Η αναγκαία και θεμιτή εξισορρόπηση ισοδυναμίας της ψήφου και κυβερνητικής σταθερότητας μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης*

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 Ένα από τα πρώτα ζητήματα που θα έπρεπε κατά την άποψή μου να συζητηθούν, στην υποθετική περίπτωση που θα εκδηλωνόταν μία σοβαρή και αξιόπιστη αναθεωρητική πρωτοβουλία για συνταγματική αναθεώρηση[1], θα ήταν αναμφισβήτητα η προσθήκη μίας συγκεκριμένης συνταγματικής δέσμευσης που θα επιβάλλει στον νομοθέτη την αναγκαία εξισορρόπηση μεταξύ αφ’ενός της ισοδυναμίας της ψήφου και της ευρύτερης δυνατής αντιπροσώπευσης και αφ’ετέρου της κυβερνητικής σταθερότητας και εν τέλει της κυβερνησιμότητας. Ο λόγος είναι προφανής, αν αναλογισθούμε την έως τώρα συνταγματική μας πραγματικότητα. Ειδικότερα:

Ι. Η απροκάλυπτη μικροκομματική εργαλειοποίηση του εκλογικού συστήματος: αντιδημοκρατικές εμπνεύσεις και αντισυνταγματικές μεθοδεύσεις

 

  1. Όπως έχει επισημανθεί επανειλημμένα από τους θεμελιωτές της σύγχρονης συνταγματικής θεωρίας της χώρας, το εκλογικό σύστημα αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα για την έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας και σε τελευταία ανάλυση για την αξιολόγηση του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος[2]. Παρά ταύτα, είχε έως τώρα μία απαράδεκτη θεσμική αντιμετώπιση από τις κύριες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, όχι μόνο στην ταραγμένη μετεμφυλιακή περίοδο αλλά και μετά την μεταπολίτευση.

Η αντιμετώπιση αυτή, που είναι ένας συνδυασμός καιροσκοπισμού, μικροκομματισμού και πολιτικής ελαφρότητας,  χαρακτηρίζει βέβαια, κατ’εξοχήν, την Νέα Δημοκρατία, η οποία αρέσκεται να νομοθετεί με βάση ένα ιδιότυπο «παιχνίδι της κολοκυθιάς», σταθμίζοντας κάθε φορά τα εκλογικά δεδομένα και προσαρμόζοντας ανάλογα τα ποσοστά της αυτοδυναμίας. Πράγματι, σε όλα τα εκλογικά συστήματά της η λογική ήταν η ίδια. Να μεθοδεύεται η μονοκομματική επικράτησή της, με μικροπολιτικό προσδιορισμό της πριμοδότησης του πρώτου κόμματος και –από ένα σημείο και μετά– με ταυτόχρονο αποκλεισμό των συνασπισμών από αυτήν, ακόμη και αν είναι πρώτοι. Και όλα αυτά με πλήρη αδιαφορία για την υπέρμετρη σχετικοποίηση, στην πρώτη περίπτωση, και για την πλήρη παραβίαση, στην δεύτερη, των συνταγματικών αρχών της αναλογικότητας, της ισοδυναμίας της ψήφου και της εν γένει πολιτικής ισότητας (ως προς τα κόμματα) αλλά και με την κυνική εκμετάλλευση του ότι δεν υπάρχει στην χώρα μας, όπως έπρεπε, Συνταγματικό Δικαστήριο αλλά ούτε και άλλο Δικαστήριο που να ασκεί προληπτικό έλεγχο της  συνταγματικότητας των εκλογικών νόμων…[3]

Αλλά και τα κόμματα της κεντροαριστεράς, που ανέλαβαν κυβερνητικές ευθύνες, δεν διακρίθηκαν για την καθαρότητα και την συνέπεια των θέσεών τους ως προς το εκλογικό σύστημα. Θεωρητικά ευνοούσαν την απλή αναλογική αλλά τελικά διατηρούσαν σε ισχύ τα εκλογικά συστήματα της ΝΔ, όσο ήταν πρόσφορα για την παγίωση της κυριαρχίας τους, και ξαναανακάλυπταν την απλή αναλογική όταν υπήρχε κίνδυνος επανόδου της ΝΔ στην εξουσία (όπως έγινε με τους εκλογικούς νόμους του ΠΑΣΟΚ, το 1989, και του ΣΥΡΙΖΑ, το 2016, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η πρόταση Βενιζέλου τον Ιούνιο του 2015[4], δηλαδή αφού απήλθε από την εξουσία, για την οποία ελάχιστοι γνωρίζουν ότι ήταν ακριβώς ίδια με τον εκλογικό νόμο του ΣΥΡΙΖΑ του 2016 (ν. 4406), τον οποίο καταψήφισε το ΠΑΣΟΚ…).

Η μόνη περίπτωση που το ΠΑΣΟΚ κατέληξε σε μία πρόταση στοιχειωδώς ισορροπημένη, με βάση τα δικομματικά δεδομένα της τότε εποχής, ήταν με τον νόμο 3231/2004, που προέβλεπε πριμοδότηση του πρώτου κόμματος ή συνασπισμού, αδιακρίτως, με 40 έδρες, και αναλογική κατανομή των υπόλοιπων 260 εδρών, θέτοντας το όριο της αυτοδυναμίας γύρω στο 42%. Και ο νόμος αυτός, όμως, αλλοιώθηκε στην συνέχεια από την ΝΔ (ν. 3636/2008), με την προσθήκη άλλων 10 εδρών στην πριμοδότηση (δηλ. συνολικά 50) και με τον υποβιβασμό του ορίου αυτοδυναμίας κάτω από το 40% (δηλ. πολύ κοντά στο 1/3 του εκλογικού σώματος) με ταυτόχρονη διαφοροποίηση (ουσιαστικά αποκλεισμό) των συνασπισμών από την πριμοδότηση. Η προβληματικότητα αυτού του νόμου (που αφορούσε σε ορισμένα σημεία και τον προηγούμενο, λόγω αλλαγής των συνθηκών), αναδείχθηκε το 2012, όταν η ΝΔ, με επικεφαλής τον Αντώνη Σαμαρά, έλαβε την πριμοδότηση των 50 εδρών με 18,8%…

