Από τον Μαυρογιαλούρο στον Γκράμσι. Κόμματα Πολιτευτών και Οργανισμοί Παραγωγής Πολιτικής

Θεόδωρος Τσέκος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Οι πελατειακές σχέσεις και το σύστημα πολιτικής πατρωνίας που τις αποκρυσταλλώνει είναι οι κύριοι παράγοντες που καθορίζουν την συγκρότηση και γεννούν τα προβλήματα του σύγχρονου ελληνικού κράτους – αλλά και της κοινωνίας των πολιτών. Στρεβλή και ανεπαρκής ανάπτυξη, άδικη και άνιση  κατανομή του παραγόμενου πλούτου (κοινωνικά και γεωγραφικά), κακή ποιότητα δημοσίων υπηρεσιών,  αναποτελεσματικότητα της δημόσιας δράσης. Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς – και να διορθωθεί – αν δεν ληφθεί υπόψη -και δεν εξουδετερωθεί- το πελατειακό φαινόμενο .

Οι πελατειακές σχέσεις αποτελούν μια ειδική μορφή συνάρθρωσης της κοινωνίας με τους μηχανισμούς της εξουσίας. Βάσει αυτών η διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων και η παραγωγή πολιτικών πραγματοποιούνται με κριτήριο όχι την προαγωγή του συλλογικού συμφέροντος αλλά τις  ιδιοτελείς επιδιώξεις ομάδων ή προσώπων που μπορούν να επηρεάζουν την λήψη των αποφάσεων. Για να το πετύχουν  παρέχουν ως αντάλλαγμα το πολιτικό (επιρροή) , επικοινωνιακό (προβολή), εκλογικό (ψήφους) και οικονομικό κεφάλαιο, το αναγκαίο για την άνοδο πολιτικών ομάδων στην εξουσία.

Για να αποκτήσουν πρόσβαση στο κράτος και στις δημόσιες πολιτικές του τα πελατειακά συμφέροντα πρέπει πρώτα να περάσουν μέσα από τα πολιτικά κόμματα. Τα πελατειακά κόμματα είναι σύνολα προσωπικών δικτύων συγκέντρωσης ψήφων έναντι υποσχέσεων και ενεργειών παροχής ανταλλαγμάτων. Τα δίκτυα αυτά συγκροτούνται από πρόσωπα που επιλέγουν την πολιτική ως επάγγελμα ή ως συμπληρωματικό μέσο βιοπορισμού,  είτε ως πολιτευτές είτε ως κομματάρχες, και προσελκύουν ανθρώπους που βιώνουν τις εξυπηρετήσεις και τα ρουσφέτια ως βασικό μέσο επίλυσης των προσωπικών τους  προβλημάτων. Μέσα από ιεραρχημένες συνδέσεις τα δίκτυα αυτά προσκολλώνται σε κεντρικούς πολιτικούς παράγοντες, κομματικούς «βαρώνους», οι οποίοι με την σειρά τους ακολουθούν κάποιον υφιστάμενο ή εν δυνάμει αρχηγό και -για τα κόμματα εξουσίας- δυνητικό πρωθυπουργό.  Η άνοδος στην κυβέρνηση είναι η προϋπόθεση για να αρχίσει η πελατειακή αυτή επένδυση να αποδίδει, είναι το  return on investment των πελατειακών σχέσεων. Αντίστοιχα συμβαίνουν και σε τοπικό επίπεδο με την διοίκηση των δήμων

Ο κλασσικός ελληνικός κινηματογράφος έχει αποτυπώσει τις εν λόγω σχέσεις εκτενώς, λεπτομερώς και  οπωσδήποτε παραστατικότερα από πολλές ακαδημαϊκές αναλύσεις. Ο Μαυρογιαλούρος, ο Γκρούεζας και ο Γκόρτσος είναι ιδεοτυπικές φιγούρες και οι επίγονοί τους πρωταγωνιστούν και στην σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα.

Κανένα κόμμα, στο βαθμό που προσβλέπει στην εξουσία  και ασκεί διακυβέρνηση, κεντρικά, περιφερειακά και τοπικά, δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο των πελατειακών πρακτικών. Στο μέτρο που δεν απευθύνεται εκλογικά σε περιορισμένα κοινά, η πολιτική συμπεριφορά των οποίων καθορίζεται ιδεολογικά και προσφέρουν εκλογικά ποσοστά της τάξης  του 2% ή του 5%, αλλά σε ευρύτερες ομάδες που μετέχουν στο πελατειακό παιχνίδι εξασφαλίζοντας ποσοστά εξουσίας, υφίστανται αναπόφευκτα πελατειακές πιέσεις.

Ο Αντόνιο Γκράμσι, δρώντας και γράφοντας σε μια χώρα όπου οι πελατειακές σχέσεις κάθε άλλο παρά άγνωστες ήταν, περιγράφει ένα διαφορετικό τύπο σύγχρονου κόμματος : ένα συλλογικό κοινωνικό οργανισμό ο οποίος είναι σε θέση να συνθέτει  τις επι μέρους κοινωνικές επιδιώξεις συγκροτώντας το δημόσιο συμφέρον. Παρότι έχει παρέλθει σχεδόν ένας αιώνας από τότε που έγραφε ο έγκλειστος Γκράμσι το πρόβλημα της μετάβασης από το ‘κόμμα – πελατειακό δίκτυο’ στο ‘κόμμα -συλλογικό παραγωγό πολιτικής’ παραμένει, σε χώρες όπως η Ελλάδα, επίκαιρο.

