Ενδιάμεσες εκλογές, checks and balances και η σοφία των Πατέρων του Συντάγματος των ΗΠΑ

Απόστολος Βλαχογιάννης, Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Νομική ΕΚΠΑ

Τα τελευταία δύο χρόνια οι ΗΠΑ βίωσαν μια πρωτοφανή αμφισβήτηση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Στο πρόσωπο του Προέδρου Τραμπ σημειώθηκε μία τόσο ισχυρή συγκέντρωση εξουσίας, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για αδράνεια των παραδοσιακών ελέγχων και αντίβαρων, που χαρακτηρίζουν το αμερικανικό πολίτευμα, και ενδεχομένως για σύγχυση των εξουσιών και διολίσθηση της αμερικανικής δημοκρατίας σε αυταρχικές τάσεις.

Ειδικότερα, ο ασφυκτικός έλεγχος που ο Πρόεδρος ασκεί στο κόμμα με το οποίο εκλέχτηκε και το οποίο μέχρι τώρα διέθετε την πλειοψηφία και στα δύο νομοθετικά σώματα του Κογκρέσου, οδήγησε σε μία σχετικοποίηση της φημισμένης αυστηρής διάκρισης των εξουσιών. Η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία ελέγχονταν, ίσως για πρώτη φορά μεταπολεμικά σε τέτοιο βαθμό, από το ίδιο πολιτικό κέντρο, χωρίς είτε η Γερουσία, πολλώ δε μάλλον το αντιπροσωπευτικότερο σώμα, η Βουλή των Αντιπροσώπων, να μπορούν να θέσουν σοβαρά προσκόμματα στην άσκηση των πολιτικών του Προέδρου.

Όσο για τη δικαστική εξουσία, η αυξημένη πολιτικοποίηση της επιλογής και της διαδικασίας έγκρισης των ομοσπονδιακών δικαστών, ιδίως των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, άμβλυνε κατά πολύ τη δυνατότητά του να δρα ως ένα αποτελεσματικό αντίβαρο στην υπέρμετρη ενίσχυση των προεδρικών εξουσιών. Παρά την ύπαρξη κάποιων πρόσφατων ενθαρρυντικών ενδείξεων, όπως η απόφαση για τους δασμούς[1], το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αφήσει κατά πολύ τον Πρόεδρο να υλοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος των ριζοσπαστικών πολιτικών του, παρά τον ανατρεπτικό τους χαρακτήρα και την ευθεία αντίθεσή τους ορισμένες φορές με το Σύνταγμα[2].

Σε αυτό βέβαια κρίσιμο ρόλο έχει παίξει η δυνατότητα που δόθηκε στον τωρινό Πρόεδρο, κατά την πρώτη θητεία του, να επιλέξει τρία μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και να επισφραγίσει έτσι μεσοπρόθεσμα την κυριαρχία των συντηρητικών στους κόλπους του.

Παρατηρήθηκε λοιπόν, κατά τα πρώτα δύο χρόνια της διακυβέρνησης Τραμπ, ένα εκ πρώτης όψεως παράδοξο: η συγκέντρωση εξουσίας κατέστη εν τοις πράγμασι μάλλον ευχερέστερη στο προεδρικό πολίτευμα των ΗΠΑ, παρά σε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα που διακατέχεται από αυταρχικές τάσεις. Κατά τα φαινόμενα, μία δεύτερη προεδρική θητεία ήταν αρκετή για την επίτευξη αυτού του στόχου, ενώ στην Ουγγαρία και την Πολωνία, για παράδειγμα, χρειάστηκαν και περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις και προστριβές με τη δικαστική εξουσία, που είχαν ως αποτέλεσμα τον στιγματισμό της προσπάθειας και την ενεργοποίηση υπερεθνικών θεσμών.

Η πολιτική απάντηση στα φαινόμενα της προεδρίας Τραμπ φαίνεται να ήρθε με τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026, όπου οι υποψήφιοι των Δημοκρατικών επικράτησαν κατά κράτος και το κόμμα τους ανέκτησε τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας.