Αλλά και το ισχύον εκλογικό σύστημα (ν. 4654/2020) είναι εξ ίσου προβληματικό,  με μόνη διαφορά ότι για να λάβει πριμοδότηση το πρώτο κόμμα πρέπει να έχει λάβει τουλάχιστον 25% (οπότε λαμβάνει 20 έδρες και στην συνέχεια μία έδρα για κάθε επιπλέον 0,5%). Πουθενά όπως δεν αιτιολογείται το γιατί εξυπηρετεί την κυβερνησιμότητα η πριμοδότηση του πρώτου κόμματος όταν έχει τόσο χαμηλά ποσοστά, δηλαδή ποσοστά που πόρρω απέχουν από την αυτοδυναμία. Ή, για να το κάνουμε πιο συγκεκριμένο, το γιατί πχ εξυπηρετεί την κυβερνησιμότητα η πριμοδότηση ενός πρώτου κόμματος με 30% (με 30 έδρες…), όταν είναι πιθανόν να υπάρχουν άλλα κόμματα, πολιτικά συγγενή μεταξύ τους,  τα οποία, χωρίς την πριμοδότηση του πρώτου, θα μπορούσαν συνεργαζόμενα να έχουν αυτοδυναμία (πχ αν το δεύτερο και το τρίτο κόμμα έχουν 29 και 22%, αντίστοιχα)[5].

  1. Η προβληματικότερη όλων, πάντως, από συνταγματική άποψη, είναι η αυθαίρετη και μακιαβελική επιλογή των κυβερνήσεων της ΝΔ, σε όλους τους τελευταίους εκλογικούς νόμους που ψήφισαν (αρχής γενομένης από τον ν. 1907/1990), να αποκλείσουν από την πριμοδότηση τους συνασπισμούς, εισάγοντας γι’αυτούς εξαιρετικά δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τα αυτοτελή κόμματα (πχ, στο προηγούμενο παράδειγμα, αν τα κόμματα που έλαβαν 29 και 22%, αντίστοιχα, είχαν κατέλθει στις εκλογές με συνασπισμό, την πριμοδότηση δεν θα την έπαιρνε ο συνασπισμός του 51% αλλά το κόμμα που έλαβε, αυτοτελώς, 30%!!). Η μεθόδευση αυτή των κυβερνήσεων της ΝΔ, η οποία αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στο να αποτρέψει συνεργασίες αντιπολιτευόμενων κομμάτων εναντίον της, είχε επικριθεί έντονα, ως αντισυνταγματική, ήδη από το 1990, από τον αείμνηστο Δάσκαλό μου Αριστόβουλο Μάνεση, ο οποίος, ως Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής[6], είχε επισημάνει με έμφαση ότι:

«Η διαφοροποίηση… ενδέχεται να καταλήξει στην τεχνητή απόκτηση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Μια τέτοια διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος… αποτελεί όμως αλλοίωση και νόθευση της λαϊκής ετυμηγορίας και παραβίαση του άρθρου 52 Συντ. που προστατεύει «την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της εκλογικής θέλησης ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας», η οποία αποτελεί το θεμέλιο του πολιτεύματος (άρθρο 1 παρ. 2 Συντ.). Εξάλλου ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα αντέβαινε όχι μόνο προς την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας αλλά και προς την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου… και επίσης προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης και ίσης ευκαιρίας των πολιτικών κομμάτων και προς το δικαίωμά τους να καθορίζουν την εκλογική και εν γένει πολιτική τους τακτική… (άρθρο 29 παρ. 1 Συντ.)».

Επικαλέσθηκε μάλιστα και ad hoc νομολογία του Εκλογοδικείου, το οποίο, σε  παρεμφερείς υποθέσεις[7], είχε ήδη δώσει επί της ουσίας μια αποστομωτική απάντηση στην πατερναλιστική λογική της εν λόγω ρύθμισης, κρίνοντας ότι:

«Δεν είναι δυνατόν σε ένα δημοκρατικό καθεστώς τα δικαιοδοτικά όργανα να έχουν την εξουσία να ελέγχουν υπό ποίους όρους και προϋποθέσεις μπορεί να συνεργάζονται τα κόμματα, αν αυτά έχουν κοινά προγράμματα και αν είναι εύλογη ή σκόπιμη η συνεργασία τους. Τα θέματα αυτά είναι πολιτικά και μαζί με άλλα λαμβάνονται υπόψη κυριαρχικά και αποκλειστικά από το λαό, μόνο αρμόδιο κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος» (ΑΕΔ 32, 33, 34 και 35/1990).

Αλλά και ο αείμνηστος (επίσης Δάσκαλός μου) Δημήτρης Τσάτσος είχε χαρακτηρίσει «κραυγαλέα αντσυνταγματική», την σχετική πρόβλεψη του ν. 1907/1990[8], με την ακόλουθη εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία:

«αα) Η διαφοροποίηση «κόμματος» και «συνασπισμού κομμάτων» ανήκει στη δυναμική της κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης και δεν υπόκειται στον όποιο «αντικειμενικό» εννοιολογικό καθορισμό του (εκάστοτε) νομοθέτη, ή του δικαστή. Είναι θέμα αναγόμενο στην οργανωτική φυσιογνωμία με όσες ιδιαιτερότητες θέλει να προσδώσει –κυρίαρχα– η κατερχόμενη στις εκλογές παράταξη.

ββ) Η διάκριση και διαφορετική μεταχείριση μεταξύ «κόμματος» και «συνασπισμού» παραβιάζει ευθέως την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου, αφού το αποτέλεσμα, η συμβολή της ψήφου εκείνου που ψηφίζει έναν συνασπισμό, είναι μειωμένη έναντι εκείνου που ψηφίζει το αυτοτελές κόμμα.

