Η «δημιουργική αυτοκαταστροφή» του ελληνικού Συντάγματος βάσει του άρθρου 28 αυτού

Λίνα Παπαδοπούλου, Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Έδρα Jean Monnet, Νομική Σχολή ΑΠΘ

* Περιεχόμενα:

I. Προλογικά.

II. Το άρθρο 28 Σ ως κανονιστικό θεμέλιο της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΕ.

III. Το εθνικό Σύνταγμα «αυτοκαταστρέφεται» μέσω της μεταφοράς αρμοδιοτήτων

IV. Μια νέα συνταγματική έννομη τάξη δημιουργείται

V. Η αξιακή ομοιογένεια μεταξύ εθνικών Συνταγμάτων και ενωσιακού συντάγματος.

VI. Η πηγή των διασυνταγματικών εντάσεων.

VII.     Η προτεραιότητα εφαρμογής (“υπεροχή”) του δικαίου της Ένωσης έναντι του εθνικού δικαίου κάθε βαθμίδας.

VIII.    Η αντίθεση στην εθνική ταυτότητα.

IX. Ο έλεγχος μιας πράξης ως «ultra vires».

X. Η κυριαρχία ως «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας».

 

I.               Προλογικά

Είναι πραγματικά μία ευτυχής συγκυρία το ότι βρισκόμαστε εδώ για να γιορτάσουμε –γιατί είναι πράγματι μία εορταστική εκδήλωση– τα πενηντάχρονα του ελληνικού Συντάγματος· είναι ευτυχής η συγκυρία, ως απαύγασμα αυτού του μισού αιώνα ελληνικής ιστορίας, επειδή δεν ζούμε αυτή τη στιγμή, στην πατρίδα μας τουλάχιστον, πόλεμο, επειδή δεν έχουμε βιώσει, εμείς τουλάχιστον, μία δικτατορία, επειδή δεν έχουμε ζήσει και δεν ζούμε σε μία αντι-φιλελεύθερη ή ανελεύθερη ή αυταρχική, σε μία απλώς «εκλογική» κατ’ όνομα μόνον «δημοκρατία». Είμαστε τυχεροί να ζούμε στο πλαίσιο αυτής της –με ελλείμματα βεβαίως– ειρηνικής φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Βέβαια, η αντιδιαστολή προς κάτι χειρότερο δεν είναι ενίοτε αρκετή για να μας κάνει ευτυχείς. Το Σύνταγμα –υπό την νομική-κανονιστική αλλά και την πολιτειακή του πρόσληψη, ως πολίτευμα[1]– θα μπορούσε να είναι περισσότερο φιλελεύθερο και περισσότερο δημοκρατικό, θα μπορούσε να είναι περισσότερο κοινωνικό και κυρίως περισσότερο «πράσινο», υπό την έννοια της βιωσιμότητας, και, εάν έχουμε ένα καθήκον εμείς ως συνταγματολόγοι, είναι ακριβώς να πιέζουμε πάντα, να επιχειρηματολογούμε, και με τον επιστημονικό μας λόγο να προσπαθήσουμε να πείσουμε για ανάληψη πρωτοβουλιών και υλοποίηση των συνταγματικών επιταγών, προς την κατεύθυνση της περισσότερης φιλελεύθερης και κοινωνικής δημοκρατίας, με σεβασμό των δικαιωμάτων και με σκοπό την «πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη» (άρθρο 25 παρ. 4 Σ).

Ταυτόχρονα γιορτάζουμε βεβαίως και την αταλάντευτη προσήλωση της χώρας μας προς αυτό που συνεκδοχικά ονομάζουμε «Δύση», και ειδικότερα στην Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πράγματι, η Ελλάδα υπήρξε η πρώτη χώρα που υπέγραψε Συμφωνία Σύνδεσης με την τότε ΕΟΚ, το 1961, μετά από αίτηση που είχε υποβληθεί το 1959. Η «Συμφωνία των Αθηνών» προέβλεπε τελωνειακή ένωση και σταδιακή ένταξη εντός είκοσι δύο ετών, αλλά μπήκε και αυτή στον «γύψο» –μαζί με όλη τη χώρα– την περίοδο 1967-1974 εξαιτίας της δικτατορίας.

Επανενεργοποιήθηκε η σύνδεση αυτή με την αποκατάσταση της δημοκρατίας και μόνον τυχαίο δεν είναι ότι η θέση σε ισχύ του νέου Συντάγματος, στις 11 Ιουνίου 1975, ακολουθήθηκε την επόμενη ημέρα από την αίτηση ένταξης στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Παρά τη σύσταση της Επιτροπής για μεταβατική περίοδο, οι διαπραγματεύσεις άρχισαν τον Ιούλιο του 1976, με αποτέλεσμα η Συνθήκη Προσχώρησης να υπογραφεί ταχύτατα, ήδη στις 28 Μαΐου 1979 (κυρώθηκε με τον νόμο 945/1979), και η Ελλάδα να γίνει το δέκατο μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την 1η Ιανουαρίου 1981.

II.             Το άρθρο 28 Σ ως κανονιστικό θεμέλιο της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΕ

Οι συντάκτες του Συντάγματος του 1975, έχοντας συνείδηση της θεμελιώδους πολιτειακής επιλογής ένταξης της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, και γνώση της εμπειρίας άλλων κρατών – με αποτέλεσμα η προσχώρηση να μη συνιστά «terra incognita» ή «δικαιική παρθενογένεση»[2]– σχεδίασαν το άρθρο 28 του Συντάγματος (Σ) έτσι, ώστε να μπορεί να υποδεχθεί τον τρόπο δημιουργίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δηλαδή την εκχώρηση και μεταφορά αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών, με αποτέλεσμα ακόμη και τον περιορισμό στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας, όπως επιτρέπει η τολμηρή, θα τολμούσα να πω, διατύπωση του άρθρου 28 παρ. 3 Σ. Η ύπαρξη και λειτουργία της εν λόγω διάταξης κατέστησε, εντέλει, περιττή την ειδική αναθεώρηση του Συντάγματος ενόψει της προσχώρησης της Ελλάδας στις Κοινότητες, δεδομένου ότι ο συνταγματικός νομοθέτης προέβλεψε ως «συνταγματικά νόμιμη την άσκηση από διεθνή όργανα αρμοδιοτήτων που, γενικές και ειδικές διατάξεις του Συντάγματος, έχουν αναθέσει αποκλειστικά σε εθνικά πολιτειακά όργανα».[3]

Πράγματι, το άρθρο 28 παρ. 2-3 Σ επιτρέπει συνταγματικά προβλεπόμενες αρμοδιότητες, άρα αρμοδιότητες που κατά το Σύνταγμα ανήκουν σε ελληνικά κρατικά όργανα, να μεταφέρονται με απόφαση της Βουλής και με τήρηση των αυξημένων πλειοψηφιών και προϋποθέσεων που η διάταξη αυτή προβλέπει, σε όργανα διεθνών οργανισμών. Το άρθρο 28 Σ λειτουργεί έτσι ως «συνταγματική υποδοχή»[4] του κοινοτικού / ενωσιακού φαινομένου, επιτρέποντας τη μετακύληση αρμοδιοτήτων από το εθνικό κράτος προς την Ευρωπαϊκή Ένωση,[5] και τυποποιεί κατ’ εξοχήν την «ευρωκοινοτική» ή μάλλον «ευρωενωσιακή»,[6] άλλως την «ενοποιητική λειτουργία» του Συντάγματος, η οποία συντελείται, μάλιστα, «κατά παρέκκλιση από τους συναφείς ορισμούς του Συντάγματος για τις τρεις παραδοσιακές κρατικές λειτουργίες». [7] Αλλάζει, έτσι, κατ΄ ουσίαν και το άρθρο 26 Σ. Κατά μία μάλιστα πιο τολμηρή θεώρηση, το άρθρο 28 εμπεριέχει «συνταγματική εντολή» «προς τους φορείς όλων των εξουσιών, άρα και προς το νομοθέτη, για παράλειψη κάθε ενέργειας που αποτελεί εμπόδιο στη διαδικασία ενοποιήσεως…».[8]

Με την αναθεώρηση του 2001, προστέθηκε την ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 28 Σ, από την οποία κρίθηκε ότι προκύπτει αφενός υποχρέωση εφαρμογής της ενωσιακής έννομης τάξης, αφετέρου υποχρέωση εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων με τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου.[9]

III.           Το εθνικό Σύνταγμα «αυτοκαταστρέφεται» μέσω της μεταφοράς αρμοδιοτήτων

Σε αυτήν ακριβώς τη μετακύλιση των αρμοδιοτήτων από τα κρατικά σε όργανα ενός διεθνούς οργανισμού συνίσταται η αυτοκαταστροφή του εθνικού (τυπικού) Συντάγματος, που το ίδιο την προβλέπει ρητά. Ιδίως μάλιστα επειδή αυτή συνεπάγεται και την αδρανοποίηση και θέση εκποδών του εθνικού δικαίου, άρα μέχρι τον περιορισμό της άσκησης της εθνικής κυριαρχίας, εφόσον και καθόσον έχει ενεργοποιηθεί στο οικείο πεδίο ενωσιακό δίκαιο (πρωτογενές ή παράγωγο) και βάσει των συνταγματικών αρχών της ενωσιακής έννομης τάξης, ιδίως των ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων (conferral of powers), του κατειλημμένου πεδίου (preemption) και της προτεραιότητας εφαρμογής (primacy) και άμεσης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.

