Το εκλογικό σύστημα αποτέλεσε για πολλά χρόνια τον πλέον ασταθή παράγοντα του εκλογικού ανταγωνισμού στην Ελλάδα, καθώς από το 1926 μέχρι και το 1990 σπάνιο ήταν δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις να διεξαχθούν με τους ίδιους ακριβώς κανόνες για την κατανομή των εδρών.
Η διαπίστωση αυτή εδράζεται αρχικά στην εμπειρία του Μεσοπολέμου όπου η εναλλάξ εφαρμογή αναλογικής και πλειοψηφικού αποτέλεσε μόνιμο φαινόμενο, ενώ ο διπολισμός μεταξύ των δύο αυτών τύπων του εκλογικού συστήματος διατηρήθηκε σε γενικές γραμμές μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Οι μεταβολές των εκλογικών συστημάτων συνεχίστηκαν βεβαίως και τα επόμενα χρόνια και δρομολογούνταν συνήθως λίγο πριν την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, με βάση τα συμφέροντα της εκάστοτε κυβερνώσας πλειοψηφίας, θέτοντας έτσι, διαμέσου του κάθε φορά επιλεγέντος συστήματος, τους εκλογικούς συσχετισμούς στην «προκρούστεια κλίνη» των κομματικών σχεδιασμών.
1958-1985: Ενισχυμένη Αναλογική και κλιμακωτή εκπροσώπηση
Ωστόσο από το 1958 μέχρι και το 2004, σχεδόν όλα τα εκλογικά συστήματα, παρά τις συχνές αλλαγές των επιμέρους χαρακτηριστικών τους, υπάγονταν στον γενικότερο τύπο της «Ενισχυμένης Αναλογικής», τα κυριότερα τεχνικά χαρακτηριστικά της οποίας ήταν:
-
Η ακολουθία του μοντέλου των διαδοχικών κατανομών, δηλαδή η διανομή των εδρών αρχικά (Α’ Κατανομή) στις (πρωτοβάθμιες) εκλογικές περιφέρειες με βάση το εκλογικό μέτρο και η διανομή των αδιάθετων εδρών σε Β’ Κατανομή (και κατόπιν σε Γ’) με βάση τους εκλογικούς συσχετισμούς μεταξύ των κομμάτων σε ευρύτερο γεωγραφικό επίπεδο (στις μείζονες-εφετειακές εκλογικές περιφέρειες και στο σύνολο της χώρας αντίστοιχα).
-
Η διεξαγωγή της Β’ και Γ’ Κατανομής με βάση τα αθροιστικά σύνολα των ψήφων που είχαν λάβει τα κόμματα στις αντίστοιχες πρωτοβάθμιες περιφέρειες, με αποτέλεσμα οι δυσαναλογίες που προέκυπταν από την Α’ Κατανομή ουσιαστικά να αναπαράγονται (και εντέλει να ενισχύονται), ενώ επιπρόσθετα αντίστοιχη επίδραση είχε η ξεχωριστή κατανομή των εδρών Επικρατείας μετά το 1974.
-
Η θέσπιση αρκετά υψηλών («ενισχυμένων») ορίων για τη συμμετοχή ενός κόμματος στην Β’ και Γ’ Κατανομή, που υιοθετήθηκαν για πρώτη φορά στον εκλογικό νόμο του 1951. Σε αυτά ακριβώς οφείλεται ο ψευδεπίγραφος όρος «Ενισχυμένη Αναλογική»1, που στη συνέχεια χαρακτήρισε όλα τα εκλογικά συστήματα, όπως διαμορφώθηκαν από το 1958 και μετά.
Η εφαρμογή ενός εκλογικού συστήματος τέτοιου τύπου, τουλάχιστον μέχρι το 1985, είχε ως συνέπεια την «κλιμακωτή εκπροσώπηση» των κομμάτων, με σαφή εύνοια υπέρ των δύο κατά βάση ισχυρότερων και ιδιαίτερα του 1ου κόμματος (υπερεκπροσωπούνταν στο 110%-135% της εκλογικής του δύναμης, βλ. Πίνακα 1). Συνέπεια ήταν αυτό να μπορεί να σχηματίζει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, εφόσον ξεπερνούσε το 40% και εξασφάλιζε ταυτόχρονα μια διακριτή διαφορά ψήφων από το 2ο κόμμα. Από την άλλη πλευρά, σαφής ήταν η υποεκπροσώπηση του 3ου κόμματος (στο 30%-60% της εκλογικής του δύναμης), ειδικά όταν το εκλογικό του ποσοστό κινούνταν στο 10%-15%, ενώ εξαιρετικά περιορισμένες ήταν οι δυνατότητες εκπροσώπησης των τυχόν μικρότερων σε δύναμη κομμάτων, όταν αυτά δεν ξεπερνούσαν το 5%.
Το τελευταίο αυτό στοιχείο οδηγούσε σχεδόν αυτονόητα στην αποτροπή των κομματικών διασπάσεων, ενώ παράλληλα υπήρχε ειδική πρόνοια θέσπισης (αυθαίρετα) αυξημένων προϋποθέσεων-ορίων για τη συμμετοχή συνασπισμών κομμάτων στη Β’ και Γ’ Κατανομή, ώστε την ίδια στιγμή να αποτρέπονται και οι μεταξύ τους συμμαχίες. Διασφαλιζόταν έτσι εντέλει η αυτονομία, αλλά και η μονοκομματική εκπροσώπηση των τριών πολιτικών παρατάξεων, όπως αυτές είχαν ιστορικά προκύψει μέσα από τις διαιρετικές τομές του Εθνικού Διχασμού και του Εμφυλίου2.
Με αυτήν την έννοια, η «Ενισχυμένη Αναλογική» ήταν απόλυτα συνυφασμένη με το ιδιόμορφο σύστημα του ελληνικού πολωμένου και ασύμμετρου τρικομματισμού3, όπως διαμορφώθηκε πλέον μέσα στη δεκαετία του 1960, δημιουργώντας τους όρους της μονοκομματικής κυβερνησιμότητας, αλλά περιορίζοντάς την αποκλειστικά ανάμεσα στους πολιτικούς χώρους του Κέντρου και της Δεξιάς, ενώ η θέση του 3ου κόμματος προοριζόταν για την – ηττημένη στον Εμφύλιο – Αριστερά, παραχωρώντας σε αυτήν μια αυτοτελή μεν, αλλά περιορισμένη και πολιτικά περιθωριοποιημένη κοινοβουλευτική παρουσία4. Η μορφή αυτού του τρικομματισμού, μετά από ενδιάμεσες ανακατατάξεις ή διαφοροποιήσεις στις δύο πρώτες εκλογές της μεταπολίτευσης (1974 και 1977), ουσιαστικά επανήλθε και διατηρήθηκε κατά τη δεκαετία του 19805.
Άλλωστε και η πρώτη παρέμβαση του ΠΑΣΟΚ στην εκλογική νομοθεσία το 1985 κινήθηκε στο ίδιο πλαίσιο της Ενισχυμένης Αναλογικής, ενώ ακόμα και η πλήρης κατάργηση των «δαιμονοποιημένων» μέχρι τότε ορίων για τη συμμετοχή στις δευτερεύουσες Κατανομές είχε απολύτως περιθωριακή επίδραση στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της Αριστεράς (1 επιπλέον έδρα κέρδισε το ΚΚΕ από τους βουλευτές Επικρατείας).
Η «Απλή Αναλογική» του 1989-1990
Η ασυμμετρία του ελληνικού τρικομματισμού αμβλύνθηκε θεσμικά με την Συνταγματική Αναθεώρηση του 1986 και την προσθήκη της τρίτης διερευνητικής εντολής στο άρθρο 37, παρ.3 που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με τη δυνητική συμπερίληψη της Αριστεράς στην διαχείριση της εξουσίας. Ωστόσο, η ουσιαστική υλοποίηση αυτής της αλλαγής επήλθε με τη νέα τροποποίηση του εκλογικού συστήματος και την επαναφορά της «Απλής Αναλογικής» στις εκλογές του 1989-1990, στα πρότυπα του αναλογικού συστήματος του Μεσοπολέμου6.
