Πρόλογος
Σε μία εποχή, κατά την οποία οι εκ μέρους των κρατικών οργάνων παραβιάσεις των αρχών του Κράτους Δικαίου και, επέκεινα, της Αρχής της Νομιμότητας διευρύνονται και επιδεινώνονται, τόσο λόγω του όγκου όσο και λόγω του πολλαπλασιασμού της κατά κανόνα οιονεί υποδόριας εμφάνισης των ως άνω παραβιάσεων, η πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας φαίνεται να κάνει ολοένα και περισσότερο αποφασιστικά βήματα στο πεδίο ερμηνείας και εφαρμογής των περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου (ΝΠΔΔ) διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Δύο, χαρακτηριστικά και αντιπροσωπευτικά, δείγματα γραφής εν προκειμένω παρέχουν: Πρώτον, η απόφαση ΣτΕ (Ολ) 1432/2025, αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης του μηχανισμού της αστικής ευθύνης των διατάξεων των ως άνω άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ για παράλειψη άσκησης ή και πλημμελή άσκηση εποπτείας εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Και, δεύτερον, η απόφαση ΣτΕ (Ολ) 1169/2025, αναφορικά με την αστική ευθύνη Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω ζημιογόνου παραβίασης, εκ μέρους των αρμόδιων οργάνων του, κανόνων του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτογενούς και παράγωγου.
Ι. Οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης του μηχανισμού αστικής ευθύνης των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ λόγω παράλειψης άσκησης ή πλημμελούς άσκησης εποπτείας εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
Επί μακρό χρονικό διάστημα, και υπό το πρόσχημα της μεγάλης «τεχνικής πολυπλοκότητας» των σχετικών εποπτικών διοικητικών πράξεων και παραλείψεων, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας εμφανιζόταν άκρως διστακτική ως προς την πλήρη ενεργοποίηση του μηχανισμού αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, στο πεδίο άσκησης ή μη άσκησης εποπτείας εκ μέρους αρμόδιων φορέων, όπως π.χ. η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατ’ εξοχήν σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας της δράσης των επιμέρους εποπτευόμενων ασφαλιστικών επιχειρήσεων ιδιωτικού δικαίου. Έτσι π.χ. είχε γίνει δεκτό από την μία πλευρά ότι για τις περιπτώσεις τέτοιας έλλειψης άσκησης εποπτείας ή πλημμελούς άσκησης εποπτείας νοείται μόνον αναλογική, και όχι ευθεία, εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Και, από την άλλη πλευρά, ότι η αντίστοιχη αστική ευθύνη μπορεί να γεννηθεί όχι με οποιαδήποτε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, αλλά μόνο σε περίπτωση παρανομίας οφειλόμενης σε πρόδηλο και βαρύ σφάλμα. Δηλαδή σε περίπτωση προφανούς και σοβαρής παρανομίας των εποπτικών οργάνων και, επιπλέον, με την καταβολή στους πληττόμενους επενδυτές όχι πλήρους, αλλά μόνον εύλογης αποζημίωσης (βλ. ΣτΕ 3783/2014).
Α. Η διαδρομή της στροφής της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας
Αρχή στροφής από την κατά τα προεκτεθέντα άκρως περιοριστική νομολογιακή γραμμή σηματοδότησε αρχικώς η απόφαση ΣτΕ 1152/2025.
- Ειδικότερα, σύμφωνα με το σκεπτικό αρ.8 της εν λόγω απόφασης, το Συμβούλιο της Επικρατείας φάνηκε να δέχεται τουλάχιστον την εφεξής σε αυτό το πεδίο ευθεία, και όχι πλέον αναλογική, εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ. Με την προσθήκη-επιφύλαξη, όμως, πως σε ό,τι αφορά την εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς παράλειψη άσκησης ή πλημμελή άσκηση εποπτείας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της ισχύουν σημαντικοί περιορισμοί, σχετιζόμενοι αφενός με την συνδρομή πρόσθετων προϋποθέσεων για την στοιχειοθέτηση αστικής ευθύνης και, αφετέρου, με την επιδίκαση εύλογης αποζημίωσης και μόνο.