Έτσι, διατάξεις του Συντάγματος, ακόμη και μη αναθεωρήσιμες, εκκενώνονται (hollow out / aushöhlen) σιγά-σιγά από την κανονιστική τους ύλη, απομένοντας ένα (σχεδόν) κενό κέλυφος, η δε ύλη τους δεν εξαφανίζεται ούτε εκρέει προς τον ιδιωτικό χώρο, αλλά αποδίδεται, ανατίθεται σε έναν διεθνή οργανισμό (εν προκειμένω την ΕΕ) με βάση τη θεμελιώδη απόφαση του ελληνικού λαού και κράτους να συνεργάζεται ειρηνικά με άλλους λαούς και άλλα κράτη στο πλαίσιο ενός διεθνούς οργανισμού.[10]

Ειδική αναφορά αρμόζει στο μη αναθεωρήσιμο (κατ’ άρθρο 110 Σ) άρθρο 26 Σ, δηλαδή στην άσκηση νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής λειτουργίας (που δεν αποκλείει, βέβαια, την άσκηση και άλλων λειτουργιών, όπως την αναθεωρητική από την ομώνυμη Βουλή ή τη ρυθμιστική από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή την ελεγκτική από τις ανεξάρτητες αρχές), αλλά πάντως επιφυλάσσει, για παράδειγμα τη νομοθετική, για κρατικά όργανα. Ωστόσο, για το κράτος-μέλος Ελλάδα οι κατονομαζόμενες στο άρθρο 26 παρ. 1 Σ εξουσίες αυτές ασκούνται πλέον όχι μόνον από εθνικά όργανα, αλλά και από όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί των πεδίων όπου οι αρμοδιότητες έχουν ανατεθεί στην τελευταία, αλλά επί της ελληνικής γεωγραφικής επικράτεια. Για παράδειγμα, τη νομοθετική λειτουργία δεν ασκεί μόνον το σύνθετο εθνικό νομοθετικό όργανο (εθνικό Κοινοβούλιο και Πρόεδρος με νομοθετική πρωτοβουλία εκ μέρους της Κυβέρνησης ή/και του λαού), αλλά και το σύνθετο (κατά τη συνήθη νομοθετική διαδικασία) ενωσιακό όργανο (Συμβούλιο και Κοινοβούλιο βάσει πρότασης της Επιτροπής). Είναι στο σημείο αυτό αξιοσημείωτη και η θεσμικά καταγεγραμμένη μεταφορά της νομοθετικής λειτουργίας σε ένα τον εκτελεστικής φύσης όργανο, αφού συντίθεται από Υπουργούς, το Συμβούλιο, επί τη βάσει της αποκλειστικής νομοθετικής πρωτοβουλίας της Επιτροπής, μια μεταφορά που έρχεται να τυποποιήσει, στο επίπεδο της Ένωσης, τη θεσμικά ανολοκλήρωτη αλλά στην πράξη αναμφισβήτητη κυριαρχία των εθνικών Κυβερνήσεων στα εθνικά συστήματα. Αφού στα τελευταία ναι μεν το Κοινοβούλιο διαθέτει την αρμοδιότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας και ψηφίζει τους (τυπικούς) νόμους μόνο του (με την τυπική μάλλον σύμπραξη του Προέδρου της Δημοκρατίας, στα κοινοβουλευτικά συστήματα), αλλά είναι σε μεγάλο βαθμό οι Υπουργοί που εντέλει προτείνουν τα νομοσχέδια, τα οποία σπανίως καταψηφίζονται από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που στηρίζει την Κυβέρνηση.

Άρα λοιπόν όχι μόνο ασκείται έτσι μία παράπλευρη, τροποποιητική, μια «σιωπηρή οιονεί αναθεωρητική λειτουργία»[11] ή «αδιαφανής» αναθεώρηση[12] μέσω του άρθρου 28 Σ, ερήμην του άρθρου 110 Σ, και μάλιστα ακόμα και επί του άρθρου 110 παρ. 1 Σ, αφού τροποποιούνται ακόμη και μη αναθεωρήσιμες διατάξεις, όπως το άρθρο 26 Σ.

IV.           Μια νέα συνταγματική έννομη τάξη δημιουργείται

Μέσα από την αμοιβαία και ισότιμη (βλ. και τη σχετική ρήτρα στο άρθρο 28 παρ. 3 Σ) εκχώρηση αρμοδιοτήτων από τα κράτη-μέλη στην Κοινότητα / Ένωση και τη θέση εκποδών των εθνικών Συνταγμάτων από τα πεδία άσκησης των ενωσιακών αρμοδιοτήτων δημιουργείται –και γι’ αυτό η αυτοκαταστροφή των Συνταγμάτων είναι «δημιουργική»– μία νέα λειτουργική επικράτεια, η επικράτεια της ευρωπαϊκής έννομης τάξης επί της γεωγραφικής επικράτειας του συνόλου των κρατών μελών, με αποτέλεσμα να αναδύεται μια ενωσιακή επικράτεια άσκησης πολιτικής. Η sui generis έννομη αυτή τάξη,[13] με ιδιότυπα, υπερεθνικά, χαρακτηριστικά, υιοθετεί, πάντως, βάσει και της νομολογίας του ΔΕΚ/ΔΕΕ την οπτική γωνία και τα εργαλεία του συνταγματισμού.

Η αναγνώριση εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στα όργανα της Ένωσης από τις εθνικές έννομες τάξεις γίνεται με όρους και προϋποθέσεις, που είναι η δημοκρατική της νομιμοποίηση και η εφάμιλλη προς τις εθνικές έννομες τάξεις προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των διοικουμένων. Το ελληνικό Σύνταγμα, στην 50χρονη πορεία του, μπόρεσε έτσι να υποδεχθεί τις αναθεωρήσεις των ευρωπαϊκών Συνθηκών, αν και όχι απροϋπόθετα, δεδομένου ότι όχι μόνον επιτρέπει τον περιορισμό στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας, με μεταφορά των αντίστοιχων κυριαρχικών δικαιωμάτων στην ΕΕ (και όχι με πρόκληση συνταγματικού κενού) αλλά και εμπεριέχει τους όρους της μη προσβολής του δημοκρατικού πολιτεύματος και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, οι οποίοι λειτουργούν όχι ως αντιπεριορισμοί, αλλά εξωστρεφώς,[14] οδηγώντας σε μια ενωσιακή συνταγματική επικράτεια, σε έναν ενωσιακό συνταγματισμό.

