδήγησε στην απόφαση για αναθεώρηση της επίμαχης συνταγματικής διατάξεως και στην μείωση της απαιτούμενης πλειοψηφίας.
[4] Βλ. σε ό,τι αφορά την ΑΔΑΕ τον θεμελιώδη για την λειτουργία της πλειστάκις προαναφερθέντα ν. 5002/2022 (πριν την ψήφιση μάλιστα του οποίου δεν προηγήθηκε διαβούλευση με την Αρχή) καθώς και τον πιο πρόσφατο νόμο 5160/2024 (για την κυβερνοασφάλεια) που αφήρεσε και αυτός αρμοδιότητες από την ΑΔΑΕ (και πάλι χωρίς προηγούμενη διαβούλευση).
[5] Εφαρμογών, οι οποίες είναι διαδικτυακές και οι επικοινωνίες μέσω των οποίων δεν γίνονται μέσω των παραδοσιακών τηλεπικοινωνιακών δικτύων των παρόχων, αλλά απλώς ως «φιλοξενούμενες» διαβιβάζονται μέσω των δικτύων αυτών.
[6] Βλ. ΣτΕ 1593/2016 [Δ Τμήμα- επταμελής σύνθεση]
[7] Βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ α)Malone κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Αρ. 8691/79, 2.8.1984 (κυρίως §§ 84,85), β)Pietrzak και Βuchawska – Siniarska κλπ κατά Πολωνίας, και Άλλοι, Αρ. 72038/17 και 25237/18, 28.5.2024 (κυρίως § 248 και επ.).
[8] Βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ α) C-293/12 και 594/12) Digital Rights Ireland , 8.4.2014, β) C-203/15 και 698/15 Tele Sverige 2 και Watson, 21.12.2016.
[9] Βλ. την υπ’ αριθ. 9/2009 γνωμοδότηση, διαθέσιμη σε https://eisap.gr/γνωμοδότηση-09-2009/, 9.10.2013.
[10] Πρβλ. ΑΠ 1/2017, 78/2021, 1093/2018, 1801/2016, 689/2014, 1564/2010, 570/2006.
[11] Τις διατάξεις αυτές, στο περιεχόμενο των οποίων και πάλι δεν προβλέπεται από τον επίμαχο νόμο [5002/2022] ότι πρέπει να περιέχεται αιτιολογία της λήψεως του μέτρου της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας, ούτε το ονοματεπώνυμο του πολίτου εις βάρος του οποίου εκδίδεται το μέτρο [προβλέπεται η καταχώρηση στο σώμα της εισαγγελικής διάταξης μόνο του αριθμού της τηλεφωνικής σύνδεσης ή τα στοιχεία τα προσδιοριστικά του υπολογιστού ο οποίος θα τεθεί υπό παρακολούθηση πρέπει κατά το νόμο] τις εκδίδουν αποκλειστικά οι αποσπασμένοι στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών [Ε.Υ.Π.] ή στην Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας της Ελληνικής Αστυνομίας [Δ.Α.Ε.Ε.Β.] εισαγγελείς εφετών, πρέπει δε σε κάθε περίπτωση να εγκρίνονται και από ένα δεύτερο εισαγγελέα εφετών, υπηρετούντα στην οικεία Εισαγγελία Εφετών οριζόμενο με βάση τα ειδικότερα και αναλυτικά προβλεπόμενα στο άρθρο 4 του νόμου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Σύνταγμα στο άρθρο 19 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο ορίζει ότι η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών ανήκει στην δικαστική εξουσία γενικώς και όχι απαραίτητα σε εισαγγελικούς λειτουργούς όπως επέλεξε ο κοινός νομοθέτης [αρχικά με το ν. 2225/1994 και ήδη με το ν. 5002/2022]
[12] Η διαδικασία άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους διακρίβωσης εγκλημάτων διαφοροποιείται αισθητά από το νομοθέτη σε σχέση με την καθιερωθείσα από αυτόν διαδικασία άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας. Οι σχετικές διατάξεις και βουλεύματα εντάσσονται στα πλαίσια ποινικής ανάκρισης και συνεπώς ως εντασσόμενες στην Ποινική Δικονομία είναι δικαιοδοτικές πράξεις. Η διαδικασία είναι «ευνοϊκότερη» για τον «παρακολουθούμενο» από την διαδικασία άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, εφόσον στην οικεία διάταξη ή βούλευμα πρέπει οπωσδήποτε να μνημονεύονται τόσο το ονοματεπώνυμο του «παρακολουθούμενου» όσο και η αιτιολογία της λήψεως του μέτρου. Προβληματισμό σε επίπεδο συμφωνίας με το Σύνταγμα προκαλεί σε σχέση με τις διατάξεις που προβλέπουν τα της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους διακρίβωσης εγκλημάτων το γεγονός ότι ενώ στο Σύνταγμα στο ά. 19 § 1 εδ. β γίνεται λόγος για ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα, ο κοινός νομοθέτης (τόσο του προϊσχύσαντος ν. 2225/1994, όσο και του ήδη ισχύοντος 5002/2022), χωρίς πλέον να προχωρεί σε στάθμιση ποια εγκλήματα είναι ιδιαιτέρως σοβαρά, έτσι ώστε να δικαιολογείται κατά τη συνταγματική επιταγή γι’ αυτά η επιβολή του ιδιαιτέρως επαχθούς μέτρου της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, έχει προβλέψει, με αλληλοδιάδοχες νομοθετικές τροποποιήσεις ότι η άρση μπορεί να γίνεται για όλα ανεξαιρέτως τα κακουργήματα καθώς και για σωρεία συνεχώς προστιθέμενων με διαρκείς αλληλοδιάδοχες νομοθετικές παρεμβάσεις πλημμελημάτων.