- Τις προμνημονευόμενες νομολογιακές επιφυλάξεις υπερέβη, ρητώς και απεριφράστως, η απόφαση ΣτΕ (Ολ) 1432/2025 -και μάλιστα παρά τις, σαφώς συντηρητικές νομικώς, επιφυλάξεις μίας ισχυρής μειοψηφίας- δεχόμενη την ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ στο πεδίο μη άσκησης ή πλημμελούς άσκησης των εποπτικών αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δίχως πρόσθετους όρους και προεχόντως δίχως πρόσθετους περιορισμούς. Άκρως χαρακτηριστικό είναι το σκεπτικό αρ.14 της ως άνω απόφασης ΣτΕ (Ολ) 1432/2025, σύμφωνα με το οποίο: «Περαιτέρω, εάν διαπιστωθεί από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ότι η συμπεριφορά των οργάνων της εποπτικής αρχής είναι παράνομη και εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της κατ’ άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. ευθύνης, η αποκατάσταση της ζημίας τρίτου η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την παρανομία είναι πλήρης, ισχύει δηλαδή ο κανόνας της αποκαταστάσεως της ζημίας σε όλη της την έκταση. Όπου ο νομοθέτης ήθελε για λόγους επιείκειας να αναγνωρίσει στο δικαστήριο της ουσίας τη δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση ή αποζημίωση κατά τις περιστάσεις, δηλαδή μειωμένη αποζημίωση, το όρισε ρητώς, όπως λ.χ. στα άρθρα 286, 674, 675, 918, 932, 1395 του Α.Κ. Ενόψει τούτων, το σύστημα αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου βάσει των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. παρέχει ευρύτερη προστασία και, επομένως, εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση παρανομίας οργάνων του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή Ανεξαρτήτων Αρχών ή διφυών νομικών προσώπων (όταν τα όργανα αυτών ασκούν δημόσια εξουσία). Δεν είναι δυνατόν να διαφοροποιείται η ευθύνη όταν συντρέχει παρανομία οργάνων των αρχών στις οποίες υπάγεται η εποπτεία τομέων της εσωτερικής αγοράς (λ.χ. κεφαλαιαγορά, ενέργεια, ασφαλιστική αγορά) κατά την άσκηση ή μη των εποπτικών/ελεγκτικών αρμοδιοτήτων, διότι και η περίπτωση αυτή ρυθμίζεται ευθέως από τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. και δεν υπάρχει κενό του δικαίου. Συνεπώς, δεν μπορεί να είναι αυστηρότερη η προϋπόθεση της παρανομίας για τη στοιχειοθέτηση αστικής ευθύνης των εποπτικών αρχών ούτε μπορεί να είναι στενότερη η αποκατάσταση της (αποδειχθείσας και αιτιωδώς συνδεομένης με την παρανομία) ζημίας τρίτου (φυσικού ή νομικού προσώπου), αφού πρόκειται για φορείς που ασκούν δημόσια εξουσία και εντάσσονται στην εκτελεστική εξουσία. Είναι δε αδιάφορο αν στον τομέα της ασφαλιστικής αγοράς και ειδικότερα στον τομέα της αγοράς οδικής βοήθειας ο τρίτος είναι εποπτευόμενος ή ασφαλιζόμενος σε ιδιωτική ασφαλιστική επιχείρηση ή όσον αφορά τον τομέα της αγοράς οδικής βοήθειας έχει συμβληθεί με μη ασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον επικαλείται και αποδεικνύει ότι βλάπτεται από την παράνομη άσκηση ή παράλειψη ασκήσεως εποπτείας εκ μέρους των αρμόδιων εποπτικών/ελεγκτικών αρχών επί εποπτευόμενων ανταγωνιστών του (δηλαδή όχι μόνον επί του ιδίου του ζημιωθέντος εποπτευομένου) ή εποπτευόμενων αντισυμβαλλομένων του (ασφαλιστικών ή μη επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά). Επιπροσθέτως, το σύστημα της αντικειμενικής αστικής ευθύνης βάσει των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. παρέχει ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των ζημιωθέντων προσώπων σε σχέση με την προστασία που καθιερώνεται με βάση το ενωσιακό δίκαιο για την ευθύνη των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 28-29, 41-45, 51, 53, 55-56, Δ.Ε.Κ. Dillenkofer και λοιποί, σκ. 25, απόφαση Δ.Ε.Κ. της 4.7.2000, C-352/98 P, Laboratoires pharmaceutiques Bergaderm SA και Jean-Jacques Goupil, σκ. 39-44, 46 κ.ά.) και για την ευθύνη των οργάνων κρατών μελών για παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου (βλ. ανωτέρω σκέψη 11), η οποία προϋποθέτει κατάφωρη παραβίαση κανόνα του ενωσιακού δικαίου. Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία ευθύνη προς αποζημίωση ιδρύεται μόνον όταν συντρέχει «πρόδηλο και βαρύ» σφάλμα των οργάνων της ζημιώσασας εποπτικής αρχής, οπότε επιδικάζεται στον ζημιωθέντα «εύλογη» μόνον αποζημίωση με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., τα οποία ρυθμίζουν ειδικώς το θέμα της αστικής ευθύνης όλων των φορέων που ανήκουν στην εκτελεστική εξουσία, μεταξύ των οποίων είναι οι εποπτικές αρχές, θα προσέκρουε στις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 (αρχή της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών), 20 παρ. 1 (αρχή πλήρους και αποτελεσματικής έννομης προστασίας) και 25 παρ. 1 (αρχή του κράτους δικαίου, από την οποία απορρέουν η αρχή της νομιμότητας που διέπει τη δράση και λειτουργία όλων ανεξαιρέτως των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας καθώς και η αρχή της ασφάλειας του δικαίου), στις οποίες κατοχυρώνεται ο θεσμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, Α΄ 256) και 47 εδ. δεύτερο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος παρατίθεται στο τέλος του ν. 3671/2008 (Α΄ 129) [βλ. ήδη Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 202/7.6.2016, σελ. 389-405], στις οποίες κατοχυρώνεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Και τούτο, διότι υπό την εκδοχή αυτήν η αστική ευθύνη των εποπτικών αρχών και συνακολούθως η προστασία του ζημιωθέντος περιορίζονται δραστικώς, αφού η ευθύνη μετατρέπεται από αντικειμενική σε υποκειμενική και η αποζημίωση που επιδικάζεται υπέρ του ζημιωθέντος μεταβάλλεται από πλήρης σε περιορισμένη με επίκληση ανάλογης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. στη συγκεκριμένη μόνον περίπτωση των εποπτικών αρχών, μολονότι η περίπτωση αυτή ρυθμίζεται ευθέως από τα ανωτέρω άρθρα και δεν παρουσιάζει κενό του δικαίου.».
