Η αναθεωρητική διαδικασία και η διάλυση της Βουλής*

Θανάσης Γ. Ξηρός, Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΣΕΙ-ΣΣΕ 

Ι

 Το Σύνταγμα της Ελλάδας είναι αυστηρό. Για την αναθεώρησή του απαιτείται η πλήρωση συγκεκριμένων τυπικών, ιδίως χρονικών και αριθμητικών, και ουσιαστικών, η εξαίρεση όσων διατάξεών του αναφέρονται ρητά ή εκείνων που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος ως προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και, προϋποθέσεων. Η αναθεωρητική διαδικασία μπορεί να εκκινήσει με πρόταση πενήντα (50), τουλάχιστον, βουλευτών, μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από την περάτωση της προηγούμενης, και εξελίσσεται σε δύο διακριτές φάσεις, ενώπιον της προτείνουσας και της αναθεωρητικής Βουλής. Ενδιαμέσως αυτών παρεμβάλλεται, όποτε και για οποιονδήποτε λόγο προκηρυχθεί, η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών. Έτσι, η συνταγματική αναθεώρηση συνδέεται με τη λαϊκή κυριαρχία και οι ψηφοφόροι καλούνται να διαμορφώσουν την προτίμησή τους με αναφορά και στις υποβληθείσες προτάσεις ή στις θέσεις, πρωταρχικά των κομμάτων εξουσίας. Είναι άλλο το ζήτημα, εάν, έστω, θα τις έχουν συνεκτιμήσει πριν καταλήξουν στην επιλογή τους και εκφράσουν την εκλογική τους βούληση.

Η πρώτη φάση ολοκληρώνεται με τη διεξαγωγή δύο (2) ψηφοφοριών στην Ολομέλεια της προτείνουσας Βουλής που απέχουν μεταξύ τους, τουλάχιστον, έναν (1) μήνα. Εφόσον συγκεντρωθεί σε αμφότερες η απόλυτη ή η αυξημένη-ειδική πλειοψηφία, η αναθεωρητική διαδικασία για τις διατάξεις που υπερψηφίστηκαν εισέρχεται, μετά τις εκλογές στη δεύτερη φάση της. Αντιθέτως, τερματίζεται για όσες καταψηφίστηκαν ή ψηφίστηκαν μεν, αλλά όχι από τον καθορισμένο αριθμό βουλευτών. Η διαδικασία περατώνεται επιτυχώς για τις διατάξεις που θα υπερψηφιστούν στην αναθεωρητική Βουλή μία (1) φορά και με την απαιτούμενη πλειοψηφία. Εξάλλου, το αναθεωρητικό εγχείρημα τερματίζεται πρόωρα, όταν η προτείνουσα ή η αναθεωρητική Βουλή διαλυθούν, οποιαδήποτε στιγμή και για οποιονδήποτε λόγο, πριν από τη διεξαγωγή των ψηφοφοριών στην αντίστοιχη Ολομέλειά τους. Τούτο συνέβη τον Αύγουστο του 1996, τότε η αιτιώδης διάλυση της προτείνουσας Βουλής βρήκε τις προτάσεις αναθεώρησης να συζητούνται ακόμη στην ομώνυμη επιτροπή. Και υπό τις δύο παραλλαγές του  τερματισμού, δηλαδή της μη συγκέντρωσης των καθορισμένων πλειοψηφιών για το σύνολο της πρότασης και της διάλυσης, η αναθεωρητική πρωτοβουλία λογίζεται ως μηδέποτε εκδηλωθείσα. Γι’ αυτό, η νέα διαδικασία, επειδή δεν καταλαμβάνεται από τον περιορισμό της πενταετίας, μπορεί, δίχως να αναμένεται η παρέλευσή της, να εκκινήσει εκ νέου άμεσα.

 

ΙΙ

Η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία για την ανάδειξη της αναθεωρητικής Βουλής ενδέχεται να μην εξασφαλίσει σε κανένα πολιτικό κόμμα, αυτοτελώς, την αυτοδυναμία. Στο περιβάλλον του συναινετικού κοινοβουλευτισμού ο σχηματισμός κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των βουλευτών επιβάλλει μετεκλογικές συνεργασίες και συναινέσεις. Η επιτυχής έκβαση των διαβουλεύσεων αποδεικνύεται όμως στην πράξη εξαιρετικά δυσχερές και πάντως αβέβαιο στην κατάληξή του εγχείρημα. Αν δεν καταστεί τελικά δυνατή η εξεύρεση βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος, η έκφραση νωπής λαϊκής ετυμηγορίας, προκειμένου να αναδειχθεί νέος συσχετισμός κοινοβουλευτικών δυνάμεων, αποβαίνει μονόδρομος.