γγ) Το κριτήριο της συμμετοχής στην τρίτη κατανομή δεν προκύπτει από την αξιολόγηση που κάνει το Εκλογικό Σώμα για τα πολιτικά κόμματα αλλά a priori από την «αξιολόγηση» του νομοθέτη.

δδ) Τέλος η διαφοροποίηση αυτή υιοθετεί ένα εξωσυνταγματικό κριτήριο για την κυβερνητική σταθερότητα, ενώ το Σύνταγμα θέτει ως κριτήριο κυβερνητικής σταθερότητας την επίτευξη της αριθμητικής εξασφάλισης των εκατόν πενήντα βουλευτών, άσχετα από το ζήτημα σε ποιον κομματικό χώρο αυτοί εντάσσονται. Έτσι, η παραβίαση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου δεν μπορεί καν να στηριχθεί στη συνταγματική μέριμνα για κυβερνητική σταθερότητα, αφού ο εκλογικός νομοθέτης, αυθαιρετώντας, θεωρεί την πλειοψηφία μιας παράταξης οργανωμένης ως συνασπισμό, ως αποκλείουσα (!) την κυβερνητική σταθερότητα (βλ. και την γνωμοδότηση του Αρ. Μάνεση –συνυπογράφεται και από τον Α. Παντελή– Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών, Βουλή των Ελλήνων, της 27.10.1990, σχετικά με το σχέδιο εκλογικού νόμου που κατατέθηκε στις 23.10.1990).

  1. Παρότι όμως στο ίδιο μήκος κινήθηκε στη συνέχεια και το σύνολο σχεδόν της θεωρίας του Συνταγματικού Δικαίου[9], η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία της ΝΔ δεν πτοήθηκε, εκμεταλλευόμενη απροκάλυπτα το ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί στο Εκλογοδικείο, για λόγους συνταγματικότητας, παρά μόνον μετά τις εκλογές. Αυτό όμως στην πράξη δεν μπορεί να συμβεί, διότι τα μεγαλύτερα κόμματα δεν αποτολμούν εν τέλει να κατέλθουν σε συνασπισμό για να μην χάσουν την πριμοδότηση (είναι χαρακτηριστικό το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν αρχικά συνασπισμός κομμάτων, έσπευσε, μετά την ξαφνική άνοδο της εκλογικής του δύναμης στις εκλογές του 2012, να μετατραπεί σε ενιαίο κόμμα, για να μπορέσει να λάβει –όπως και έγινε– την πριμοδότηση, τόσο στις πρώτες όσο  στις δεύτερες εκλογές του 2015.

Έτσι λοιπόν εξηγείται γιατί καμία σχετική υπόθεση δεν έχει φθάσει έως τώρα στο Εκλογοδικείο, ώστε να κριθεί, όπως αναμένεται,   αντισυνταγματική… Είναι και αυτή μια ακόμη  μεθόδευση, που καθιστά την δυσμενή μεταχείριση των συνασπισμών ακόμη πιο προβληματική, διότι, σε τελευταία ανάλυση, είναι και δικαστικά ανέλεγκτη…

Αλλά και για τις προαναφερθείσες υπέρμετρες και προβληματικές σχετικοποιήσεις  της ισοδυναμίας της ψήφου, η εκ των υστέρων ανατροπή των εκλογικών δεδομένων, για λόγους συνταγματικότητας, αντιμετωπίζεται εξαιρετικά επιφυλακτικά –συχνά ως μη ώφειλε…– από το Εκλογοδικείο (πολλώ δε μάλλον από το ΣτΕ στις δημοτικές εκλογές, όπου υπάρχουν αντίστοιχες μεθοδεύσεις των κυβερνήσεων της ΝΔ[10]). Είναι λοιπόν φανερό ότι συνολικά το δικαστικό μας σύστημα πάσχει πολλαπλά ως προς τον έλεγχο συνταγματικότητας των εκλογικών συστημάτων, κάτι που δεν συμβαίνει σε χώρες με Συνταγματικό Δικαστήριο[11]

  1. Τέλος, μία κρίσιμη παράμετρος του όλου προβληματισμού για το εκλογικό σύστημα είναι αναμφίβολα και το ότι η προσπάθεια που έγινε με την αναθεώρηση του 2001, ώστε να μην είναι δυνατή η αλλαγή του λίγο πριν από τις εκλογές από φατριαστικές πλειοψηφίες, αποδείχθηκε τελικά ατελέσφορη, με ευθύνη και πάλι της σημερινής κυβέρνησης.

Αναφέρομαι, συγκεκριμένα, στην ισχύουσα πλέον διάταξη του άρθρου 54 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία:

«Το εκλογικό σύστημα και οι εκλογικές περιφέρειες ορίζονται με νόμο που ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός και αν προβλέπεται η ισχύς του άμεσα από τις επόμενες εκλογές με ρητή διάταξη που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών».

Η ratio της διάταξης αυτής ήταν προφανής: να αποφευχθούν μικροκομματικές μεθοδεύσεις σαν αυτές που είχαν παρατηρηθεί, έως τότε,  από όλες τις κυβερνήσεις[12]. Ωστόσο, παρότι τα αποτελέσματα ήταν κατ’αρχήν θετικά, διότι τέθηκε πράγματι ένα νέο πλαίσιο νομοθετικής πολιτικής για το εκλογικό σύστημα, στην πορεία αποδείχθηκε ότι η μικροπολιτική καραδοκούσε καθώς ο νυν πρωθυπουργός επέλεξε απροκάλυπτα να παρακάμψει την σχετική συνταγματική πρόβλεψη, διακηρύσσοντας, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι όταν δεν του αρέσει ένα εκλογικό σύστημα θα το «καίει», μην συμμετέχοντας ουσιαστικά στις διαδικασίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης, μετά από εκλογές που έγιναν με αυτό, προκειμένου να εφαρμοσθεί, στις επόμενες, το δικό του. Με διαρροές, δε, άφησε να εννοηθεί ότι μπορεί να «κάψει» ακόμη και το δικό του, επίσης μην συμμετέχοντας στις προβλεπόμενες συνταγματικά διαδικασίες, αφού θα το έχει αλλάξει προεκλογικά με ένα άλλο δικό του, ακόμη πιο καλπονοθευτικό, αν κρίνει ότι ούτε με το προηγούμενο δεν εξασφαλίζει αυτοδυναμία… Πρόκειται σε τελευταία ανάλυση όχι μόνο για παράκαμψη του Συντάγματος αλλά και για εμπαιγμό της λαϊκής κυριαρχίας και του κοινοβουλευτικού συστήματος, καθώς η τακτική αυτή επαναφέρει από το παράθυρο αυτό ακριβώς που ο συνταγματικός νομοθέτης θέλησε, ορθά, να αποκλείσει… [13]