Αυτό βέβαια δείχνει τα άμεσα και αποτελεσματικά αντανακλαστικά του αμερικανικού συνταγματικού συστήματος. Οι έλεγχοι και τα αντίβαρα αποδείχτηκε εν τέλει ότι δεν ήταν «ξοφλημένα». Βέβαια, αυτή η παρατήρηση ισχύει με ορισμένες αποχρώσεις, καθώς παραδοσιακά αντίβαρα, όπως η δικαστική εξουσία, φαίνεται πράγματι να «αλώθηκαν» από την εκτελεστική. Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να μας οδηγήσει δίχως άλλο στο συμπέρασμα ότι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών απώλεσε πλήρως το νόημά της. Αντιθέτως, αναπροσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα.

Το γεγονός δηλαδή ότι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δοκιμάστηκε στην πράξη δεν σημαίνει ότι η απόπειρα υπονόμευσής της στέφθηκε εν τέλει και από επιτυχία. Ως γενική διαπίστωση, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η αρχή αποδείχθηκε πιο ανθεκτική από όσο ενδεχομένως πιστεύαμε, ενεργοποιώντας αντίβαρα που είχαν αδρανοποιηθεί στο πέρασμα του χρόνου.

Πιο συγκεκριμένα, στις ΗΠΑ, σε αντίθεση με την Ευρώπη, δεν υπάρχουν υπερεθνικά όργανα, όπως το ΕΔΔΑ ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που θα μπορούσαν να αποτρέψουν τη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια του Προέδρου. Υπάρχει όμως η κάθετη διάσταση της διάκρισης των εξουσιών (vertical separation of powers), για την οποία είχε κάνει λόγο ο Madison στο 51ο Γράμμα υπέρ της Ομοσπονδίας (Federalist papers).

Τασσόμενος υπέρ μίας μεγάλης σε έκταση δημοκρατίας[3], η οποία θα ήταν οργανωμένη με βάση το ομοσπονδιακό σύστημα, ο Πατέρας του Συντάγματος είχε στο μυαλό του ακριβώς την αμυντική αυτή διάσταση: θα ήταν αδύνατη η συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια ενός μόνο ατόμου ή οργάνου. Οι πολιτείες είναι φύσει κατάλληλες να αντισταθούν σε μία τέτοια απόπειρα εγκαθίδρυσης της τυραννίας.

Οι αναλύσεις του Μadison και των υπόλοιπων Πατέρων του Συντάγματος του 1787 για πολύ καιρό θεωρήθηκαν απαρχαιωμένες, αντίθετες με το πνεύμα των καιρών και τις σύγχρονες εξελίξεις που απαιτούσαν την ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας έναντι της αυτονομίας των πολιτειών. Τούτο φυσικά μέχρι πρόσφατα, όταν έγινε αντιληπτή η σοφία της ανάλυσής τους. Γιατί απέναντι στην προεδρία Τραμπ, η σημαντικότερη αντίσταση δεν προήλθε ούτε από τη Γερουσία, ούτε από το Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά από τους κυβερνήτες των Πολιτειών που δεν δέχτηκαν ή σαμπόταραν ενεργά την υλοποίηση των πολιτικών του. Η ομοσπονδιακή οργάνωση των ΗΠΑ είναι αυτή που δυσχέρανε μέχρι τώρα σε μεγάλο βαθμό την απόλυτη αυθαιρεσία του Προέδρου.

Αλλά και αυτή δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να αντισταθεί για πολύ, χωρίς τη συνδρομή άλλου ενός αντίβαρου, το οποίο είχε επινοηθεί από τους Πατέρες του αμερικανικού Συντάγματος. Και αυτό δεν είναι άλλο από τη συχνή προσφυγή στις κάλπες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Οι ενδιάμεσες εκλογές, που πραγματοποιούνται κάθε δύο χρόνια για την εκλογή των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων και την ανανέωση ορισμένου αριθμού μελών της Γερουσίας, είναι αυτές που μετέβαλαν τη ροή των πολιτικών εξελίξεων. Το ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο, που προβλέπεται από το Σύνταγμα των ΗΠΑ, είναι ότι οι θητείες του νομοθετικού σώματος και του Προέδρου αλληλοτέμνονται από τις ενδιάμεσες εκλογές, που δίνουν στο εκλογικό σώμα τη δυνατότητα να αλλάξει τον συσχετισμό δυνάμεων εντός του Κογκρέσου, μεσούσης της προεδρικής θητείας, αλλά και εμμέσως να αποδοκιμάσει την πολιτική του Προέδρου.