Η κρισιμότερη τεχνική διαφοροποίηση ήταν ότι ως βάση υπολογισμού της Β’ Κατανομής λαμβάνονταν τα υπόλοιπα των ψήφων, που έμεναν «αχρησιμοποίητα» μετά την διεξαγωγή της Α’ στις εκλογικές περιφέρειες, με το κατά τόπους εκλογικό μέτρο. Με αυτόν τον τρόπο, οι έδρες της Β’ Κατανομής διανέμονταν «διορθωτικά» (σχεδόν ισομοιράζονταν) στα τρία βασικά κόμματα, έτσι ώστε να αντισταθμίζουν -και όχι πλέον να ενισχύουν- την ωφέλεια που κατά κανόνα εξασφάλιζαν τα ισχυρότερα εξ αυτών στην Α’ Κατανομή7.
Παρόλα αυτά, η υπολογισμός του εκλογικού μέτρου της Α’ Κατανομής, όχι ως απλού μέσου όρου των ψήφων ανά έδρα, αλλά με τη διατήρηση της «ρήτρας του +1» στον διαιρέτη (όπως ακριβώς και στην αρχετυπική μορφή της Αναλογικής του Μεσοπολέμου) είχε σαν αποτέλεσμα να κρατάει μειωμένη την αριθμητική σημασία της Β’ Κατανομής και κατά συνέπεια της «διορθωτικής» λειτουργίας της, μην εξαλείφοντας πλήρως τις δυσαναλογίες της Α’ Κατανομής, γεγονός που προκάλεσε και τις βασικές ενστάσεις της Αριστεράς ως προς το νέο εκλογικό σύστημα.
Πίνακας 1: Στοιχεία Κοινοβουλευτικής Εκπροσώπησης ανά Περίοδο Εκλογικού Συστήματος
|
Εκλογικές Αναμετρήσεις |
Αναλογία Εδρών%/Ψήφων% (Κόμματα εντός Βουλής) |
Ποσοστό Εκτός Βουλής |
Κόμματα στη Βουλή |
||
|
1ο Κόμμα |
2ο Κόμμα |
Λοιπά Κόμματα |
|||
|
1958 |
138% |
108% |
49% |
0,2% |
5 |
|
1961 |
115% |
99% |
55% |
0,9% |
3 |
|
1963 |
109% |
112% |
55% |
0,5% |
4 (3) |
|
1964 |
108% |
101% |
62% |
0,2% |
3 |
|
1974 |
135% |
98% |
29% |
2,2% |
4 |
|
1977 |
137% |
122% |
37% |
0,9% |
7 (5) |
|
1981 |
119% |
107% |
40% |
5,1% |
3 |
|
1985 |
117% |
103% |
37% |
1,6% |
4 (3) |
|
Μ. Όρος 1958-1985 |
122% |
106% |
46% |
1,5% |
4,1 (3,6) |
|
1989Α |
109% |
106% |
69% |
2,1% |
5 (3) |
|
1989Β |
107% |
105% |
66% |
1,0% |
6 (3) |
|
1990 |
107% |
106% |
68% |
1,3% |
7 (3) |
|
Μ. Όρος 1989-1990 |
108% |
106% |
68% |
1,5% |
6 (3) |
|
1993 |
121% |
94% |
67% |
4,4% |
4 |
|
1996 |
130% |
94% |
66% |
5,2% |
5 |
|
2000 |
120% |
97% |
65% |
4,7% |
4 |
|
2004 |
121% |
96% |
66% |
4,9% |
4 |
|
2007 |
121% |
89% |
90% |
3,1% |
5 |
|
2009 |
121% |
91% |
92% |
4,8% |
5 |
|
Μ. Όρος 1993-2009 |
123% |
94% |
74% |
4,5% |
4,5 |
|
2012Α |
191% |
103% |
103% |
19,0% |
7 |
|
2012Β |
145% |
88% |
89% |
6,0% |
7 |
|
2015Α |
137% |
91% |
92% |
8,6% |
7 |
|
2015Β |
136% |
89% |
89% |
6,4% |
8 |
|
2019 |
132% |
91% |
91% |
8,1% |
6 |
|
2023Α |
119% |
118% |
120% |
16,0% |
5 |
|
2023Β |
130% |
88% |
89% |
6,1% |
8 |
|
Μ. Όρος 2012Β-2019 και 2023Β |
136% |
89% |
90% |
7,0% |
7,2 |
* σε παρένθεση δεν συνυπολογίζονται τα κόμματα/σχήματα με 1 ή 2 βουλευτές
Πράγματι το αποτέλεσμα της εφαρμογής του ήταν ο περιορισμός της ωφέλειας του 1ου κόμματος (κάνοντας σαφώς πιο δύσκολο το στόχο της αυτοδυναμίας, ανεβάζοντας το απαιτούμενο για αυτήν ποσοστό άνω του 45%-46%) και η αντίστοιχη αύξηση στον βαθμό εκπροσώπησης του 3ου κόμματος, με το μοντέλο της «κλιμακωτής εκπροσώπησης» εντέλει να διατηρείται, έστω και σε μια αμβλυμμένη εκδοχή (βλ. Πίνακα 1). Αυτή ήταν άλλωστε και η διπλή σκοπιμότητα της εκλογικής μεταρρύθμισης, αφενός προσβλέποντας στην παρεμπόδιση της αυτοδυναμίας (σε περίπτωση νίκης της ΝΔ) και ταυτόχρονα στη διασφάλιση της αριθμητικής δυνατότητας κυβερνητικής συνεργασία του ΠΑΣΟΚ (ακόμη και από τη θέση του 2ου κόμματος) με την Αριστερά. Σχεδιασμός ο οποίος ωστόσο παρακάμφθηκε από τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής, ενώ οι τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις που χρειάστηκαν για την οριακή εξασφάλιση της δεδηλωμένης για τη ΝΔ (με 46,9% και 150 έδρες τον Απρίλιο του 1990 και με τη στήριξη του βουλευτή Θ. Κατσίκη της ΔΗΑΝΑ) αποτέλεσαν για χρόνια το βασικό αντεπιχείρημα προς οποιαδήποτε σκέψη επαναφοράς της Αναλογικής.
1993-2004: Ενισχυμένη Αναλογική και Εξομάλυνση
Το επόμενο εκλογικό σύστημα που ψήφισε η κυβέρνηση της ΝΔ, σχεδόν αμέσως μετά την άνοδό της στην εξουσία (Ν. 1907/1990), συνιστούσε αναμφίβολα μια μεθοδολογική καινοτομία, καθώς αποτελούσε ουσιαστικά έναν υβριδικό συνδυασμό της Ενισχυμένης Αναλογικής με στοιχεία της «Απλής» του 1989-1990. Ο εκλογικός νόμος πράγματι επανέφερε την «ενίσχυση» της υπερεκπροσώπησης του 1ου κόμματος και μάλιστα επαυξημένη (υιοθετώντας τις σχετικές τροποποιήσεις που είχε επιφέρει το ΠΑΣΟΚ το 1985), καθώς του εξασφάλιζε την αυτοδυναμία με οποιοδήποτε ποσοστό ανώτερο του 40%, ανεξαρτήτως πλέον της διαφοράς του από το 2ο κόμμα. Σε περιπτώσεις μάλιστα μεγάλης εκλογικής απόστασης ανάμεσά τους, η αυτοδυναμία μπορούσε θεωρητικά να επιτευχθεί ακόμα και με ποσοστά πολύ χαμηλότερα από 40%.
Την ίδια στιγμή όμως, παράλληλα και με την εισαγωγή του ορίου-φραγμού του 3% για την είσοδο στη Βουλή, το νέο σύστημα προέβλεπε για οποιοδήποτε κόμμα να εκπροσωπείται τουλάχιστον σε βαθμό 70% της εκλογικής δύναμής του («Εξομάλυνση»), διατηρώντας έτσι για την Αριστερά τα ίδια επίπεδα εκπροσώπησης με εκείνα της «Απλής Αναλογικής» 1989-19908. Η πρόβλεψη δε αυτή δεν επηρέαζε την αυτοδυναμία του 1ου κόμματος, καθώς οι απαιτούμενες για την Εξομάλυνση έδρες αφαιρούνταν αποκλειστικά από το 2ο κόμμα, οδηγώντας συχνά και αυτό σε ελαφρά υποεκπροσώπηση (βλ. Πίνακα 1).
