Για την νομοθέτηση και θέσπιση των κοινών στην Ελλάδα

Δώρα Κοτσακά, Δρ πολιτικής επιστήμης, συντονίστρια του Παρατηρητηρίου των Κοινών, ΕΝΑ και Κωστής Τσιτσελίκης, Καθηγητής δικαίου δικαιωμάτων του ανθρώπου, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
  1. Για τα κοινά

Μιλώντας για τα κοινά είναι χρήσιμο να αποσαφηνίζουμε μεθοδολογικά σε τί πραγματικά αναφερόμαστε. Αυτό είναι απαραίτητο καθώς υπάρχει η τάση να αποδίδεται σε αυτά ό,τι συνιστά καλή ή αγαθή ιδέα. Ωστόσο, αυτή η εννοιολογική χαλαρότητα δεν λειτουργεί υπέρ τους, ιδιαίτερα όταν περνάμε στον τομέα των εφαρμοσμένων πολιτικών και του θετικού δικαίου.

Το κοινό αγαθό συνίσταται σε έναν πόρο ή έναν χώρο που διαμοιράζεται, ανάλογα με τη φύση του, και είναι κρίσιμος για την ευημερία ή την ίδια την ζωή των ανθρώπων. Μπορεί να βρίσκονται στην Φύση, να αποτελούν τεχνουργήματα ή προϊόντα γνώσης. Να είναι υλικά, άυλα ή ψηφιακά. Εξαντλήσιμα ή απεριόριστα. Καθώς οι πόροι των κοινών πραγμάτων μπορεί να είναι περιορισμένοι και να απομειώνονται από τη χρήση (πετρέλαιο, μετάλλευμα), αναπόφευκτα διέπονται από σχέσεις ανταγωνισμού και αποκλεισμού. Ορισμένοι από αυτούς μπορεί να διαθέτουν ικανότητα αναπλήρωσης ανάλογα με τη δυνατότητα φυσικής αναπλήρωσης ή αναπαραγωγής τους (νερό, αλίευμα, άγρια ζώα, δάση). Άλλοι πόροι μπορεί να είναι απεριόριστοι, δηλαδή δεν εξαντλούνται με την χρήση (φως, ραδιοφάσμα, επιστημονική γνώση) και άρα να είναι δεκτικοί σε απεριόριστη χρήση. Παραδείγματα από όλες αυτές της αλληλοτεμνούμενες κατηγορίες είναι το νερό, το οξυγόνο, το κλίμα, το έδαφος, το DNA των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, ο θαλάσσιος βυθός, το ανοιχτό λογισμικό, οι  γλώσσες, οι αστικοί χώροι, τα κοινά της εκπαίδευσης, η πολιτισμική κληρονομιά και η επιστημονική γνώση, και τόσα άλλα αγαθά των οποίων η προστασία προϋποτίθεται με όρους πλέον κρίσιμης σημασίας για την ζωή και την ευημερία των ανθρώπων και την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων εντός των οποίων διαβιεί.

Το κοινό αγαθό δεν είναι κάτι το οποίο υπάρχει ως τέτοιο αφ’ εαυτού του. Προϋποτίθεται η αναγνώριση και η διαχείρισή του υπό αυτή την ιδιότητα από μία κοινότητα η οποία εκδηλώνει βούληση να το διαχειριστεί ως κοινό, μαζί με τις σχέσεις και τους τυπικούς ή άτυπους κανόνες που αναπτύσσουν τα μέλη της και ενδεχομένως κατοχυρώνονται από το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο. Τα κοινά ως πολιτικό πρόταγμα βρίσκονται ακόμα σε πρώιμη κατάσταση, χωρίς ένα ενοποιημένο πρόγραμμα εφαρμοσμένων πολιτικών και σαφείς συμμαχίες. Ωστόσο, ενώ δεν έχουν προωθηθεί από κάποια ελίτ ή πολιτικό κόμμα, στην πράξη αναπτύσσονται ταυτόχρονα σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη με αυξανόμενη ένταση[1]. 

Είναι όλα αυτά των οποίων το άμεσο ή έμμεσο όφελος έχει (ή μπορεί να έχει) αποδέκτη τον κάθε άνθρωπο ατομικά ή όλους μαζί συλλογικά. Το κράτος συνήθως αποτελεί τον φορέα, «ρυθμιστή» ή «διαχειριστή» των κοινών, μέσα από την άσκηση αγαθής επιστασίας, υπέρ της κοινότητας ή του κοινωνικού συνόλου αποτρέποντας όσους επιχειρούν να τα υφαρπάξουν, να τα περιφράξουν και να τα ιδιοποιηθούν με σκοπό το δικό τους κέρδος στερώντας τα από το σύνολο της κοινότητας. Κρίσιμης σημασίας είναι το δίκαιο και οι πολιτικές που ασκούνται για την τύχη του κοινού, οι αρμοδιότητες συντονισμού, επίβλεψης και οι εγγυήσεις, τα δικαιωμάτων και οι υποχρεώσεων απέναντι στα κοινά, του κράτους αλλά και των κοινωνών, δηλαδή, των ανθρώπων που συναποτελούν την ενεργή κοινότητα που συνδέεται με το κοινό αγαθό, πόρο, ή χώρο.

Η οριοθέτηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων αναφορικά με τους φυσικούς πόρους, αλλά και τα ανθρώπινα δημιουργήματα, είναι μια συνεχής αναζήτηση, ένα κεντρικό οικονομικό ή πολιτικό ζητούμενο, συχνά ζωτικής σημασίας για το παρόν και το μέλλον μιας οργανωμένης κοινωνίας. Μια αναζήτηση για το τι είναι θεμιτό και τι δίκαιο. Ειδικά, όταν τα κοινά αγαθά, πόροι και χώροι βρίσκονται εντός του κράτους, αλλά και όταν αυτά βρίσκονται εκτός εδαφικής κυριαρχίας, όπως πόροι σε ζώνες εκμετάλλευσης (υφαλοκρηπίδα, διεθνής βυθός, διάστημα) Τα κοινά συχνά είναι αλληλένδετα μεταξύ του εθνικού χώρου όπου ασκείται η κρατική κυριαρχία και του διεθνούς χώρου όπου ασκείται κατακερματισμένη η διεθνής επιστασία.[2] Κρίσιμο παράγοντα στην αναζήτηση αυτή αποτελεί το γεγονός ότι η έλλειψη κανόνων και πολιτικών διαχείρισης και προστασίας ενός κοινού πόρου οδηγεί στην αποσάθρωσή του ή την υφαρπαγή του από το ατομικό συμφέρον.

Τα κοινά, κάθε είδους, υπόκεινται σε μια σειρά σταθερών αρχών. Δηλαδή, την ισότητα και τη δικαιοσύνη, την αποτελεσματικότητα και τη βιωσιμότητα ως προς τη διαχείριση, τη συνεισφορά για την διατήρησή του, την προσβασιμότητα στη χρήση του και την αναδιανομή με δημοκρατικούς και δίκαιους όρους των ωφελημάτων του. Ιδιαίτερης σημασίας θέση στην προστασία των κοινών έχει η άσκηση αρμοδιοτήτων επίβλεψης και ρυθμιστικών πολιτικών υπέρ του κοινού καλού, υπέρ δηλαδή, του Δήμου, των ανθρώπων-κοινωνών. Το ελληνικό δίκαιο (αστικό και δημόσιο) προβλέπει διάφορα πεδία προστασίας των κοινών, σποραδικά, χωρίς συνοχή και χωρίς να διατυπώνει καταστατικές αρχές. Συνήθως, χωρίς να τα αναγνωρίζει ως τέτοια. Στην πράξη, απουσιάζουν κανονιστικά πλαίσια, τα οποία θα διασφάλιζαν την υιοθέτηση  πολιτικών και κανόνων δικαίου με στόχο τον εξορθολογισμό της τάσης συσσώρευσης ατομικού κέρδους και τη διασφάλιση του κοινού παρονομαστή υπέρ της ζωής και της ευημερίας των ανθρώπων, ενός εμπεδωμένου και δεδομένου κοινωνικού κράτους, με γνώμονα το κοινό συμφέρον ή το κοινό καλό όπως αυτό ορίζεται από την ίδια την κοινότητα, χωρίς αποκλεισμούς, και με συμμετοχικές διαδικασίες.

 

  1. Για μια προοδευτική νομοθέτηση

 Μία συζήτηση σχετικά με το ποια θα μπορούσε να είναι η ύλη μίας προοδευτικής νομοθέτησης με έμφαση στις αρχές της κοινωνικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, και τελικά των κοινωνικών δικαιωμάτων, δεν μπορεί να παραλείπει τα κοινά αγαθά, με την ιδιότητα τους ως κοινή μας κληρονομιά και κοινό πλούτο. Τα κοινά συνιστούν μία κοινωνική φόρμα που συνόδευσε σταθερά την ανθρωπότητα στην εξελικτική της πορεία. Διατηρήθηκε ζωντανή στις σκιές της κουλτούρας της αγοράς και τα τελευταία χρόνια επανέρχεται ως μία δυνητική εναλλακτική στις επιτακτικές κρίσεις που αντιμετωπίζουμε.