Για την μετάβαση αυτή υπάρχουν δύο βασικές προϋποθέσεις

Πρώτο: η ανασυγκρότηση με σύγχρονες μεθόδους και μέσα του κόμματος ως  οργανισμού που θα επέχει θέση συλλογικού διανοούμενου, όπως έχει χαρακτηρισθεί το σχήμα του Γκράμσι. Δεν μιλάμε πλέον για μονάδες αφισοκολλητών με ορμητήρια τοπικά γραφεία, Τ.Ο και ΚΟΒες. Μιλάμε για θεματικά δίκτυα πολιτικής, διαύλους διαλόγου μεταξύ ειδικών και κοινωνίας, με σημείο εκκίνησης τους κεντρικούς τομείς  και απολήξεις σε τοπικό επίπεδο.  Διότι τα τοπικά προβλήματα είναι προβλήματα ανάπτυξης, περιβάλλοντος, υγείας , εκπαίδευσης, δημοσίων υποδομών.

Δεύτερο και σημαντικότερο: η αναδιάταξη της σχέσης του πολιτικού οργανισμού με την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση.  Το κόμμα πρέπει να πάψει να είναι  βουλευτο-κεντρικό και βουλευτο-κρατούμενο τα δε θεματικά δίκτυα και τομείς πρέπει να αποτελέσουν τους βασικούς αισθητήρες επικοινωνίας του κόμματος με την κοινωνία.

Οι κοινοβουλευτικοί δεν εκπροσωπούν τις τοπικές κοινωνίες. Αυτό είναι αρμοδιότητα της αυτοδιοίκησης. Ούτε είναι διαμεσολαβητές των ψηφοφόρων τους προς την διοίκηση σε περιπτώσεις δυσλειτουργίας της. Αυτό είναι αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη. Οι βουλευτές είναι οι εκπρόσωποι του κόμματος με το οποίο εκλέγονται σε μία κρίσιμη φάση της άσκησης δημόσιας  πολιτικής : την  νομοθετική διαδικασία, μεταφέροντας  , δεσμευτικά, τις επεξεργασίες των τομέων – δικτύων πολιτικής και ψηφίζοντας ανάλογα.

Με προϋπόθεση την νομοθετικά κατοχυρωμένη εσωτερική δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων,

  • η έδρα θα πρέπει να ανήκει στο κόμμα και
  • η εκλογή των βουλευτών να γίνεται με λίστα και με όριο επανεκλογής.

Τυχόν ουσιαστικές διαφωνίες πολιτικής θα πρέπει να οδηγούν, μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες,  στην αποχώρηση από την κοινοβουλευτική ομάδα και, εν τέλει, από το κόμμα. Όσοι ενεργοί πολίτες, των αιρετών συμπεριλαμβανομένων,  κρίνουν ως αγεφύρωτες τις πολιτικές διαφορές με το κόμμα στο οποίο ανήκουν δεν έχουν παρά να συγκροτήσουν ένα νέο κόμμα και να απευθύνουν τις προτάσεις τους στην κοινωνία.

Για ότι από τα ανωτέρω  απαιτηθεί θα πρέπει να υπάρξει αναθεώρηση των σχετικών Συνταγματικών διατάξεων και ανάλογη νομοθεσία.

Ο αντίλογος σε προτάσεις όπως οι  παραπάνω είναι γνωστός: οδηγούν σε προσωποπαγή, αρχηγικά κόμματα. Ορθό, αλλά αυτό είναι κάτι που μπορεί σε κάποιο βαθμό να  αντιμετωπισθεί με την νομοθετικά κατοχυρωμένη εσωκομματική δημοκρατία. Και εν τέλει το, κατά Βέμπερ,  πολιτικό χάρισμα του επικεφαλής, όταν συμπυκνώνει ένα πολιτικό στίγμα,  είναι ένα στοιχείο μιάς πολιτικής πρότασης.

Αντίθετα με εσωκομματική κυριαρχία των βουλευτών οι αποφάσεις λαμβάνονται πρωτίστως με κριτήριο την επανεκλογή, την υπουργοποίηση και γενικά την καριέρα του επαγγελματία πολιτικού. Αυτό ακριβώς καταργεί την συλλογικότητα, υποβαθμίζει το δημόσιο συμφέρον, και μετατρέπει την πολιτική σε ιδιοτελή επαγγελματική υπόθεση.

Η μετάβαση από τον Μαυρογιαλούρο στον Γκράμσι δεν είναι απλή υπόθεση: απαιτεί μια ριζική πολιτισμική τομή. Όσο όμως αυτή δεν επιτυγχάνεται οι πολιτικές αποφάσεις θα παραμένουν ιδιοτελείς, ο ανταγωνισμός θα υποσκάπτεται και η οικονομία θα χωλαίνει, οι δημόσιοι πόροι θα διασπαθίζονται και οι υπηρεσίες θα υπολειτουργούν  ενώ η χώρα θα παραμένει παγιδευμένη στην «κανονικότητά» της: έναν φαύλο και αέναο  κύκλο ανεπαρκούς οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

 

_______________________

Μια συνεπτυγμένη μορφή του παρόντος κειμένου δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών https://www.efsyn.gr/stiles/1463370/apo-ton-mayrogyaloyro-ston-gkramsi/

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

two × 3 =