Συνεπώς, η αυτοκαταστροφή του εθνικού Συντάγματος, η εκκένωσή του, αυτές οι «κανονιστικές κουφάλες» που δημιουργούνται, καθώς η ρυθμιστέα ύλη εκφεύγει από την κανονιστική εμβέλεια των εθνικών συνταγματικών διατάξεων, δεν μένουν κενές, γεμίζουν και πρέπει να γεμίζουν –αυτό είναι κανονιστικά επιβαλλόμενο και όχι μόνο από το ελληνικό Σύνταγμα, αλλά από όλα τα Συντάγματα των κρατών μελών που εμπεριέχουν μία τέτοια ευρωπαϊκή διάταξη–, γεμίζουν από τις ρυθμίσεις του ευρωπαϊκού συνταγματικού (κοινο)δικαίου. Ο ενοποιημένος και ενωσιακός αυτός ‘τόπος’ άσκησης δημόσιας εξουσίας οφείλει, συνεπώς, να συγκροτείται με βάση τα θεμελιακά συνταγματικά προτάγματα της συλλογικής και ατομικής αυτονομίας και του περιορισμού της κάθε είδους ασκούμενης εξουσίας, και άρα να διέπεται από τη δημοκρατική, δικαιοκρατική και κοινωνική αρχή, κατ’ απαίτηση των ίδιων των εθνικών Συνταγμάτων, και ειδικότερα των ενοποιητικών τους διατάξεων[15] που λειτουργούν, όπως ειπώθηκε ήδη, ως «προσυνταγματικοί κανόνες» της ενωσιακής έννομης τάξης. Η μεταφορά και ενύλωση αυτών των θεμελιωδών συνταγματικών αρχών στο χώρο συνάσκησης των αρμοδιοτήτων που εκχωρήθηκαν στην Ένωση επιτρέπει την ανάδυση ενός ευρωπαϊκού ‘Συντάγματος’, υπό την ιδανική –κατά Σβώλο– έννοια του όρου.[16]

V.             Η αξιακή ομοιογένεια μεταξύ εθνικών Συνταγμάτων και ενωσιακού συντάγματος

Το με αυτόν τον τρόπο –βάσει της αυτοκαταστροφής των εθνικών Συνταγμάτων– δημιουργούμενο ευρωπαϊκό συνταγματικό δίκαιο εμφορείται από τις ίδιες αξίες[17] και αρχές με όσες ίσχυαν στα κράτη-μέλη, αυτό που συνιστά το πολιτισμικό κεκτημένο και την προστιθέμενη αξία του κοινού ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού, αφού τα εθνικά Συντάγματα –συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού κατά την παρελθούσα 50ετία– λειτουργούν ως «προσυνταγματικοί» συνταγματικοί κανόνες, που επιβάλλουν τη συνταγματική εγκοίτωση της ενωσιακής έννομης τάξης.

Αυτή η διαδικασία συνταγματογένεσης, την οποία σαφώς προβλέπει και το άρθρο 28§3 Σ, είναι δυνατή ενόψει της αξιακής ομοιογένειας μεταξύ των κρατών-μελών μεταξύ τους και μεταξύ αυτών και της Ένωσης.[18] Οι τελευταίες, όπως καταγράφονται ρητά στο άρθρο 2 ΣΕΕ[19] δεν μπορούσαν παρά να είναι οι ίδιες με τις αξίες τις οποίες ενστερνίζονται τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είναι μάλιστα αξιομνημόνευτη η (πρόσφατη – ελάχιστες ημέρες πριν την εκφώνηση της παρούσας ομιλίας) Γνώμη[20] της Γεν. Εισαγγελέα Tamara Ćapeta ότι οι διάδικοι μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 2 ΣΕΕ και ενώπιον δικαστηρίου.[21] Αξίζει να παρακολουθήσουμε τον συλλογισμό της:

«156. Μπορεί κανείς να φανταστεί κοινωνίες διαφόρων ειδών: απολυταρχικά καθεστώτα στα οποία δεν γίνεται διάκριση των εξουσιών· …

  1. Ωστόσο, στο Σύνταγμα της Ένωσης, το όραμα της αγαθής κοινωνίας διαφέρει. Αυτό το όραμα εκφράζεται στο άρθρο2 ΣΕΕ. Θεωρούμενες ως σύνολο, οι αξίες που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή: σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ελευθερία, δημοκρατία, ισότητα, κράτος δικαίου και σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες, συνθέτουν την εικόνα μιας συνταγματικής δημοκρατίας που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα.
  2. Η βούληση αυτή διακηρύσσεται ήδη στις εισαγωγικές διατάξεις των Συνθηκών, και, ως εκ τούτου –όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο– καθορίζει την ίδια την ταυτότητα της Ένωσης. Εν ολίγοις, χωρίς αυτές τις αξίες, η Ένωση θα έπαυε να είναι εκείνη η Ένωση που οραματίστηκαν οι συντάκτες των Συνθηκών.
  3. Η σημασία του άρθρου2 ΣΕΕ δεν εξαντλείται στον καθορισμό της ταυτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάταξη αυτή έχει επίσης μεγάλη πρακτική σημασία, καθώς καθιστά δυνατή τη λειτουργία της έννομης τάξης της Ένωσης. …
  4. Ήδη από την έκδοση της γνωμοδότησης 2/13 και εφεξής, το Δικαστήριο παγίως κρίνει ότι το «νομικό […] μόρφωμα [της Ένωσης] εδράζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι κάθε κράτος μέλος αποδέχεται από κοινού με τα λοιπά κράτη μέλη, και αναγνωρίζει ότι τα εν λόγω κράτη αποδέχονται από κοινού με αυτό, μια σειρά κοινών αξιών επί των οποίων στηρίζεται η Ένωση, όπως διευκρινίζει το άρθρο2 ΣΕΕ. Η παραδοχή αυτή συνεπάγεται και δικαιολογεί την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών ως προς την αναγνώριση των εν λόγω αξιών και, επομένως, ως προς την τήρηση του δικαίου της Ένωσης που υλοποιεί τις αξίες αυτές».
  5. Εφόσον εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών ως προς τον σεβασμό των θεμελιωδών αξιών δεν θα μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη η έννομη τάξη της Ένωσης, η οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. …
  6. Επομένως, ο σεβασμός των αξιών που κατοχυρώνονται στο άρθρο2 ΣΕΕ αποτελεί αναγκαία πολιτική και πρακτική προϋπόθεση για την ύπαρξη της έννομης τάξης της Ένωσης.

β)      Το άρθρο 2 ΣΕΕ ως νομικά δεσμευτική διάταξη

  1. Στις αποφάσεις περί αιρεσιμότητας, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο2 ΣΕΕ δεν συνιστά απλή διατύπωση κατευθύνσεων ή προθέσεων πολιτικής φύσεως, αλλά περιέχει αξίες οι οποίες […] αποτελούν μέρος της ίδιας της ταυτότητας της Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης, αξίες οι οποίες συγκεκριμενοποιούνται μέσω αρχών που συνεπάγονται νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη».»

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται, μάλιστα, εσχάτως, στην αρχή του κράτους δικαίου,[22] με έμφαση στη δικαστική ανεξαρτησία, δεδομένου ότι ο εθνικός δικαστής είναι και –μέσω του λειτουργικού αναδιπλασιασμού του– ενωσιακός δικαστής[23] –ο πρώτος χρονικά ενωσιακός δικαστής– όπως και δικαστής της ΕΣΔΑ. Αυτές οι αξίες είναι η γενεσιουργός επί της ουσίας μήτρα όλων των υπολοίπων συνταγματικού χαρακτήρα διατάξεων του δικαίου της ΕΕ, οι οποίες συγκροτούν το (ουσιαστικό) σύνταγμα της Ένωσης. Το τελευταίο, που έχει πλέον αποκτήσει πυκνότητα και εκτεταμένη κανονιστικότητας πληροί τις προϋποθέσεις των «συνταγματικών ρητρών» των εθνικών Συνταγμάτων, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού και δη του άρθρου 28§3Σ, αφού τόσο η δημοκρατία[24] όσο και η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι εγγυημένα και σε ενωσιακό επίπεδο, όπως και στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης από την ΕΣΔΑ. Άρα, λοιπόν, ό,τι χάνουμε από το εθνικό Σύνταγμα, κατά τη διαδικασία της αυτοκαταστροφής του, το κερδίζουμε, όλοι μαζί, όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί, στο επίπεδο του ευρωπαϊκού συνταγματικού δικαίου. Αυτό πιθανόν να συμβαίνει με επιμέρους διαφοροποιήσεις, που είναι το τίμημα της ενοποίησης και της από κοινού συμπόρευσης. Αλλά το απαύγασμα αυτής της διαδικασίας δεν απομακρύνεται, πάντως, από τις κοινές αξίες, κινείται εντός του πλαισίου που αυτές διαγράφουν – σπανίως και με τρόπο συγκρουσιακό που δεν επιτρέπει τη μεταξύ τους συμφιλίωση αλλά επιτάσσει τον δημιουργικό διάλογο (μεταξύ πολιτικών και δικαστικών οργάνων) και αμοιβαίες υποχωρήσεις, όπως τα παραδείγματα των αποφάσεων του ΔΕΚ/ΔΕΕ Omega[25] και Taricco II[26] καταδεικνύουν. Αξίζει, πάντως, να αναφερθεί ότι οι δύο αυτές εμβληματικές αποφάσεις του ΔΕΚ/ΔΕΕ στηρίχθηκαν σε κοινές αρχές, και δη στην αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τη συνταγματική εγγύηση της νομιμότητας των ποινικών κυρώσεων, αρχές δηλαδή κοινές μεταξύ κρατών μελών και ΕΕ, αφήνοντας ένα πεδίο διακριτικής ευχέρειας ως προς την ερμηνεία τους από τα εθνικά (συνταγματικά) Δικαστήρια.