Ο διαμοιρασμός των ωφελημάτων στην κοινότητα στην βάση της αρχής της αειφορίας υπηρετεί το «κοινό καλό», με προστασία από τις περιφράξεις[3] που θέτει το ιδιωτικό κέρδος. Οι κανόνες που διέπουν τους κοινούς πόρους και τις σχέσεις με τους κοινωνούς ακολουθούν βασικές κοινές αρχές και πλαίσια, καθώς οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις απαιτούν διαφορετικής σκοπιμότητας ρυθμίσεις. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούν ορισμένα παραδείγματα της ετερογένειας των κοινών: Τα κοινά της γνώσης έχουν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι η μέγιστη χρήση τους συνιστά προϋπόθεση της απόδοσης αξίας σε αντίθεση με πολλά άλλα κοινά τα οποία προϋποθέτουν ένα «κλειστό» σύστημα κατανάλωσης του πόρου για την προστασία τους από την συρρίκνωσή τους. Από μία άλλη εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα οπτική γωνία, ορισμένοι πόροι μπορεί να αποτελούν χώρο εναπόθεσης άχρηστων αντικειμένων-αποβλήτων (η θάλασσα, το υπέδαφος, η ατμόσφαιρα), ή χώρο-μέσο απαραίτητο για την μετακίνηση μηχανών (δρόμοι, αεροδιάδρομοι), ή παρεμβολής παρασίτων (ραδιοφάσμα). Συνεπώς, για αυτούς απαιτείται προστασία από συγκεκριμένες ρυπογόνες συμπεριφορές.

 

  1. Η περίπτωση της Ιταλίας

Στην Ιταλία η προσπάθεια θεσμοθέτησης των κοινών έγινε συστηματικά και έτσι σήμερα διαθέτουμε μία προεγγραφή ως προς τη θεσμική διαδρομή που μπορεί να ακολουθήσει κανείς. Η πολιτική και νομική διαδικασία έφερε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και τη δυνατότητα σύναψης Συμφωνιών Δημοσίου-Κοινών.[4] Οι συμφωνίες αυτές αποτελούν ένα νομικό εργαλείο με ιδιαίτερη σημασία για την προώθηση και την προστασία των κοινών, καθώς εξυπηρετεί την αυτονομία και τη συνέχεια υπό διαφορετικό πολιτικό συσχετισμό. Έως σήμερα έχουν συναφθεί και λειτουργούν εκατοντάδες τέτοιες συμβάσεις με εξαιρετικά αποτελέσματα.

Σε αυτό το σημείο έχει σημασία να σημειώσουμε ότι η προστασία των κοινών αγαθών συνδέεται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του πόρου. Η ιδιωτικοποίηση ενός κοινού αγαθού προϋποθέτει αρχικά τη μετατροπή του σε δημόσιο αγαθό, διαφορετικά δεν διαθέτει νομική αναγνώριση προκειμένου να μεταβιβαστεί. Ισχύει και το αντίστροφο. Αν ένας ιδιωτικός πόρος είναι ωφέλιμο να μετατραπεί σε κοινός, προϋποτίθεται σε πρώτο στάδιο, η μεταφορά του στην ιδιοκτησία του δημοσίου και όχι στον έλεγχο μιας μεγάλης εταιρείας για παράδειγμα. Με αυτή την αφετηρία ομάδα νομικών επεξεργάστηκε ένα σχέδιο με στόχο την ευρύτερη προστασία κρίσιμων πόρων από την ιδιωτικοποίησή τους.

 

3.1. Η πορεία προς την θέσπιση των κοινών.

Η ιστορία ξεκινά τη δεκαετία του 1990 και συνδέεται με τα καταστροφικά αποτελέσματα των εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων της περιόδου, τα οποία κατέστησαν σαφή την ανάγκη ευθυγράμμισης των δημόσιων λογιστικών σε νέα δεδομένα. Το 2001, η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι (Forza Italia) αναγνωρίζοντας το πρόβλημα ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προχωρήσει σε τεκμηριωμένες αποφάσεις για το ποιες δημόσιες υπηρεσίες και πόρους είναι σκόπιμο να διατηρεί υπό δημόσια ιδιοκτησία και ποιες να παραχωρεί σε ιδιώτες. Προκειμένου να προωθήσει αυτό το σχέδιο η κυβέρνηση δημιούργησε μία ομάδα μελέτης το 2003 στο Υπουργείο Οικονομικών. Η ομάδα αυτή ανέλαβε και την μελέτη της διαδικασίας αξιολόγησης και ιδιωτικοποίησης συγκεκριμένων κατηγοριών δημόσιων πόρων. Σε αυτό το πλαίσιο αναδείχθηκε για πρώτη φορά η ανάγκη επεξεργασίας ενός νέου νομικού πλαισίου που θα αφορούσε το καθεστώς των περιουσιακών στοιχείων του κράτους. Αυτό το νέο πλαίσιο αναμένονταν να θεσπίσει κριτήρια και οδηγίες σχετικά με την διαχείριση και την πιθανή πώληση περιουσιακών στοιχείων με στόχο την περιφρούρηση των συμφερόντων των πολιτών σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Κρίσιμος υπήρξε και ο ρόλος της Εθνικής Ακαδημίας που συγκλήθηκε το 2007 με αντικείμενο την ευρεία μεταρρύθμιση των διαφορετικών καθεστώτων ιδιοκτησίας που αποδίδονταν σε μία ποικιλία κρατικών πόρων. Η τότε κυβέρνηση του Ρομάνο Πρόντι, υπό τον κέντρο-αριστερό Συνασπισμό L’ Unione, είχε διακηρύξει την πρόθεσή της να αναλάβει δράση για τη βελτίωση της διαχείρισης συγκεκριμένων τύπων δημόσιων υπηρεσιών. Σε αυτό το πλαίσιο το Υπουργείο Δικαιοσύνης δημιούργησε μία ad hoc επιτροπή με στόχο την αναθεώρηση των κανόνων του αστικού δικαίου που αφορούσαν την κατηγοριοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου και την θέσπιση δικαϊκών αρχών στις οποίες θα στηρίζονταν η μεταρρύθμιση.[5]

Ο Stefano Rodotà (Ροντοτά) διορίστηκε πρόεδρος της επιτροπής και στο εξής η διαδικασία συνδέθηκε με το όνομα και τις πρωτοβουλίες του. Επρόκειτο για διακεκριμένο καθηγητή αστικού δικαίου στη Ρώμη, ο οποίος υπήρξε και βουλευτής της Αριστεράς. Ο Ροντοτά ήταν συγγραφέας κορυφαίων έργων για το δίκαιο ιδιοκτησίας και από τους πρώτους που αντιλήφθηκαν τη σημασία της προστασίας των δεδομένων και τη χρήση τους για την επεξεργασία δημόσιων πολιτικών και την διακυβέρνηση. Το σχέδιο νομοθετικού κειμένου που προέκυψε από τις εργασίες της επιτροπής προέβλεπε μια σημαντική αλλαγή στην προσέγγιση που ακολουθούσε η νομοθεσία για την ιδιοκτησία. Ο ιταλικός αστικός κώδικας του 1942 (άρθρο 822) καθόριζε τον διαχωρισμό μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας ως βασικό κανόνα. Το έργο της επιτροπής Ροντοτά αντέστρεφε αυτή τη λογική προκειμένου να ορίζεται πρώτα η χρήση που είναι χαρακτηριστική για κάθε κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, και στη συνέχεια να ακολουθεί η επεξεργασία του κατάλληλου καθεστώτος ιδιοκτησίας κατά περίπτωση.

Ακολουθώντας αυτή τη μέθοδο, η Επιτροπή καθόρισε μια τριμερή κατανομή ανάμεσα στα κοινά αγαθά (beni comuni), τη δημόσια περιουσία και την ιδιωτική ιδιοκτησία[6]. Η ταξινόμηση αυτή στηρίζεται στην ωφελιμότητα που προκύπτει από κάθε κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, στη βάση των συνταγματικών αρχών, των κανόνων που διέπουν τα θεμελιώδη δικαιώματα, το ουσιώδες δημόσιο συμφέρον και τις ιδιωτικές οικονομικές δραστηριότητες. Τα κοινά προέκυπταν ως η νέα κατηγορία που σύμφωνα με τη συνταγματική μεταρρύθμιση θα αποκτούσε για πρώτη φορά γενική αναγνώριση στον αστικό κώδικα. Περιγράφηκαν στο άρθρο 1(3) του σχεδίου κειμένου ως: «Τα πράγματα που παράγουν ωφελιμότητα λειτουργική για την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ελεύθερης ανάπτυξης του ατόμου. Τα κοινά αγαθά πρέπει να προστατεύονται και να περιφρουρούνται από το νομικό σύστημα, επιπλέον και προς όφελος των μελλοντικών γενεών. Οι ιδιοκτήτες των κοινών αγαθών μπορεί να είναι δημόσια ή ιδιωτικά νομικά πρόσωπα. Σε κάθε περίπτωση, η συλλογική απόλαυσή τους πρέπει να διασφαλίζεται, εντός των ορίων και με τον τρόπο που προβλέπει ο νόμος».