Η προκήρυξη της διενέργειας γενικών βουλευτικών εκλογών προϋποθέτει και ακολουθεί χρονικά τον τερματισμό της ζωής της Βουλής. Όταν είναι ενεργή, δηλαδή μπορεί να ασκεί τις αρμοδιότητές της, η διάλυση επέρχεται για τους καθορισμένους συνταγματικά λόγους (άρθρα 41 παρ. 1 και 2 Συντ.). Εξάλλου, ο βίος της τερματίζεται, υποχρεωτικά, όταν αδυνατεί να αναδείξει από τις τάξεις της βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα, δηλαδή κυβέρνηση που να περιβληθεί και να εξακολουθήσει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των βουλευτών (άρθρο 37 παρ. 3 πρότ. 3 Συντ.). Σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται η διάλυση της Βουλής πριν συγκληθεί στην πρώτη τακτική σύνοδο της νέας βουλευτικής περιόδου και συγκροτηθεί σε σώμα, εκλέγοντας το προεδρείο της. Εάν διαλυθεί ευθύς αμέσως, δηλαδή πριν προλάβει να καταστεί ενεργή, αποκαλείται «Βουλή της μίας ημέρας». Ως τέτοια εμφανίστηκε μεταπολιτευτικά δύο φορές, τον Μάιο του 2012 και του 2023.

Από τα δημοσκοπικά δεδομένα τους αρκετούς τελευταίους μήνες και την προβολή τους στο ισχύον εκλογικό σύστημα, προεξοφλείται ή, ακριβέστερα, πιθανολογείται σφόδρα η επικράτηση του συναινετικού κοινοβουλευτισμού στις επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές. Όποτε διενεργηθούν μετά την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης της αναθεωρητικής διαδικασίας και το αργότερο στις αρχές του καλοκαιριού του 2027, δεν αναμένεται, σύμφωνα με τα πολιτικώς επικρατούντα σήμερα, να προκύψει μονοκομματική αυτοδυναμία. Εξάλλου, οι, κατά καιρούς, δηλώσεις των αρχηγών των μεγαλύτερων σε απήχηση πολιτικών κομμάτων δεν καταλείπουν ουσιαστικά περιθώρια για την τελεσφόρηση των διερευνητικών εντολών ή της «φάσης των κοινών προσπαθειών» υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την εξεύρεση βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος. Έτσι, η νέα Βουλή, το πιθανότατο, θα υποχρεωθεί να τερματίσει πρόωρα τον βίο της. Ενόψει τούτων, τις τελευταίες ημέρες απασχόλησε την επικαιρότητα η τύχη της επικείμενης πέμπτης αναθεώρησης του Συντάγματος. Συζητήθηκε, εάν η διάλυσή της (νέας Βουλής), αφού συνέλθει στην πρώτη τακτική της σύνοδο και συγκροτηθεί σε σώμα, θα σηματοδοτήσει τον τερματισμό της δεύτερης φάσης του ευρισκόμενου, τότε, σε εξέλιξη αναθεωρητικού εγχειρήματος.

 

ΙΙΙ

  1. Όμοιο προηγούμενο δεν απαντάται καθόλη τη διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου. Ούτε όμως μπορεί να συγκροτήσουν τέτοιο όσα έλαβαν χώρα κατά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1952 και όχι μόνο συνεπεία των ιδιαίτερων πολιτικών εξελίξεων, πρωτίστως στο εσωτερικό της χώρας, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Ανάλογο προηγούμενο προσφέρει πάντως η κατά χρόνον αρμοδιότητα της Βουλής να διώξει ποινικά όσους διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της κυβέρνησης ή υφυπουργοί για την τέλεση ποινικών αδικημάτων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Στο άρθρο 86 Συντ., πριν την αναθεώρησή του το 2019, ορίζονταν ότι επιλαμβάνεται, επιτρεπτά και εμπροθέσμως, έως το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος (παρ. 3 εδάφ. α΄).

Η μη συμπερίληψη στον υπολογισμό της αποσβεστικής προθεσμίας του αξιόποινου της «Βουλής της μίας ημέρας» και της βουλευτικής περιόδου που την περιλαμβάνει απασχόλησε τη δημόσια συζήτηση, είναι αλήθεια διστακτικά, την Άνοιξη του 2012. Το διακύβευμά της εντοπίστηκε στην αναζήτηση ποινικών ευθυνών, πρωταρχικά, σε βάρος όσων είχαν πρωταγωνιστήσει στην ένταξη της χώρας στα, από κάθε άποψη επαχθή, διαδοχικά προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής, τα γνωστά μας «μνημόνια», και, δευτερευόντως, εκείνων που είχαν υπογράψει εξοπλιστικές συμβάσεις. Από την, επτακομματικής σύνθεσης, Βουλή, που αναδείχθηκε στις γενικές εκλογές της 6ης Μαΐου 2012, δεν προέκυψε δεδηλωμένη και, μοιραία, βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα. Έτσι, συγκλήθηκε και συγκροτήθηκε σε σώμα, με την εκλογή του προεδρείου της, για να διαλυθεί, αυθημερόν, και να προκηρυχθεί νέα προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Και μπορεί οι ποινικές ευθύνες για τα «μνημόνια» να μην αναζητήθηκαν ποτέ, δεν συνέβη όμως το ίδιο για το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου με τη «λίστα Λαγκάρντ» που στάλθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών το καλοκαίρι του 2010 με ονόματα φοροφυγάδων.