Β. Τα σπουδαιότερα σημεία της εν προκειμένω νομολογιακής στροφής του Συμβουλίου της Επικρατείας
Από το προμνημονευόμενο σκεπτικό αρ.14 της απόφασης ΣτΕ (Ολ) 1432/2025 συνάγεται, ευχερώς, ότι τα σπουδαιότερα σημεία της νομολογιακής στροφής του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως προς την ενεργοποίηση του μηχανισμού της αστικής ευθύνης κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ λόγω μη άσκησης ή πλημμελούς άσκησης των εποπτικών αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, είναι τα εξής:
- Πρώτον, όταν συντρέχει μη άσκηση ή πλημμελής άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς χωρεί ευθεία, και όχι αναλογική, εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ οπότε, και μεταξύ άλλων, αφενός δεν απαιτούνται πρόσθετες προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση αστικής ευθύνης. Και, αφετέρου, η αποζημιωτική ευθύνη είναι πλήρης, άρα δεν μπορεί, κατ’ ουδένα τρόπο, να περιορισθεί στην καταβολή μόνον εύλογης αποζημίωσης. Κατά συνέπεια, αν διαπιστωθεί, με βάση τα συντρέχοντα πραγματικά περιστατικά, ότι η συμπεριφορά των οργάνων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς είναι παράνομη -και εφόσον βεβαίως συντρέχουν, σωρευτικώς, όλες οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ- η αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας, υλικής και ηθικής, είναι κατά τ’ ανωτέρω πλήρης, και ως προς την θετική ζημία και ως προς το διαφυγόν κέρδος.
- Δεύτερον, αυτό προκύπτει ιδίως εκ του ότι όπου ο νομοθέτης του Αστικού Κώδικα επέλεξε την λύση της εύλογης αποζημίωσης ή της αποζημίωσης κατά τις περιστάσεις, το όρισε ρητώς, όπως π.χ. στις περιπτώσεις των διατάξεων των άρθρων 286, 674, 675, 918, 932 και 935 του Α.Κ. Κατά τούτο, λοιπόν, οι διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ έχουν γενική εφαρμογή, δίχως διαφοροποιήσεις. Υπό την έννοια ότι έχουν εφαρμογή για τις ζημιογόνες παράνομες πράξεις και παραλείψεις όλων των οργάνων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, συμπεριλαμβανομένων και των κάθε είδους Ανεξάρτητων Αρχών καθώς και των διφυών νομικών προσώπων, βεβαίως καθ’ ό μέτρο ασκούν δημόσια εξουσία.
- Τέλος, τρίτον και κατά νομική λογική ακολουθία, αντίθετη εκδοχή -ήτοι εκδοχή σύμφωνα με την οποία στις ως άνω περιπτώσεις, αναφορικά με μη άσκηση εποπτείας ή με την πλημμελή άσκηση εποπτείας εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η ενεργοποίηση του μηχανισμού της αστικής ευθύνης προϋποθέτει πρόδηλο και βαρύ σφάλμα των αρμόδιων οργάνων της και καταλήγει στην επιδίκαση εύλογης αποζημίωσης και μόνο κατ’ ανάλογη, και όχι ευθεία, εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ- θα ήταν καταφώρως αντισυνταγματική. Και αυτό διότι θα προσέκρουε στο εν συνόλω πλέγμα των εγγυήσεων της συνταγματικής κατοχύρωσης του θεσμού της αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, υπό το φως της σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Δηλαδή ιδίως των εγγυήσεων:
α) Των διατάξεων του άρθρου 4 παρ.5 του Συντάγματος περί της αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών.
β) Των διατάξεων του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος περί του θεμελιώδους δικαιώματος αίτησης και παροχής πλήρους, έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
γ) Των διατάξεων του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος περί του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας, από τις οποίες εκπορεύεται και η πρόσθετη αρχή της Ασφάλειας Δικαίου.
δ) Και των διατάξεων των άρθρων, αντιστοίχως, 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και 47 εδ. β΄ του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω των οποίων καθιερώνεται και το δικαίωμα καθενός για δίκαιη δίκη όταν προσφεύγει στα έχοντα, κατά περίπτωση, δικαιοδοσία όργανα της Δικαστικής Εξουσίας.
ΙΙ. Σαφής προσδιορισμός των όρων και των προϋποθέσεων ενεργοποίησης του μηχανισμού της αστικής ευθύνης Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του που παραβιάζουν κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτογενούς και παράγωγου
Εξίσου αποφασιστικά βήματα, και πάλι εν πολλοίς με αφορμή την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ στο πεδίο της αστικής ευθύνης για παράνομες πράξεις και παραλείψεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, έκανε το Συμβούλιο της Επικρατείας στο πλαίσιο της απόφασής του ΣτΕ (Ολ.) 1169/2025. Αυτή την φορά καθορίζοντας ευκρινώς τους όρους και τις προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του, όταν παραβιάζουν κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτογενούς και παράγωγου.
Α. Κατ’ αρχάς επισημαίνεται ότι με την ως άνω απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε [πρβλ. και την προαναφερόμενη απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 1432/2025], για μία ακόμη φορά, το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ αφενός των διατάξεων του Ευρωπαϊκού Δικαίου περί της ως άνω αστικής ευθύνης των οργάνων των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, αφετέρου, των διατάξεων του Δικαίου κάθε Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με την αυτή αστική ευθύνη.
- Ειδικότερα :
α) Με το σκεπτικό αρ. 10 της απόφασης ΣτΕ (Ολ.) 1169/2025 αποσαφηνίσθηκε ότι το Ευρωπαϊκό Δίκαιο δεν αποκλείει την εφαρμογή όχι των διατάξεών του, αλλά των διατάξεων περί αστικής ευθύνης του Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του που παραβιάζουν κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτογενούς και παράγωγου, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι, σε ό,τι αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης του μηχανισμού της αστικής ευθύνης, ευνοϊκότερες εκείνων του Ευρωπαϊκού Δικαίου.