Η απαρίθμηση των κοινών αγαθών στο προτεινόμενο κείμενο περιλάμβανε μια ποικιλία από υλικά και άυλα περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου. Το καθεστώς που εφαρμόστηκε σε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία ενσωματώθηκε με κανόνες που αφορούσαν τα «κοινωνικά περιουσιακά στοιχεία» (beni sociali) με γνώμονα την ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών. Η Επιτροπή Ροντοτά είχε σαφώς την πρόθεση να αποφύγει την ιδιωτικοποίηση των κοινών αγαθών, και ως εκ τούτου φρόντισε για συγκεκριμένες εγγυήσεις που θα εξασφάλιζαν αυτό το αποτέλεσμα. Προκειμένου να κατανοήσουμε γιατί αυτή η ανησυχία ήταν τόσο έντονη εκείνη την εποχή, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων που ακολούθησε το ιταλικό κράτος είχε καταδείξει την ικανότητα των ιδιωτικών συμφερόντων να επηρεάζουν τις δημόσιες αποφάσεις σχετικά με τις ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων πόρων. Τα μέτρα λιτότητας είχαν αποδυναμώσει την ικανότητα του κράτους να εξασφαλίζει σημαντικά αγαθά στον πληθυσμό[7], αλλά και τη διασφάλιση της εποπτείας ορθής διαχείρισης των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων που παραχωρούνταν σε ιδιωτικούς ομίλους. Οι συνέπειες των παραπάνω είχαν αρχίσει να γίνονται καταστροφικές.[8]

Ωστόσο, μολονότι η επιτροπή ολοκλήρωσε το έργο της σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, η μεταρρύθμιση που θα έπρεπε να ακολουθήσει παρέμεινε στο στάδιο του κοινοβουλευτικού νομοσχεδίου. Η πρόταση  απέτυχε να συγκεντρώσει τον ελάχιστο αριθμό των πενήντα χιλιάδων υπογραφών πολιτών που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 71 του Ιταλικού Συντάγματος προκειμένου να εξασφαλιστεί η προώθησή του στο Κοινοβούλιο. Παρόλα αυτά, η ιδέα ότι ορισμένα περιουσιακά στοιχεία ή αγαθά δεν μπορούν παρά να διατηρηθούν ως κοινά για όλους, και επομένως να μην είναι δυνατή η ιδιωτικοποίησή τους, άρχισε να κερδίζει έδαφος στη δημόσια σφαίρα. Κορυφαία στιγμή υπήρξε το δημοψήφισμα που θα προστάτευε το νερό ως κοινό αγαθό. Το Φόρουμ των Κινημάτων για το Νερό (Forum dei movimenti per l’acqua) το οποίο συγκρότησαν πλήθος διαφορετικών οργανώσεων και κινημάτων κατόρθωσε να συγκεντρώσει και καταθέσει 1,4 εκατομμύρια υπογραφές με στόχο τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος το 2011. Τα αποτελέσματα ήταν πρωτοφανή: συμμετείχαν 27 εκατομμύρια πολίτες και η υποστήριξη του χαρακτήρα του νερού ως κοινού αγαθού έλαβε το 95.4% των ψήφων. Παρότι φαίνεται ότι δεν σημειώθηκε μεγάλη πρόοδος ως προς τη διασφάλιση των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος, η εκλαΐκευση της έννοιας των κοινών μέσω του ηχηρού συνθήματος «το νερό είναι κοινό αγαθό» (l’acqua è un bene comune) και η ευρύτατη λαϊκή υποστήριξη διαμόρφωσε νέα δυναμική και παρήγαγε πολιτικά αποτελέσματα. Η επιτυχία του δημοψηφίσματος καταγράφηκε ως νίκη ενός τεράστιου κινήματος.

Το πραγματικό πολιτικό αποτέλεσμα έχει να κάνει με το ότι, τελικά, η έλλειψη πολιτικής υποστήριξης σε εθνικό επίπεδο δεν εμπόδισε πολλούς δήμους στην Ιταλία να ενσωματώσουν μέρος της πρότασης της Επιτροπής Ροντοτά, εφαρμόζοντας την οριζόντια επικουρικότητα όπως ορίζεται στο άρθρο 118 του τροποποιημένου Συντάγματος και προωθώντας πρωτοβουλίες γενικού συμφέροντος από τη βάση προς την κορυφή.[9] Στη βάση της αρχής της επικουρικότητας, το κράτος, οι περιφέρειες, οι μητροπολιτικές πόλεις, οι επαρχίες και οι δήμοι ευνοούν τις αυτόνομες πρωτοβουλίες των πολιτών οι οποίοι προτίθενται να πραγματοποιήσουν δραστηριότητες γενικού ενδιαφέροντος, είτε μεμονωμένες είτε από κοινού. Σε οριζόντιο επίπεδο, η επικουρικότητα διέπει την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των τοπικών αρχών και των ιδιωτών ή μεταξύ ατομικών και συλλογικών οντοτήτων, όπως οι ΜΚΟ. Κατά συνέπεια, ο ρόλος των τοπικών αρχών προβλέπεται ως επικουρικός ρόλος συντονισμού, ελέγχου και προώθησης των δραστηριοτήτων αυτών. Οι δημόσιες εξουσίες θα πρέπει παρεμβαίνουν άμεσα για την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης δραστηριότητας γενικού συμφέροντος μόνο εάν μπορεί να εκτελεστεί αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα από αυτές, και όχι απευθείας από τους πολίτες, είτε ατομικά είτε συλλογικά. Η πρώτη πόλη που υιοθέτησε τοπικό κανονισμό για τα αστικά κοινά ήταν η Νάπολη το 2014 και ύστερα η Μπολόνια και το Κιέρι, κοντά στο Τορίνο.[10]

 

3.2. Ο Κανονισμός της Μπολόνια.

Η δημιουργία του πλαισίου για τη σύναψη Συμπράξεων Δημοσίου-Κοινών (Public Commons Partnerships, PCP’s) συνιστά το σημαντικότερο θεσμικό εργαλείο που προέκυψε από την προσπάθεια ενδυνάμωσης του παραδείγματος των κοινών,[11] μέσα από την εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας του άρθρου 118 του ιταλικού Συντάγματος. Ο πλήρης τίτλος του πλέον επιδραστικού κανονιστικού κειμένου είναι «Κανονισμός της Μπολόνια για τη Συνεργασία Μεταξύ των Πολιτών και της Πόλης και για τη Φροντίδα και την Ανάπλαση των Αστικών Κοινών».[12] Υιοθετήθηκε το 2014, ύστερα από δύο χρόνια προσπαθειών αναφορικά με την εφαρμογή πολιτικών που θα επέτρεπαν την αναδιαμόρφωση της σχέσης πολιτών και τοπικής διοίκησης με έμφαση στους αστικούς πόρους και υπηρεσίες.

Το παράδειγμα της Μπολόνια πυροδότησε μια τάση υιοθέτησης αυτού του εργαλείου και από άλλες πόλεις στην Ιταλία, οδηγώντας στη θέσπιση ποικίλων κανονισμών σε περισσότερες από 250 πόλεις σε όλη την χώρα, μεταξύ αυτών και οι μεγαλύτερες όπως το Τορίνο, το Μιλάνο, η Ρώμη, η Νάπολη, η Φλωρεντία. Ο Κανονισμός της Μπολόνια επιτρέπει στις κοινότητες των κοινών να διεκδικούν τους αστικούς πόρους ως κοινά αγαθά και να δηλώνουν ενδιαφέρον για τη φροντίδα και τη διαχείρισή τους. Αναγνωρίζει τον σημαίνοντα ρόλο των πρωτοβουλιών των πολιτών στην διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων. Μέσα από αυτό το πρίσμα παρέχεται η δυνατότητα ώστε η ίδια η δημόσια διοίκηση και η πόλη να γίνουν αντιληπτές ως κοινά αγαθά.[13]

Η συνταγματική αρχή της οριζόντιας επικουρικότητας συνιστά τη νομική βάση του κανονισμού της Μπολόνια, ο οποίος επιτρέπει στις τοπικές αρχές να εμπλέξουν τους πολίτες στη διαχείριση των δημόσιων αγαθών. Ένας δεύτερος πυλώνας αυτού του μηχανισμού είναι η φιλοσοφία «του ενεργού πολίτη», σύμφωνα με την οποία, οι πολίτες δεν έχουν μόνο δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το κράτος αλλά και ευθύνες απέναντι στην κοινωνία. Ως εκ τούτου, οι πολίτες αναμένεται να μοιράζονται με το κράτος ή την τοπική αυτοδιοίκηση τη διαχείριση των κοινών[14]. Η καρδιά του κανονισμού βρίσκεται στο άρθρο 5, το οποίο ορίζει το κανονιστικό περιεχόμενο του «συμφώνου συνεργασίας». Πρόκειται για μια σύμβαση παρόμοια με τις συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και υπογράφεται από τον Δήμο και τους πολίτες. Το σύμφωνο συνεργασίας επιτρέπει στον Δήμο να συμμετέχει σε συνέργειες με κατοίκους και άλλους δρώντες (πχ. ΜΚΟ, τοπικούς επιχειρηματίες, οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών, ερευνητικά ινστιτούτα και πολιτιστικούς φορείς) με σκοπό τη «φροντίδα και τη βιωσιμότητα» των αστικών κοινών. Στην πράξη, δίνει θεσμικό έρεισμα στις Συμπράξεις Δημοσίου-Κοινών απελευθερώνοντας μεγάλες δυνατότητες.