  1. Η κατάθεση τριών (3) προτάσεων για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του, τότε, Υπουργού Γ. Παπακωνσταντίνου, εκείνη των βουλευτών της συμπολίτευσης περιλάμβανε και την υπόδειξη προς την οικεία ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή να διευκρινίσει τη συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας, αναβίωσε, πλέον και στο «πεδίο», την ανοικτή συζήτηση για τον υπολογισμό της «Βουλής της μίας ημέρας» στην προθεσμία για την άσκηση της κατά χρόνον αρμοδιότητάς της. Ο πρώην Υπουργός -με πλειοψηφίες διακοσίων έξι (206), εκατόν εξήντα έξι (166) και διακοσίων είκοσι (220) βουλευτών- παραπέμφθηκε, αντιστοίχως, για τα κακουργήματα της απιστίας στην υπηρεσία και της νόθευσης εγγράφου, καθώς επίσης για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος. Η υπόθεση και η, εν γένει, διαδικασία για τον ποινικό καταλογισμό του κρίθηκαν, όπως επιβάλλεται συνταγματικά, από το Δικαστικό Συμβούλιο και, εντέλει, το Ειδικό Δικαστήριο.

Μετά από αίτημα του ανακριτή του Δικαστικού Συμβουλίου, ο Αθ. Κανελλόπουλος, εισαγγελέας του και αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, πρότεινε, ερμηνεύοντας το άρθρο 86 Συντ. και τον εκτελεστικό του ν. 3126/2003 (Α΄ 66), να γίνει δεκτό ότι η τασσόμενη αποσβεστική προθεσμία είναι αρκούντως ικανή για να ασκήσει η Βουλή την αρμοδιότητά της, δίχως να διαταράσσεται επί μακρώ η πολιτική ομαλότητα· αρκεί η βουλευτική περίοδος και η λειτουργία της (Βουλής) να διαρκούν χρονικό διάστημα, εντός του οποίου υπάρχει η δυνατότητα να συνέλθει σε δύο τουλάχιστον τακτικές συνόδους και μάλιστα όχι συντομότερες των πέντε (5) μηνών. Εάν όμως τούτο δεν καταστεί, φυσικώς και λογικώς, δυνατό, τότε η αποσβεστική προθεσμία εξικνείται έως το πέρας της μεθεπόμενης βουλευτικής περιόδου. Η πρόταση έγινε, ομόφωνα, δεκτή στο βούλευμα 1/2014 [Για την πρόταση και το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου, βλ., αντί άλλων, ΘΠΔΔ 10-11 (2014), σ. 894 επ. Συγκλίνουσες σκέψεις για την ερμηνεία της ισχύουσας, πριν από την τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος, παρ. 3 του άρθρου 86 Συντ. διατύπωσαν ο Πρόεδρος του Δικαστικού Συμβουλίου και ένα μέλος του, ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Ν. Ρόζος (όπ.π., σ. 900-902 και, αντίστοιχα, 899)].

Στη δίκη ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου μάρτυρας κατά την κατάθεσή του την 26η Φεβρουαρίου 2015 έθεσε το θέμα της «παραγραφής του αξιόποινου», επειδή η δίωξη σε βάρος του πρώην Υπουργού ασκήθηκε μετά τη διάλυση της «Βουλής της μίας ημέρας» τον Μάιο του 2012 και, συνεπεία της, την παρέλευση της ΙΔ΄ Βουλευτικής Περιόδου (βλ. Αλ. Αυλωνίτη, Μπαράζ ερωτήσεων σε δύο πρώην συνεργάτες του Γ. Παπακωνσταντίνου, εφημ. Έθνος, Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015, σ. 15 και Μ. Μουστάκα, «Τίθεται ζήτημα παραγραφής», εφημ. Τα Νέα, Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015, σ. 14). Εξάλλου, η Ξ. Δημητρίου, εισαγγελέας του Ειδικού Δικαστηρίου, στην αγόρευσή της διαφώνησε με την εξάλειψη του αξιόποινου λόγω παραγραφής, επειδή «η Βουλή που συγκροτήθηκε σε σώμα τον Μάιο του 2012 για τρεις ημέρες δεν λειτούργησε εντός συνόδου». Τέλος, δικηγόρος, εκ των συνηγόρων της υπεράσπισης έθεσε, επίσης, το ζήτημα, επισημαίνοντας ότι το παραπεμπτικό βούλευμα εμπεριέχει «εσφαλμένες συνταγματικά κρίσεις και πολιτικής φύσης αιτιολογία», αλλά οι αιτιάσεις του απορρίφθηκαν.