[13] Στην §8 του ά. 6 ορίζεται περαιτέρω, ότι «. Η Α.Δ.Α.Ε., μετά τη λήξη ισχύος του μέτρου της άρσης του απορρήτου και κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από τον θιγόμενο, του γνωστοποιεί την επιβολή του μέτρου αυτού εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, με τη σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε». Δηλαδή σε αντίθεση με ότι προβλέπεται για τις περιπτώσεις άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας στις περιπτώσεις που η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών έλαβε χώρα για λόγους διακρίβωσης εγκλημάτων η τυχόν ενημέρωση του θιγέντος από το μέτρο εξακολουθεί να παραμένει ως αρμοδιότητα στην ΑΔΑΕ. Προστέθηκε όμως μια διαδικαστική προϋπόθεση που δεν υπήρχε στη διάταξη του άρθρου 5 § 9 του ν. 2225/1994 (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση της με την § 1 του ά. 87 ν..4790/2021,(ΦΕΚ Α 48) και αυτή είναι η σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Διαπιστώνεται δηλαδή και σε αυτή την περίπτωση την δυσπιστία του νομοθέτη προς την ΑΔΑΕ [δηλ προς τις Α.Α.].
[14] Στο άρθρο αυτό περιλαμβάνεται και σειρά διατάξεων που έχουν σχέση με την ΑΔΑΕ, από τις οποίες οι πιο σημαντικές και κρίσιμες για την λειτουργία της είναι οι ακόλουθες που ορίζουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «8 § 2. 2. Ολόκληρο το κείμενο των διατάξεων και των βουλευμάτων που επιβάλλουν άρση του απορρήτου ή απορρίπτουν σχετικό αίτημα παραδίδεται αμελλητί σε μη επεξεργάσιμη μορφή, με ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο μήνυμα το οποίο καλύπτει τις προϋποθέσεις ασφάλειας του απορρήτου του περιεχομένου, στην Α.Δ.Α.Ε.. Οι διατάξεις και τα βουλεύματα που αποστέλλονται κατά τον ως άνω τρόπο στην Α.Δ.Α.Ε. αποθηκεύονται και τηρούνται σε ειδικά ηλεκτρονικά αρχεία, που βρίσκονται σε σύστημα βάσης δεδομένων. Την αποθήκευση διενεργεί προσωπικό της Α.Δ.Α.Ε. ειδικά εξουσιοδοτημένο προς τούτο από την Ολομέλεια αυτής. Πρόσβαση στο εν λόγω ειδικό αρχείο, καθώς και αναζήτηση στοιχείων πραγματοποιούνται μόνο από τον Πρόεδρο της Α.Δ.Α.Ε. και δύο (2) ακόμη μέλη της Ολομέλειας που ορίζονται από αυτήν. Τα αποτελέσματα της αναζήτησης παρουσιάζονται σε επόμενη συνεδρίαση της Ολομέλειας. … 8 § 6 6. Ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. ενημερώνει για θέματα άρσεων απορρήτου επικοινωνιών τον Πρόεδρο της Βουλής, τους αρχηγούς των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή και τον Υπουργό Δικαιοσύνης…».
[15] Με πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης [C‑349/21 HYA, IP, DD, ZI, SS, Spetsializirana prokuratura, 16.2.2023] που εκδόθηκε επί προδικαστικού ερωτήματος βουλγαρικού δικαστηρίου, κρίθηκαν τα εξής επί λέξει στην σκέψη 65: ««Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική πρακτική σύμφωνα με την οποία οι δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες χορηγείται άδεια για τη χρήση ειδικών μεθόδων συλλογής πληροφοριών, κατόπιν αιτιολογημένου και εμπεριστατωμένου αιτήματος των ποινικών αρχών, καταρτίζονται βάσει τυποποιημένου κειμένου χωρίς εξατομικευμένη αιτιολογία, όπου απλώς αναγράφεται, πέραν της χρονικής διάρκειας ισχύος των αδειών, ότι έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία απαιτήσεις, περί των οποίων γίνεται λόγος στις αποφάσεις αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι οι συγκεκριμένοι λόγοι βάσει των οποίων ο αρμόδιος δικαστής έκρινε ότι τηρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου, υπό το πρίσμα των πραγματικών και νομικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν την προκειμένη περίπτωση, μπορούν να συναχθούν ευχερώς και επακριβώς από μια συνδυασμένη ανάγνωση της αποφάσεως και της αιτήσεως περί χορηγήσεως αδείας και υπό την προϋπόθεση ότι, μετά τη χορήγηση της άδειας, παρέχεται στο πρόσωπο εις βάρος του οποίου επετράπη η χρήση ειδικών μεθόδων συλλογής πληροφοριών πρόσβαση στην αρχική αίτηση»
[16] Πρβλ και απόφαση 465/2024 του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ολομέλεια) στην οποία αναφέρεται στην σκέψη 24 ότι, στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ενημέρωση πολίτου θιγέντος από μέτρο άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, η ενημέρωση δεν πρέπει να περιορίζεται στην γυμνή ενημέρωση ότι έλαβε χώρα άρση του απορρήτου, αλλά πρέπει να συμπληρώνεται και με τη γνωστοποίηση του αιτιολογικού της λήψεως του μέτρου. Αυτό σημαίνει ότι κάθε άρση του απορρήτου των επικοινωνιών πρέπει να τεκμηριώνεται από ένα αιτιολογικό έρεισμα.
[17] Είναι νομίζω η πρώτη φορά στην Ιστορία, όπου πολιτειακό όργανο ζήτησε να ενημερώσει το Κοινοβούλιο της χώρας του επί θεμάτων της αρμοδιότητας του και το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να ενημερωθεί.