Κάθε σύμφωνο περιέχει λεπτομερή περιγραφή του σχεδίου για την συνδιαχείριση ή την ανάπλαση ενός αστικού πόρου. Ορίζει το πεδίο εφαρμογής της δράσης, της διάρκειας, των ρόλων και των δεσμεύσεων των εμπλεκόμενων φορέων. Περιγράφει το αντικείμενο της κοινής συνεργασίας και τους όρους με τους οποίους η διοίκηση της πόλης μεταβιβάζει προσωρινά σε ομάδες ή ενώσεις την διαχείριση και χρήση των δημόσιων αστικών πόρων με σκοπό την φροντίδα ή/και την ανάπλασή τους. Προβλέπει κανόνες και οδηγίες σχετικά με τη σημασία της συντήρησης των κοινών πόρων και την εξασφάλιση της καθολικής προσβασιμότητας και ανοιχτότητάς τους, οι οποίοι προσανατολίζονται στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος.[15] Μετά από μια διαδικασία αξιολόγησης, υπογράφεται ένα σύμφωνο με τον Δήμο, η οποία καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα υποστηρίξει την πρωτοβουλία με το κατάλληλο μείγμα διαθέσιμων πόρων και ένα μοντέλο μικτής διαχείρισης Δημοσίου-Κοινών.

Τα εν λόγω σύμφωνα είναι το νομικό-τεχνικό μέσο, στη βάση του οποίου πραγματοποιείται μια μορφή κοινής διαχείρισης. Όλες οι συμφωνίες του είδους συγκεντρώνονται σε έναν διαδραστικό χάρτη όπου αναφέρονται οι παρεμβάσεις που υλοποιούνται. Με αυτόν τον τρόπο, λειτουργούν ως εγγύηση της υποστήριξης του Δήμου στην πρόθεση των κατοίκων, των ιδιοκτητών και των επιχειρηματιών να δημιουργήσουν συλλογικότητες και συμπράξεις σε επίπεδο δρόμου ή γειτονιάς. Ως αστικά κοινά στον Κανονισμό της Μπολόνια ορίζονται δημόσιοι χώροι, χώροι πρασίνου, εγκαταλελειμμένα κτήρια και άλλες υποδομές. Ωστόσο, ο ορισμός διευρύνεται για να περιλάβει την ποιότητα ζωής στην πόλη και την αντίληψη περί ανθρώπινης ευδοκίμησης. Ο Κανονισμός παρέχει επιπλέον τεχνική και χρηματική υποστήριξη σε αυτού του τύπου τις συνέργειες.

Εν τέλει, το θεσμικό σχήμα της Μπολόνια εμπεδώνει μια συνταγματική αρχή διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία του από το κεντρικό κράτος, αλλά και από τους εκλεγμένους τοπικούς αντιπρόσωπους[16]. Έτσι, άνοιξε ένα νομικό μονοπάτι για τα κοινά μέσω του Συντάγματος και του θετικού δικαίου προκειμένου να επιτευχθεί η νομική αναγνώριση των πρωτοβουλιών των πολιτών και να πεισθούν οι διοικήσεις των Δήμων να υποστηρίξουν τα αστικά κοινά. Στην πράξη, επανερμηνεύει την ιδέα της ιδιοκτησίας ως δέσμης δικαιωμάτων που εξασφαλίζουν την πρόσβαση και τη χρήση στους κοινούς πόρους μέσω της αξιοποίησης υφιστάμενων, αλλά πρακτικά αδρανών συνταγματικών αρχών.

 

  1. Η ελληνική περίπτωση

Σε ποιον βαθμό τα παραπάνω θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την Ελλάδα όπου η συζήτηση για τα κοινά είναι σε πρώιμο στάδιο, και το νομοθετικό πλαίσιο προστασίας των κοινών πόρων κατακερματισμένο; Ποια υλικά από το ισχύον καθεστώς μπορούν να χρησιμεύσουν για την θεσμοθέτηση των κοινών και ποιες ρυθμίσεις θα έπρεπε να επινοηθούν εξ αρχής;

Όμως αναφέρθηκε εισαγωγικά, οι πολιτικές και το δίκαιο για την υπεράσπιση των κοινών αγαθών, πόρων και χώρων στοχεύουν στο να προωθήσουν κανόνες και διαδικασίες που θα καθορίσουν τη θέση των κοινών υπέρ των πολιτών· να αποτρέψουν την αδιέξοδη εγωιστική ιδιοποίηση, θεμελιώνοντας σχέσεις «αγαθής επιστασίας» υπέρ του κοινού καλού· να επιτρέπουν την (επαν)οικειοποίηση των κοινών από τους ανθρώπους στη βάση της δημοκρατικής αρχής. Στο δίπολο κράτος-πολίτες, θα πρέπει να καταστούν διακριτές οι πολιτικές και το δίκαιο που εμπίπτουν στις αποκλειστικές αρμοδιότητες του κράτους, χωρίς να ξεχνάμε ότι το δίκαιο και η πολιτική διαμορφώνονται από τα κοινωνικά αιτήματα και τις διεκδικήσεις που εκφράζουν οι πολίτες, τα μέλη του Δήμου, υπέρ του οποίου το κράτος οφείλει να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και το κοινό καλό. Συνήθως με την διαμεσολάβηση των πολιτικών κομμάτων. Έτσι, και στην Ελλάδα, το κράτος, θεωρητικά, αποτελεί τον εγγυητή κάθε σχέσης που αποσκοπεί στη διαχείριση των κοινών αγαθών, την διατήρηση και την ανάπτυξή τους επ’ ωφελεία του δημόσιου ή κοινού συμφέροντος. Δεν έχουν αναπτυχθεί όμως κανόνες δικαίου που να αναγνωρίζουν και να διέπουν τις σχέσεις κοινού πόρου και κοινότητας κοινωνών. Την ανάγκη αυτή θα ανιχνεύσουμε στη συνέχεια. Αυτό που αναζητούμε είναι τους όρους διαμόρφωσης μιας καινοτόμας θεσμικής παρέμβασης υπέρ της αποτελεσματικής προστασίας του κοινού καλού και εν τέλει του δημόσιου συμφέροντος μέσα από την αναγνώριση των κοινών ως διακριτών οντοτήτων που προϋποθέτουν: 1. την κοινότητα των κοινωνών, 2. το κοινό αγαθό-πράγμα, και 3. το νομικό πλαίσιο λειτουργίας τους.

Θα ξεκινήσουμε με μια ενδεικτική περιπτωσιολογία των κοινών στην Ελλάδα (4.1.1), και των μορφών νομικής ρύθμισης των κοινών πραγμάτων και πόρων από το ισχύον ελληνικό δίκαιο (4.1.2), και θα περάσουμε στην θεσμοποίηση της νομικής προσωπικότητας του κοινού και της διεύρυνσης της παραδοσιακής διαίρεσης της ιδιοκτησίας μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής, ως μιας «ενισχυμένης νομής» ή «ημι-κυριότητας» (4.2), η οποία συνεπάγεται δικαιώματα και συναφείς υποχρεώσεις των κοινωνών στην ατομική ή την συλλογική τους διάσταση (4.3). Τέλος, θα αναζητήσουμε την αποτελεσματική εδραίωση των κοινών πολιτικών υπέρ του κοινού καλού και του δημόσιου συμφέροντος μέσα από την αρχή της επικουρικότητας (4.4).

 

4.1. Τι ισχύει σήμερα.