Ενώ όμως η βελτιωμένη αυτή εκπροσώπηση το 1989-1990 αφορούσε αποκλειστικά το 3ο κόμμα, της Αριστεράς, ο μηχανισμός της Εξομάλυνσης την επέκτεινε για οποιοδήποτε μικρό κόμμα ήταν ικανό να υπερβεί το νέο όριο εισόδου (3%), λειτουργώντας έτσι ως «πολιτική ευκαιρία» για νεοεμφανιζόμενους κομματικούς σχηματισμούς. Η συνθήκη αυτή μάλιστα, σε αντίθεση με την παραδοσιακή Ενισχυμένη Αναλογική, ευνοούσε τις κομματικές διασπάσεις, με πρώτο «θύμα» την ίδια την κυβέρνηση της ΝΔ του Κ. Μητσοτάκη, με την ίδρυση της Πολιτικής Άνοιξης του Α. Σαμαρά. Γενικότερο αποτέλεσμα ήταν η αύξηση του αριθμού των κοινοβουλευτικών κομμάτων σε 4 ή 5, δηλαδή σε μία μορφή «περιορισμένου πολυκομματισμού»9, ξεφεύγοντας από την τυπική μορφή του σταθερού ως τότε τρικομματικού τοπίου10.
Το συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα έμελλε μάλιστα να είναι το μακροβιότερο της ελληνικής ιστορίας, καθώς εφαρμόστηκε αμετάβλητο σε 4 διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις (από το 1993 έως το 2004), θέτοντας φαινομενικά τέρμα στην παράδοση των συνεχών εκλογικών μεταρρυθμίσεων. Εξέλιξη που επρόκειτο να κατοχυρωθεί και με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 (αρ. 54, παρ.1), η οποία απαιτούσε πλέον αυξημένη πλειοψηφία 2/3 (200 βουλευτών) για την εφαρμογή κάθε νέου εκλογικού νόμου στις αμέσως επόμενες εκλογές.
Τα εκλογικά συστήματα του μπόνους: εκπροσώπηση «δύο ταχυτήτων»
Ακόμα ριζικότερη τομή αποτέλεσε ο εκλογικός νόμος 3231/2004 («νόμος Σκανδαλίδη»), ο οποίος, ενώ συχνά συγκαταλέγεται στην ευρύτερη κατηγορία της Ενισχυμένης Αναλογικής, στην πραγματικότητα εισήγαγε το πρώτο και τυπικά μικτό εκλογικό σύστημα στην Ελλάδα, καθώς αφενός προέβλεπε οι έδρες να κατανέμονται στα κόμματα αρχικά σε εθνικό επίπεδο (και στη συνέχεια να ακολουθεί η αναλυτική προσκύρωσή τους στις διάφορες εκλογικές περιφέρειες), αφετέρου συνδύαζε την απευθείας παραχώρηση ενός σταθερού μπόνους εδρών στο 1ο κόμμα με την απολύτως αναλογική κατανομή όσων απέμεναν από τις 300 στα κόμματα υπερβαίνουν το όριο του 3%. Το μέγεθος του μπόνους καθορίστηκε αρχικά στις 40 έδρες, ενώ αργότερα αυξήθηκε στις 50 με τον Ν. 3636/2008 («νόμος Παυλόπουλου»).
Με αυτόν τον τρόπο το νέο εκλογικό σύστημα συνιστούσε τον μέγιστο μέχρι εκείνη τη στιγμή συγκερασμό των αιτημάτων για κυβερνησιμότητα και αντιπροσωπευτικότητα11, ενώ για πρώτη φορά εισήγαγε την εκπροσώπηση «δύο ταχυτήτων», διακρίνοντας τον νικητή από τους «ηττημένους» και εγκαταλείποντας έτσι την μέχρι τότε «κλιμακωτή» αντιμετώπιση των κομμάτων ανάλογα με το εκλογικό τους μέγεθος. Εξασφάλιζε έτσι για τα μικρότερα κοινοβουλευτικά κόμματα εκπροσώπηση σε επίπεδα πρωτοφανώς υψηλά για τα μέχρι τότε δεδομένα της ελληνικής εκλογικής ιστορίας: θεωρητικά αντιστοιχούσε περίπου στο 90% της εκλογικής τους δύναμης με τον νόμο Σκανδαλίδη και έπεφτε στο 85% με τον νόμο Παυλόπουλου, με την τελική τιμή της ωστόσο να μπορεί να αυξάνεται περαιτέρω, ανάλογα και με το αθροιστικό ποσοστό εκτός βουλής (βλ. Πίνακα 1).
Μια επιπλέον μεθοδολογική καινοτομία αυτής της μορφής του εκλογικού συστήματος ήταν η δυνατότητα του εκ των προτέρων υπολογισμού του ελάχιστου απαιτούμενου ποσοστού για την επίτευξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, του λεγόμενου «ορίου αυτοδυναμίας» (ή «ορίου κυβερνητικής πλειοψηφίας», σε περίπτωση συνεργασίας κομμάτων), το οποίο καθοριζόταν από το μέγεθος του μπόνους και από το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που έμεναν εκτός βουλής. Έτσι, στην αρχική εκδοχή του μπόνους των 40 εδρών, με τα συνήθη τότε ποσοστά εκτός βουλής (4,4%-5,2% μέχρι το 2004), το όριο αυτοδυναμίας τοποθετούνταν στο 40%-41%, ποσοστό απολύτως εφικτό για τα δεδομένα της εποχής. Αποτέλεσμα ήταν οι μονοκομματικές κυβερνήσεις να εξακολουθούν να αποτελούν τον κανόνα του ελληνικού πολιτικού συστήματος σε κοινοβούλια των 4-5 κομμάτων.
Το όριο αυτοδυναμίας θα μειώνονταν περαιτέρω σε 38%-39% με τον νόμο του 2008 (και την αύξηση του μπόνους σε 50 έδρες)12, ο οποίος όμως χωρίς την αυξημένη πλειοψηφία των 200 βουλευτών, θα έμπαινε σε εφαρμογή από τις μεθεπόμενες εκλογές, αποτελώντας τελικά το βασικό κανόνα διεξαγωγής όλων των εκλογικών αναμετρήσεων της εποχής της οικονομικής (και μετέπειτα πολιτικής) κρίσης 2012-2019. Βεβαίως, η εκλογική κατάρρευση των δύο μεγάλων παραδοσιακών κομμάτων μετά τον εκλογικό σεισμό του 2012 και η αντικατάσταση στο δικομματισμό του ΠΑΣΟΚ από τον ΣΥΡΙΖΑ, καθιστούσε πλέον πρακτικά αδύνατη την επίτευξη μονοκομματικής πλειοψηφίας (με τα αθροιστικά ποσοστά του νέου δικομματισμού ΝΔ+ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το 2015 να κυμαίνονται μεταξύ 57% και 65%) και αντίστοιχα αναγκαία τη δημιουργία κυβερνήσεων συνεργασίας.
Από την άλλη πλευρά, η γενικότερη αποσύνθεση των παραδοσιακών εκλογικών ταυτίσεων, αλλά και τα προαναφερθέντα υψηλά επίπεδα εκπροσώπησης που ο εκλογικός νόμος προσέφερε ακόμα και για τα μικρότερα κοινοβουλευτικά κόμματα, είχε ως παράλληλη συνέπεια τον πρωτοφανή κατακερματισμό του εκλογικού τοπίου και την εκρηκτική αύξηση της εκλογικής προσφοράς, με την εμφάνιση νέων κομμάτων-διεκδικητών ρόλου σε αυτό («εκλογική επιδημία»)13, καταλήγοντας σε κοινοβούλια των 7-8 κομμάτων μέχρι το 2019 και μετατοπίζοντας το κομματικό σύστημα στη μορφή του «ακραίου πολυκομματισμού»14.
Σε αυτό το πλαίσιο πάντως, η υπερενίσχυση του 1ου κόμματος με το μπόνους των 50 εδρών αποδείχθηκε καθοριστική για τη διευκόλυνση της δημιουργίας δικομματικών κυβερνήσεων, περιορίζοντας σημαντικά τους κινδύνους της πολιτικής αστάθειας. Οι συνεργασίες ΝΔ+ΠΑΣΟΚ (μετά το 2013) και ΣΥΡΙΖΑ+ΑΝΕΛ αποτέλεσαν τα βασικά κυβερνητικά σχήματα της περιόδου, με το δεύτερο μάλιστα να είναι το εκλογικά μικρότερο -με βάση τα αθροιστικά ποσοστά ψήφων- στην ελληνική ιστορία (41,1% τον Ιανουάριο και 39,2% το Σεπτέμβριο του 2015)15.