α1) Με την προσθήκη ότι, κατά την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην τελευταία αυτή περίπτωση η κατά τ’ ανωτέρω αστική ευθύνη πρέπει να θεωρηθεί πως θεμελιώνεται όχι πλέον στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, αλλά στο Δίκαιο του οικείου Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
α2) Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία για το Ελληνικό Δίκαιο περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, δοθέντος ότι ο μηχανισμός της σχετικής αστικής ευθύνης κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ στηρίζεται σε προδήλως ευνοϊκότερους όρους και ευνοϊκότερες προϋποθέσεις υπέρ του διοικουμένου, εν σχέσει προς εκείνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Ιδίως καθ’ ο μέτρο ο μηχανισμός αυτός ενεργοποιείται με απλή -και όχι κατάφωρη- παραβίαση της εν γένει νομιμότητας της κρατικής δράσης, καλύπτει και απλό έννομο συμφέρον -άρα όχι απαραιτήτως προσβεβλημένο δικαίωμα- και, παραλλήλως, καθιερώνει ρητώς και απεριφράστως αντικειμενική αστική ευθύνη του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ.
β) Περαιτέρω, με το σκεπτικό αρ. 11 της απόφασης ΣτΕ (Ολ.) 1169/2025 αποσαφηνίσθηκε επίσης ότι, ελλείψει σχετικών διατάξεων του Ευρωπαϊκού Δικαίου, η θέσπιση κριτηρίων για την έκταση της αποζημίωσης εναπόκειται στην Έννομη Τάξη κάθε Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πλην όμως τα κριτήρια αυτά δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκά από εκείνα που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις, στηριζόμενες στο Δίκαιο του Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αρχή της ισοδυναμίας). Ούτε μπορεί να είναι τέτοια, ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την αποζημίωση (αρχή της αποτελεσματικότητας).
- Κατά τα λοιπά τα σκεπτικά 10 και 11 της απόφασης ΣτΕ (Ολ.) 1169/2025 έχουν ως εξής: α) ο παραβιασθείς κανόνας δικαίου αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, β) η παράβαση του κανόνα αυτού είναι κατάφωρη και γ) υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες (προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 51, Δ.Ε.Ε. Transportes Urbanos y Servicios Generales, σκ. 30, Δ.Ε.Ε. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας, σκ. 31 κ.ά.). Οι προϋποθέσεις αυτές, βάσει των οποίων στοιχειοθετείται η ευθύνη των κρατών μελών για ζημίες που προκαλούνται σε ιδιώτες από παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου εξετάζονται από τα εθνικά δικαστήρια σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που παρέχει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εφαρμογή των προϋποθέσεων αυτών (Δ.Ε.Κ. Τμήμα μείζονος συνθέσεως της 12.12.2006, C-446/04, Test Claimants in the FII Group Litigation, σκ. 210, Δ.Ε.Ε. της 25.11.2010, C-429/09, Günter Fuß, σκ. 48 κ.ά.). Αν ελλείπει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, δεν γεννάται δικαίωμα αποζημιώσεως βάσει του δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τη δεύτερη ως άνω προϋπόθεση γίνεται παγίως δεκτό από το Δ.Ε.Ε. ότι η παραβίαση του ενωσιακού δικαίου είναι κατάφωρη όταν το κράτος μέλος κατά την άσκηση της κανονιστικής εξουσίας του, υπερέβη προδήλως και σοβαρώς τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του, καθώς και ότι όταν το κράτος μέλος κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως δεν αντιμετωπίζει κανονιστικής φύσεως επιλογές και διαθέτει πολύ περιορισμένο, αν όχι ανύπαρκτο, περιθώριο εκτιμήσεως, ακόμα και απλή παράβαση του ενωσιακού δικαίου μπορεί να αρκεί προς διαπίστωση της υπάρξεως αρκούντως κατάφωρης παραβάσεως (Δ.Ε.Κ. της 23.5.1996, C-5/94, Hedley Lomas Ltd., σκ. 28, Δ.Ε.Κ. της 8.10.1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-178/96, C-179/94 και C-188/94 έως C-190/94 Erich Dillenkofer και λοιποί, σκ. 25, προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Κ. Heim, σκ. 38 κ.ά.). Επίσης κατάφωρη παράβαση του ενωσιακού δικαίου συντρέχει σε περίπτωση πρόδηλης και σοβαρής υπερβάσεως εκ μέρους του κράτους μέλους των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αν δε ο παραβιαζόμενος κανόνας του ενωσιακού δικαίου δεν παρέχει ή παρέχει πολύ περιορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως στα κράτη μέλη, και η απλή παράβασή του αρκεί για να θεωρηθεί ότι είναι κατάφωρη (προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 55, Δ.Ε.Κ. Τμήμα μείζονος συνθέσεως της 17.4.2007, C-470/03, A.G.M.-COS.MET Srl, σκ. 80 και 81 κ.ά.). Πάντως η ύπαρξη και το εύρος του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει το κράτος μέλος καθορίζονται σε σχέση με το ενωσιακό δίκαιο και όχι με το εθνικό. Τα περιθώρια εκτιμήσεως που ενδεχομένως παρέχει το εθνικό δίκαιο στην εθνική αρχή που διέπραξε την παραβίαση του ενωσιακού δικαίου είναι, επομένως, άνευ σημασίας (προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Κ. Heim, σκ. 40). Για να κριθεί αν η παραβίαση του ενωσιακού δικαίου είναι ή όχι κατάφωρη, το εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί αγωγής αποζημιώσεως πρέπει να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ένδικη περίπτωση. