Ας ανακαλύψουμε την Γερουσία

Αντώνης Μ. Παντελής, ομότιμος καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το Σύνταγμα του 1975 έχει ισχύσει κατά το τελευταίο τέταρτο του ελεύθερου εθνικού βίου, ταυτίζεται στη συλλογική συνείδηση με λειτουργία πολιτεύματος δημοκρατικού και φιλελεύθερου και έχει υποστεί τέσσερις αναθεωρήσεις. Τι θα γράφουν τάχα για αυτές τα εγχειρίδια συνταγματικού δικαίου το 2226;

Τα εγχειρίδια θα μνημονεύουν μόνο τα εξής. Στη αναθεώρηση του 1986 συγκρούστηκαν το ΠΑΣΟΚ, επειδή ήθελε να αφαιρέσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας εξουσίες που αυτός δεν είχε, και η Ν.Δ., που ήθελε να διατηρήσει τις ίδιες ανύπαρκτες εξουσίες. Από το 1975 έως το 1986, όλοι -πλην ενός- μιλούσαν για τις περιβόητες προεδρικές «υπερεξουσίες». Τώρα, ο καθηγητής Γ. Δελλής παρατηρεί ότι «Οι  υπερεξουσίες είναι άλλο ένα σύντομο ανέκδοτο, μόνο που τα συνταγματικά ανέκδοτα τα καταλαβαίνουν οι περισσότεροι κατόπιν εορτής». Η αναθεώρηση του 2001 γίνεται μαζί από το ΠΑΣΟΚ και τη Ν.Δ. Γιατί άραγε; Η Ν.Δ., ζητεί αναθεώρηση και ενοχλεί το ΠΑΣΟΚ, που κυβερνά. Αυτό συναινεί, εξουδετερώνει το αφήγημα της Ν.Δ. και κερδίζει τις εκλογές του 2000. Αναθεωρούνται πολλά άρθρα, αλλά χωρίς αισθητή αλλαγή στο πολίτευμα. Άξια λόγου είναι μόνον η καθιέρωση επαγγελματικού ασυμβιβάστου των βουλευτών. Η αναθεώρηση του 2008 γίνεται για να καταργηθεί αυτό το ασυμβίβαστο, που μακροημέρευσε 5 έτη και 5 μήνες (1.1.2003-2.6.2008)!… Τέλος, στην αναθεώρηση του 2019 συμπνέουν η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ και καταργούν την υποχρεωτική διάλυση της βουλής όταν, στην εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας, δεν συγκεντρώνεται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Πλέον τον Πρόεδρο ουσιαστικά τον «διορίζει» ο πρωθυπουργός και η προεδρική παραίτηση δεν μπορεί να προκαλέσει εκλογές. Η Ν.Δ. απεμπόλησε μια συνταγματική καινοτομία του ιδρυτή της, τη σπουδαιότερη μετά την κατάργηση της βασιλείας.

Ήδη άρχισε συζήτηση για νέα συνταγματική αναθεώρηση και ακούμε πολλά. Κατά κανόνα, τα ίδια επιτυγχάνονται και με μια διαταξούλα σε νόμο ή σε υπουργική απόφαση. Υπάρχει όμως λόγος για κάποια σοβαρή συνταγματική μεταρρύθμιση; Δεν πρέπει να ξεκινούμε με το «ας κάνουμε αναθεώρηση και μετά, έχει ο Θεός, θα βρούμε κάτι να αλλάξουμε». Η αναθεώρηση προϋποθέτει ότι στο συγκεκριμένο σημείο το Σύνταγμα είναι κακό. Οι σοφοί Άγγλοι λένε ότι οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνονται όταν είναι αναπόφευκτες.

Είναι γεγονός ότι οι συνταγματικοί θεσμοί μας δεν προειδοποίησαν για την οικονομική καταστροφή. Οπωσδήποτε, τη σχετική ευθύνη την έχουν οι άνθρωποι και ποτέ τα αφηρημένα ουσιαστικά (π.χ., η διχόνοια). Και όμως, αν το καλοσκεφθούμε, θα διαπιστώσουμε ότι στερούμαστε έναν ακρογωνιαίο θεσμό, αυτονόητο στις μεγάλες δημοκρατίες από τις οποίες δανεισθήκαμε το πολίτευμα.