ΙΙ. Προτάσεις συνταγματικής πολιτικής για ένα θεσμικά αξιόπιστο, δημοκρατικά εγγυημένο και σταθερό εκλογικό σύστημα

Με αυτά τα δεδομένα, είναι φανερό ότι η χώρα μας δεν ανήκει σε αυτές που έχουν πάγιο εκλογικό σύστημα και καθαρούς κανόνες του εκλογικού παιχνιδιού. Αντίθετα, μόνιμη επιδίωξη των εκάστοτε κυβερνώντων –και ιδίως αυτών της ΝΔ– είναι το εκλογικό σύστημα να λειτουργεί χειραγωγικά, μέσω πολλαπλών μεθοδεύσεων, ώστε να αλλοιώνεται κατά το δοκούν η βούληση του εκλογικού σώματος, ερήμην όχι μόνον του Συντάγματος αλλά και της θεσμικής υπευθυνότητας απέναντι στους κανόνες της σύγχρονης δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, είναι νομίζω απαραίτητο οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου να προβληματισθούν επιτέλους  σοβαρά ως προς τις δυνατότητες που μπορεί να παράσχει η συνταγματική αναθεώρηση, προκειμένου να τεθεί φραγμός στην ως άνω απροκάλυπτη εργαλειοποίηση του εκλογικού συστήματος, με σαφείς δημοκρατικές εγγυήσεις αλλά και με πολιτικά πρόσφορες σταθμίσεις που θα του προσδώσουν αξιοπιστία και σταθερή θεσμική νομιμοποίηση. Προς την κατεύθυνση αυτήν απαιτείται, κατά την γνώμη μου, αναθεώρηση αφ’ενός μεν του προεκτεθέντος άρθρου 54 παρ. 1, περί εκλογικού συστήματος, αφ’ετέρου δε του άρθρου 100, περί Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου. Ειδικότερα:

Η αναθεώρηση του άρθρου 54 παρ. 1 του Συντάγματος  πρέπει να κινηθεί σε δύο άξονες:

  1. Ο πρώτος άξονας αφορά την τροποποίηση της ισχύουσας διάταξης, ώστε να αποτραπεί κάθε προσπάθεια επιτηδευμένης «περιγραφής» της, όπως έγινε, κατά τα ανωτέρω, από τον σημερινό πρωθυπουργό. Συγκεκριμένα, επιβάλλεται να προβλεφθεί ότι ο νόμος που τροποποιεί το εκλογικό σύστημα και τις εκλογικές περιφέρειες με πλειοψηφία μικρότερη των 2/3 ναι μεν ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές, πλην όμως μόνον εφόσον από τις επόμενες προκύψει κοινοβουλευτική κυβέρνηση, η οποία θα παραμείνει στην εξουσία τουλάχιστον ένα χρόνο (δεδομένου ότι μέσα στον χρόνο αυτόν δεν είναι δυνατόν να προκληθεί νέα κυβερνητική διάλυση της Βουλής, άρθρο 41 παρ. 1 και 4). Αυτό σημαίνει ότι αν ο εκλογικός νόμος που αλλάζει το εκλογικό σύστημα και τις εκλογικές περιφέρειες ψηφισθεί με πλειοψηφία μικρότερη των 2/3, οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με το ισχύον εκλογικό σύστημα, δηλ. όπως προβλέπεται και σήμερα. Αν όμως από την Βουλή που θα προκύψει από τις εκλογές αυτές δεν καταστεί δυνατόν να προκύψει κοινοβουλευτική κυβέρνηση και οδηγηθούμε σε διάλυσή της και προκήρυξη νέων εκλογών και αυτές οι εκλογές θα διεξαχθούν με το ισχύον εκλογικό σύστημα. Το ίδιο θα συμβεί και αν ακολουθήσουν, για τον ίδιο λόγο, και τρίτες εκλογές. Αλλά και όταν προκύψει νέα κοινοβουλευτική κυβέρνηση, οι εκλογές στις οποίες θα ισχύσει το νέο εκλογικό σύστημα θα είναι αυτές που θα προκηρυχθούν (για οποιονδήποτε λόγο) μόνον εφόσον η Βουλή που θα έχει αναδείξει αυτήν την νέα κυβέρνηση θα έχει συμπληρώσει το πρώτο έτος της τετραετούς βουλευτικής περιόδου (εκτός βεβαίως αν στο διάστημα αυτό έχει ψηφισθεί νέος νόμος για το εκλογικό σύστημα και τις εκλογικές περιφέρειες με πλειοψηφία 2/3). Με αυτόν τον τρόπο αποτρέπεται κάθε καταστρατήγηση και καθίσταται σαφές ότι το Σύνταγμα δεν είναι επιδεκτικό μικροκομματικών μεθοδεύσεων…

Με βάση αυτές τις διευκρινίσεις, η σχετική διάταξη του άρθρου 54 θα μπορούσε να διαμορφωθεί ως εξής:

«1. Το εκλογικό σύστημα και οι εκλογικές περιφέρειες ορίζονται με νόμο. Αν ο νόμος αυτός ψηφισθεί με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών, ισχύει από τις επόμενες εκλογές. Αν όμως ψηφισθεί με μικρότερη πλειοψηφία, ισχύει στις εκλογές που θα προκηρυχθούν μετά από  διάλυση της Βουλής η οποία θα έχει αναδείξει νέα κοινοβουλευτική κυβέρνηση και θα έχει ολοκληρώσει τουλάχιστον το πρώτο έτος της τετραετούς βουλευτικής περιόδου».