  1. Αν και πρόκειται για ίσης τυπικής ισχύος «συνταγματικά αγαθά», το Δικαστικό Συμβούλιο και, εντέλει, το Ειδικό Δικαστήριο στη στάθμισή τους πρόταξαν τον ποινικό έλεγχο του πρώην Υπουργού έναντι της, κοινοβουλευτικά υπαρξιακής κυριολεκτικά, ανάγκης να αναδειχθεί βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα. Η επιλογή τους φαίνεται ότι διαμορφώθηκε με αναφορά στη συγκυρία και τα πολιτικά δεδομένα της υπόθεσης, κινήθηκε δε προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση εκείνης που είχαν διαγράψει με τις παρεμβάσεις τους οι εκπρόσωποι του Συνταγματικού και του Ποινικού Δικαίου στο πρώτο χρονικά προηγούμενο το καλοκαίρι του 1989. Τότε ο κίνδυνος να συμπληρωθεί η αποσβεστική προθεσμία, ανεξαρτήτως της διαφοροποίησης ως προς την προβλεπόμενη νομοθετικά διάρκειά της, επέβαλε, υπό την έντονη πίεση του Τύπου, τον σχηματισμό της κυβέρνησης συνεργασίας δύο ετερόκλητων, ιδεολογικά και πολιτικά, χώρων υπό την προεδρία του Τζ. Τζανεττάκη.

Η συντριπτική πλειονότητα όσων ενεπλάκησαν στη συζήτηση σχετικά με το χρονικά επιτρεπτό του ποινικού ελέγχου για την αλλοίωση του περιεχομένου της «λίστας Λαγκάρντ» πρόβαλλαν ή υιοθέτησαν την καινοφανή και, ουσιαστικά, a la carte ερμηνεία των κρίσιμων συνταγματικών ορισμών. Εντόπισαν την προσέγγισή τους στο πραγματικό γεγονός της αδυναμίας να λειτουργήσει η νέα Βουλή και υποστήριξαν, πρώτη φορά στην επιστημονική αλλά και την πολιτική συζήτηση, ότι η διάλυσή της δεν παράγει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια στην κατά χρόνον αρμοδιότητα της Βουλής να διώκει τα μέλη της κυβέρνησης ή τους υφυπουργούς για ποινικά αδικήματα που τελούν ή τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. [Την άποψη ότι δεν συμπληρώθηκε η αποσβεστική προθεσμία υποστήριξαν ο Χ. Ανθόπουλος και ο Γ. Κατρούγκαλος, ενώ την αντίθεσή τους εξέφρασαν ο Γ. Σωτηρέλης και ο Κ. Χρυσόγονος (βλ. Ν.-Β. Τσίτσα, «Καβγάς» για την παραγραφή, εφημ. Έθνος, Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013, σ. 6 και, αναλυτικότερα, για τις αντίστοιχες προσεγγίσεις, Χ. Ανθόπουλου, Το Σύνταγμα δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται μηχανιστικά και Κ. Χρυσόγονου, Κίνδυνος μη δίωξης, εφημ. Έθνος, Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2013, σ. 6)]. Εάν όμως έτσι είχαν τα πράγματα, δηλαδή όπως κρίθηκε από το Ειδικό Δικαστήριο, δύσκολα θα μπορούσε να εξηγήσει κανείς, τουλάχιστον κατά τρόπο πειστικό, το σημείο της εισαγγελικής πρότασης που απέρριψε το, διόλου απίθανο, ενδεχόμενο, όταν και η μεθεπόμενη χρονικά Βουλή δεν ολοκληρώσει, επίσης, δύο τακτικές συνόδους, να γίνει δεκτό ότι δεν συμπληρώθηκε και πάλι η αποσβεστική προθεσμία! Ανεξαρτήτως πάντως της όποιας, εύλογης και μάλλον ορθής, κριτικής που συνάντησε η επικρατήσασα προσέγγιση, το νομολογιακό κεκτημένο της διεκδικεί ως τέτοιο δεσμευτικότητα και για το μέλλον.