VI.          Η πηγή των διασυνταγματικών εντάσεων

Παρά την αξιακή ομοιογένεια, τυχόν εντάσεις μεταξύ του εθνικού Συντάγματος και του ενωσιακού δικαίου μπορούν, πάντως, να εξηγηθούν, κυρίως, αν λάβουμε υπόψη μας τα εξής: Πρώτον, τη μέθοδο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που βασίζεται στην κατανομή αρμοδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένων πολλών κοινών (συντρεχουσών) αρμοδιοτήτων, όπου η κυριαρχία συνασκείται.[27]  Δεύτερον, τη συνύπαρξη πολλαπλών ταυτοτήτων εντός του ίδιου πολιτικού οικοδομήματος, της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ως προς τον πρώτο λόγο αξίζει να επισημανθεί το εξής: η κάθετη κατανομή αρμοδιοτήτων δεν είναι ο μοναδικός τρόπος διαχωρισμού των λειτουργικών επικρατειών και διάκρισης των δύο διακριτών και καταρχήν αυτόνομων πυραμίδων δικαίου. Υπάρχουν και αρκετές αρμοδιότητες (ιδίως οι σχετιζόμενες με τις τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες, θεμελιακό συστατικό της κοινοτικής/ενωσιακής έννομης τάξης) που «διασχίζουν» οριζόντια τις κάθετες αρμοδιότητες της ΕΕ[28]  και, ως εκ τούτου, –σε συνδυασμό με την άμεση ισχύ του δικαίου της ΕΕ– αναπτύσσουν το λεγόμενο «φαινόμενο διάχυσης» (‘spill-over effect’) σε άλλες αρμοδιότητες που εξακολουθούν να ανήκουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

Το γεγονός ότι το ίδιο πεδίο ρυθμίζεται νομικά από δύο διαφορετικές έννομες τάξεις δημιουργεί την ανάγκη για μετα-κανόνες, δηλαδή κανόνες σύγκρουσης, προκειμένου να αποφασιστεί ποιος από τους συγκρουόμενους κανόνες πρέπει να εφαρμοστεί εν προκειμένω. Τόσο η υποτιμημένη αρχή του κατειλημμένου πεδίου (principle of pre-emption)[29]  όσο και η πολύ συχνά επικαλούμενη, δικαστικά κατασκευασμένη, αρχή της ‘υπεροχής’[30]  (ορθότερα, προτεραιότητα εφαρμογής) του δικαίου της ΕΕ λειτουργούν ως τέτοιοι μετα-κανόνες, υποχρεώνοντας κάθε εθνικό δίκαιο να αποσυρθεί από κάθε τομέα που έχει «καταληφθεί» από το πρωτογενές ή δευτερογενές δίκαιο της ΕΕ. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν επαρκεί η απλή απόδοση, διά των Συνθηκών της ΕΕ, της συγκεκριμένης αρμοδιότητας στην Ένωση, γενικά και αφηρημένα, αλλά απαιτείται η ειδική και συγκεκριμένη «κατάληψη» εκ μέρους της ΕΕ του συγκεκριμένου ρυθμιστέου αντικειμένου.

Έτσι, το επιχείρημα ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της ΕΕ ή η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή η ελεύθερη εγκατάσταση υπερισχύει των εθνικών, ακόμη και των συνταγματικών, κανόνων, δεν είναι καινούργιο, αν και έχει πλέον διευρυνθεί και ενισχυθεί μέσω ενός πυκνού νομολογιακού πλέγματος εκ μέρους του ΔΕΕ. Για παράδειγμα, επί μακρόν, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές αρνούνταν –και η πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επικύρωσε για μεγάλο χρονικό διάστημα αυτή την άρνηση[31]–  να αναγνωρίσουν τα επαγγελματικά δικαιώματα των κατόχων ακαδημαϊκών τίτλων που εκδόθηκαν από ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, τα οποία είναι συνδεδεμένα με μη ελληνικά ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, βασιζόμενα στο άρθρο 16 παρ. 5 και 8 Σ, μέχρι την ανατροπή αυτής της πρακτικής και ερμηνείας από το ΔΕΚ,[32]  παρά την εθνική αρμοδιότητα στον τομέα της εκπαίδευσης (άρθρο 149 της Συνθήκης ΕΚ, και πλέον άρθρο 165 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 ΣΛΕΕ).  Το πιο πρόσφατο ερώτημα, που έθεσε εκ νέου το (σχεδόν) ίδιο ζήτημα στο τραπέζι και αναζωπύρωσε την παλιά συζήτηση για την κανονιστικότητα του μεσήλικου πια εθνικού μας Συντάγματος, ανέκυψε με τον νόμο 5094/2024, που επιτρέπει πλέον –με πρωτοβουλία τώρα της ελληνικής Πολιτείας– και ως ακαδημαϊκούς τους τίτλους από ιδιωτικά Πανεπιστήμια (ιδρυόμενα ως νομικά πρόσωπα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης) και την απόφαση ΣτΕ (Ολομ) 1918/2025, που στηρίχθηκε κυρίως στην ελευθερία της εγκατάστασης (άρθρο 49 ΣΛΕΕ), η οποία επίσης «διέπει οριζόντια» και τις εθνικές αρμοδιότητες, όπως η παροχή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, και μάλιστα θεωρώντας τη σχετική ρύθμιση ως “acte éclairé”, με αποτέλεσμα να μην υποβάλει καν σχετικό προδικαστικό ερώτημα προς το ΔΕΕ. Μάλιστα, το ΣτΕ (1918/2025, σκ. 23) υπογραμμίζει:

«Κατά την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, βάσει της ανωτέρω αρχής [εννοεί την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας], σε περίπτωση που είναι αδύνατη η σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας, το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο έχει ανατεθεί στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του η εφαρμογή των κανόνων του δικαίου της Ένωσης, έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητά τους αφήνοντας εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνισή της είτε διά της νομοθετικής οδού είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας (ΔΕΕ απόφαση 9.9.2021, XR, C-107/2019, σκ. 45, απόφαση 24.6.2019, Popławski, C-573/2017, σκ. 58 κ.ά.). Η υποχρέωση δε τήρησης του ενωσιακού δικαίου αφορά και διατάξεις συνταγματικού επιπέδου.»

Βέβαια, η συνταγματική προστασία του θεμελιώδους, που είναι η ακαδημαϊκή ελευθερία, δεν χάνεται, αλλά παρέχεται από το ενωσιακό δίκαιο (και ιδίως τη ΧΘΔ ΕΕ, βλ. άρθρο 13 ΧΘΔ που εγγυάται την ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης, καθώς και την ακαδημαϊκή ελευθερία[33]).

Εφαρμοζόμενο, λοιπόν, πλέον, μόνο σε συγκεκριμένους τομείς αρμοδιοτήτων, το εθνικό Σύνταγμα ενός «κράτους-μέλους» έχει πλέον καταστεί «μερικό Σύνταγμα», όπως και το ουσιαστικό σύνταγμα της ΕΕ είναι ένα «μερικό σύνταγμα», στο πλαίσιο μιας διαμοιρασμένης κυριαρχίας.[34]

Όμοια μεταχείριση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και «ευαισθησιών» επιφυλάσσεται και στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης. Καθώς η (εθνική) ιθαγένεια θεωρούνταν από καιρό ως το «τελευταίο προπύργιο της κυριαρχίας»,  η εισαγωγή και η επέκταση της «ενωσιακής πολιτότητας»  (ιδιότητας του πολίτη) υποδηλώνει έναν περαιτέρω περιορισμό της απεριόριστης άσκησης της εθνικής κυριαρχίας διά του εθνικού Συντάγματος.