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνονται, εκτός του βαθμού σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιαζόμενου κανόνα του ενωσιακού δικαίου και του εύρους των περιθωρίων εκτιμήσεως που καταλείπει στις εθνικές αρχές, ιδίως, ο ηθελημένος ή ακούσιος χαρακτήρας της διαπραχθείσας παραβάσεως ή της προκληθείσας ζημίας, το συγγνωστό ή ασύγγνωστο ενδεχόμενης νομικής πλάνης, το γεγονός ότι η στάση ενός οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να συνετέλεσε στην παράλειψη, καθώς και τη θέσπιση ή τη διατήρηση αντίθετων προς το ενωσιακό δίκαιο εθνικών μέτρων ή πρακτικών (προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 56, Haim, σκ. 38, 42 και 43, απόφαση Δ.Ε.Κ. της 25.1.2007, C-278/05, Carol Marilyn Robins, σκ. 76 και 77 κ.ά.). Περαιτέρω, όσον αφορά την ως άνω τρίτη (σωρευτικώς απαιτούμενη) προϋπόθεση γίνεται δεκτό από το Δ.Ε.Ε. ότι στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να ερευνήσουν εάν υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως του ενωσιακού δικαίου από κρατικό όργανο (συμπεριλαμβανομένου του εθνικού νομοθέτη) και της βλάβης την οποία υπέστησαν οι ζημιωθέντες (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 65, Δ.Ε.Κ. Hedley Lomas, σκ. 30, Δ.Ε.Κ. A.G.M.-COS.MET, σκ. 83, απόφαση Δ.Ε.Ε. της 14.3.2013, C-420/11, Jutta Leth, σκ. 45-46, προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Ε. Kantarev, σκ. 116 κ.ά.ˑ βλ. και απόφαση Δ.Ε.Κ. της 24.9.1998, C-319/96, Brinkmann Tabakfabriken GmbH, σκ. 26-29). Οι ως άνω προϋποθέσεις (απονομή δικαιώματος σε ιδιώτες, κατάφωρος χαρακτήρας παραβάσεως ενωσιακού δικαίου και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παραβάσεως και ζημίας) αρκούν να θεμελιώσουν αξίωση των ιδιωτών προς αποζημίωση (προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 66 και Δ.Ε.Κ. Köbler, σκ. 57 και Δ.Ε.Ε. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας, σκ. 32 κ.ά.) και συγκροτούν την ελάχιστη ρύθμιση, η οποία εξασφαλίζει την αποτελεσματική ικανοποίηση των δικαιωμάτων των ιδιωτών προς αποκατάσταση των ζημιών που τους προκαλούν αντίθετες προς το ενωσιακό δίκαιο πράξεις των εθνικών αρχών. Στην περίπτωση αυτή το κράτος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί αστικής ευθύνης (προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Francovich και Bonifaci, σκ. 41-42, Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 67 και 74, Δ.Ε.Κ. A.G.M.-COS.MET, σκ. 89, προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Ε. Transportes Urbanos y Servicios Generales, σκ. 31, Δ.Ε.Ε. Kantarev, σκ. 123, Δ.Ε.Ε. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας, σκ. 33 και 176 κ.ά.). Ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται ο καθορισμός των αρμόδιων δικαστηρίων και η θέσπιση των δικονομικών κανόνων ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης (προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Κ. Francovich και Bonifaci, σκ. 42, απόφαση Δ.Ε.Ε. της 19.5.2011, C-452/09, Tonina Enza Iaia και λοιποί, σκ. 16, προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Ε. Kantarev, σκ. 122, Δ.Ε.Ε. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας, σκ. 177 κ.ά.). Εντούτοις, δεν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θέτουν προϋποθέσεις, τόσον ουσιαστικές όσον και τυπικές (δικονομικές), σχετικά με την ως άνω ευθύνη λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που ισχύουν για παρόμοιες απαιτήσεις κατά το εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ή να θέτουν προϋποθέσεις τέτοιες που καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικώς δυσχερή την αποζημίωση (αρχή της αποτελεσματικότητας) (προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Francovich και Bonifaci, σκ. 43, Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 67 και 74, Δ.Ε.Κ. Köbler, σκ. 58, απόφαση Δ.Ε.Κ. της 13.3.2007, C-524/04, Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation, σκ. 123 και 126, προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Κ. A.G.M.-COS.MET Srl, σκ. 89, προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Ε. Transportes Urbanos y Servicios Generales, σκ. 31, Δ.Ε.Ε. Tonina Enza Iaia, σκ. 16, Δ.Ε.Ε. Kantarev, σκ. 123-125, απόφαση Δ.Ε.Ε. Τμήμα μείζονος συνθέσεως της 6.10.2021, C-561/19, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi SpA, σκ. 62-63, προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Ε. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας, σκ. 33, 177 και 184 κ.