 

IV

Ο Πρωθυπουργός με τηλεοπτικό του μήνυμα την 3η Φεβρουαρίου 2026 επισημοποίησε την εκκίνηση της πέμπτης αναθεώρησης του Συντάγματος και  τοποθέτησε χρονικά την κατάθεση της πρότασης της πλειοψηφίας τον προσεχή Απρίλιο. Την επομένη θα αρχίσει να απασχολεί την επικαιρότητα, με δημοσιογραφικά κατά βάση σχόλια, η τύχη της πρωτοβουλίας, εάν η Βουλή, που θα αναδειχθεί από τις επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές και μετά την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης του αναθεωρητικού εγχειρήματος, διαλυθεί ευθύς μόλις συγκροτηθεί σε σώμα. Δηλαδή, εάν αποδειχθεί «Βουλή της μίας ημέρας», συνεπεία της αδυναμίας να εξευρεθεί από τις τάξεις της βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα. Στη δημόσια συζήτηση θα εμπλακούν, όπως αναμενόταν και πιθανότητα επειδή τους ζητήθηκε, οι «ειδικοί». Οι απόψεις που έχουν έως σήμερα διατυπωθεί από την επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου εντάσσονται σε δύο γενικές κατηγορίες. Δίχως να έχει διαμορφωθεί ακόμη η επικρατούσα και, γι’ αυτό, η ορθότερη άποψη, έχει υποστηριχθεί ότι η διάλυση της νέας Βουλής είτε θα τερματίσει την εν εξελίξει αναθεωρητική διαδικασία είτε δεν θα την επηρεάσει και η πέμπτη αναθεώρηση του Συντάγματος θα συνεχιστεί ενώπιον εκείνης (της Βουλής) που θα μπορέσει να ασκήσει τις αρμοδιότητές της, αφού πρώτα σχηματιστεί από τη σύνθεσή της κυβέρνηση που θα περιβληθεί με την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των βουλευτών. Τρίτη, ενδιάμεση, άποψη δύσκολα θα μπορούσε, ασφαλώς, να υπάρξει!

Αντιμέτωπος με το ερώτημα ποια Βουλή είναι αναθεωρητική, η επόμενη ή, όταν αυτή διαλυθεί συνεπεία της αδυναμίας της να αναδείξει βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα, η μεθεπόμενη, ο Χ. Ανθόπουλος (Ποια είναι η αναθεωρητική Βουλή;, εφημ. Τα Νέα, Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026, σ. 7) απαντά η πρώτη. Αποδέχεται το πραγματικό γεγονός ότι η, κατά το Σύνταγμα, επόμενη είναι αυτή που θα προκύψει από τις προσεχείς γενικές βουλευτικές εκλογές και αναγνωρίζει ότι η πρώτη της σύνοδος εκκινεί με τη συγκρότησή της σε σώμα, ενώ η τυχόν διάλυσής της σημαίνει τη λήξη της βουλευτικής περιόδου και την παρέλευση όλων των συνόδων της. Γι’ αυτό, καταλήγει ότι η μεθεπόμενη Βουλή δεν θα έχει πλέον αναθεωρητική αρμοδιότητα και η διαδικασία θα πρέπει να εκκινήσει εξαρχής, θεωρεί δε ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου για την αλλοίωση της «λίστας Λαγκάρντ» στο «διάχυτο κλίμα του συνταγματικού και ποινικού λαϊκισμού», το οποίο επικρατούσε κατά την έκδοσή της, «δεν αρκεί για να μετονομάσει σε μεθεπόμενη την επόμενη Βουλή κατά την έννοια του άρθρου 110 Συντ.». Εκκινώντας από το ίδιο ακριβώς ερώτημα και παρά το γεγονός ότι δεν διατυπώνει με τη συνήθη σαφήνειά του την απάντηση, ο Ευάγ. Βενιζέλος (Η παγίδα του αναθεωρητικού λαϊκισμού, εφημ. Η Καθημερινή, Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026, σ. 8-9) φαίνεται, επίσης, να συμφωνεί. Αφήνει όμως ανοικτό και το παράθυρο μετονομασίας της μεθεπόμενης Βουλής σε επόμενη, «αν υπάρχει ευρύτατη συναίνεση και γύρω από το ζήτημα αυτό». Αμφότεροι θα βρουν την ευκαιρία να συμπληρώσουν και, αντιστοίχως, να διευκρινίσουν την άποψή τους σε δημόσια επιστημονική εκδήλωση λίγες ημέρες αργότερα (βλ. Λ. Σταυρόπουλου, Ο γρίφος για τη Βουλή της «μίας ημέρας», εφημ. Το Βήμα, Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026, σ. 17). Στην ίδια εκδήλωση ο Κ. Χρυσόγονος υποστηρίζει, επίσης, ότι «η επόμενη Βουλή, όχι η μεθεπόμενη, είναι εκείνη η οποία κατά την πρώτη σύνοδό της μπορεί να αναθεωρήσει ή να μην αναθεωρήσει», προσθέτοντας ότι «είναι ευθύνη των κομμάτων να αποφασίσουν κατά πόσο θεωρούν την αναθεώρηση του Συντάγματος επαρκώς σοβαρό ζήτημα, ώστε ενδεχομένως να συγκροτήσουν έστω μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού για ένα μικρό διάστημα, ή να αποφασίσουν ότι δεν είναι επαρκές αυτό και να πάμε σε άμεση διάλυση της Βουλής «σκοτώνοντας» ταυτόχρονα και την αναθεώρηση».