Ωστόσο το νέο κατακερματισμένο τοπίο ανέδειξε παράλληλα τις παρενέργειες του εν λόγω εκλογικού συστήματος, με τεχνικά κυριότερη την υπέρμετρη υπερεκπροσώπηση του 1ου κόμματος, σε επίπεδα πρωτόγνωρα. Κορυφαίο παράδειγμα οι εκλογές του Μαΐου του 2012, όπου η ΝΔ με 18,9% των ψήφων έλαβε το 36% των εδρών (108), εκπροσωπήθηκε δηλαδή σε αναλογία 191% (βλ. Πίνακα 1), σχεδόν διπλάσια της εκλογικής της δύναμης, προκαλώντας μια πρωτοφανή παραβίαση της αρχής της ισότητας της ψήφου για τα δεδομένα ενός τυπικά αναλογικού (ή έστω μικτού ημι-αναλογικού) εκλογικού συστήματος.
Άλλωστε η μονοκομματική απόδοση του μπόνους (δηλαδή η μονοσήμαντη υπερεκπροσώπηση του 1ου κόμματος και η σαφής πλέον υποεκπροσώπηση του 2ου) είχε και μια άλλη θεσμικού και πολιτικού χαρακτήρα παρενέργεια. Σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας, το 1ο κόμμα διατηρεί και πάλι την αποκλειστική πρωτοβουλία για συγκρότηση κυβέρνησης, με τη συνταγματική πρόβλεψη περί τριών διερευνητικών εντολών (αρ. 37) να καθίσταται στην πράξη ανούσια, καθώς η δεύτερη και η τρίτη εντολή αποκτούν καθαρά τελετουργικό χαρακτήρα, όπως ακριβώς φάνηκε μετά τις εκλογές του Μαΐου του 2012. Προκύπτει έτσι η μορφή ενός πολυκομματικού τοπίου, αλλά με απόλυτα μονοκομματικό έλεγχο, τη στιγμή μάλιστα που ειδικά για το 2ο κόμμα, φαίνεται να ισχύει το συμπέρασμα που διατύπωνε ο Ν. Ν. Σαρίπολος ως κριτική στα πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα του 19ου αιώνα: «η μειοψηφία δεν έχει παρά ένα μόνο δικαίωμα: να προσπαθεί να καταστεί πλειοψηφία»16.
Ένα επιπλέον στοιχείο διασφάλισης της κυριαρχίας του 1ου κόμματος ήταν η αποτροπή των συνεργασιών που εκ νέου είχε εισαγάγει ο εκλογικός νόμος του 2008, δια της επαναφοράς της διάκρισης μεταξύ αυτοτελούς κόμματος και συνασπισμού ως προς την απόδοση του μπόνους, ως κατάλοιπο της παλαιοκομματικής-μετεμφυλιακής λογικής (πρωτοκαθιερώθηκε στον εκλογικό νόμο 3822/1958, με σκοπό τότε τον αποκλεισμό της ΕΔΑ από την Β’ Κατανομή)17, για την οποία έχει ασκηθεί κατά καιρούς και έντονη κριτική ως προς τη συνταγματική της ευστάθεια18.
2023: Διπλές εκλογές με διπλό εκλογικό σύστημα
Σε κάθε περίπτωση μέχρι και το 2015, λόγω και των εύθραυστων κοινοβουλευτικών συσχετισμών, δεν προωθήθηκε καμία εκλογική μεταρρύθμιση, τότε που θα ήταν ίσως πιο επίκαιρη από ποτέ, έστω ως αναζήτηση διεξόδου από την πολιτική κρίση. Έτσι, η πρώτη παρέμβαση στην εκλογική νομοθεσία έγινε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με τον Ν. 4406/2016 ο οποίος προέβλεπε την πλήρη κατάργηση του μπόνους πλειοψηφίας και θα ίσχυε μετά τις εκλογές του 2019, δεδομένου ότι δεν συγκέντρωσε την έγκριση 200 βουλευτών. Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση όμως αποδείχθηκε προβληματική, τόσο ως προς την πολιτική προοπτική της (τα δύο από τα τρία κόμματα που συμπορεύθηκαν με τον ΣΥΡΙΖΑ στην υπερψήφιση της αναλογικής, δηλαδή οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Ένωση Κεντρώων, εξαφανίστηκαν από το κοινοβουλευτικό τοπίο μετά το 2019), όσο και ως προς την αριθμητική λειτουργικότητά της, καθώς ανέβαζε το όριο πλειοψηφίας στο 45%-48% (για 5%-10% εκτός βουλής), επίπεδο πολιτικά και αριθμητικά ανέφικτο για τα δεδομένα του ελληνικού πολιτικού συστήματος19.
Ένας τέτοιος στόχος φάνταζε ιδιαίτερα δύσκολος στο πλαίσιο του έντονα διπολικού πολυκομματικού ανταγωνισμού που επικρατούσε μετά το 2012, ενώ εκ των πραγμάτων απαιτούσε συνεργασία περισσότερων των δύο κομμάτων (στην περίοδο 2012-2019, το μοναδικό δυνητικό δικομματικό σχήμα που έφτανε αθροιστικά σε αυτά τα εκλογικά επίπεδα θα ήταν εκείνο της ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ το 2019, με άθροισμα εκλογικών δυνάμεων 48%), την ίδια εποχή που κόμματα πολιτικά μη επιδεκτικά (ΚΚΕ) ή μη αποδεκτά (Χρ. Αυγή) σε κυβερνητικές συνεργασίες συνολικά συγκέντρωναν 10%-15% των ψήφων.
Ομοίως προβληματική αποδείχθηκε για την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος και η τακτική των κομμάτων, με την στρατηγική του ΠΑΣΟΚ για περιφρούρηση της πολιτικής του αυτονομίας διαμέσου της διπλής άρνησης συνεργασίας προς τα δύο μεγάλα κόμματα, αλλά και την επαμφοτερίζουσα στάση του ΣΥΡΙΖΑ που συνδύαζε την προοπτική της «προοδευτικής διακυβέρνησης» με τον ανταγωνιστικό στόχο επίτευξης της σχετικής πλειοψηφίας («νίκη με μια ψήφο διαφορά»)20.
Το πιο ισχυρό όμως πλήγμα στην Αναλογική ήρθε μετά τις εκλογές του 2019 με τον Ν. 4654/2020 της νέας κυβέρνησης της ΝΔ, που προέβλεπε την επαναφορά του μπόνους, αλλά σε μια κλιμακωτή εκδοχή του, έτσι ώστε το μέγεθός του να κυμαίνεται από 20 έως 50 έδρες, για αντίστοιχα εκλογικά ποσοστά του 1ου κόμματος από 25% έως 40% και άνω21. Η υπέρμετρη υπερεκπροσώπησή22 του μετριάζονταν έτσι σημαντικά για ποσοστά μικρότερα του 30%-35%, όμως για 35%-40% το μπόνους τοποθετούνταν στις 40-50 έδρες, ως μία ενδιάμεση εκδοχή των νόμων Σκανδαλίδη και Παυλόπουλου. Παρόλα αυτά, χωρίς και πάλι την απαιτούμενη πλειοψηφία των 2/3, η εφαρμογή του νέου εκλογικού συστήματος μετατέθηκε για τις εκλογές αμέσως μετά εκείνων της Αναλογικής, την οποία ωστόσο καθιστούσε έτσι εκλογικό σύστημα «μίας χρήσης».