Ο θεσμός αυτός, σήμερα σχεδόν άγνωστος, είναι η δεύτερη βουλή, η Γερουσία, που βελτιώνει ριζικά την ποιότητα των νόμων και προστατεύει τα ατομικά δικαιώματα από τον οδοστρωτήρα της εκάστοτε πλειοψηφίας.

Η δεύτερη βουλή έχει ακριβώς τις ίδιες αρμοδιότητες με την πρώτη, μόνο που συνήθως η Κυβέρνηση δεν χρειάζεται την ψήφο εμπιστοσύνης της Γερουσίας. Οπωσδήποτε, η Γερουσία αντιπροσωπεύει και αυτή τον κυρίαρχο λαό, όπως ακριβώς και η βουλή. Και τις δύο τις αναδεικνύει ο λαός. Πρόκειται για ένα «χωρισμό των εξουσιών» μέσα στη νομοθετική, δηλαδή για εμβάθυνση της δημοκρατίας. Η Γερουσία επεξεργάζεται τους νόμους  όταν έχουν ήδη ψηφισθεί από τη βουλή και τους βελτιώνει. Σκοπός της δεν είναι να εμποδίζει, αλλά να πείθει με τη σοβαρότητα των επιχειρημάτων της. Εν πάση περιπτώσει, υπάρχει μηχανισμός άρσεως τυχόν διαφωνιών μεταξύ των δύο συνελεύσεων και η πρώτη συνήθως υπερισχύει. Παραλλήλως, η Γερουσία συμμετέχει σε ορισμένους θεσμούς και βελτιώνει την απόδοσή τους, π.χ. στην προεδρική εκλογή, στη συνταγματική αναθεώρηση και στην υπουργική ευθύνη. Αυτοί οι θεσμοί, σήμερα στην Ελλάδα, υφίστανται μεγάλη κριτική. Η άμιλλα μεταξύ των δύο συνελεύσεων βελτιώνει τη λειτουργία του πολιτεύματος, ακόμη και της ίδιας της βουλής. Πάντως, είναι άγνωστο αν αυτή η άμιλλα θα είχε οδηγήσει τη μία ή την άλλη βουλή να κρούσει εγκαίρως τον κώδωνα του κινδύνου για τη βιβλική οικονομική καταστροφή. Ναι, είναι άγνωστο, και όμως όχι απίθανο.

Για να πιστεύσει ο λαός στη Γερουσία, χρειάζεται προσοχή, διότι η Γερουσία του Συντάγματος του 1927 έχει ξεχασθεί, μάλλον ευτυχώς αφού ξεχάσθηκαν και τα τότε πάθη. Πρέπει το άθροισμα του αριθμού των βουλευτών και του αριθμού των γερουσιαστών να είναι κατώτερο από τον αριθμό 300. Το καλύτερο πρότυπο είναι η ιταλική Γερουσία. Σε αδρές γραμμές, αυτή εκλέγεται από τον λαό την ίδια ημέρα με τη βουλή και με παρόμοιο εκλογικό σύστημα, υπόκειται σε διάλυση μαζί με τη βουλή και έχει μικρότερο αριθμό μελών. Η αναμόρφωση των ιταλικών θεσμών ξεκίνησε (1993), όταν δημοψήφισμα λαϊκής αρνησικυρίας επέβαλε μεικτό εκλογικό σύστημα για τη Γερουσία. Σημαντικότερο είναι ότι ο ιταλικός λαός με δημοψήφισμα απέρριψε την κατάργηση της Γερουσίας (2016). Το ίδιο έχει συμβεί στην Ιρλανδία (2013) και δύο φορές στη Γαλλία (1946, 1968). Ο απλός πολίτης αισθάνεται ότι η Γερουσία και οι γερουσιαστές τον προστατεύουν!

 

________
Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 29.4.2026

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

four × 5 =