Το ανάλογο προηγούμενο της κατά χρόνον αρμοδιότητας της Βουλή να ασκεί ποινική δίωξη σε βάρος μελών της κυβέρνησης ή υφυπουργών στην απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου για την αλλοίωση του περιεχομένου της «λίστας Λαγκάρντ» επικαλείται ο Ν. Αλιβιζάτος (Ανόρθωση μόνο μέσω συναίνεσης, εφημ. Η Καθημερινή, Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026, σ. 9) για να υποστηρίξει ότι επόμενη Βουλή είναι εκείνη, «στην οποία καθίσταται εφικτός ο σχηματισμός κυβέρνησης», και συμπληρώνει ότι «θα ήταν παράλογος ο σχηματισμός βιώσιμης κυβέρνησης μόνο για τον σκοπό αυτό», δηλαδή τη συνέχιση της αναθεωρητικής διαδικασίας. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται η Λ. Παπαδοπούλου (Η επόμενη Βουλή και η αναθεώρηση, εφημ. Το Βήμα, Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026, σ. Β2/6), με την προσθήκη ότι η αναθεώρηση είναι αρμοδιότητα «μιας λειτουργούσας Βουλής, που να έχει την πραγματική και όχι την ονομαστική μόνο δυνατότητα να ολοκληρώσει την αναθεώρηση, χωρίς αυτή η δυνατότητα να ματαιώνεται από μια συγκυριακή πολιτική αστάθεια». Εξάλλου, ο Πρ. Παυλόπουλος (Ως δεύτερη, αναθεωρητική, Βουλή νοείται μόνον εκείνη που μετά τις εκλογές έχει τον αναγκαίο χρόνο και την πλήρη δυνατότητα ολοκλήρωσης του αναθεωρητικού έργου, την πρωτοβουλία του οποίου έχει αναλάβει η προηγούμενη Βουλή =www.constitutionalism.gr/12.02.2026), επικαλούμενος την τελολογική ερμηνεία του άρθρου 110 Συντ. και αναφερόμενος τόσο στον σεβασμό της προτείνουσας Βουλής όσο και στην απρόσκοπτη συνέχιση της αναθεωρητικής διαδικασίας, δέχεται  ότι (η αναθεώρηση) δεν μπορεί να διακοπεί από μια «εφήμερη» Βουλή που «δεν είναι σε θέση, λόγω των κομματικών σκοπιμοτήτων, να καταλήξει στον σχηματισμό βιώσιμης Κυβέρνησης και να ασκήσει εντεύθεν το εν γένει κανονιστικό έργο της κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής». Τέλος, στην ίδια δημόσια επιστημονική εκδήλωση ο Σπ. Βλαχόπουλος (βλ. Λ. Σταυρόπουλου, όπ.π.) περιορίζεται να επισημάνει ότι «δεν καίγεται η συνταγματική αναθεώρηση, αν διαλυθεί η επόμενη Βουλή χωρίς να λειτουργήσει. Είναι άλλωστε στον σκοπό του Συντάγματος να διευκολύνει τη συνταγματική αναθεώρηση και όχι να την κάψει».

 

V

  1. 1. Ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος της Ελλάδας εδράζεται και στην πρόβλεψή του ότι η αναθεωρητική διαδικασία εξελίσσεται σε δύο διακριτές φάσεις ενώπιον της προτείνουσας και της αναθεωρητικής Βουλής· η τελευταία είναι εξοπλισμένη μάλιστα με νωπή λαϊκή νομιμοποίηση, αφού αναδεικνύεται μετά την προσφυγή σε γενικές βουλευτικές εκλογές. Ακόμη και αν έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς η πρώτη φάση, για να εκκινήσει η δεύτερη πρέπει, αφού διενεργηθούν γενικές βουλευτικές εκλογές, η νέα Βουλή να είναι ενεργή. Προς τούτο, δεν αρκεί να έχει συγκροτηθεί σε σώμα, εκλέγοντας το προεδρείο της, επιβάλλεται, πρωτίστως, να μπορεί να ασκήσει τις αρμοδιότητές της, από τις σημαντικότερες των οποίων θεωρείται, ορθώς, η αναθεώρηση του Συντάγματος. Ούτε ο σχηματισμός κυβέρνησης καθιστά από μόνος του τη Βουλή ενεργή, απαιτείται, επιπλέον, να αποδειχθεί βιώσιμη. Δηλαδή, η δεδηλωμένη να μετασχηματιστεί σε εκφρασμένη προτίμηση και το κυβερνητικό σχήμα να περιβληθεί με την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των βουλευτών. Από εκείνη τη στιγμή η κυβέρνηση αναλαμβάνει και τυπικά τα καθήκοντά της, ελέγχεται κοινοβουλευτικά για τα πεπραγμένα της, δηλαδή τις πράξεις ή τις παραλείψεις της συλλογικά ή κάθε μέλους της ατομικά, και μπορεί να εκδηλώνει νομοθετικές πρωτοβουλίες με την κατάθεση νομοσχεδίων.