Η οριστική δε υπονόμευση της Αναλογικής στην πράξη δρομολογήθηκε με την διακήρυξη του πρωθυπουργού για μη αποδοχή του αποτελέσματος των αμέσως επόμενων εκλογών (σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας) και για άμεση προκήρυξη δεύτερων (υπό μορφή οιονεί επαναληπτικού δεύτερου γύρου), με το νέο σύστημα του κλιμακωτού μπόνους. Η διεξαγωγή διπλών εκλογών, για τρίτη φορά ουσιαστικά από το 2012, έτεινε έτσι να αναχθεί σε σταθερό κανόνα του εκλογικού ανταγωνισμού, αλλοιώνοντας σε μεγάλο βαθμό τους όρους του και ενισχύοντας ουσιαστικά τον πλειοψηφικό του χαρακτήρα. Η στρατηγική αυτή εντούτοις αποδείχθηκε απολύτως επιτυχημένη για τη ΝΔ, η οποία πέτυχε αρχικά τη μέγιστη συσπείρωση των δυνάμεών της, απενεργοποιώντας τον κίνδυνο της «χαλαρής ψήφου» στις διαφαινόμενα «άγονες» εκλογές του Μαΐου, αλλά και διατήρησε ουσιαστικά το ποσοστό της τον Ιούνιο (40,6%), σε επίπεδα τέτοια ώστε να λάβει πλήρες το μπόνους των 50 εδρών, ακριβώς όπως και το 2019, κερδίζοντας εκ νέου την αυτοδυναμία.
Βεβαίως, ο σχεδιασμός των διπλών εκλογών με εναλλάξ εφαρμογή δύο διαφορετικών εκλογικών συστημάτων (όπως είχε ξανασυμβεί μόνο το 1932-1933) εγείρει ενδεχομένως και θεωρητικά ερωτήματα ως προς τη συμβατότητά της με το πνεύμα του συνταγματικού νομοθέτη του 2001, που είχε ως σκοπό την αποτροπή των στοχευμένων αλλαγών της εκλογικής νομοθεσίας από την εκάστοτε πλειοψηφία ενόψει των εκλογών που θα διαμόρφωναν την επόμενη κοινοβουλευτική σύνθεση. Άλλωστε με βάση αυστηρά το γράμμα του συντάγματος, το νέο εκλογικό σύστημα της ΝΔ θα μπορούσε θεωρητικά να είχε ψηφιστεί από την βουλή ακόμα και τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο του 2023, δηλαδή μόλις 2-3 μήνες πριν την εφαρμογή του τον Ιούνιο. Η αποτροπή ενός τέτοιου φαινομένου θα μπορούσε να εξασφαλισθεί μόνο με την προσθήκη ενός σαφούς χρονικού ορίου για την εφαρμογή του κάθε νέου εκλογικού συστήματος (πχ. μετά την ολοκλήρωση 4 ετών από την ψήφισή του ή μετά την παρέλευση τουλάχιστον 18 μηνών από τις αμέσως επόμενες εκλογές), εφόσον αυτό δεν συγκεντρώνει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 2/323.
Η σημερινή συγκυρία: μονοκομματικό μπόνους και τα ερωτήματα των συνεργασιών
Η παραπάνω συζήτηση θα μπορούσε να παραμένει εν μέρει επίκαιρη, δεδομένου ότι ανάλογος σχεδιασμός (διπλών εκλογών με διπλό εκλογικό σύστημα) μπορεί θεωρητικά να υλοποιηθεί στην αμέσως επόμενη εκλογική μάχη, την προγραμματισμένη για το 2027. Παρόλα αυτά, όσο πλησιάζει το τέλος της τετραετίας, το ενδεχόμενο μιας νέας αλλαγής του εκλογικού συστήματος (τουλάχιστον ως προς τις μείζονες ρυθμίσεις του) όλο και περισσότερο απομακρύνεται, καθώς θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις πολλαπλές διακηρύξεις του πρωθυπουργού περί θεσμικής σταθερότητας σε σχέση με την εκλογική νομοθεσία και συμβολικά θα παρέπεμπε σε μια απολύτως παλαιοκομματική λογική, εκπέμποντας παράλληλα και εκλογική ανασφάλεια.
Από την άλλη πλευρά, η πολυσυζητημένη αύξηση του ορίου εισόδου στη βουλή από 3% σε 5% (που εντελώς θεωρητικά, με βάση τα αποτέλεσμα των διπλών εκλογών του 2023, θα μπορούσε να κατεβάσει το όριο αυτοδυναμίας σε επίπεδα βρετανικού πλειοψηφικού, περί το 34%) θα ήταν από μόνη της ικανή να ωθήσει σε συνεργασίες στον χώρο της αντιπολίτευσης, τη στιγμή που ο σημερινός κατακερματισμός της αποτελεί ίσως το ισχυρότερο (αν όχι πια και το μοναδικό) συγκριτικό πλεονέκτημα του κυβερνώντος κόμματος. Ανάλογη επίδραση θα είχε και η κατά καιρούς φημολογούμενη προσθήκη ενός επιπλέον μπόνους με βάση τη διαφορά μεταξύ 1ου και 2ου κόμματος, εφόσον δεν επεκταθεί και σε αυτό το σημείο η διάκριση μεταξύ αυτοτελών κομμάτων και συνασπισμών.
Πράγματι η επιτυχία της ΝΔ το 2023 επιστεγάστηκε με την κατάρρευση των εκλογικών ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ και τον πλήρη κατακερματισμό των δυνάμεων της αντιπολίτευσης, αναδεικνύοντας ουσιαστικά τη ΝΔ σε κυρίαρχο κόμμα24, εικόνα που διατηρείται μέχρι σήμερα, καθώς για την ώρα η εκλογική υπεροχή της εξακολουθεί να μην απειλείται ορατά, παρά τη σημαντική φθορά που καταγράφει στις δημοσκοπήσεις.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που αποκαλύπτεται μια βασική δομική λειτουργία του συστήματος του μονοκομματικού μπόνους, που δεν παράγει καμία τεχνική ωφέλεια του 2ου κόμματος έναντι των μικρότερων, έτσι ώστε να ωθήσει ψηφοφόρους (ή και στελέχη) τους προς εκείνο, εν είδει «ψυχολογικών επιπτώσεων»25 της λεγόμενης «χαμένης» (ή έστω αποδυναμωμένης κατ’ αξίαν) ψήφου. Έτσι το τρέχον εκλογικό σύστημα, σε αντίθεση με την παραδοσιακή Ενισχυμένη Αναλογική, δεν οδηγεί αυτονόητα στη συγκρότηση ισχυρού δικομματισμού. Όσο για το 2ο κόμμα, το μόνο συγκριτικό πλεονέκτημα του έναντι των μικρότερων προκύπτει πλέον μόνο εφόσον αυτό έχει μια ανατρέψιμη διαφορά από το 1ο κόμμα, δηλαδή βάσιμες (και δημοσκοπικά ρεαλιστικές) προοπτικές διεκδίκησης της πρωτιάς, άρα και του μπόνους. Έτσι, αν και το μονοκομματικό μπόνους δεν είναι ο κύριος όρος ανάδειξης κυρίαρχου κόμματος, είναι σίγουρα ένας επιπλέον τεχνικός παράγοντας διατήρησης του κεκτημένου μιας τέτοιας κυριαρχίας.
Στο σημερινό πολιτικό τοπίο ωστόσο η κατάσταση φαντάζει ακόμα πιο περίπλοκη, δεδομένου ότι η υπαρκτή ακόμα (αλλά σαφώς τραυματισμένη δημοσκοπικά) κυριαρχία του κυβερνώντος κόμματος, που λόγω του μονοκομματικού μπόνους μεταφράζεται και σε ξεκάθαρο πλεονέκτημα ως προς τη συνέχεια του ελέγχου της εξουσίας, συνδυάζεται παράλληλα με την όλο και πιο έντονη εικόνα αποξένωσής του από το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα, με βάση και τη χαμηλή αποδοχή του κυβερνητικού έργου από τη συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων των άλλων κομμάτων. Γεγονός που περιορίζει σημαντικά τις μετεκλογικές προοπτικές συνεργασίας. Το κρίσιμο δε επιπλέον στοιχείο είναι η διογκωμένη απόσταση της εκτιμώμενης εκλογικής επιρροής της ΝΔ από το όριο αυτοδυναμίας, στοιχείο που μειώνει τις δυνατότητες άσκησης πολιτικής πίεσης στα υπόλοιπα κόμματα ή φαινομενικά αποδυναμώνει την διατύπωση του αιτήματος της κυβερνησιμότητας έναντι των ψηφοφόρων.