Στην Ελλάδα, όχι μόνο ιστορικά αλλά και σήμερα, καταγράφονται περιπτώσεις σχηματισμού κοινοτήτων που ενεργοποιούνται γύρω από έναν κοινό πόρο, χωρίς όμως να υπόκεινται σε κάποιο δίκαιο των κοινών, παρά μόνο στους δικούς τους κανόνες που θεσπίζουν άτυπα, μέσα στο πλαίσιο κανόνων δικαίου που αφορά το νομικό πρόσωπο, όπως σήμερα γίνεται ορατό από το Αστικό Δίκαιο. Από την άλλη πλευρά, για ορισμένα κοινά αγαθά, κοινούς πόρους ή κοινούς χώρους, το ελληνικό δίκαιο προβλέπει ρητές διατάξεις προστασίας, συνήθως χαμηλής αποτελεσματικότητας. Η προστασία – θεωρητικά – αποσκοπεί στη διασφάλιση της προσβασιμότητας, της αποτροπής από την προοπτική εξάντλησης ή καταστροφής τους, αλλά και την κατοχύρωση εγγυήσεων για τη διατήρηση της ικανότητας αναπαραγωγής του πόρου υπέρ της «κοινής ωφέλειας», του «κοινού καλού», ή του «κοινού συμφέροντος».

 

4.1.1 Τα κοινά στην ελληνική εμπειρία

Μπορεί κανείς να καταγράψει πρόσφατες ή σύγχρονες μορφές κοινών, ιδιαίτερα σε σχέση με το νερό, τα δάση, τους σπόρους και την πολιτιστική κληρονομιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κοινοτικό σύστημα άρδευσης στα Νικολέικα Αχαΐας, όπου η τοπική κοινότητα έχει διατηρήσει για περισσότερο από έναν αιώνα ένα σύστημα συλλογικής διαχείρισης και κατανομής του νερού. Η λειτουργία του βασίζεται σε τοπικούς κανόνες, την συμμετοχή των χρηστών, την συντήρηση των υποδομών και τους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών.[17]

Το δάσος του Ράντη στην Ικαρία, ένα λειτουργικό κοινό παλαιότερα, επανενεργοποίησε τους κατοίκους του νησιού για την προστασία του με μορφές κινητοποίησης που παραπέμπουν σε μία σύγχρονη μορφή κοινού.[18] Στην περίπτωση του Γρεβενιτίου στην Ηπειρο, η τοπική κοινότητα έχει συμβάλει στη διατήρηση του δάσους μέσα από κανόνες, κοινωνικές πρακτικές και θρησκευτικές αντιλήψεις. Η σχετική έρευνα δείχνει ότι η συλλογική δράση προστασίας συνεχίστηκε για περίπου τρεις αιώνες, προσαρμοζόμενη στις διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες.[19]

Το Πελίτι (στο Παρανέστι Δράμας) δημιούργησε μία κοινότητα ανθρώπων και μία τράπεζα σπόρων με στόχο την διατήρηση και τον διαμοιρασμό σπόρων τοπικών ποικιλιών, διασώζοντας γνώση και πρακτικές, ως κοινή πολιτισμική κληρονομιά.[20] Στην Ήπειρο, οι Τζουμέικερς  είναι ένα ανοιχτό εργαστήριο, στο οποίο η κοινότητα συνεργατικά σχεδιάζει και κατασκευάζει εργαλεία για αγροτική παραγωγή μικρής κλίμακας,[21] ενώ το Pokari project, συνιστά μια κοινότητα χειροτεχνών, κτηνοτρόφων και επιστημόνων που στοχεύει στον επαναπροσδιορισμό της χρήσης του πρόβειου μαλλιού.[22] Στις Σταγιάτες του Πηλίου, για αιώνες, η πηγή Κρύα Βρύση και το δίκτυο ύδρευσης αποτελούν έναν πόρο που η κοινότητα διαχειριζόταν συλλογικά. Η διαχείριση περιλάμβανε τη συντήρηση του δικτύου και την κατανομή του νερού.[23] Οι αλιείς της Αμοργού δημιούργησαν τον σύλλογο Αμοργόραμα με σκοπό την βιώσιμη αλιεία υιοθετώντας περιορισμούς στην αλιεία. Η πρωτοβουλία αυτή οδήγησε σε μία σπάνια νομοθέτηση προστατευτικών περιορισμών με το ΠΔ 73/2025 (ΦΕΚ Α’ 148). Τέλος, το Sarantaporo.gr είναι μια πρωτοβουλία κατοίκων της περιοχής της Ελασσόνας που εγκατέστησε ασύρματο δίκτυο για την αναμετάδοση του ίντερνετ,[24] ενώ η Μεσοποταμία – Κίνηση πολιτών Μοσχάτου, αποτελεί υπόδειγμα πολλαπλού κοινού, με την στήριξη του τοπικού Δήμου, προσφέροντας στην κοινότητα τράπεζα χρόνου και ενισχυτική διδασκαλία σε μαθητές σχολείου, μεταξύ άλλων.[25]

Σε όλα αυτά τα παραδείγματα τα κοινά λειτουργούν συνεργατικά με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, και χωρίς αντίθεση με το θετικό δίκαιο. Επιπρόσθετα, όσα κοινά διατηρούνται στην Ελλάδα, εφαρμόζουν οικονομικές πρακτικές, ασκούν πολιτική πράξη και αναπτύσσουν άτυπο (ή ιδιωματικό)[26] δίκαιο, χωρίς όμως κάποια θεσμική αναγνώριση και ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας που να προέρχεται από το θετικό δίκαιο. Κυρίως, αποτελούν ζωντανά παραδείγματα επαναδιαμόρφωσης της αξίας των πραγμάτων ή της γνώσης όχι απαραίτητα μέσα από την αγοραία τιμή τους. Επίσης, καταδεικνύουν παραδειγματικά ότι η συλλογική διαχείριση μπορεί να συμβάλει στη βιώσιμη χρήση των πόρων, ενισχύοντας παράλληλα την κοινωνική συνοχή και την δημοκρατική συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων.

 

4.1.2. Κοινοί πόροι στο ελληνικό δίκαιο

Όπως αναφέρθηκε, ορισμένοι μόνο κοινοί πόροι, και όχι τα ίδια τα κοινά, ρυθμίζονται από το ελληνικό δίκαιο. Τα παρακάτω παραδείγματα σταχυολογούνται κυρίως από το Σύνταγμα και τον Αστικό Κώδικα.

Σύμφωνα με το άρθρο 24.1 Σ, «η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός». Η διάταξη δεν αναφέρεται στη σχέση του κοινού αγαθού-πόρου (δηλαδή το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον) με την κοινότητα των κοινωνών. Ωστόσο, τα «προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα του κράτους» πρέπει να λαμβάνονται «στο πλαίσιο της αειφορίας», ένα ζήτημα ανοιχτό στη νομολογία και τη θεωρία.

Ορισμένα κοινά αγαθά μπορούν να εκχωρηθούν κατά διαχειριστική ιδιοποίηση, δηλαδή με τη δημιουργία δικαιωμάτων εκμετάλλευσης όχι όμως κυριότητας, με την έννοια των δημόσιων αγαθών. Στοιχεία της αγαθής επιστασίας με τη μορφή του δημόσιου συμφέροντος που οφείλει να υπηρετεί το κράτος, χωρίς όμως να εντάσσεται οργανωμένα στην έννοια των κοινών, και κατά συνέπεια χωρίς να προσδιορίζεται ο ρόλος, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των κοινωνών μπορούν να ανιχνευτούν στο άρθρο 106.1 Σ: Με στόχο την «αξιοποίηση του εθνικού πλούτου» προστατεύονται, χωρίς όμως να τίθεται σαφείς προϋποθέσεις υπέρ του «γενικού συμφέροντος», «η ατμόσφαιρα, τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα». Ωστόσο, θα πρέπει να διασφαλιστεί η ισορροπία της προστασίας άλλων πόρων, που ενδεχομένως βρίσκονται σε κατάσταση διακινδύνευσης, αλλά και ο κοινωνικός έλεγχος υπέρ της κοινότητας. Μάλιστα, η οικονομική εκμετάλλευση θα πρέπει να αποδίδει συγκεκριμένα οφέλη υπέρ του δημόσιου συμφέροντος και να συνεισφέρει στην ανάπτυξη και την αειφορία άλλων δημόσιων αγαθών. Το ερώτημα που παραμένει εκκρεμές είναι το κανονιστικό περιεχόμενο της αειφορίας και της διασφάλισής της. Μία σχετική παράμετρος που επανέρχεται στην νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που αφορά τα δημόσια αγαθά, υπογραμμίζει την ωφέλεια υπέρ των πολιτών την οποία το κράτος οφείλει να διαφυλάττει.[27]

Δίπλα σε αυτές τις φειδωλές προβλέψεις του Συντάγματος θα πρέπει να διαβάζονται οι διάσπαρτες διατάξεις στον Αστικό Κώδικα καθώς και τα ειδικά νομοθετήματα που ρυθμίζουν ζητήματα αναφορικά με τους κοινόχρηστους χώρους, όπως ο αιγιαλός, οι δρόμοι, οι πλατείες, αλλά και ορισμένα άλλα κοινά αγαθά, όπως τα δάση, τα άγρια ζώα, το αλίευμα, τα μεταλλεύματα, υπό την οπτική είτε της εκμετάλλευσης (ελεύθερης ή κατά παραχώρηση με οικονομικό αντάλλαγμα) είτε της προστασίας της αειφορίας τους (βλ. περιβαλλοντική προστασία, προστασία της ανθρώπινης ζωής, μεταξύ άλλων).