VII.        Η προτεραιότητα εφαρμογής (“υπεροχή”) του δικαίου της Ένωσης έναντι του εθνικού δικαίου κάθε βαθμίδας

Σε αυτό το πλαίσιο της κατ’ ανάθεση άσκησης αρμοδιοτήτων με οδοδείκτη κοινές συνταγματικές αξίες εκ μέρους των οργάνων της Ένωσης, η λεγόμενη «αρχή της υπεροχής», ορθότερα «προτεραιότητας εφαρμογής» του κοινοτικού  / ενωσιακού δικαίου συμπληρώνει την εικόνα της δημιουργικής αυτοκαταστροφής των εθνικών Συνταγμάτων. Και πρόκειται για «προτεραιότητα εφαρμογής» (Anwendungsvorrang) και όχι για «υπεροχή ισχύος» (Geltungsvorrang), υπό μία ακριβή νομική δογματική προσέγγιση του ζητήματος, καθώς το ΔΕΚ/ΔΕΕ έχει εξαρχής και πολλαπλώς τονίσει ότι η ενωσιακή έννομη τάξη είναι μια νέα έννομη τάξη του διεθνούς δικαίου αυτόνομη από τις εθνικές,[35] τα δε εθνικά Συντάγματα, στις ευρωπαϊκές τους ρήτρες (βλ. άρθρο 28 Σ) επιτρέπουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση διά της εκχώρησης, άρα αποκοπής αρμοδιοτήτων και άρα επίσης μέσω της δημιουργίας μιας διακριτής έννομης τάξης (υπό τη δυϊστική πρόσληψη). Ούτε το ΔΕΕ ούτε τα εθνικά Δικαστήρια δεν αποδέχονται τον μονισμό, υπό την έννοια της ολιστικής ενοποίησης της έννομης τάξης με «μήτρα» όλης της έννομης τάξης (συμπεριλαμβανομένων των εθνικών Συνταγμάτων) το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ, που είναι –παρά τα υπερεθνικά του χαρακτηριστικά– διεθνές δίκαιο, δηλαδή δημιουργούμενα από τα κράτη βάσει της εξωτερικής τους κυριαρχίας, την οποία ηθελημένα περιορίζουν ως προς την άσκησή της, παρακρατώντας την «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας» και άρα το δικαίωμα της αποχώρησής τους από την Ένωση[36] – με την προηγούμενη επισήμανση, ότι τα δύο διακριτά συστήματα συναντώνται στις συντρέχουσες αρμοδιότητες και ενοποιούνται, ουσιαστικά και όχι φορμαλιστικά, υπό το φως των κοινών αξιών και θεμελιωδών συνταγματικών αρχών, με βάσει τις οποίες και λύνονται εντέλει οι τυχόν, σπάνιες, διασυνταγματικές συγκρούσεις. Γι αυτό και εν τέλει, οι διαφωνίες μεταξύ ΔΕΕ και εθνικών Συνταγματικών ή ανώτατων δικαστηρίων δεν διαφέρουν, ακριβώς λόγω της αναγωγής σε κοινές αρχές, όπως η προστασία των δικαιωμάτων (ιδίως το «υπερσύνταγμα» των αρχών της αναλογικότητας και ισότητας), από τυχόν ενδοδικαστικές διαφωνίες, εκεί όπου αυτές καταγράφονται (βλ. ενδεικτικά και χαρακτηριστικά την αντίστιξη πλειοψηφίας και μειοψηφίας στην ΣτΕ (Ολομ) 1918/2025). Εδώ, εφαρμοστέα είναι καταρχήν η αρχή της μέγιστης ή βέλτιστης προστασίας των δικαιωμάτων, αν και αυτή είναι ανεπαρκής, όταν πρόκειται για οριζόντια δάση των δικαιωμάτων (τη λεγόμενη ‘τριτενέργεια’) και σύγκρουση μεταξύ δικαιωμάτων ιδιωτών, όπου απαιτείται στάθμιση και εντέλει απόφανση στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση υπέρ του ενός ή του άλλου δικαιώματος. Άρα το κρίσιμο δεν είναι, εντέλει, η όποια μέγιστη προστασία, όταν έχουμε σύγκρουση, αλλά είναι η ομογενοποίηση των στάνταρτς της προστασίας, η ομοιογενής προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε αυτό τον ευρύτερο ενωσιακό ή και ευρωπαϊκό (βάσει της ΕΣΔΑ) χώρο. Και αυτή είναι η βασική και θεμελιώδης απόφαση της ελληνικής πολιτείας, που υποστασιοποιήθηκε με την ένταξή της στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μπορεί να υπάρχει απέναντι στην αρχή της προτεραιότητας εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου κάποια «γραμμή αντίστασης» εκ μέρους των εθνικών οργάνων; Ναι, αυτές είναι αφενός η ένσταση περί προσβολής της εθνικής ταυτότητας του κράτους-μέλους και, αφετέρου, η ένσταση ότι μία πράξη οργάνου της Ένωσης είναι «ultra vires», εκτός των δοτών αρμοδιοτήτων του.

VIII.      Η αντίθεση στην εθνική ταυτότητα

Το άρθρο 4§2 ΣΕΕ[37] υποχρεώνει την Ένωση να «σέβεται» την «εθνική ταυτότητα» κάθε κράτους-μέλους. Έχει υποστηριχθεί ότι η διάταξη αυτή εισήχθη στις Συνθήκες ως αντίβαρο στην αρχή της υπεροχής του δικαίου της ΕΕ,[38] θέτοντας όριο στην παλιά αλλά θεμελιώδη διαπίστωση του ΔΕΚ στην εμβληματική του απόφαση Internationale Handelsgesellschaft (1970, C-11/70, 1134), στην οποία το Δικαστήριο διακήρυξε (σκ. 3) ότι:

Επομένως, η επίκληση προσβολής είτε των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως έχουν διατυπωθεί από το Σύνταγμα ενός κράτους μέλους, είτε των αρχών μιας εθνικής συνταγματικής δομής δεν θα μπορούσε να θίξει το κύρος μιας πράξης της Κοινότητας ή την ισχύ της στο έδαφος του κράτους αυτού.

Βέβαια, η επιφύλαξη της εθνικής ταυτότητας στο άρθρο 4§2 ΣΕΕ δεν επηρεάζει τα θεμελιώδη δικαιώματα, εφόσον τα τελευταία δεν καλύπτονται από το άρθρο αυτό· οι πολιτικές και συνταγματικές δομές πρέπει να νοούνται ως στενά συνδεδεμένες με το λεγόμενο οργανωτικό συνταγματικό δίκαιο. Τα δικαιώματα αντίθετα δεν εμφανίζουν «εθνικές ιδιαιτερότητες» αλλά η προστασία τους υπόκειται πλέον στο άρθρο 53 της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (ΧΘΔ ΕΕ), χωρίς να συνιστούν στοιχεία της εθνικής ταυτότητας.[39] Και, βέβαια, εδώ κρίσιμη είναι και η νομολογία του ΕΔΔΑ. Αυτή η προσέγγιση αφήνει ένα πολύ στενό περιθώριο για εκτιμήσεις που τείνουν να περιορίζουν παρά να επεκτείνουν την ισότητα και τις ελευθερίες των κατοίκων της Ένωσης.

Από την άλλη πλευρά, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον ολόκληρος ο οργανωτικός συνταγματικός πυλώνας συνιστά προστατευόμενη «εθνική ταυτότητα». Μια τέτοια ευρεία ερμηνεία θα πρέπει επίσης να αποκλειστεί.