Η έλλειψη πολιτικού συνομιλητή δεν είναι βεβαίως καινούργιο φαινόμενο για το κυβερνών κόμμα, καθώς και το 2023 η στρατηγική πολιτικής αυτονομίας του ΠΑΣΟΚ έθετε ανάλογα ζητήματα, ενώ ειδικά το ξέσπασμα της υπόθεσης των υποκλοπών καθιστούσε πρακτικά αδιανόητη οποιαδήποτε μετεκλογική συνεργασία μεταξύ τους. Τότε παρόλα αυτά, ο αριθμητικά (δημοσκοπικά) ρεαλιστικός στόχος της αυτοδυναμίας είναι πιθανό να λειτούργησε σε ένα μέρος των ψηφοφόρων που αμφιταλαντεύονταν ανάμεσα στα δύο κόμματα, κατευθύνοντάς τους τελικά προς τη ΝΔ. Δεν μπορεί δηλαδή να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η υπόθεση των υποκλοπών να είχε εντέλει μια απροσδόκητη ωφέλεια για το κυβερνών κόμμα, ενισχύοντας το αφήγημα της αυτοδυναμίας26.
Υπό τις παραπάνω συνθήκες, για την επόμενη εκλογική μάχη η προοπτική και ο σχεδιασμός των διπλών εκλογών επανέρχονται ως ισχυρή πιθανότητα, έτσι ώστε η αδυναμία κυβερνητικής λύσης στις πρώτες και το διαφαινόμενο φάσμα της ακυβερνησίας να αποτελέσει τον βασικό μοχλό πίεσης ενόψει των δεύτερων. Εντούτοις η επιτυχής υλοποίηση ενός τέτοιου πολιτικού σχεδιασμού θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες και πρωτίστως από το ποσοστό της ΝΔ στην αμέσως επόμενη αναμέτρηση, το οποίο θα αποτελέσει την αφετηρία ενόψει της κούρσας για τις επαναληπτικές εκλογές και επιπλέον θα καθορίσει την πειστικότητα αλλά και τη βαρύτητα του αιτήματος της κυβερνησιμότητας και του στόχου της αυτοδυναμίας27.
Βεβαίως δεν μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο της απόλυτης αποσυσπείρωσης της ΝΔ στις πρώτες εκλογές, εφόσον στους ψηφοφόρους εμπεδωθεί η «άγονη» προοπτική τους, κάτι που θα αλλοίωνε τον περιεχόμενο της αναμέτρησης, ενισχύοντας την «χαλαρή ψήφο» και θα προσέδιδε χαρακτήρα εκλογών «2ης τάξης»28, διακινδυνεύοντας για το προπορευόμενο κυβερνών κόμμα ακόμα και το όριο του 25% για την λήψη του μπόνους πλειοψηφίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, με τις φυγόκεντρες δυνάμεις να επικρατούν έναντι των κεντρομόλων, οι αμέσως επόμενες εκλογές δεν αποκλείεται να καταλήξουν σε έναν γενικευμένο «εκλογικό σεισμό» (ανάλογο σχεδόν με εκείνον του Μαΐου του 2012), που το 2023 αφορούσε αποκλειστικά τον χώρο της αντιπολίτευσης και κυρίως της κεντροαριστεράς.
Από την άλλη πλευρά, ακόμα και αν ο εκλογικός σεισμός αποφευχθεί κατά την πρώτη αναμέτρηση, τίποτα δεν εγγυάται εκ προοιμίου την τελεσφόρηση της δεύτερης, η επιτυχία της οποίας θα εξαρτηθεί πρωτίστως από το εκλογικό «ταβάνι» του πλειοψηφούντος κόμματος, δηλαδή από την τελική απόστασή του από το όριο της αυτοδυναμίας και κυρίως από το ακόμα υψηλότερο όριο της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Διότι μια ιδιοτυπία του κλιμακωτού μπόνους είναι ότι διαφοροποιεί τα δύο αυτά όρια μεταξύ τους, με το δεύτερο να γίνεται όλο και υψηλότερο, όσο μικρότερο είναι το ποσοστό -και αντίστοιχα το μπόνους- του 1ου κόμματος (βλ. Πίνακα 2). Έτσι για παράδειγμα, με 10% συνολικό ποσοστό εκτός βουλής, το όριο αυτοδυναμίας υπολογίζεται σε 37,5%. Αν όμως το 1ο κόμμα λάβει 32,5% (131 έδρες – με το μπόνους στις 35) τότε απαιτείται συνεργασία με ένα κόμμα (ή περισσότερα) συνολικής εκλογικής δύναμης 7,0%, έτσι ώστε τελικά το όριο κυβερνητικής πλειοψηφίας να διαμορφώνεται στο 39,5%. Αν πάλι το 1ο κόμμα λάβει 27,5% (109 έδρες – με το μπόνους στις 25), τότε πρέπει να αναζητήσει συνεργασία με εκλογικές δυνάμεις του 13,6% (το όριο πλειοψηφίας ανέρχεται στο 41,1%) και ίσως η εύρεση ενός μόνο κυβερνητικού εταίρου να μην είναι αριθμητικά αρκετή. Στην πραγματικότητα η κυβερνητική συνεργασία με ένα κόμμα εκλογικής δύναμης του 5% περίπου καθίσταται εφικτή μόνο όταν το 1ο κόμμα υπερβεί το 32,5% και το αθροιστικό ποσοστό εκτός βουλής (λόγω του γενικότερου κατακερματισμού) το 10%.
Πίνακας 2: Όρια Αυτοδυναμίας και Κυβερνητικής Πλειοψηφίας με Κλιμακωτό Μπόνους
|
Ψήφοι% 1ου Κόμματος |
Εκτός Βουλής 5% |
Εκτός Βουλής 10% |
Εκτός Βουλής 15% |
||||||
|
Έδρες 1ου Κόμματος |
Ψήφοι% Κυβερν. Εταίρων |
Όριο |
Έδρες 1ου Κόμματος |
Ψήφοι% Κυβερν. Εταίρων |
Όριο |
Έδρες 1ου Κόμματος |
Ψήφοι% Κυβερν. Εταίρων |
Όριο |
|
|
25,0% |
94 |
19,5% |
44,5% |
98 |
17,2% |
42,2% |
102 |
14,7% |
39,7% |
|
27,5% |
105 |
16,1% |
43,6% |
109 |
13,6% |
41,1% |
114 |
11,3% |
38,8% |
|
30,0% |
115 |
12,5% |
42,5% |
120 |
10,2% |
40,2% |
125 |
8,0% |
38,0% |
|
32,5% |
126 |
9,1% |
41,6% |
131 |
7,0% |
39,5% |
136 |
4,7% |
37,2% |
|
35,0% |
136 |
5,7% |
40,7% |
141 |
3,3% |
38,3% |
147 |
3,0% |
38,0% |
|
36,0% |
140 |
4,2% |
40,2% |
145 |
3,0% |
39,0% |
151 |
Αυτοδυναμία |
|
|
37,5% |
146 |
3,0% |
40,5% |
151 |
Αυτοδυναμία |
|
|||
|
38,9% |
151 |
Αυτοδυναμία |
|
|
|||||
Με βάση την τελευταία διαπίστωση, αν η γενίκευση του εκλογικού σεισμού αποτελεί ένα ενδεχόμενο για την πρώτη αναμέτρηση, ένα άλλο είναι η αδυναμία εύρεσης εκλογικά επαρκών ή πολιτικά συμβατών κυβερνητικών συμμαχιών, ακόμα και στις δεύτερες εκλογές, εφόσον επαληθευθεί αφενός η εκλογική υπεροχή και αφετέρου η πολιτική απομόνωση του κυβερνώντος κόμματος. Σε μια τέτοια περίπτωση και ενώπιον ενός τέτοιου «γόρδιου δεσμού», είναι υπαρκτή η προοπτική ευκαιριακών κυβερνητικών συνεργασιών, χωρίς ισχυρό πολιτικό περιεχόμενο, με αβέβαιη τη σταθερότητά τους και πάντως σε ένα μοντέλο δημοκρατίας πολύ μακριά από το συναινετικό, που πιο σωστά ίσως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ψευδοπλειοψηφικό».