Εναλλακτικά, πάντως, θα μπορούσε να υιοθετηθεί και η παρεμφερής –καικινούμενη στην ίδια κατεύθυνση- πρόταση του Ξ. Κοντιάδη, σύμφωνα με την οποία «ο αναθεωρητικός νομοθέτης είναι σκόπιμο να προβλέψει ότι εφόσον το νέο εκλογικό σύστημα δεν έχει υπερψηφιστεί από πλειοψηφία των 2/3 του συνόλου των βουλευτών, τότε θα τίθεται σε ισχύ μετά την πάροδο τουλάχιστον 18 μηνών από τη διενέργεια των επόμενων εκλογών»[14].

  1. Ο δεύτερος άξονας αφορά πλέον την προσθήκη νέας διάταξης στο άρθρο 54, με τρεις επί μέρους ρυθμίσεις:

Α. Οι δύο πρώτες θα βασίζονται στην σχετική πρόταση του αείμνηστου Δημήτρη Τσάτσου στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή[15]. Σύμφωνα με την πρόταση αυτήν, για να αποφευχθούν μικροκομματικές παρεκτροπές (όπως αυτές που περιέγραψα προηγουμένως) πρέπει να προβλεφθεί ρητά στο Σύνταγμα ότι «δεν επιτρέπεται υπέρβαση άνω του 10% στην ποσοστιαία διαφορά μεταξύ των ψήφων και των εδρών του πλειονοψηφήσαντος κόμματος ή του συνασπισμού των κομμάτων»[16]. Θα μπορούσε, μάλιστα, να προτιμηθεί και μία άλλη παραλλαγή αυτής της πρότασης, σύμφωνα με την οποία το 10% να μην αφορά την υπέρβαση στην ποσοστιαία διαφορά  αλλά το ποσοστό επί του συνόλου των βουλευτών το οποίο μπορεί να δοθεί ως πριμοδότηση (bonus) στο κόμμα ή τον συνασπισμό που πλειοψήφησε (δηλαδή μέχρι 30 έδρες, με τις υπόλοιπες 270 να κατανέμονται με πλήρη αντιστοίχηση ψήφων και εδρών). Σε κάθε δε περίπτωση, η όποια σχετική πριμοδότηση πρέπει να δίδεται, κατά την άποψή μου, μόνο αν το κόμμα ή ο συνασπισμός που πλειοψήφησε έχει λάβει ποσοστό που να επιτρέπει τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης (δηλαδή πάνω από 40%, ώστε να μπορεί να προκύψει –με την επιτρεπόμενη διαφορά του 10%– αυτοδυναμία στην Βουλή), διότι τίποτε δεν αποκλείει, αν το ποσοστό είναι μικρότερο, να είναι δυνατόν να σχηματισθεί κυβέρνηση από το δεύτερο και το τρίτο (ή και κάποιο άλλο) κόμμα (ή συνασπισμό κομμάτων).

Είναι προφανές, από την διατύπωση της ως άνω πρότασης, ότι όποια από τις δύο εναλλακτικές  συνταγματικές τροποποιήσεις και αν υιοθετηθεί (πρακτικά δεν έχει μεγάλη σημασία, διότι το απαιτούμενο ποσοστό για την αυτοδυναμία είναι περίπου το ίδιο) αυτή θα πρέπει να αντιμετωπίζει ισότιμα  τα αυτοτελή κόμματα και τους συνασπισμούς κομμάτων. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι αυτό προβλεπόταν εξ αρχής στην πρόταση του Δημήτρη Τσάτσου, ο οποίος άλλωστε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είχε ασκήσει, δριμύτατη κριτική στον ν. 1907/1990 για  την προνομιακή μεταχείριση των αυτοτελών κομμάτων έναντι των συνασπισμών, τόσο λόγω παραβίασης της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου όσο και λόγω αυθαίρετης και ανερμάτιστης ερμηνευτικής προσέγγισης της «κυβερνητικής σταθερότητας» (βλ. υποσημ. 8).

Β. Στην πρόταση αυτήν, πάντως, για την ενότητα του νομικού λόγου θα έπρεπε να προστεθεί και μία ακόμη πρόβλεψη, που θα αντιμετωπίζει μία τρίτη παραβίαση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου, που προκύπτει από την κατανομή των εκλογικών περιφερειών. Για την ελαχιστοποίηση των σχετικών σοβαρών ανισοτήτων θα μπορούσε και πάλι να επιλεγεί ο περιορισμός του 10%, αυτήν την φορά υπό την έννοια  ότι σε καμία εκλογική περιφέρεια δεν θα επιτρέπεται απόκλιση πάνω από αυτό το ποσοστό σε σχέση με έναν μέσο όρο, που θα προκύπτει από την διαίρεση του συνολικού αριθμού των εκλογέων με τον αριθμό των εδρών.

  1. Με τις ανωτέρω συνταγματικές προσθήκες θεωρούμε ότι εξισορροπούνται πράγματι τις δύο αντίρροπες τάσεις που δεσπόζουν στην συζήτηση για το εκλογικό σύστημα.

Από την μία διασφαλίζεται, προεχόντως,  η ισοδυναμία της ψήφου, η οποία απορρέει (όπως και η αρχή της τυπικής-αριθμητικής ισότητας), από την αρχή της πολιτικής ισότητας (και σε τελευταία ανάλυση  από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας) και συνεπάγεται  ότι όλες οι ψήφοι έχουν κατ’αρχήν την ίδια ην νομική βαρύτητα, σε σχέση τόσο με τον καθορισμό των εκλογικών περιφερειών όσο και με την κατανομή των εδρών.