ά.). Εξάλλου, το δίκαιο της Ένωσης δεν αποκλείει τη δυνατότητα θεμελιώσεως της ευθύνης του κράτους (για παραβιάσεις ενωσιακών κανόνων δικαίου) υπό λιγότερο περιοριστικές -σε σχέση με εκείνες που κατά τα ανωτέρω έχει θέσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης- προϋποθέσεις βάσει του εθνικού δικαίου (προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 66, Δ.Ε.Κ. A.G.M.-COS.MET, σκ. 85, Δ.Ε.Ε. Günter Fuß, σκ. 66, Δ.Ε.Ε. Kantarev, σκ. 121, απόφαση Δ.Ε.Ε. της 8.7.2021, C-120/20, Koleje Mazowieckie – KM sp. z o.o., σκ. 62-63, προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Ε. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας, σκ. 32 κ.ά.). Όπως δε έκρινε το Δ.Ε.Ε., στις περιπτώσεις αυτές (όταν δηλαδή η εθνική νομοθεσία προβλέπει για τη στοιχειοθέτηση αστικής ευθύνης του κράτους λιγότερο περιοριστικές προϋποθέσεις σε σχέση με τις ως άνω τρεις που έχουν τεθεί από το Δ.Ε.Ε.), η ευθύνη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται όχι βάσει του δικαίου της Ένωσης αλλά βάσει του εθνικού δικαίου (προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Ε. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας, σκ. 182). 11. Επειδή, περαιτέρω, το Δ.Ε.Ε. παγίως δέχεται ότι το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει την επιβολή από το εθνικό δίκαιο πρόσθετων (δηλαδή πέραν των ως άνω τριών που έχουν τεθεί από το Δ.Ε.Ε.) προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης προς αποζημίωση λόγω παραβιάσεως του ενωσιακού δικαίου (προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Ε. Fuß, σκ. 66, Δ.Ε.Ε. Kantarev, σκ. 121 κ.ά.) και ότι η υποχρέωση αποκαταστάσεως των ζημιών που προξενούνται σε ιδιώτες από παραβίαση του ενωσιακού δικαίου από το κράτος ή φορέα που ασκεί δημόσια εξουσία δεν μπορεί να εξαρτάται από προϋπόθεση συναρτώμενη προς την έννοια του πταίσματος, βαίνουσα πέραν της κατάφωρης παραβιάσεως του ενωσιακού δικαίου. Η επιβολή μιας τέτοιας πρόσθετης προϋποθέσεως θα έθετε ουσιαστικώς υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα αποζημιώσεως, το οποίο ευρίσκει έρεισμα στην ενωσιακή έννομη τάξη (προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 79, Δ.Ε.Κ. Haim, σκ. 39, προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Ε. Fuß, σκ. 67, Δ.Ε.Ε. Kantarev, σκ. 126-128 κ.ά.). Εξάλλου, παγίως γίνεται δεκτό ότι η αποκατάσταση της ζημίας που υφίστανται οι ιδιώτες από παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου πρέπει να είναι ανάλογη προς τη βλάβη που υπέστησαν, ώστε να εξασφαλίζεται αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων τους. Ελλείψει δε σχετικών διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, η θέσπιση κριτηρίων για την έκταση της αποζημιώσεως εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, τα κριτήρια όμως αυτά δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκά από εκείνα που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε μπορεί να είναι τέτοια ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την αποζημίωση (αρχή της αποτελεσματικότητας) (προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 82-83 και 90, Δ.Ε.Κ. A.G.M.-COS.MET, σκ. 94 κ.ά.). Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι για τον καθορισμό του ύψους της αποζημιώσεως ο εθνικός δικαστής μπορεί να ερευνήσει αν ο ζημιωθείς κατέβαλε τη δέουσα επιμέλεια, ώστε να αποφύγει τη ζημία ή να περιορίσει την έκτασή της, καθόσον τα εθνικά δίκαια επιτρέπεται να ορίζουν ότι η αποκατάσταση της ζημίας ενδεχομένως περιορίζεται ή και ματαιώνεται αν ο ζημιωθείς δεν επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια προκειμένου να αποφύγει τη ζημία ή να περιορίσει την έκτασή της (προαναφερθείσα απόφαση Δ.Ε.Κ. Brasserie du pêcheur και Factortame, σκ. 84-85). Αντιβαίνει όμως προς την αρχή της αποτελεσματικότητας η επιβολή υποχρεώσεως στους ζημιωθέντες να ασκούν συστηματικώς όλα τα ένδικα βοηθήματα που έχουν στη διάθεσή τους με βάση το εσωτερικό δίκαιο, ακόμη και όταν τούτο θα τους προκαλούσε υπερβολικές δυσχέρειες ή δεν θα μπορούσε να απαιτηθεί ευλόγως από αυτούς (προαναφερθείσες αποφάσεις Δ.Ε.Κ. Danske Slagterier, σκ. 60-62, Δ.Ε.Ε. Fuß, σκ. 75-77, Δ.Ε.Ε. Kantarev, σκ. 140-142, Δ.Ε.Ε. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκ. 123 κ.ά.).».
Β. Από τα κατά τα ως άνω σκεπτικά αρ. 10 και 11 της απόφασης ΣτΕ (Ολ.) 1169/2025 συνάγονται και τα εξής ως προς τους in concreto όρους και τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης του μηχανισμού της αστικής ευθύνης Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για παραβίαση, εκ μέρους των οργάνων του, κανόνων του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτογενούς και παράγωγου.
- 1. Κατά πρώτο λόγο τρεις είναι, κατά βάση, οι θεμελιώδεις προϋποθέσεις συνδρομής της προαναφερόμενης αστικής ευθύνης.
α) Ήτοι:
α1) Ο παραβιαζόμενος κανόνας του Ευρωπαϊκού Δικαίου να αποσκοπεί και στην αναγνώριση δικαιωμάτων σε ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και όχι μόνο σε αναγνώριση απλού έννομου συμφέροντος.