Μια λύση ενώπιον ενός τέτοιου ενδεχομένου – που αναδεικνύει την προβληματική λειτουργία του μονοκομματικού μπόνους – θα ήταν θεωρητικά η υιοθέτηση ενός εκλογικού συστήματος χωρίς αποκλειστική την ωφέλεια του 1ου κόμματος αλλά τουλάχιστον και του 2ου, έτσι ώστε να αυξάνονταν οι επιλογές για συγκρότηση κυβερνητικής συνεργασίας και χωρίς να στρεβλώνεται σημαντικά η εκπροσώπηση των μικρότερων.
Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτευχθεί αν ο μηχανισμός του μπόνους συνοδεύονταν από ένα πλαφόν υπερεκπροσώπησης π.χ. στο 125%-130% των εδρών που αναλογούν στο ποσοστό των ψήφων του (ανάλογο με το πλαφόν υποεκπροσώπησης στο 70% που αντιστρόφως έθετε η «Εξομάλυνση» του Ν. 1907/1990), όπως άλλωστε είχε προταθεί να συμπεριληφθεί ως συνταγματική πρόβλεψη από το σύνολο της αντιπολίτευσης στη βουλή το 197529. Στην περίπτωση ενεργοποίησης ενός τέτοιου πλαφόν, οι εναπομείνασες έδρες του μπόνους (που συνολικά θα μπορούσαν να είναι και περισσότερες των 50) θα παραχωρούνται στα επόμενα κατά σειρά δύναμης κόμματα (βλ. 3ο Παράδειγμα στον Πίνακα 3)30.
Πίνακας 3: Παραδείγματα Κατανομής Εκλογικού Συστήματος με Μπόνους
|
Ψήφοι% |
Μπόνους 50 εδρών |
Μπόνους Κλιμακωτό (τρέχον) |
Μπόνους 60 εδρών (με πλαφόν 125%) |
||||
|
Έδρες |
Έδρες%/ Ψήφοι% |
Έδρες |
Έδρες%/ Ψήφοι% |
Έδρες |
Έδρες%/ Ψήφοι% |
||
|
Κόμμα Α |
31% |
86 + 50 = 136 |
146% |
92 + 32 = 124 |
133% |
83 + 33 = 116 |
125% |
|
Κόμμα Β |
29% |
81 + 0 = 81 |
93% |
86 + 0 = 86 |
99% |
77 + 27 = 104 |
120% |
|
Κόμμα Γ |
18% |
50 + 0 = 50 |
93% |
54 + 0 = 54 |
100% |
48 + 0 = 48 |
89% |
|
Κόμμα Δ |
12% |
33 + 0 = 33 |
92% |
36 + 0 = 36 |
100% |
32 + 0 = 32 |
89% |
* Ψήφοι% Εκτός Βουλής: 10%
** στο 3ο Παράδειγμα υπάρχουν τρεις διακριτές δυνατότητες δικομματικής κυβερνητικής συνεργασίας: Α+Β, Α+Γ και Β+Γ
Εναλλακτικά, σε μια παρόμοια ήπια ενίσχυση των μεγαλύτερων κομμάτων θα μπορούσε να οδηγήσει η υιοθέτηση – κατά τα πρότυπα αρκετών ευρωπαϊκών χωρών – μιας μεθόδου αναλογικής εφάπαξ κατανομής (Αναλογική Υπολοίπων, Sainte–Lague ή D’ Hondt) ξεχωριστά στις εκλογικές περιφέρειες, ενδεχομένως ταυτόχρονα με ένα σχέδιο αναχάραξής τους. Μια τέτοια προσέγγιση μάλιστα από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην εκλογική μεταρρύθμιση 2016 πιθανόν θα είχε στερήσει την πολιτική δυνατότητα και τα επιχειρήματα για νέα παρέμβαση από την ΝΔ στη συνέχεια. Ενώ σίγουρα θα άφηνε περισσότερες παρακαταθήκες από την περίοδο εκείνης της διακυβέρνησης στην εκλογική νομοθεσία, που εκ του αποτελέσματος σήμερα έχουν περιοριστεί απλά και μόνο στην κατάτμηση της Β’ Αθηνών σε τρεις περιφέρειες και του Υπολοίπου Αττικής σε δύο.
1 Βλ. Π. Γ. Κουστένης, Ιστορία και αριθμητική των μεθόδων αντιπροσώπευσης: διερεύνηση του ελληνικού παραδείγματος, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Αθήνα: ΕΚΠΑ, 2013, σελ. 220-221.
2 Βλ. G. Th. Mavrogordatos, «The Greek party system: A case of ‘limited but polarized pluralism’?», West European Politics, 7 (4), 1984, σελ. 156-169
3 Βλ. Ηλ. Νικολακόπουλος, Εισαγωγή στη Θεωρία και την Πρακτική των Εκλογικών Συστημάτων, Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδ. Σάκκουλα, 1989, σελ. 100 κ.ε.
4 Η πολιτική περιθωριοποίηση της Αριστεράς αποτέλεσε και το βασικότερο έναυσμα για την επιστράτευση της Ενισχυμένης Αναλογικής, καθώς η τελευταία αναβίωση του τυπικού Πλειοψηφικού το 1952 και ουσιαστική διατήρησή του στην παρεφθαρμένη εκδοχή του 1956 («τριφασικό») έτεινε προς στιγμή να οδηγήσει στην ισότιμη εκλογική συνεργασία του Κέντρου με την Αριστερά και τη συγκρότηση ενός αντιδεξιού μετώπου, έξι μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου. Βλ. Ηλ. Νικολακόπουλος, Η Καχεκτική Δημοκρατία: Κόμματα και Εκλογές 1946-1967, Αθήνα: Εκδ. Πατάκη, 2001, σελ. 197-202.
5 Βλ. Τ. Pappas, «The transformation of the Greek party system since 1951», West European Politics, 26(2), σελ. 90-114
6 Η ονομασία «Απλή Αναλογική» (σε αντιδιαστολή προς την «Ενισχυμένη») χρησιμοποιήθηκε για το συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, κατά τις πρώτες (ατελέσφορες) απόπειρες επαναφοράς του, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των κομμάτων. Ενδεικτικά βλ. Ελευθερία, 15-11-1966 για το κατατεθειμένο νομοσχέδιο από την κυβέρνηση του Στ. Στεφανόπουλου. Επίσης, για τη σχετική πρόταση νόμου της μεταβατικής κυβέρνησης Ι. Παρασκευόπουλου, βλ. Ηλ. Νικολακόπουλος (2001), σελ. 366-367. Έκτοτε όμως χαρακτήρισε αδιακρίτως όλα τα προτεινόμενα εκλογικά συστήματα που αποσκοπούσαν στην εξισορρόπηση της απόκλισης μεταξύ της κατανομής των εδρών και εκείνης των ψήφων.
7 Βλ. Ηλ. Νικολακόπουλος (1989), σελ. 94-99
8 Βλ. Μ. Μενδρινού, Η Εκλογική Πολιτική στο Ελληνικό Πολιτικό Σύστημα: Εσωτερικές και Ευρωπαϊκές Παράμετροι, 1974-2000, Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση, 2000, σελ. 182-185
9 Σχετικά βλ. G. Sartori, Parties and Party Systems, Cambridge: Cambridge University Press, 1976, σελ. 131-132
10 Βλ. Π. Κουστένης, «Εκλογικά Συστήματα: Αντιπροσώπευση, Εκπροσώπηση και Διακυβέρνηση», στο Κ. Ελευθερίου, Γ. Τσίρμπας, Π. Κολιαστάσης, Σ. Καναούτη (επιμ.), Εισαγωγή στην Πολιτική Επιστήμη, Αθήνα: Gutenberg, 2023, σελ. 278-300.
11 Με βάση και την ανάλυση των σχετικών δεικτών αναλογικότητας (ή δυσαναλογίας) ειδικά το σύστημα του μπόνους των 40 εδρών τοποθετείται ως η ακριβώς ενδιάμεση εκδοχή ανάμεσα στους τύπους της Απλής και της Ενισχυμένης Αναλογικής. Βλ. Π. Γ. Κουστένης (2013), σελ. 285-290.