Μπορεί να δει κανείς πολλές αναλογίες του «κοινού αγαθού» με παρεμφερείς έννοιες του αστικού δικαίου: Τα κοινά τοις πάσι πράγματα, τα κοινόχρηστα, εκείνα που είναι προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών ή θρησκευτικών σκοπών και τα οποία συνδέονται με τους δυνάμει κοινωνούς. Τα πράγματα αυτά είναι εκτός συναλλαγής.[28] Το άρθρο 967 ΑΚ περιγράφει τα κοινόχρηστα πράγματα ως εξής: «τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους». Το κράτος (ή ο τοπικός δήμος) διατηρεί την κυριότητα (άρ. 968 ΑΚ) με την έννοια ότι αποτελεί τον θεματοφύλακα του κοινού καλού και του δημόσιου συμφέροντας. Από την οπτική των κοινών θα προσθέταμε ότι ασκεί «αγαθή επιστασία» (stewardship) υπέρ των κοινών και των κοινωνών-πολιτών.

Τα κοινά τοις πάσι πράγματα διαφοροποιούνται από την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, καθώς εμπεριέχουν την ελεύθερη πρόσβασης για όλους, η οποία υπηρετεί την κοινή ωφέλεια. Σύμφωνα με το άρθρο 969 ΑΚ που αφορά το κοινόχρηστο νερό, σε περίπτωση σύγκρουσης δικαιωμάτων, η «κοινή ωφέλεια» υπερτερεί.[29] Ως νομική συνέπεια της παρεμπόδισης στην πρόσβαση κατοχυρώνεται η προσβολή δικαιώματος της προσωπικότητας (57 ΑΚ).

Σπάνια, ένας νόμος ρυθμίζει τη θέση ενός συγκεκριμένου κοινού πόρου. Πέρα από το αλίευμα στην Αμοργό, που ήδη συζητήσαμε, σε μίαν άλλη απομονωμένη περίπτωση, το ελληνικό δίκαιο αναφέρεται σε έναν άυλο πόρο, όπως είναι η επιστημονική γνώση: σκοπός των πανεπιστημίων είναι να «αναπτύσσουν κοινούς, ανοιχτούς πόρους στην εκπαίδευση, την έρευνα, την τεχνολογία και τον πολιτισμό».[30]

Αξίζει να αναφερθεί ότι στην πρόταση αναθεώρησης του ελληνικού Συντάγματος το 2019 συμπεριλήφθηκε διάταξη που αναγνώριζε το νερό, την ηλεκτρική ενέργεια και τα δίκτυα διανομής τους ως κοινωνικά αγαθά. Η προσπάθεια αναθεώρησης προς την κατεύθυνση αυτή έπεσε τελικά στο κενό, όπως και ολοκληρωμένες προτάσεις για μια ολιστική συνταγματική πρόβλεψη των κοινών.[31]

Όλες οι διατάξεις που αναφέρθηκαν, ρυθμίζουν τη νομική θέση των ορισμένων δημόσιων, κοινωφελών – και όπως αλλιώς μπορούν να αναφερθούν – κοινών πόρων μέσα από το πρίσμα του κοινού καλού και της δημόσιας ωφέλειας, χωρίς όμως να αναγνωρίζουν σχέσεις κοινού πόρου–κοινωνών και χωρίς να καθορίζουν σχέσεις εξουσίασης που να προσιδιάζουν στον χαρακτήρα των κοινών.

 

4.2. Η νομική οντότητα και οι σχέσεις εξουσίασης.

Τα κοινά αγαθά είναι ιδιαίτερης σημασίας για την ανθρώπινη διαβίωση και την ευημερία, όπως το πόσιμο νερό, ο καθαρός αέρας, τα δάση, η ενέργεια, το διαδίκτυο, το ραδιοφάσμα, τα επινοήματα ελεύθερης πρόσβασης κλπ. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να εξασφαλίζεται από τις κοινότητες των χρηστών και διαχειριστών του πόρου (βλ. κοινωνών), αλλά και των αρχών της τοπικής αυτοδιοίκησης και του κράτους, η αειφορία του πόρου, και η δημοκρατική διακυβέρνηση με στόχο το κοινό συμφέρον. Στο ισχύον νομικό περιβάλλον για να υλοποιηθεί ο συλλογισμός αυτός δύο είναι τα κανονιστικά ζητούμενα: πρώτον, ο προσδιορισμός της νομικής προσωπικότητας του κοινού και δεύτερον, η διασφάλιση και η νομική περιγραφή της πυρηνικής σχέσης εξουσίασης του κοινού πόρου από την κοινότητα των κοινωνών συλλογικά, και ενδεχομένως από κάθε κοινωνό ατομικά.

Κρίσιμη είναι η διαπίστωση ότι κάθε κοινότητα κοινωνών διαμορφώνεται καταστατικά από την φύση και τα εγγενή χαρακτηριστικά του πόρου γύρω από τον οποίον κινητοποιείται. Διαφορετικά χαρακτηριστικά έχουν οι κοινότητες των αστικών κοινών, των κοινοτήτων του νερού ή των ψηφιακών κοινών. Συνεπώς, ο κοινός παρονομαστής του νομικού καθεστώτος των κοινοτήτων θα πρέπει να έχει δικλείδες ευελιξίας και συμπεριληπτικότητας ώστε να ανταποκρίνεται στην ετερογένεια των στόχων του κάθε κοινού αλλά και να ενσωματώνει αποτελεσματικά το δεύτερο νομικό ζητούμενο: τις σχέσεις εξουσίασης του πόρου.

Τα κοινά πράγματα ή οι κοινοί πόροι, μπορούν να υπόκεινται σε σχέσεις ιδιοκτησίας ή/και διαχείρισης από ιδιώτες, άτομα ή εταιρείες, ιδιώτες μέλη ομάδων, ομάδες/κοινότητες ανθρώπων, δήμους, κράτη, ατομικά ή συλλογικά ανάλογα με τον σκοπό τους. Οι σχέσεις πρόσβασης-εκμετάλλευσης-ιδιοκτησίας-ιδιοποίησης με στόχο την εξαγωγή ωφέλειας, υπέρ του ατομικού ή συλλογικού συμφέροντος, έχουν κρίσιμη σημασία για τους χρήστες και το κοινωνικό κοινό καλό. Οι εντάσεις και οι συγκρούσεις των συμφερόντων οδηγούν στο ερώτημα: σε ποιον (πρέπει να) ανήκουν τα κοινά, και ποιοι είναι οι κανόνες και ποιες οι αξίες που (θα πρέπει να) καθορίζουν τη θέση όσων έχουν σχέση με αυτά. Η εξουσίαση που ασκείται επί των κοινών συνεπάγεται ή προέρχεται από διαφορετικές μορφές δικαιωμάτων που συχνά συνυπάρχουν: δικαίωμα πρόσβασης, χρήσης, αποκλεισμού, εξαγωγής της ωφέλειας, ή μεταβίβασης. Παράλληλα, τα δικαιώματα δημιουργούν για τους κοινωνούς υποχρεώσεις, όπως της διαφύλαξης και της συντήρησης των κοινών πόρων, της δημοκρατικής διαχείρισης και του διαμοιρασμού.

Η έννοια και το νομικό περιεχόμενο της ιδιοκτησίας, όπως το αντιλαμβάνεται σήμερα το Αστικό μας Δίκαιο, οικοδομείται σε μια αυστηρή διαίρεση δημόσιου-ιδιωτικού, στην οποία δεν χωρεί -ή δεν χωρεί ικανοποιητικά- η έννοια των κοινών, ως οργανική αυτόνομη ενότητα πράγματος-κοινότητας-κανόνων. Μια ξεχωριστή εφαπτόμενη με το ιδιωτικό-δημόσιο κατηγορία εξουσίασης επί του πόρου θα μπορούσε να ενσωματώσει τις ιδιαιτερότητες των κοινών, ως μια «ενισχυμένη νομή» ή «ημι-κυριότητα». Η άσκηση εξουσίασης επί του πόρου και της έννομης σχέσης του ανήκειν του πράγματος από την κοινότητα προσκρούει σε ένα επιπρόσθετο ζήτημα. Ότι οι συλλογικότητες-υποκείμενα του κοινού, δεν διαθέτουν συγκροτημένη νομική προσωπικότητα ώστε να ασκούν ορατή κατά το δίκαιο αρμοδιότητες εξουσίασης επί του πόρου. Στην πράξη, οι κοινότητες κοινωνών στην Ελλάδα συγκροτούνται ως νομικά πρόσωπα, τυπικά ή άτυπα, όχι όμως αποτελεσματικά. Οι υφιστάμενες νομικές μορφές της ένωσης προσώπων (άρ. 107 ΑΚ), του σωματείου (άρ. 78 ΑΚ), της ΑΜΚΕ (άρ. 741 επ. ΑΚ), των Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων (ν. 4430/2016), του αγροτικού συνεταιρισμού (ν. 4673/2020), του ιδρύματος (άρ. 108 επ. ΑΚ) ή του trust του αγγλοσαξωνικού δικαίου μπορούν να προσφέρουν χρήσιμες αναλογίες. Ωστόσο, οι αναλογίες αυτές δεν μπορούν να καλύψουν ικανοποιητικά τα χαρακτηριστικά μιας κοινότητας κοινωνών, και σίγουρα δεν μπορούν να ρυθμίσουν τις σχέσεις εξουσίασης που αναπτύσσονται εντός του κοινού.