Από την άλλη εκφράζεται μία συγκεκριμένη και λελογισμένη μέριμνα για την κυβερνητική σταθερότητα, η οποία οριοθετείται πλέον συνταγματικά,  προκειμένου να μην γίνεται επίκλησή της  κατά το δοκούν από δοκησίσοφους πολιτικούς, δημοσιογράφους και δημοσκόπους, οι οποίοι συχνά την αναγορεύουν στην μόνη καθοριστική παράμετρο του εκλογικού συστήματος[17], υποβαθμίζοντας πλήρως την κρίσιμη  συνταγματική αρχή από την οποία πρέπει να ξεκινά κάθε σχετική συζήτηση, δηλαδή την αρχή της ισότητας/ισοδυναμίας  της ψήφου.

Με άλλα λόγια, ναι μεν δεν παραγνωρίζεται η σημασία της κυβερνητικής σταθερότητας, εν όψει και των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζει εδώ και πολλά χρόνια η χώρα,  πλην όμως δεν επιτρέπεται η αυθαίρετη και άκριτη επίκλησή της, που οδηγεί νομοτελειακά σε υπέρμετρη σχετικοποίηση –και εν τέλει σε καταστρατήγηση– της συνταγματικής αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου, σε σχέση τόσο με την «εκλογική αριθμητική» (δηλ. την μέθοδο κατανομής των εδρών) όσο και την «εκλογική γεωγραφία» (δηλ. τις εκλογικές περιφέρειες). Σε κάθε δε περίπτωση, η  συνταγματική αυτή οριοθέτηση σηματοδοτεί μία προσεκτική στάθμιση, με βάση την οποία η κυβερνητική σταθερότητα (και κατ’επέκτασιν η «κυβερνησιμότητα») θα είναι μεν κατ’αρχήν επιθυμητή πλην όμως θα αποκλείει επιτηδευμένες εκβιαστικές λύσεις που  θα την ταυτίζουν με την πάση θυσία –και ιδίως με κάθε θεσμικό κόστος– επικράτηση αυτοδύναμων μονοκομματικών κυβερνήσεων.

  1. Για να αντιμετωπισθούν πάντως συνολικά τα προβλήματα που συνδέονται με την εργαλειακή χρησιμοποίηση του εκλογικού συστήματος, η συνταγματική αναθεώρηση πρέπει κατά την άποψή μου να συμπεριλάβει και το άρθρο 100 του Συντάγματος.

Συγκεκριμένα, η πρότασή μου είναι να προστεθεί στις αρμοδιότητες του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου ο προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας του νόμου που ορίζει το εκλογικό σύστημα και τις εκλογικές περιφέρειες (κατά το άρθρο 54 παρ. 1), μετά από σχετικό αίτημα είτε των 2/5 του όλου αριθμού των βουλευτών, που θα υποβάλλεται πριν από την ψήφιση του νόμου, είτε του Προέδρου της Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του για την «έκδοση» του νόμου. Μόνον έτσι θα διασφαλισθεί ότι το εκλογικό σύστημα δεν θα παραβιάζει εφεξής το Σύνταγμα. Διότι τίποτε δεν αποκλείει να επαναληφθεί το φαινόμενο, ακόμη και μετά από την τυχόν υιοθέτηση της προταθείσας προηγουμένως αναθεώρησης του άρθρου 54 παρ.1 του Συντάγματος, να εμφανισθούν φατριαστικές πλειοψηφίες, οι οποίες θα καταστρατηγήσουν και τις νέες διατάξεις, εκμεταλλευόμενες το γεγονός ότι, με βάση τα έως τώρα ισχύοντα, για να υπάρξει έλεγχος συνταγματικότητας πρέπει να προηγηθούν εκλογές και στην συνέχεια να υποβληθούν σχετικές ενστάσεις, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά προηγουμένως.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς ότι με την κρίση αξιοπιστίας που μαστίζει τα τελευταία χρόνια την Δικαιοσύνη ούτε η προληπτική κρίση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου εγγυάται ότι θα αποκλεισθούν αντισυνταγματικές διατάξεις. Αυτό δυστυχώς έχει κάποια βάση, όπως φάνηκε και από την πρόσφατη άκρως προβληματική απόφαση για τους Σπαρτιάτες[18], ωστόσο δεν μπορούμε να σκεφθούμε κάποια άλλη μορφή προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας που θα παρείχε περισσότερα εχέγγυα αξιοπιστίας. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν μπορούμε να πιθανολογήσουμε βάσιμα ότι ένας τέτοιος  προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας  τουλάχιστον δεν θα προκαλεί τις ίδιες ερμηνευτικές δυσχέρειες σε σχέση με τον κατασταλτικό έλεγχο του  ΑΕΔ, ως Εκλογοδικείου (ιδίως διότι, σε κάθε περίπτωση, δεν θα απαιτείται ανατροπή μίας ήδη διαμορφωμένης εκλογικής πραγματικότητας, η οποία με τα σημερινά δεδομένα  αποθαρρύνει –ενίοτε ευλόγως–  έναν ουσιαστικό και βαθύ έλεγχο συνταγματικότητας).

*****

Συμπερασματικά, η λελογισμένη ενίσχυση της πολιτικής δύναμης που αναδεικνύεται πρώτη στις εκλογές, αδιαφόρως του αν πρόκειται για αυτοτελές κόμμα ή για συνασπισμό κομμάτων, σε συνδυασμό με προληπτικές κινήσεις που αποτρέπουν αφ’ενός την μεθοδευμένη ψήφιση ενός νόμου που θα ορίζει το εκλογικό σύστημα και τις εκλογικές περιφέρειες και αφ’ετέρου την αντισυνταγματικότητα των σχετικών διατάξεων, μας παρέχει ένα ασφαλές συνταγματικό πλαίσιο για μία πολλαπλά εγγυημένη και πολιτικά πρόσφορη ρύθμιση του εκλογικού συστήματος. Ιδίως δε οι προτάσεις αυτές:

Πρώτον, αναδεικνύουν την πρωταρχική σημασία της συνταγματικής αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου (και κατ’επέκτασιν της πολιτικής ισότητας και της ευρύτερης δυνατής αντιπροσώπευσης), ως αναπόσπαστης συνιστώσας του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Δεύτερον, προσγειώνουν την κυβερνητική σταθερότητα (και κατ’επέκτασιν την «κυβερνησιμότητα») στις σωστές της διαστάσεις, ώστε να μην είναι δυνατόν να εμφανίζεται προσχηματικά είτε σαν ύψιστο συνταγματικό αγαθό είτε σαν υπέρτατη αρχή είτε σαν μοναδική κρίσιμη παράμετρος του εκλογικού συστήματος.