α2) Η παραβίαση αυτού του κανόνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου να είναι κατάφωρη, άρα κατά μεγάλο μέρος πρόδηλη. Γεγονός το οποίο σημαίνει πως δεν αρκεί εν προκειμένω απλή παραβίασή του, στηριζόμενη στην επισταμένη ερμηνεία, κατ’ εξοχήν τελεολογική, και εφαρμογή του κανόνα αυτού του Ευρωπαϊκού Δικαίου από την πλευρά του έχοντος δικαιοδοσία δικαστικού οργάνου.
α3) Να υφίσταται σχέση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παρανομίας, εξαιτίας της παραβίασης του κανόνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου και της ζημίας, την οποία έχει υποστεί ο κατά περίπτωση ιδιώτης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Ταυτοχρόνως, και κατ’ ανάγκη, δεν πρέπει να συντρέχει λόγος εν όλω διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου, π.χ. λόγω ανωτέρας βίας ή λόγω καθοριστικής σημασίας συνυπαιτιότητας.
β) Οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, βάσει των οποίων στοιχειοθετείται η αστική ευθύνη του κάθε Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ζημία που προκαλείται σε ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, από την εκ μέρους των οργάνων του παραβίαση κανόνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου, εξετάζονται από τον αντίστοιχο Εθνικό Δικαστή -κατ’ αρχήν ως Δικαστή του Ευρωπαϊκού Δικαίου- σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που χαράσσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με την εφαρμογή τους στην πράξη.
γ) Οι ως άνω τρεις προϋποθέσεις (αναγνώριση δικαιώματος σε ιδιώτες, κατάφωρος χαρακτήρας της παραβίασης του κανόνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της κατ’ αυτό τον τρόπο προκύπτουσας παρανομίας και ζημίας) αρκούν για να θεμελιώσουν αξίωση των ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων, προς αποζημίωση. Και συγκροτούν την ελάχιστη ρύθμιση, η οποία εξασφαλίζει την αποτελεσματική ικανοποίηση των δικαιωμάτων τους προς αποκατάσταση των ζημιών που τους προκαλούν αντίθετες προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή το οικείο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεούται να αποκαταστήσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του Εθνικού Δικαίου περί της σχετικής αστικής ευθύνης.
γ1) Ελλείψει ανάλογης ρύθμισης του Ευρωπαϊκού Δικαίου, εναπόκειται στην Έννομη Τάξη κάθε Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο καθορισμός των αρμόδιων Δικαστηρίων και η θέσπιση των δικονομικών κανόνων άσκησης των ένδικων βοηθημάτων και μέσων που αποσκοπούν στην διασφάλιση των δικαιωμάτων, τα οποία αντλούν οι ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, από κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου.
γ2) Εντούτοις, δεν επιτρέπεται στα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να θέτουν προϋποθέσεις -τόσον ουσιαστικές όσον και τυπικές (δικονομικές)- σχετικές με την ως άνω αστική ευθύνη που είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες, οι οποίες ισχύουν για παρόμοιες απαιτήσεις κατά το Δίκαιο του οικείου Κράτους-Μέλους (αρχή της ισοδυναμίας) ή να θέτουν προϋποθέσεις τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικώς δυσχερή την κατά περίπτωση αποζημίωση (αρχή της αποτελεσματικότητας).
δ) Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύει την επιβολή από το Εθνικό Δίκαιο πρόσθετων προϋποθέσεων για την στοιχειοθέτηση ευθύνης προς αποζημίωση λόγω παραβίασης, εκ μέρους των οργάνων Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κανόνων του Ευρωπαϊκού Δικαίου.
δ1) Η δε υποχρέωση αποκατάστασης των ζημιών που προξενούνται σε ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, λόγω παραβίασης κανόνων του Ευρωπαϊκού Δικαίου εκ μέρους οργάνων Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να εξαρτάται από προϋπόθεση συναρτώμενη προς την έννοια του πταίσματος, βαίνουσα πέραν της κατάφωρης παραβίασης κανόνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Και τούτο διότι η επιβολή μίας τέτοιας πρόσθετης προϋπόθεσης θα έθετε, ουσιαστικώς, υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα αποζημίωσης, το οποίο βρίσκει έρεισμα στην Ευρωπαϊκή Έννομη Τάξη. Πολλώ μάλλον επειδή, όπως είναι προφανές, όταν η παραβίαση του κανόνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου είναι κατάφωρη, η συνδρομή πταίσματος για την συντέλεση μίας τέτοιας παρανομίας εμφανίζεται οιονεί αυτόθροη.
δ2) Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ο κατά τ’ ανωτέρω όρος του Ευρωπαϊκού Δικαίου δεν έχει, κατ’ ουδένα τρόπο, επιπτώσεις στο πλαίσιο της Ελληνικής Έννομης Τάξης. Δοθέντος ότι, όπως ήδη αποσαφηνίσθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ εν πάση περιπτώσει θεσπίζουν πολύ ευνοϊκότερο περί αστικής ευθύνης νομικό καθεστώς, σε σχέση με τους αντίστοιχους κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου.
- Όσον αφορά την δεύτερη κατά τα προεκτεθέντα προϋπόθεση -κατάφωρη παραβίαση κανόνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου- γίνεται παγίως δεκτό από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι :
α) Η παραβίαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου είναι κατάφωρη όταν το όργανο του οικείου Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, υπερέβη προδήλως και σοβαρώς τα όρια που θεσπίζονται ως προς την άσκησή τους. Καθώς και όταν το όργανο του Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τον χρόνο διάπραξης της παραβίασης, δεν διέθετε κανονιστικής φύσης επιλογές και είχε, επομένως, πολύ περιορισμένο, αν όχι ανύπαρκτο, περιθώριο εκτίμησης.