Ειδικά για τα κοινά της Φύσης, τα τελευταία χρόνια επιχειρείται η αναγνώριση νομικής προσωπικότητας σε ένα οικοσύστημα  (βλ. παραδείγματα των ποταμών Γάγγη και Γιαμούρα, όπως και του ποταμού Γουανγκάνουι στην Ινδία και την Νέα Ζηλανδία, αντίστοιχα). Η αναγνώριση αυτή δημιούργησε νομικά πρόσωπα, στο όνομα των οποίων οι κάτοικοι της περιοχής αποκτούν αγώγιμα δικαιώματα προστασίας και διαχείρισης. Το 2022, η Μαρ Μενόρ στην Μούρθια της Ισπανίας αποτέλεσε το πρώτο ευρωπαϊκό οικοσύστημα που αναγνωρίστηκε ως υποκείμενο δικαίου και φορέας δικαιωμάτων. Ο ισπανικός νόμος (ν. 19/2022) επιτρέπει στους πολίτες να επιδιώκουν νομική προστασία υπέρ του οικοσυστήματος και δημιουργεί τρία όργανα με διαχειριστικές αρμοδιότητες των πολιτών-φροντιστών (stewards) της Μαρ Μενόρ. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η πρόβλεψη αγώγιμων δικαιωμάτων υπέρ της φύσης συνέχεται με την ιδέα της αποτελεσματικής προστασίας των πόρων στο πλαίσιο μιας ενεργούς κοινότητας πολιτών. Με συμπληρωματικούς ρόλους, οι κοινότητα και το κράτος ενεργούν ως διαμεσολαβητές ή εκπρόσωποι της Φύσης.[32]

Ένα ακόμη σπάνιο παράδειγμα κοινότητας που συνέχεται με κοινό πόρο και για την οποία αναγνωρίζεται ιδιαίτερο νομικό καθεστώς: Με την Οδηγία 2018/2001 της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, όπως αναθεωρήθηκε το 2018, οι «κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας», που συναποτελούνται από φυσικά πρόσωπα και φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης, αποκτούν νομική υπόσταση ως φορείς δικαιωμάτων. Στην Ευρώπη λειτουργούν πάνω από 3.400 συνεταιρισμοί ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, που διέπονται από το ευρωπαϊκό αλλά και το παράλληλα αναπτυσσόμενο εθνικό δίκαιο.[33] Η πρωτοποριακή αναγνώριση των ενεργειακών κοινοτήτων, προϊόν πολιτικών κινηματικών πιέσεων, μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κατοχύρωση της νομικής υπόστασης των κοινοτήτων και σε άλλα πεδία, όπως το νερό, ο αέρας, οι διατροφικοί πόροι ή το διαδίκτυο.

 

4.3. Τα δικαιώματα στα κοινά

Αφού, λοιπόν, ρυθμιστεί το ζήτημα της νομικής προσωπικότητας του κοινού και οι σχέσεις εξουσίασης του κοινού αγαθού από τους κοινωνούς, η επόμενη εκκρεμότητα αφορά  τα δικαιώματα των κοινωνών. Το δικαίωμα των ανθρώπων στην πρόσβαση, χρήση, και διοίκηση του κοινού αγαθού αντιστοιχεί σε μία υποχρέωση επιτήρησης από το κράτος για τη χρηστή διαχείριση του κοινού και τη διατήρησή του υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Η διασφάλιση της αρχής της αναλογικότητας και της προσφορότητας των μέσων, όπως και της αειφορίας του πόρου, είναι καίριας σημασίας για την υλοποίηση των δικαιωμάτων των κοινωνών.

Από την πλευρά του ατόμου που συμμετέχει στην κοινότητα των κοινωνών του κοινού αγαθού, η πρόσβαση, η χρήση, διαχείριση του πόρου μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της ανάπτυξης της προσωπικότητάς του που τίθεται υπό προστασία από το άρθρο 5 Σ., ανάλογα με τον χαρακτήρα του κοινού. Αλλά και η συλλογική διάσταση των δικαιωμάτων έχει καίρια σημασία για το κοινό, καθώς η κοινότητα ως καταστατικό υποκείμενο του κοινού θα πρέπει να διαθέτει τα νομικά μέσα για την υποστήριξη του σκοπού του κοινού και της εξυπηρέτησης του κοινού συμφέροντος.

Η υπεροχή της εφαρμοσιμότητας των ατομικών δικαιωμάτων έναντι των συλλογικών μπορεί να δυσχεραίνει την προστασία των κοινών πόρων, καθώς υποβαθμίζει το συλλογικό υποκείμενο των  κοινοτήτων των κοινωνών, ενώ η κατά περίπτωση έλλειψη αγωγιμότητας των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους απομειώνει την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα για την προστασία των κοινών. Η θέσμιση των κοινών και των κοινοτήτων τους δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την ενίσχυση των συλλογικών δικαιωμάτων, ώστε να συμβιώνουν συνεργατικά με τα ατομικά δικαιώματα.

Η συζήτηση γύρω από τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα συχνά περιπλέκεται εξαιτίας του δημοσιονομικού κόστους, το οποίο συνεπάγεται η εφαρμογή τους, όπως το δικαίωμα στην εγγυημένη πρόσβαση στη στέγαση, την αξιοπρεπή διαβίωση και υγεία ή την κοινωνική ασφάλιση. Ωστόσο, στην περίπτωση των κοινών, τα δημοσιονομικά κόστη είναι ανύπαρκτα ή ελάχιστα, καθώς μπορεί να εφαρμοστεί μία τελείως διαφορετική λογική, όπως φάνηκε και στο παράδειγμα της Ιταλίας. Η αναγνώριση των κοινοτήτων των κοινών ως υποκείμενο κοινωνικών δικαιωμάτων σε συνδυασμό με την αναγνώριση των κοινών ως μορφή ιδιοκτησίας, μπορεί να συνοδευτεί από σταδιακή, στοχευμένη και μεθοδική αποκέντρωση πόρων και εξουσίας λήψης αποφάσεων. Τα παραπάνω δεν συνδέονται με δημοσιονομικά κόστη, σίγουρα όχι με τον τρόπο και τα μεγέθη τα οποία η σχετική συζήτηση παραδοσιακά συνδέει με τα κοινωνικά δικαιώματα.

Για τον λόγο αυτό μία νέα κατηγορία αγώγιμων δικαιωμάτων θα πρέπει να εγκαθιδρυθεί, σε συνδυασμό με την διακριτή κατηγορία εξουσίασης επί του πόρου, πέρα από την διάκριση ιδιωτικού-δημοσίου: το δικαίωμα των ανθρώπων στα κοινά, το οποίο εγκιβωτίζει ατομικά και συλλογικά δικαιώματα πρόσβασης, διαχείρισης, διακυβέρνησης και διαμοιρασμού των ωφελημάτων.

 

4.4. Η αρχή της οριζόντιας επικουρικότητας.

Στην Ιταλία, η αρχή της επικουρικότητας μεταξύ τοπικής αυτοδιοίκησης και κεντρικής κυβέρνησης επανανοηματοδοτήθηκε στην οριζόντια διάστασή της μέσω των προτάσεων της επιτροπής Ροντοτά και λειτούργησε συνταγματικά ως σημείο εισόδου για την προστασία των κοινών. Επιπρόσθετα, η ενισχυμένη αυτονομία της τοπικής αυτοδιοίκησης συνέβαλε καθοριστικά σε αυτόν τον στόχο. Σε ποιο βαθμό θα μπορούσε κάτι αντίστοιχο να λειτουργήσει ωφέλημα στην ελληνική περίπτωση;

Αντλώντας από το ιταλικό παράδειγμα και την θεωρία που αναπτύχθηκε, η αρχή της επικουρικότητας έχει δύο βασικούς άξονες: Πρώτα, ο πιο συνηθισμένος είναι αυτός της κάθετης επικουρικότητας, μεταξύ ιεραρχημένων διοικητικών δομών ή έννομων συστημάτων, όπως στην περίπτωση των τριών βαθμίδων εντός του κράτους, τοπική-περιφερειακή-εθνική. Όπου οι αντίστοιχες διοικητικές μονάδες και τα όργανα λήψης απόφασης αντιστοιχούν στους Δήμους, τις Περιφέρειες και την κυβέρνηση μπορούν να ενισχύσουν τις πρωτοβουλίες πολιτών και να καλύψουν θεσμικά την συνδρομή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δεύτερον, ο οριζόντιος άξονας, ο οποίος είναι κρίσιμος για το ζήτημα των κοινών, είναι αυτός που ορίζει την οριζόντια επικουρικότητα. Ως τέτοια, αφορά την κατανομή αρμοδιοτήτων και πρωτοβουλιών μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων, προωθώντας και υποστηρίζοντας τις κοινότητες, την κοινωνία των πολιτών και τους οργανισμούς της αγοράς να δράσουν και να αναλάβουν ευθύνες σε διάφορους τομείς.[34] Σε συνδυασμό με την κάθετη επικουρικότητα  οδηγεί στην ολοκληρωμένη ιδέα της ενεργού επικουρικότητας υποβοηθώντας έτσι την συνεργασία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των τοπικών και περιφερειακών αρχών κατά την υιοθέτηση πολιτικών και εφαρμογής του δικαίου. Με τον τρόπο αυτό, προωθείται ένα πιο περιεκτικό και αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης των κοινών,[35] το οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην Ελλάδα.