Το αποτέλεσμα λοιπόν αυτών των εκλογών είναι ότι μπορούν να αφυπνίσουν μέχρι τώρα αδρανείς εγγυήσεις της διάκρισης των εξουσιών ενεργοποιώντας αντίβαρα με την αλλαγή της σύνθεσης των νομοθετικών σωμάτων και στέλνοντας ηχηρά μηνύματα, τα οποία εν τέλει και τα δικαστήρια θα αναγκαστούν να λάβουν υπόψη. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι εκλογές αυτές οργανώνονται επίσης από τις πολιτείες, κάτι το οποίο έχει τεράστια σημασία επιβεβαιώνοντας εκ νέου τον κομβικό τους ρόλο ως πιθανών αντίβαρων στην υπέρμετρη ενίσχυση της ομοσπονδιακής εκτελεστικής εξουσίας.

Δεν ήταν τυχαία εξάλλου η προσπάθεια του Προέδρου και του ελεγχόμενου από αυτόν κόμματος να χειραγωγήσει αυτές τις εκλογές στο μέτρο του δυνατού και να επηρεάσει την έκβασή τους είτε με την επαναχάραξη των εκλογικών περιφερειών είτε με την παρεμπόδιση της επιστολικής ψήφου είτε με την επιβολή πρόσθετων περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος της ψήφου, σε πολιτείες ελεγχόμενες από το κόμμα του.

Από τον σύντομο αυτό απολογισμό μπορούμε επομένως να συναγάγουμε ορισμένα συμπεράσματα. Διαπιστώνουμε από την εξέταση των πρόσφατων εξελίξεων ότι άπαξ και η εκτελεστική εξουσία ενισχυθεί υπέρμετρα, ιδίως από αλλεπάλληλα εκλογικά αποτελέσματα, οι συνθήκες καθίστανται πρόσφορες για την αποδυνάμωση όλων των κλασικών αντίβαρων, συμπεριλαμβανόμενης και της δικαστικής εξουσίας. Είτε αυτή γίνει στόχος είτε «συμβιβαστεί» αποδεικνύεται ιδιαίτερα δυσχερές να προβάλει σοβαρή αντίσταση.

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί τουλάχιστον να στιγματίσει αυτές τις αντιφιλελεύθερες τάσεις, ανοίγοντας τον δρόμο σε άλλου τύπου αντίβαρα, που μπορούν να αποδειχθούν πιο αποτελεσματικά στην υπεράσπιση των αρχών της διάκρισης των εξουσιών και του κράτους δικαίου. Στις ΗΠΑ, αποδείχτηκε ότι τα αντίβαρα αυτά βρίσκονται στην ομοσπονδιακή οργάνωση του κράτους και ειδικότερα στις πολιτείες, που μπορούν να θέσουν όρια στην ανεξέλεγκτη άσκηση των προεδρικών εξουσιών.

Σε τελική ανάλυση, πάντως, η αποτελεσματικότητα της ως άνω δράσης εξαρτάται πάντα από το ίδιο το δημοκρατικό παιχνίδι. Όσο αυτό παραμένει ελεύθερο και ανόθευτο, επιτρέποντας την πολιτική αλλαγή, η συνδρομή των άλλων αντίβαρων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική. Αν όμως ο εκλογικός ανταγωνισμός περιοριστεί σε βαθμό που μια τέτοια αλλαγή αποκλείεται, τότε ακόμα και αυτά τα αντίβαρα δεν μπορούν εύκολα να ανακόψουν την πορεία προς τον αυταρχισμό.

 

[1] Learning Resources, Inc. v. Trump, 607 U.S. 229 (2026).

[2] Χαρακτηριστικότερη ίσως η περίπτωση του διατάγματος για την ιθαγένεια (Executive Order 14160), που κρίθηκε προφανώς αντισυνταγματικό με την απόφαση Trump v. Barbara, 609 U.S. ___ (2026).

[3] “Extended republic” (Federalist Letter No 10).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

nineteen − sixteen =