12 Αφορμή υπήρξε η οριακή πλειοψηφία των 152 εδρών της ΝΔ στις εκλογές του 2007, καθώς σε συνδυασμό με το χαμηλό δικό της ποσοστό (41,8%), η είσοδος στη βουλή του ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη, μείωσε το ποσοστό εκτός βουλής στην ιστορικά χαμηλότερη τιμή του (3,1%), μετά την εισαγωγή του ορίου εισόδου του 3%.
13 Βλ. Α. Bosco & S. Verney, «From Electoral Epidemic to Government Epidemic: The Next Level of the Crisis in Southern Europe», South European Society and Politics, 21(4), 2016, σελ. 383-406
14 Σχετικά βλ. Sartori G., ό.π., σελ. 119-132.
15 Ειδικά το Σεπτέμβριο του 2015, η ανανέωση του δικομματικού κυβερνητικού σχήματος ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (145+10 = 155 έδρες, με ποσοστά 35,5% και 3,7%) επετράπη μόνο χάρη στο νόμο Παυλόπουλου, ενώ θα ήταν αδύνατη με τον προηγούμενο νόμο Σκανδαλίδη, καθώς τα δύο κόμματα θα συγκέντρωναν αθροιστικά 149 έδρες (139+10 αντίστοιχα).
16 Βλ. Ν. Saripolos, La démocratie et l’ élection proportionelle, τ. 1, Paris: Arthur Rousseau, 1899, σελ. 365
17 Έκτοτε η διάκριση αυτή παρέμεινε σε όλους τους εκλογικούς νόμους μέχρι το 1981, καταργήθηκε δύο φορές από το ΠΑΣΟΚ (1985 και 2004) και επανήλθε σε ισάριθμες περιπτώσεις από τη ΝΔ (1990, 2008).
18 Βλ. Αρ. Μάνεσης, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, τομ. Β’, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδ. Σάκκουλα, 1961-1965, σελ. 265 κ.ε.
19 Αντίστοιχα υψηλά είναι τα αριθμητικά όρια κυβερνητικής πλειοψηφίας και σε άλλες χώρες της Ευρώπης όπως στη Γερμανία (45%-48% μετά το 1990, με την εξαίρεση του 2013 και του 2025 όπου η αύξηση των αθροιστικών ποσοστών εκτός βουλής μείωσε το όριο στο 42%-43%) ή ακόμα περισσότερο στις Σκανδιναβικές χώρες (47%-50%), στις οποίες επί σειρά ετών η αναλογική έχει αποδειχθεί λειτουργική ως εκλογικό σύστημα. Παρόλα αυτά, στην πρώτη περίπτωση η πολιτική ευελιξία και η συναινετική λειτουργία του γερμανικού κομματικού συστήματος (ύπαρξη κομμάτων «μπαλαντέρ» – pivotal parties και δυνατότητες «μεγάλου συνασπισμού») λειτουργούσαν παραδοσιακά ως βαλβίδες επίλυσης του αιτήματος της κυβερνησιμότητας. Βλ. Α. Lijphart, Patterns of Democracy Patterns of Democracy: Government Forms and Performance in Thirty–six Countries, New Haven–London: Yale University Press, 1999, σελ. 95-96 και Β. Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης: Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία, Αθήνα: Εκδ. Καστανιώτη, 2008, σελ. 174-175, 191-205. Από την άλλη πλευρά, στο σκανδιναβικό μοντέλο η αναλογική αποδεικνύονταν λειτουργική όσο καιρό ο διπολικός ανταγωνισμός ήταν πλήρης, χωρίς σημαντικά τρίτα κόμματα που να τοποθετούνται εκτός των δύο μεγάλων πολιτικών συνασπισμών: του κεντροαριστερού και κεντροδεξιού. Βλ. Θ. Διαμαντόπουλος, Ο κοινοβουλευτισμός της συγκυβέρνησης: Θεσμικό υπόστρωμα, λειτουργικές ιδιαιτερότητες και είδη, Αθήνα: Εκδ. Πατάκη, 2014, σελ. 172. Τα τελευταία χρόνια εντούτοις η ενίσχυση των ακροδεξιών ή υπερσυντηρητικών κομμάτων τα έχει φέρει δια της αναλογικής στο κέντρο της πολιτικής εξουσίας, άλλοτε με τη συμμετοχή τους σε αυτή (Φινλανδία), άλλοτε με την κοινοβουλευτική αποφασιστική στήριξή τους (Σουηδία).
20 Βλ. Π. Κουστένης, «Η περιπέτεια της αναλογικής στην Ελλάδα και το ‘ναυάγιο’ του Μαΐου 2023», στο Κ. Ελευθερίου, Χρ. Τάσσης, Θ. Τσακίρης (επιμ.), Για τις περιπέτειες της πολιτικής και πολιτικής επιστήμης, Αθήνα: Σαββάλας, 2025, σελ. 167-186.
21 Συγκεκριμένα, ο νόμος προβλέπει ότι το «μπόνους» θα ξεκινάει από τις 20 έδρες όταν το ποσοστό του 1ου κόμματος υπερβαίνει το 25% και θα αυξάνεται κατά μία έδρα για κάθε 0,5% επιπλέον στο ποσοστό του, φτάνοντας μέχρι το ανώτατο όριο των 50 εδρών, για ποσοστό 40%.
22 Συνολικότερα, για 5%-10% εκτός βουλής ο βαθμός εκπροσώπησης του 1ου κόμματος (για εκλογικό ποσοστό ανώτερο του 25%) αντιστοιχεί στο 125%-134% της εκλογικής του δύναμης.
23 Βλ. Π. Κουστένης (2025), σελ. 167-186 και του ιδίου, «Το πρόβλημα με τις διαδοχικές κάλπες», Το Βήμα, 7.11.2024 (https://www.tovima.gr/print/opinions/to-provlima-me-tis-diadoxikes-kalpes/). Πρβλ. επίσης την εισήγηση του Γ. Σωτηρέλη, «Η αναγκαία και θεμιτή εξισορρόπηση ισοδυναμίας της ψήφου και κυβερνητικής σταθερότητας μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης» στην από 17.10.2025 ημερίδα του Ομίλου «Αριστόβολος Μάνεσης» με θέμα Εκλογικό σύστημα και πολιτικό σύστημα: μεταξύ αντιπροσωπευτικότητας και «κυβερνησιμότητας», δημοσιευθείσα στο www. constitutionalism.gr.
24 Σχετικά βλ. Sartori G., ό.π., σελ. 124-127. Βλ. επίσης Υ. Tsirbas, «Towards a predominant party system: the May 2023 election in Greece», South European Society and Politics, 28(2), 2023, σελ. 207–230.
25 Σχετικά βλ. Μ. Duverger, Les Partis Politiques, Paris: Librairie Armand Colin, 1976 (10η εκδ.), σελ. 315-316
26 Βλ. Π. Κουστένης (2025), σελ. 167-186.
27 Ενδεικτικά, για 10% εκτός βουλής, το 1ο κόμμα με εκλογικό ποσοστό 28% λαμβάνει 111 έδρες, ενώ με 24% κερδίζει 80 έδρες, διαφοροποιώντας σημαντικά την θέση του ενόψει των δεύτερων εκλογών.
28 Βλ. Κ. Reif & Η. Schmitt, «Nine second-order national elections; a conceptual framework for the analyses of European election results», European Journal of Political Research, 8(3), 1980, σελ. 3-44
29 Συγκεκριμένα, κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1975, είχε προταθεί στο άρθρο 54 περί εκλογικού συστήματος να συμπεριληφθεί μια διάταξη που να προβλέπει ότι το ποσοστό των εδρών ενός κόμματος θα υπερβαίνει το πολύ κατά 10% ποσοστό των ψήφων του. Βλ. Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Β΄ (Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας), Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδ. Σάκκουλα, 1992, σελ. 192.
30 Θεωρητικά ένα τέτοιο σύστημα με το πλαφόν υπερεκπροσώπησης στο 125%-130% και με το συνολικό μπόνους στις 150 έδρες, θα αναπαρήγαγε σε μεγάλο βαθμό την αριθμητική λειτουργία της παραδοσιακής Ενισχυμένης Αναλογικής.
* Εισήγηση στην Εκδήλωση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» Εκλογικό Σύστημα και Πολιτικό Σύστημα: μεταξύ αντιπροσωπευτικότητας και «κυβερνησιμότητας», ΔΣΑ 17 Οκτωβρίου 2025