Τρίτον, ελαχιστοποιούν γενικότερα τα περιθώρια και κατ’επέκτασιν τους μικροκομματικούς πειρασμούς για  αντιδημοκρατικές και αντισυνταγματικές μεθοδεύσεις σε ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα, που σχετίζεται με την άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας.

Τέταρτον, ανοίγουν επιτέλους τον δρόμο ώστε να επιτευχθεί συναινετικά, με την πλειοψηφία των 2/3, ένα  αξιόπιστο εκλογικό σύστημα μακράς πνοής, που θα θέσει στέρεες βάσεις για την γνήσια και πραγματικά δημοκρατική αποτύπωση των αποτελεσμάτων των εκλογικών αναμετρήσεων.

 

[1] Βλ. τις σχετικές επιφυλάξεις μου σε: Γ. Σωτηρέλη, Υπάρχουν περιθώρια για μία αξιόπιστη συνταγματική αναθεώρηση; Constitutionalism.gr, 27.11.2025.

[2] Βλ. Αλ. Σβώλου, Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, 1928, σ. 271 επ., Αρ. Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, τ. Β΄, 1965, σ. 45 επ., 248 επ.,  Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Β΄. Οργάνωση και λειτουργία της Πολιτείας, 1992, σ. 184-185, 190.

[3] Βλ. γενικά Γ. Παπαδημητρίου, Συνταγματικό Δίκαιο, Τα όργανα του κράτους, Α΄, Το εκλογικό σώμα, 1981, σ. 55 επ., Του ίδιου, Εκλογικό σύστημα, δημοκρατικό πολίτευμα και Σύνταγμα, ΝοΒ 36 (1988), σ. 1353 επ. (και σε: Συνταγματικές Μελέτες, Τόμος Ι, 2007, σ. 360 επ.), Α. Ράϊκου, Δικονομικόν εκλογικόν δίκαιον, 1982, σ. 376 επ., 405 επ., Κ. Χρυσόγονου, Εκλογικό Σύστημα και Σύνταγμα, 1996, σ. 62 επ., Χ. Ανθόπουλου, Εκλογικά συστήματα και συνταγματικές δεσμεύσεις. Μια συγκριτική ανάλυση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, 2016, σ. 29 επ., το σχετικό αφιέρωμα του περιοδικού «Το Σύνταγμα» («Dossier: Σύνταγμα και εκλογικό σύστημα», ΤοΣ 1/1991, σ. 33 επ.), Θ. Ξηρού,  Το εκλογικό σύστημα de constitutione ferenda. Σχεδίασμα συνταγματικής πολιτικής σε περιβάλλον συναινετικού κοινοβουλευτισμού, Constitutionalism.gr, 11.4.2013, Ξ. Κοντιάδη, Τι πρέπει να αλλάξει στο Σύνταγμα; 40 ερωτήσεις και απαντήσεις για τη νέα συνταγματική αναθεώρηση.  Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Ηλεκτρονική έκδοση ελεύθερης πρόσβασης, Αθήνα 2025, σ. 152 επ. καθώς και την σχετική αρθρογραφία του γράφοντος («Τα συ­νταγ­μα­τι­κά προ­βλή­ματα του εκλο­γι­κού νό­μου», tvxs.gr, 23.3.2012, «Η αλ­λα­γή του εκλο­γι­κού συ­στή­μα­τος ως κρι­τή­ριο δη­μο­κρα­τι­κής και συ­νταγ­μα­τι­κής αξιο­πι­στί­ας», Constitutionalism.gr, 09.10.2015, «To εκλογικό σύστημα στη δίνη αντισυνταγματικών και αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων», Constitutionalism.gr, 22.1.2020).

[4] Πρόκειται για Πρόταση Νόμου με τίτλο «Αναλογική Εκπροσώπηση Πολιτικών Σχηματισμών -Τροποποίηση Εκλογικού Νόμου – Κατάργηση εκλογικής πριμοδότησης» (βλ. Parliament.gr), που κατατέθηκε στις 3 Ιουνίου  από την τότε Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ, με πρώτον τον Ευ. Βενιζέλο και με την υπογραφή πολλών από εκείνους που θα κατακεραύνωναν λίγο μετά τον ΣΥΡΙΖΑ,  όταν κατέθεσε νομοσχέδιο με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο… (πρβλ. και «Πρόταση νόμου από το ΠΑΣΟΚ για απλή αναλογική», in.gr, 2.6.2015, «Απλή αναλογική. Πρόταση σαν του Τσίπρα είχε καταθέσει ο Βενιζέλος», Aftodioikisi.gr, 1.7.2016).

[5] Βλ. αναλυτικά Γ. Σωτηρέλη, To εκλογικό σύστημα στη δίνη αντισυνταγματικών και αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων», Constitutionalism.gr, 22.1.2020.

[6] Συγκεκριμένα, σε σχετική Έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, την οποία συνυπέγραφε, ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών, και ο Α. Παντελής (βλ. «Έκθεση επί του σχεδίου νόμου για την τροποποίηση της νομοθεσίας περί εκλογής βουλευτών», ΤοΣ 1/1991, σ. 34 επ.).