Πρώτον, θα ήταν αντίθετη με το κείμενο του άρθρου 4§2 ΣΕΕ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η εθνική ταυτότητα είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή». Δεύτερον, ένας ευρύς ορισμός θα ήταν λογικά ασυμβίβαστος με την όλη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η οποία σημαίνει την ομογενοποίηση πολλών πτυχών της δημοκρατικής ζωής των κρατών και λαών, όπως προβλέπεται στις ιδρυτικές Συνθήκες, και τη λειτουργία της ίδιας της ενωσιακής δημοκρατίας (βλ. ιδίως τα άρθρα 10-12 της ΣΕΕ).[40] Επομένως, δεν είναι εφικτό να βασιστούμε στη διάταξη σχετικά με τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, που είναι κοινές τόσο για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και για την Ένωση και αποτελούν επίσης προϋπόθεση για κάθε περαιτέρω βήμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως συνταγματικές αρχές της ΕΕ. Έτσι, για παράδειγμα, εκτός από τη «δομή της περιφερειακής και τοπικής αυτοδιοίκησης» που αναφέρεται ρητά, άλλες «δομές» περιλαμβάνουν τη μορφή του πολιτεύματος, τον τρόπο εκλογής και τις αρμοδιότητες του αρχηγού του κράτους και, άρα, το αν η δημοκρατία είναι προεδρική, ημιπροεδρική ή κοινοβουλευτική· επίσης, τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, το είδος του εκλογικού συστήματος, ή τις σχέσεις κράτους-εκκλησίας (όχι όμως και τη θρησκευτική ελευθερία ή τη δυνατότητα δυσμενών διακρίσεων για λόγους θρησκείας, που εφάπτονται με την προστασία των δικαιωμάτων).

Επιπλέον, η έννοια της «εθνικής ταυτότητας» στο άρθρο 4§2 ΣΕΕ είναι μια αυτόνομη έννοια του δικαίου της ΕΕ, η οποία δεν είναι ταυτόσημη με τη συνταγματική ταυτότητα που επικαλούνται μονομερώς τα κράτη. Αντίθετα, η έννοια της συνταγματικής ταυτότητας στα χέρια των εθνικών δικαστηρίων φαίνεται μάλλον να είναι μια νέα ονομασία για την παλιά ιταλικής προέλευσης[41] θεωρία των «αντιπεριορισμών».

Η συμπερίληψη της προστασίας της εθνικής ταυτότητας στη ΣΕΕ απέβλεπε, μάλλον, και στην «εξημέρωση» μέσω της «κοινοτικοποίησής» της, και άρα τη διαμόρφωσή της με τρόπο πιο συνεκτικό και περιοριστικό, αναθέτοντάς την στα χέρια του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου αντί να επαφίεται στις μονομερείς αποφάσεις κάθε εθνικού δικαστηρίου.[42] Με άλλα λόγια, το άρθρο 4§2 ΣΕΕ όχι μόνο υποχρεώνει την Ένωση να «σέβεται» τις «εθνικές ταυτότητες» των κρατών μελών, αλλά περιορίζει επίσης την έννοια αυτή, καθώς προϋποθέτει ένα ελάχιστο βαθμό εναρμόνισης, τουλάχιστον όσον αφορά τα κριτήρια βάσει των οποίων αυτή προσδιορίζεται και ορίζεται.

IX.          Ο έλεγχος μιας πράξης ως «ultra vires»

Δεύτερη «γραμμή αντίστασης» είναι ο έλεγχος των «ultra vires» πράξεων των ενωσιακών οργάνων. Το κεντρικό ερώτημα εδώ είναι ποιος (πρέπει να) έχει την τελική αρμοδιότητα να αποφασίσει αν μια πράξη εμπίπτει ή όχι στις ανατεθειμένες και ασκηθείσες από την Ένωση αρμοδιότητες. Από τη μια, το ίδιο το ∆ΕΕ θεωρεί εαυτό ως το μόνο αρμόδιο, και μάλιστα κατ’ αποκλειστικότητα, δικαστήριο να κηρύξει μια πράξη της Ένωσης ως ultra vires.[43] Κατά την αντίληψη, αντίθετα, πολλών συνταγματικών δικαστηρίων,[44] ο έλεγχος αυτός εκ μέρους τους απορρέει από τον διακρατικό χαρακτήρα της Ένωσης και από μια κοινή ευρωπαϊκή συνταγματική παράδοση και άρα συνιστά θεμελιώδη αρχή του ενωσιακού δικαίου (άρθρο 6 παρ. 3 ΣΕΕ), με πιο χαρακτηριστική και συζητημένη την απόφαση PSPP του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου του 2020, που πάντως κινήθηκε με βάση τις θεμελιώδεις αρχές του ίδιου του δικαίου της Ένωσης.[45]

Οι διαφωνίες αυτές μπορούν να επιλυθούν μόνον πολιτικά, από τα αρμόδια πολιτικά όργανα (όπως και έγινε στην περίπτωση της απόφασης PSPP). Νομικά, πάντως, αυτό δεν μπορεί να το κρίνει ούτε ένα εθνικό συνταγματικό δικαστήριο μόνο του ούτε το ΔΕΕ, που θεωρητικά μπορεί, όντως, ως όργανο μιας «μερικής Συμπολιτείας»[46] να λειτουργεί εκτός ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων. Και λείπει ένα αρμόδιο όργανο, ένας «τρίτος» επιδιαιτητής, διακριτός τόσο από το ΔΕΕ όσο και από τα εθνικά δικαστήρια, που θα λειτουργούσε στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου. Εξ ού και έχει κατατεθεί η πρόταση[47] για σύσταση ενός ειδικού τμήματος ευρείας σύνθεσης του ∆ΕΕ, με συμμετοχή δικαστών του ∆ΕΕ και των συνταγματικών/ανώτατων δικαστηρίων των Κρατών Μελών, με αποκλειστική αρμοδιότητα την επίλυση των σπάνιων αυτών διαφορών.

Τελείως διαφορετική είναι η περίπτωση η διαφωνία και «αντίσταση» στην εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ να μην είναι δημιουργική, να μην είναι εποικοδομητική, αλλά αντίθετα να έχουμε μία απόφαση στην ουσία πολιτική και άρα μία «μη-δικαστική-απόφαση». Τέτοιες είναι κάποιες «αποφάσεις»[48] του πολωνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, όσο ήταν ένα μη ανεξάρτητο «captive court», οι οποίες δεν πληρούσαν καν τις προϋποθέσεις, τα εχέγγυα μίας δικαστικής απόφασης, ούτε κινούνταν εντός του δεδομένου και συμφωνημένου από τις Συνθήκες κανονιστικού πλαισίου. Σε αυτή την περίπτωση θα λέγαμε ότι επρόκειτο για μία περίπτωση «καταχρηστικής άσκησης» της αρμοδιότητας ενός στην ουσία μη-δικαστηρίου, εφόσον στερούνταν δικαστικής ανεξαρτησίας και δεν αποφάνθηκε με βάση του κανόνες «της τέχνης και της επιστήμης» του δικαίου.

Συμπερασματικά, μια γραμμή επιχειρηματολογίας που αξιοποιεί την εθνική ταυτότητα διασταλτικά και εναποθέτει τον έλεγχο των “ultra vires” πράξεων σε έκαστο εθνικό συνταγματικό δικαστήριο είναι ασυμβίβαστη με τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει τα κράτη μέλη βάσει του διεθνούς δικαίου και ιδίως με την αρχή της καλόπιστης και ειλικρινούς συνεργασίας στο πλαίσιο της ΕΕ (άρθρο 4§3 ΣΕΕ), η οποία είναι «ουσιαστικά μια συγκεκριμένη ενσάρκωση της αρχής του διεθνούς δικαίου» περί καλής πίστης κατά την ερμηνεία των συνθηκών.[49]

X.             Η κυριαρχία ως «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας»

Το ελληνικό Σύνταγμα και δη το άρθρο 28 αυτού επέτρεψε –και διευκόλυνε με την ασάφειά του ως προς τη σχέση της δεύτερης με την τρίτη παράγραφό του– όλα  τα μέχρι σήμερα βήματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η προσχώρηση στο ευρώ, αλλά και η υπαγωγή πολλών όψεων της οικονομικής πολιτικής σε ενωσιακό έλεγχο (που, βέβαια, έλαβε χώρα με τρόπο μάλλον επώδυνο). Και δεν φαίνεται να θέτει προσκόμματα ούτε σε επόμενο βήματα πέρα της πλήρους μεταφοράς της κυριαρχίας στην ΕΕ.

Πράγματι, η κρίσιμη εξουσία που παραμένει στο πλαίσιο του εθνικού Συντάγματος είναι η πρωτογενής, δηαλδή η «κυριαρχία», νοούμενη με τη νομική της έννοια ως «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας» (Kompetenz-Kompetenz). Αυτή επιτρέπει τη μονομερή απόφαση αποχώρησης από την Ένωση (άρθρο 50 ΣΕΕ), αν και όχι όμως με μονομερώς τεθειμένους όρους (όπως φάνηκε χαρακτηριστικά στην περίπτωση του BREXIT).[50] Δεν επιτρέπει, όμως, υπό την τήρηση των όρων περιορισμού της άσκησής της, που θέτει το άρθρο 28§3 Σ, την μονομερή παραβίαση ή έλεγχο των ultra vires ή αντίθετων προς την εθνική ταυτότητα πράξεων της Ένωσης.