β) Επίσης, κατάφωρη παραβίαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου συντρέχει σε περίπτωση πρόδηλης και σοβαρής υπέρβασης, εκ μέρους του οργάνου Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Αν δε ο παραβιαζόμενος κανόνας του Ευρωπαϊκού Δικαίου δεν παρέχει ή παρέχει πολύ περιορισμένο περιθώριο εκτίμησης στα αρμόδια όργανα των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακόμη και η απλή παραβίασή του αρκεί για να θεωρηθεί ότι είναι κατάφωρη. Πάντως, η ύπαρξη και το εύρος του περιθωρίου εκτίμησης που διαθέτει το όργανο του Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζονται με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και όχι με βάση το Εθνικό Δίκαιο. Τα περιθώρια εκτίμησης που, ενδεχομένως, παρέχει το Εθνικό Δίκαιο του Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο όργανό του το οποίο διέπραξε την παραβίαση κανόνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου είναι, επομένως, άνευ σημασίας.
γ) Για να κριθεί αν η παραβίαση κανόνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου είναι ή όχι κατάφωρη, το Δικαστήριο του Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει επιληφθεί αγωγής αποζημίωσης πρέπει να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία, τα οποία συνθέτουν και χαρακτηρίζουν την ένδικη περίπτωση. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνονται, εκτός από τον βαθμό σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιαζόμενου κανόνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου και από το εύρος των περιθωρίων εκτίμησης που καταλείπει στα όργανα του Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως ο ηθελημένος ή ακούσιος χαρακτήρας της διαπραχθείσας παραβίασης ή της προκληθείσας ζημίας, το συγγνωστό ή ασύγγνωστο ενδεχόμενης νομικής πλάνης καθώς και το γεγονός ότι η στάση ενός οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να συνετέλεσε στην παρανομία όπως επίσης και στην θέσπιση ή στην διατήρηση αντίθετων προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο εθνικών μέτρων ή πρακτικών.
- Περαιτέρω, όσον αφορά την ως άνω τρίτη, σωρευτικώς απαιτούμενη, προϋπόθεση περί αιτιώδους συνδέσμου, γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι στα Εθνικά Δικαστήρια εναπόκειται να ερευνήσουν εάν υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβίασης του κανόνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου από όργανο Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (συμπεριλαμβανομένου του Εθνικού Νομοθέτη) και της βλάβης, την οποία υπέστησαν οι ζημιωθέντες.
Επίλογος
Από τα όσα ήδη εκτέθηκαν, στο πλαίσιο του σχολιασμού των αποφάσεων ΣτΕ (Ολ) 1169, 1432/2025, συνάγεται ευχερώς ότι η δι’ αυτών -ή και δι’ αυτών- συντελούμενη πρόοδος της νομολογίας αναφορικά με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, μπορεί να συμπυκνωθεί στα εξής δύο συμπεράσματα: Συμπέρασμα πρώτο, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αξιοποιώντας στο έπακρο το κανονιστικό πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, περιορίζει ολοένα και περισσότερο τις μέχρι τούδε υφιστάμενες «νησίδες αυθαιρεσίας», μέσω των οποίων συντηρούνται ορισμένα πεδία όπου η αστική ευθύνη του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ καθίσταται, εν όλω και κυρίως εν μέρει, ανενεργός. Το συμπέρασμα αυτό τεκμηριώνεται εκ του ότι πλέον φορείς του Δημόσιου Τομέα -όπως και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς- ως προς τους οποίους, με την επίκληση της τεχνικής πολυπλοκότητας του κανονιστικού πλαισίου οργάνωσης και λειτουργίας τους, ήταν εξαιρετικά δυσχερής η πλήρης εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ περί της αστικής του ευθύνης για παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων τους, δεν βρίσκονται πλέον στο δικαστικό απυρόβλητο. Δοθέντος ότι και ως προς αυτές ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, και δη καθ’ ό μέτρο ισχύουν και για τα λοιπά όργανα του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, δίχως εξαιρέσεις. Συμπέρασμα δεύτερο, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει καθορίσει εφεξής με μέγιστη σαφήνεια τους κατά την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όρους και προϋποθέσεις, υπό τις οποίες ενεργοποιείται ο μηχανισμός της αστικής ευθύνης Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του που παραβιάζουν κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτογενούς και παράγωγου. Πρέπει δε να αναδειχθεί εμφατικώς ότι η ως άνω πρόοδος της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι τόσο περισσότερο εμβληματική, όσο, ταυτοχρόνως, φέρνει στο φως την προστατευτική για τους διοικουμένους υπεροχή, έναντι αυτού τούτου του Ευρωπαϊκού Δικαίου, του μηχανισμού αστικής ευθύνης των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ κατά το Ελληνικό Δίκαιο. Και τούτο διότι, όπως και η εν γένει πράξη έχει αποδείξει ευκρινώς, ο προμνημονευόμενος μηχανισμός είναι πολύ περισσότερο επαρκής έναντι των αντίστοιχων κανόνων του Ευρωπαϊκού Δικαίου σε ό,τι αφορά την προστασία των ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων, από την ζημία που τους προκαλείται εξαιτίας παράνομων πράξεων και παραλείψεων των εν γένει κρατικών οργάνων, ανεξαρτήτως της προέλευσης και της φύσης των κανόνων δικαίου οι οποίοι παραβιάζονται στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων τους.