Ο συνταγματικός νομοθέτης αναθέτει στην επόμενη Βουλή να αποφασίσει κατά την πρώτη τακτική σύνοδό της για τις αναθεωρητέες διατάξεις, ορθότερα και σύμφωνα με την κρατούσα άποψη για το περιεχόμενό τους (άρθρο 110 παρ. 3 Συντ.). Η προκριθείσα διατύπωση επιτρέπει, καταρχήν, να υποστηριχθεί ότι ο ορισμός της ως τέτοιας ανάγεται σε κριτήριο αμιγώς χρονικό. Και μπορεί, συνηθέστατα, ο χαρακτηρισμός επόμενη να προσδιορίζει τη Βουλή που αναδεικνύεται μετά τη διάλυση της θητεύουσας και την προκήρυξη της προσφυγής σε γενικές βουλευτικές εκλογές, προκειμένου να εκφραστεί νωπή λαϊκή ετυμηγορία, τούτο όμως δεν ισχύει σε κάθε περίπτωση. Η σύγκληση και η συγκρότησή της σε σώμα δεν της εξασφαλίζουν άνευ ετέρου, ακόμη και αν διαδέχεται στη χρονική ακολουθία τη διαλυθείσα, τον χαρακτηρισμό της ως επόμενης, τουλάχιστον κατά την έννοια του άρθρου 110 Συντ. Επιβάλλεται, επιπλέον, να είναι και ενεργή. Δηλαδή, να μπορεί να ασκήσει τις συνταγματικά καθορισμένες αρμοδιότητές της. Άλλως, δεν θεωρείται η επόμενη της Βουλής που βρισκόταν, όταν τερματίστηκε πρόωρα ο βίος της, σε πλήρη λειτουργία και αποτελεί την προτείνουσα. Υπό αυτήν την προσέγγιση, δεν ακριβολογεί, νομικά και πραγματικά, η αναφορά σε «μεταγγιζόμενη», ορθότερα «μεταβιβαζόμενη», αναθεωρητική αρμοδιότητα από την επόμενη στη μεθεπόμενη Βουλή, αφού επόμενη, στην ουσία, δεν υπήρξε.

  1. Ο μοναδικός λόγος διάλυσης νεοεκλεγείσας Βουλής σε κάθε εξελιγμένο κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, όπως είναι αυτό της Ελλάδας, εντοπίζεται στην αδυναμία να αναδειχθεί από τις τάξεις της, δηλαδή από τον επικρατούντα συσχετισμό των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα. Τότε η εικαζόμενη, εναλλακτικά η τεκμαιρόμενη, προτίμηση της πλειοψηφίας των βουλευτών, με άλλα λόγια η δεδηλωμένη, δεν εγγυάται ότι θα περιβληθεί με την εμπιστοσύνη τους, όταν εκφραστεί κατά τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας για την παροχή της. Στην προκειμένη περίπτωση και μόνον σε αυτήν, επιβάλλεται, προκειμένου να αρθεί το αδιέξοδο, η εκ νέου προσφυγή στις γενικές βουλευτικές εκλογές, για να εκφραστεί νωπή λαϊκή θέληση, για να προκύψει νέος συσχετισμός δυνάμεων στη Βουλή και για να επανεκκινήσει η διαδικασία για την εξεύρεση βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος.

Στο σημείο αυτό, δηλαδή στη διάλυση της Βουλής πριν καταστεί ενεργή, εντοπίζεται ο «κοινός τόπος», η «επαφή», των δύο ιδιαίτερα σημαντικών διαδικασιών στη λειτουργία του πολιτεύματος. Δηλαδή, της κατά χρόνον αρμοδιότητας της Βουλής έως το 2019 να ασκεί ποινική δίωξη σε βάρος μελών της κυβέρνησης και της εκκίνησης της δεύτερης φάσης της συνταγματικής αναθεώρησης. Η πρόταση του Εισαγγελέα του Δικαστικού Συμβουλίου, το 1/2014 βούλευμά του και η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου στην υπόθεση της αλλοίωσης του περιεχομένου της «λίστας Λαγκάρντ», παρά το γεγονός ότι προκάλεσαν, εύλογα, την έντονη κριτική, συγκροτούν το ανάλογο προηγούμενο και προσφέρουν «δοκιμασμένο» νομολογιακό κεκτημένο για να συμπληρωθεί και έτσι να ενισχυθεί, η ερμηνευτική κατασκευή ότι η διάλυση της Βουλής, η οποία θα αναδειχθεί το αργότερο στις αρχές του καλοκαιριού του 2027 και από τη σύνθεσή της ενδεχομένως να μην προκύψει βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα, δεν θα τερματίσει την, τότε, ευρισκόμενη σε εξέλιξη πέμπτη αναθεώρηση του Συντάγματος.