 

* Το κείμενο αποτελεί εμπλουτισμένη μορφή της εισήγησης που παρουσιάστηκε στο Συνέδριο “50 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975 – Η συνταγματική υπόσχεση της Μεταπολίτευσης και η ποιότητα της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου”, 10-11 Ιουνιου 2025, Ζάππειο Μέγαρο Αθήνα, Διοργάνωση: Κύκλος Ιδεών, σε  συνεργασία με τον Οργανισμό διαΝΕΟσις και το Delphi Economic Forum, υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων.

 

[1] Α. Μανιτάκης, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Ι, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: εκδ. Σάκκουλα 2004,  92επ.

[2] Γ.  Παπαδημητρίου, Η συνταγματική θεμελίωση της προσχώρησης στις ευρωπαϊκές κοινότητες, ΕΔΔ 1985, 177επ. (179). Βλ., για μια πλήρη παρουσίαση του ζητήματος, Τζ. Ηλιοπούλου-Στράγγα, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, Αντ. Σάκκουλα 1996 (passim).

[3] Αν. Πεπονής, Η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Άρθρα 28 και 70 του Συντάγματος. Εισήγηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, Το Σύνταγμα 1998, 59επ (60).

[4] Ε. Βενιζελος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής 1991, 149επ. και 158.

[5] Dimitris Tsatsos, Bemerkungen zur Gegenwartsfunktion der Verfassung, in: R. Bieber / P. Widmer (Hrsg.), Der europäische Verfassungsraum, Zürich 1995, 57επ. και στο Verfassung-Parteien-Europa, 1998/99, 567επ. (573).

[6] Α. Μανεσης, Το Σύνταγμα στο κατώφλι του 21ου αιώνα, Ανάτυπο εκ των Πρακτικών της Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 68,  449επ. (462).

[7] Γ. Παπαδημητρίου, Η ευρωπαϊκή ενοποίηση και το εθνικό Σύνταγμα, σε Ν. Μαραβέγια / Μ. Τσινισιτζέλη, Η ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Αθήνα 1995, 127επ. (130επ.).

[8] Θ. Αντωνιου, Η νομική θεμελίωση του αμέσου αποτελέσματος και τη υπεροχής των κανόνων του κοινοτικού δικαίου στην ελληνική έννομη τάξη, Το Σύνταγμα 1986,  440επ. (442).

[9] ΣτΕ (Ολομ) 3470-1/2011, σκ. 9· ΣτΕ (Ολομ) 161/2010, σκ. 10· ΣτΕ (Ολομ) 435/2019, σκ. 7· ΣτΕ (Ολομ) 359/2020, σκ. 11· πρβ. και ΣτΕ (Ολομ) 177/2023, σκ. 31-32.

[10] Βλ. αναλυτικότερα Λ. Παπαδοπούλου, Η ‘δημιουργική αυτοκαταστροφή’ του Συντάγματος, Ή, πώς το Σύνταγμα υποδέχεται το κοινοτικό φαινόμενο, σε: ΕΝΕΕΣ (επιμ.), 20 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, Αθήνα – Κομοτηνή 2002,  23επ.

[11] ΤΖ. Ηλιοπουλου-Στραγγα, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, 37.

[12] Γ. Παπαδημητριου, Η αδιαφανής αναθεώρηση του Συντάγματος, Το Βήμα 22.01.1995, Α11 και σε ο ίδιος, Η αργόσυρτη πορεία προς την ευρωπαϊκή ομοσπονδίωση, Αθήνα-Κομοτηνή 1997, 115επ.

[13]    Α. Μεταξάς, Η Ποιοτική ιδιαιτερότητα της Ενωσιακής Έννομης Τάξης – Αλληλένθεση, Κρίση, Εξαίρεση, Σάκκουλα 2020, 39επ.

[14]    Βλ. Ευ. Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αντ. Σάκκουλα 2008, 153, ως κριτήρια δηλαδή «ελέγχου της έννομης τάξης και της θεσμικής συγκρότησης των άλλων κρατών ή των διεθνών οργανισμών υπέρ των οποίων γίνονται δεκτοί περιορισμοί στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας ή σε όργανα των οποίων μεταβιβάζονται συντεταγμένες αρμοδιότητες: Ο αντισυμβαλλόμενος… πρέπει … να παρέχει επαρκείς εγγυήσεις σεβασμού των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και των «βάσεων του δημοκρατικού πολιτεύματος».

[15] Το, κατά P. Häberle, Gemeineuropäisches Verfassungsrecht, σε: R. Bieber / P. Widmer (επιμ.), Der europäische Verfassungsraum, Schulthess 1995, 361 επ. (370), ‘nationales Europaverfassungsrecht’.

[16]    Βλ. αναλυτικότερα Λ. Παπαδοπούλου, Η εννοιολογική δυνατότητα και η κανονιστική αναγκαιότητα ενός ευρωπαϊκού συντάγματος, σε: ΚΔΕΟΔ, Π. Νάσκου-Περράκη (επιμ.), Δοικητικό Δίκαιο. Συνταγματικό Δίκαιο. Πρόσφατες εξελίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο, Αντ. Ν. Σάκκουλα 2005, 111επ.

[17]    Για την έννοια των αξιών εν γένει, βλ. αντί άλλων, Δ. Θ. Τσάτσου, Το αξιακό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εισαγωγή στη λειτουργία του, Αθήνα: Παπαζήση 2005, 33 επ.

[18]    Βλ. αναλυτικότερα Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της ‘υπεροχής’, 666επ· η ίδια, Πολυεπίπεδος συνταγματισμός: αξιακή ομοιογένεια και σεβασμός στη δημιουργική διαφωνία  ΕφημΔΔ 1/2025, 132επ.

[19]    «Η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών.»

[20] Προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέα Tamara Ćapeta στην υπόθεση C-769/22, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κ. Ουγγαρίας, 5 Ιουνίου 2025, σκ. 155επ.

[21]    Βλ. και Ηλιοπούλου-Στράγγα, Γενική θεωρία θεμελιωδών δικαιωμάτων, 550επ, σχετικά με τον «εσωτερικό» έλεγχο της τήρησης των αξιών της Ένωσης από τα Κράτη μέλη.

[22]    Βλ. αναλυτικότερα Ευ. Βενιζέλος, Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως «Ένωση Δικαίου» – Απειλείται σήμερα το Κράτος Δικαίου στην ΕΕ;, ΤοΣ 2/2019, 263επ· Λ. Παπαδοπούλου, Το κράτος δικαίου ως αναφαίρετος πυλώνας του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού, σε: Η ενδυνάμωση του κράτους δικαίου στις ευρωπαϊκές έννομες τάξεις και στην Ελλάδα, Νομική Βιβλιοθήκη 2023, 17επ.

[23]    Τζ. Ηλιοπούλου-Στράγγα, Γενική θεωρία θεμελιωδών δικαιωμάτων, Σάκκουλα 2018, 518επ.

[24]    Πρβλ. Δ. Τσάτσος, Η έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, Πόλις 2007.

[25]    C‑36/02, Omega, 14 Οκτωβρίου 2004, EU:C:2004:614.

[26]    C-42/17, M.A.S. και M.B., 5 Δεκεμβρίου 2017, EU:C:2017:936, στην οποία το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι ο λεγόμενος κανόνας Taricco, τον οποίο είχε διατυπώσει στην ομώνυμη απόφασή του C-105/14, Ivo Taricco και Άλλοι, 8 Σεπτεμβρίου 2015, EU:C:2015:555, δεν είχε αναδρομική εφαρμογή (και άρα οι σχετικές με την αποφυγή πληρωμής ΦΠΑ ποινικές διατάξεις δεν θα καταλάμβαναν πράξεις πριν την έκδοση της Taricco I).