[7] Οι οποίες  αφορούσαν την κοινή κάθοδο ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμού, με κοινό υποψήφιο, στις εκλογές τεσσάρων μονοεδρικών περιφερειών, βλ. Θ. Ξηρού, Οι συνασπισμοί κομμάτων στο νέο εκλογικό σύστημα, ΘΠΔΔ 1/2008, σ. 23 επ.

[8] βλ. Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Β΄, ό.π. σ. 197 επ. και πρβλ. Του ίδιου, Συνέντευξη στα «Νέα», ΤοΣ 1/1991, σ. 77. 

[9] Βλ.  Β. Βενιζέλου, Τα επινοήματα του εκλογικού νομοθέτη και τα συνταγματικά όρια. Από το 1956 στο 1990, (γνωμοδότηση), ΤοΣ 1/1991, σ. 41 επ., Κ. Χρυσόγονου, ό.π., σ. 72 επ., 184 επ., 270 επ., 342 επ.,  Χ. Ανθόπουλου, Εκλογικά Συστήματα, ό.π., σ.   150 επ., του ίδιου,  Το νέο εκλογικό σύστημα, Constitutionalism.gr, 20.1.2020, Θ. Ξηρού, Οι συνασπισμοί κομμάτων, ό.π., σ. 19 επ., Γ. Σωτηρέλη, Τα συνταγματικά προβλήματα του εκλογικού νόμου, tvxs.gr, 23.3.2012, Του ίδιου, Η αλλαγή του εκλογικού συστήματος ως κριτήριο δημοκρατικής και συνταγματικής αξιοπιστίας, Constitutionalism.gr, 09-10-2015. Πρβλ. επίσης την εμπεριστατωμένη σχετική Ομιλία του Γ. Παπαδημητρίου, στην Βουλή (Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση Ο΄, 22.1.2008, σ. 3699 επ.) και τις σχετικές εύστοχες παρατηρήσεις του Π. Κουστένη, Εκλογικός Νόμος εκτός εποχής, Ομιλία σε εκδήλωση του ΕΝΑ – Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών, 20.1.2020. Στην ίδια κατεύθυνση είχε κινηθεί και ο Ν. Αλιβιζάτος («Τα συνταγματικά της lex couveliana», ΤοΣ 1/1991, σ. 87 επ.), ο οποίος όμως, αργότερα, εγκατέλειψε κάθε προβληματισμό για την διασφάλιση της ισοδυναμίας της ψήφου και μάλιστα με αμιγώς πολιτικά κριτήρια (βλ. ενδεικτικά «Δεν χρειάζονται 200 ψήφοι για τον εκλογικό νόμο», Καθημερινή, 15.7.2019).

[10] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Ζητήματα συνταγματικότητας του άρθρου 1 του νόμου 3434/2006 (42% και λευκά ψηφοδέλτια), Constitutionalism.gr, 5.11.2010,  Δ. Κατσούλη, Η εκλογή Δημάρχων και Περιφερειαρχών «μειοψηφίας» αποδυναμώνει νομικοπολιτικά την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Επισημάνσεις για την πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών περί κατάργησης της επαναληπτικής εκλογής (Β΄ γύρος) και εισαγωγής αμιγούς πλειοψηφικού συστήματος με «συμπληρωματική εντολή», Constitutionalism.gr 27.5.2025.

[11] Τα Δικαστήριά μας, για παράδειγμα, θα έπρεπε να παραδειγματισθούν πολλαπλώς από την υποδειγματική στάση του ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου ως προς την προστασία της συνταγματικής αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου, μελετώντας προσεκτικά το γιατί και πως κρίθηκε αντισυνταγματικός νόμος που είχε περίπου τα ίδια χαρακτηριστικά με τον δικό μας ν. 3636/2008 (βλ. αναλυτικά Χ. Ανθόπουλου, Εκλογικά συστήματα, ό.π., σ. 65 επ.).

[12] Βλ. Ευ. Βενιζέλου, Το αναθεωρητικό κεκτημένο. Το συνταγματικό φαινόμενο στον 21ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης του 2001, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 244 επ. και πρβλ. Γ. Πινακίδη, Το εκλογικό σύστημα και το ύψος των αναθεωρητικών περιστάσεων, Constitutiolalism.gr, 14.9.2019.

[13] Βλ. αναλυτικά Γ. Σωτηρέλη, Μια δεύτερη αλλαγή του εκλογικού νόμου οδηγεί σε καταστρατήγηση του Συντάγματος, iEidiseis, 7.9.2022 και πρβλ. Του ίδιου, Σύνταγμα, εκλογές και κοινοβουλευτικό σύστημα στην προκρούστεια κλίνη των πολιτικών μεθοδεύσεων, Libre 3.5.2023.

[14] Βλ. Κοντιάδη, Τι πρέπει να αλλάξει στο Σύνταγμα; ό.π. σ. 151.

[15] Πρβλ. και . Κοντιάδη, Τι πρέπει να αλλάξει στο Σύνταγμα; ό.π. σ. 158 επ.

[16] Βλ. Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σ. 192 και πρβλ. Χ. Ανθόπουλου, Αναθεώρηση και εκλογικό σύστημα, Constitutionalism.gr, 26.11.2018.

[17] Πρβλ. Γ. Σωτηρέλη, «Η κυβερνητική σταθερότητα δεν υπηρετείται με μεθοδευμένες ρυθμίσεις του εκλογικού συστήματος». Συνέντευξη στον Χρόνη Διαμαντόπουλο, Libre.gr, 26.10.2022.

[18] Βλ. αναλυτικά Γ. Σωτηρέλη, Η υπόθεση των «Σπαρτιατών» στο Eκλογοδικείο (ΑΕΔ 9 και 10/2025). Ερμηνευτικές αυθαιρεσίες και αναπάντητα ερωτηματικά, Constitutionalism.gr, 2.11.2025.

* Εισήγηση στην Εκδήλωση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» Εκλογικό Σύστημα και Πολιτικό Σύστημα: μεταξύ αντιπροσωπευτικότητας και «κυβερνησιμότητας», ΔΣΑ 17 Οκτωβρίου 2025

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

six − six =