  1. Η πρόταση, το βούλευμα και, εντέλει, η απόφαση υπήρξαν, πράγματι, προϊόν διεργασιών σε κλίμα διάχυτου συνταγματικού και ποινικού λαϊκισμού. Το γεγονός, καθαυτό, δεν μπορεί πάντως να αποτελέσει λόγο, τουλάχιστον επαρκή και πάντως ικανό, για να αποκλείσει την αξιοποίησή τους στην, ανοικτή ακόμη, συζήτηση για την επόμενη αναθεωρητική Βουλή. Είναι αλήθεια ότι ο λαϊκισμός πριν καταλήξει νομικός δομήθηκε στη οργή του κόσμου και στο υποκινούμενο, συχνά με δημοσιεύματα στον Τύπο, αίτημα να τιμωρηθούν όσοι ενεπλάκησαν στην ένταξη της χώρας στα επαχθή «μνημόνια». Στην «τυφλή» τιμωρητική ρητορική «επένδυσαν» πολλοί πολιτικά και την αποσύνδεση του καταλογισμού της ποινικής ευθύνης από τη διάλυση της «Βουλής της μιας ημέρας» διευκόλυναν θεωρητικά ρομαντικοί ή πρόθυμοι εκπρόσωποι της επιστήμης, ανιδιοτελώς συνήθως και, αντιστοίχως, κάποιοι εκουσίως, προκειμένου (οι τελευταίοι) να γίνουν γνωστοί, να αυξήσουν την αναγνωρισιμότητά τους και να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη.

Λαϊκισμό, τούτη τη φορά συνταγματικό, έσπευσαν να διαπιστώσουν άλλοι στο μήνυμα του Πρωθυπουργού, με το οποίο επισημοποίησε την επικείμενη εκκίνηση της πέμπτης αναθεώρησης του Συντάγματος. Αποδίδεται στην απουσία συναίνεσης, συνεπεία των πεπραγμένων της κυβέρνησης σε περιοχές που αναμένεται να συγκεντρώσουν το αναθεωρητικό ενδιαφέρον της πλειοψηφίας. Η συναίνεση πρέπει ασφαλώς να αποτελεί στοιχείο κάθε σχετικής πρωτοβουλίας, αφού συνιστά απαίτηση για την τελεσφόρηση του αναθεωρητικού εγχειρήματος. Ωστόσο, η αναζήτησή της και μάλιστα όχι ως ζητούμενο αλλά ως κεκτημένο πριν ακόμη κατατεθούν οι, παραδεκτές ή μη, προτάσεις των βουλευτών είναι και πρόωρη και, εν πολλοίς, αποπροσανατολιστική. Προφανώς δεν μπορεί να αξιώνεται, ακόμη και πολιτικά, πριν από την εκκίνηση της αναθεωρητικής διαδικασίας και ούτε, πολύ περισσότερο, να επιτευχθεί για το σύνολο ή ακόμη και για το μεγαλύτερο μέρος της αναθεωρητικής πρότασης.

Η απαιτούμενη αυξημένη-ειδική πλειοψηφία, είτε στην πρώτη είτε, ορθότερα πολιτικά, στη δεύτερη φάση της αναθεώρησης, για να διαμορφωθεί επιβάλλει παραχωρήσεις που δεν θα είναι ποτέ μονομερείς. Άλλωστε, η συναίνεση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εκκίνηση, αλλά όρο για την επιτυχή ολοκλήρωση της αναθεωρητικής διαδικασίας και, συνήθως, επιτυγχάνεται στη δεύτερη φάση της, άλλως δίνεται στην κυβερνητική πλειοψηφία «λευκή επιταγή». Η εμπειρία του 2001, όταν οι αριθμητικές προϋποθέσεις εξασφαλίστηκαν με την αντίθετη φορά, αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα. Οι ευρείες ή οι ευρύτατες συναινέσεις στην πρώτη φάση της δεύτερης αναθεώρησης του Συντάγματος κατέληξαν σε επιλογές που, όπως αποδείχθηκε πολύ σύντομα, υπήρξαν ορισμένες, τουλάχιστον, ατυχείς (π.χ. ο βασικός μέτοχος) και άλλες αναθεωρητέες ως ανεφάρμοστες (π.χ. το επαγγελματικό ασυμβίβαστο).

* Η επεξεργασία του άρθρου ολοκληρώθηκε την 18η Φεβρουαρίου 2026.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

16 − 15 =