[27]       Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο, 561. Πρβλ. και Χρυσοχόου, Δοκίμιο για τη Διεθνή Θεωρία, σ. 243 επ.,

[28]       Βλέπε την υπόθεση PSPP του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 5ης Μαΐου 2020, η οποία προκλήθηκε ακριβώς λόγω της ασυμφωνίας μεταξύ της αποκλειστικής αρμοδιότητας της νομισματικής ένωσης, με πολλές δευτερογενείς επιπτώσεις, και της εξακολουθούσας εθνικής οικονομικής αρμοδιότητας των κρατών. Βλ. σχετικά, Λ. Παπαδοπούλου, Πέρα από την ‘υπεροχή’: ο έλεγχος «ultra vires» και συνταγματικής ταυτότητας των πράξεων ενωσιακών οργάνων εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων, Το Σύνταγμα 4/2019, 1216επ.

[29]       Βλ. R. Schütze, Supremacy without Pre-Emption – The Very Slowly Emergent Doctrine of Community Pre-Emption (2006) 43 Common Market Law Review 1023· A. Arena, The Twin Doctrines of Primacy and Pre-Emption, στο: R. Schütze και T. Tridimas (επιμ.), Oxford principles of European Union law, τόμος 1, Οξφόρδη: OUP, 2018, 300επ.

[30]       V. Skouris, Der Vorrang des Europäischen Unionsrechts vor dem nationalen Recht. Unionsrecht bricht nationales Recht, Europarecht 1/2021, 3.

[31]       Βλέπε, για παράδειγμα, ΣτΕ 1680/1999, 2274/1990, 2809/1997 και 3457/1998, 1440/2000, 2667/2003, 2392/2004, 2709/2004, 2716/2005, 907/2005 1841/2006. Για αυτή τη φάση, βλ. αναλυτικότερα, Λ. Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της ‘υπεροχής’, Αντ. Σάκκουλα 2009, 525επ. Ομοίως, και για την υπόθεση του βασικού μετόχου, Παπαδοπούλου, ibid, 484επ.

[32]       ΔΕΚ 23.08.2008 C-274/05 (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ελληνικής Δημοκρατίας), §§28, 35, σχετικά με την παράλειψη κράτους μέλους να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 89/48/ΕΟΚ για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και, πιο συγκεκριμένα, την αναγνώριση των διπλωμάτων.

[33]       Βλ. Λ. Παπαδοπούλου, Άρθρο 13 Ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης, σε: Β. Σκουρής (επιμ.), Συνθήκη της Λισσαβώνας, Ερμηνεία κατ’ άρθρον, Σάκκουλας 2020, 2143επ.

[34]    Πρβλ. Αντ. Μανιτάκης, Το νόημα της κυριαρχίας και του Συντάγματος ενώπιον της παγκοσμιοποίησης’, σε: Το δίκαιο μπροστά στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης, Σάκκουλα 2002, 69 επ.

[35]    Βλ. τις κλασικές αποφάσεις C-26/62, Van Gend en Loos, 05.02.1963· C-6/64, Costa κατά ENEL, 15.07.1964· C-11/70, Internationale Handelsgesellschaft , 17.12.1970, που τονίζουν την αυτονομία έναντι των εθνικών τάξεων, αλλά και νεότερες για την αυτονομία έναντι του διεθνούς δικαίου, βλ. ενδεικτικά, C-284/16, Achmea, 06.03.2018 κλπ.

[36]    Αναλυτικά γι’ αυτή την προσέγγιση, Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της ‘υπεροχής’, όπ.π. (passim), όπου ήδη από τον τίτλο και επί τούτου η λέξη ‘υπεροχή’ τίθεται σε εισαγωγικά για να δηλωθεί το προαναφερθέν δογματικό ζήτημα.

[37] 2. Η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών καθώς και την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση. Σέβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ειδικότερα, η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους.

[38]    A. von Bogdandy / S. Schill, Overcoming Absolute Primacy: Respect for National Identity
under the Lisbon Treaty, 48 CMLRev 2011, 1417· T. Konstantinides, Constitutional Identity
as a Shield and as a Sword: The European Legal Order within the Framework of National Constitutional Settlement, 13 Camb. Yearb. Eur. Leg. Stud. 2012, 195 (198).

[39]    Σύμφωνα με την άποψη που υποστηρίζεται εδώ, μια υπόθεση παρόμοια με την υπόθεση Omega (ΔΕΚ, 14 Οκτ. 2004, C-36/02) θα πρέπει να εκδικαστεί με βάση το άρθρο 53 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι με βάση την εθνική ταυτότητα (ή τη δημόσια τάξη), καθώς η πρώτη έννοια οδηγεί εννοιολογικά σε ευρύτερη προστασία, ενώ η δεύτερη έχει φυγόκεντρο χαρακτήρα.

[40]    Βλ. αναλυτικότερα Λ. Παπαδοπούλου, Η αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, σε: Δ. Αναγνωστοπούλου (επιμ.), Δημοκρατία, Υπηκοότητα και Ισότητα στην ΕΕ, εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας 2015, 10επ.

[41]       Η θεωρία αυτή εμφανίστηκε για πρώτη φορά ήδη τη δεκαετία του 1960, όταν το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο αμφισβήτησε την ισοδύναμη προστασία που παρείχε το κοινοτικό δίκαιο και το ιταλικό Σύνταγμα (Συνταγματικό Δικαστήριο, αριθ. 98 του 1965) και αναπτύχθηκε περαιτέρω με τις αποφάσεις αριθ. 183 του 1973 και αριθ. 48 του 1979 ως αντίβαρο στην υπεροχή του κοινοτικού δικαίου. Βλ. επίσης υπόθεση αριθ. 238 του 2014 του ίδιου Δικαστηρίου.

[42]       Βλ. Σκουρής, Der Vorrang des Europäischen Unionsrechts, ό.π., 17επ.

[43]    Πρβλ. τις αποφάσεις του ∆ΕΚ C-317/04 και C-318/04, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κ Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ΣυλλΝομ 2006, σ. I-4721 της 30.05.2006, ιδίως σκέψη 67. Για μια πλήρη θεωρητική ανάλυση, βλ. Ev. Venizelos, Ultra Vires Review and the Shift of Legal Orders, σε: H. Gaudin et al (επιμ.), Le droit européen, source de droits, source du droit – Etudes en l’honneur de Vassilios Skouris, Mare & Martin 2022, 675επ.

[44]    Ενδεικτικά, Ιταλία: ΙταλΣ∆ 232, Fragd e l’Amministrazione delle Finanze dello Stato, 21.04.1989, RDI 1989, 72επ· Γαλλία: Conseil Constitutionnel, αποφάσεις 91-294 DC, Schengen, 25.07.1991, Rec. 1991, 91 και RFDA 1991, 173, 92-308 DC, Maastricht I, 09.04.1992, Rec. 1992, 55

[45]    Βλ. Παπαδοπούλου, Πέρα από την ‘υπεροχή’, όπ.π., 1263επ., αλλά και σχετικά με το θεσμικό bras de fer με τη Φρανκφούρτη (ΕΚΤ), ibid, 1277.

[46]    Για την ΕΕ ως «Συμπολιτεία», βλ. Δ. Θ. Τσάτσος, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία. Για μια Ευρωπαϊκή Ένωση των Κρατών, των Λαών, των Πολιτών και του Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Πολιτισμού, Λιβάνη 2007 (passim).

[47]    J.H.H. Weiler / D. Sarmiento, The EU Judiciary After Weiss – Proposing A New Mixed Chamber of the Court of Justice, EU Law Live, 1 Ιουνίου 2020

[48]    Βλ. απόφαση, 7.10.2021 σχετικά με την υπόθεση K 3/21, όπου το Πολωνικό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι κάποια θεμελιώδη άρθρα της ΣΕΕ (άρθρα 1, 2, 4 παρ. 3 και 19 παρ. 1), δεν εναρμονίζονται με το Πολωνικό Σύνταγμα. Ομοίως το ίδιο Δικαστήριο, απόφαση στην υπόθεση Κ 18/05, με την οποία η Πολωνία, όχι απλά δεν αναγνώρισε την υπεροχή του δικαίου της ΕΕ έναντι του εθνικού της Συντάγματος, αλλά διακήρυξη την υπέρτατη νομική ισχύ του τελευταίου.

[49]       G. de Baere / T. Roes, EU Loyalty as Good Faith, The International and Comparative Law Quarterly, Vol. 64/4 (2015), 829επ.

[50]      Βλ. V. Skouris, Brexit: Rechtliche Vorgaben für den Austritt aus der EU, EuZW 2016, 806. Αναλυτικότερα, Χ. Τσιλιώτης, Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (BREXIT), Σάκκουλα 2020 (με πρόλογο Ευ. Βενιζέλου).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

6 − five =