Η οριζόντια επικουρικότητα εκφράζει την ενεργή ιθαγένεια προς την κατεύθυνση των κοινών, δίνοντας την θεσμική ενέργεια στους πολίτες να αναλάβουν συμμετοχικά τη διακυβέρνηση κοινών πόρων.[36] Αυτό στην πράξη μπορεί να γίνει μέσα από συμπράξεις Δημοσίου-Κοινών, ύστερα από πρωτοβουλία των πολιτών ή ύστερα από πρόσκληση των τοπικών αρχών. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να νομοθετηθεί ένα κανονιστικό πλαίσιο ώστε να προβλέπεται ρητά η δυνατότητα των συμπράξεων και των πρωτοβουλιών των πολιτών με στόχο την διακυβέρνηση κοινών πόρων.

 

  1. Συμπεράσματα

Στην Ελλάδα, μόνο αποσπασματικά – και συχνά όχι ικανοποιητικά – ορισμένοι κοινοί πόροι τυγχάνουν νομικής προστασίας. Η αειφορία των δημόσιων αγαθών συντελείται σε μία θολή νομικά και αβέβαιη πολιτικά κατάσταση πραγμάτων, καθώς τα κοινά ως σύνθετες οντότητες ενός πόρου και της αντίστοιχης κοινότητας δεν είναι ορατά στο νομικό μας σύμπαν. Η σημασία τους σε έναν κόσμο στον οποίο καλπάζουν οι εξορυκτικές λογικές και οι πρακτικές ιδιοποίησης των κοινών χώρων, πόρων και αγαθών αναδεικνύει την ανάγκη για την νομική τους κατοχύρωση. Η κατοχύρωση των κοινών περνάει μέσα από την αναγνώριση των κοινοτήτων των κοινωνών με δικαιώματα (και υποχρεώσεις) που λειτουργούν υπέρ του σκοπού του κοινού χωρίς δημόσιο κόστος. Τα κοινά ως διακριτές οντότητες προϋποθέτουν δημοκρατική διακυβέρνηση και τον δίκαιο διαμοιρασμό των ωφελημάτων που προέρχονται από την αειφόρο χρήση των πόρων. Συνεπώς, κρίσιμη σημασία για την οικοδόμηση ενός αποτελεσματικού  μοντέλου των κοινών έχει η νομική αναγνώριση, πρώτα της ωφελιμότητας του κοινού πόρου μέσω της κοινότητας, και όχι απλά η προστασία του πόρου, και δεύτερον της κατοχύρωσης της ιδιαίτερης σχέσης εξουσίασης που ασκεί η κοινότητα επί του πόρου.

Στην προσδοκώμενη συνθήκη κατοχύρωσης των κοινών ως τριμερών οντοτήτων (πόρου-κοινότητας-κανόνων λειτουργίας), το κράτος θα πρέπει να αναλάβει τον ρόλο του εγγυητή της αναπαραγωγής των πόρων και της διασφάλισης της εξυπηρέτησης του κοινού συμφέροντος. Οι εγγυήσεις υπέρ των πρωτοβουλιών που αναλαμβάνουν άτομα ή νομικά πρόσωπα, χωρίς να αποσκοπούν μόνο στο κέρδος αλλά στην κοινωνική αξία, μπορούν να διασφαλιστούν μέσα από συνέργειες που θα υλοποιούν την αρχή της επικουρικότητας και την κανονιστική θεσμοθέτηση των κοινών.

 

 Παράρτημα

Εδώ η προτεινόμενη διάταξη όπως κατατέθηκε τον Νοέμβριο 2018 στον Ινστιτούτο Ν. Πουλαντζάς εν όψει της συνταγματικής αναθεώρησης. Ασφαλώς είναι υποκείμενη σε βελτιώσεις και επαναδιατυπώσεις.

  

Κοινά αγαθά / κοινά πράγματα

 Προτεινόμενη διάταξη 

  1. Τα κοινά αγαθά και οι κοινοί πόροι, φυσικοί ή επινοήματα, ανεξάντλητοι και εξαντλήσιμοι, υλικοί και άυλοι, εξυπηρετούν τις ανάγκες των χρηστών-κοινωνών.
  2. Κάθε ένας και κάθε μία έχει δικαίωμα πρόσβασης και χρήσης των κοινών αγαθών και πόρων, άμεσα ή έμμεσα, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που τίθενται από τον νόμο και σύμφωνα με τη φύση του κοινού πόρου ή αγαθού και τους εγγενείς περιορισμούς που τυχόν προκύπτουν από αυτή και τον χαρακτηρισμό του ως κοινό.
  3. Το Κράτος ελέγχει και εγγυάται τη διασφάλιση της μη εξάντλησης των  πόρων και των κοινών αγαθών στη βάση της αρχής της αειφορίας. Οι κοινωνοί-χρήστες των κοινών αγαθών και πόρων αναλαμβάνουν τη διαχείριση του πόρου χωρίς αποκλεισμό και με υποχρέωση διατήρησης και προστασίας του πόρου.
  4. Τα κοινά αγαθά και πόροι μπορούν να τεθούν υπό διαχειριστική ιδιοποίηση με όρους που θέτει ο νόμος, υπό την εγγύηση του Κράτους, υπέρ της κοινότητας των χρηστών-κοινωνών και του κοινωνικού συνόλου.
  5. Οι περιορισμοί στα δικαιώματα των χρηστών-κοινωνών λαμβάνουν υπόψη το δημόσιο συμφέρον και την προστασία των κοινών αγαθών και πόρων.
  6. Το Κράτος και οι Δήμοι ενισχύουν τις αυτόνομες πρωτοβουλίες των πολιτών, άτομα και μέλη νομικών προσώπων, σχετικά με δραστηριότητες που αφορούν τα κοινά αγαθά και τους κοινούς πόρους.

 

Η διάταξη προτείνεται να διατυπωθεί σε νέο άρθρο, για παράδειγμα το 24Α. Επίσης θα πρέπει να απορροφήσει το κανονιστικό πεδίο του άρθρου 106.1 (αξιοποίηση εθνικού πλούτου) και να εναρμονιστεί με το άρθρο 24.1 (προστασία φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος).

[1] Δ. Κοτσακά (2026), Κοινά Αγαθά 2.0: Θεσμικές παρεμβάσεις, εφαρμοσμένες πολιτικές και παραγωγικό μοντέλο, Νήσος.

[2] K. Tsitselikis (2026), Towards an International Law of the Commons, Brill.

[3] Ως «περίφραξη» (enclosure) νοείται κάθε μορφή αποκλειστικής εξουσίασης (βλ. ιδιοποίηση) από άτομα, εταιρίες, ή το κράτος κοινών πόρων ή οι περιορισμοί που επιβάλλονται σε ήδη κοινούς πόρους με σκοπό την ιδιοποίηση τους.

[4]  M. Graziadei (2024), «Urban Commons in Italy», FIU Law Review, Vol. 18/4, The American Society of Comparative Law, 2023 Annual Meeting: Comparative Law Florida, International University College of Law.

[5] Ενδιαφέρον παρουσιάζει η καταγραφή της εξέλιξης των εργασιών της επιτροπής από τον Ugo Mattei. Ο Mattei, γνωστός μελετητής του διεθνούς δικαίου, δικηγόρος και ακτιβιστής μαζί με τον St. Rodotà  βρέθηκαν στο επίκεντρο ορισμένων από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες για τα κοινά στην Ιταλία. Βλ. U. Mattei (2014), Institutionalising the commons: An Italian primer στο Global Activism: Art and Conflict in the 21st Century, P. Weibel (επιμ.), MIT Press ΗΠΑ.

[6] Commissione Rodotà – per la modifica delle norme del codice civile in materia di beni pubblici (6/2007), αρ.1, lett.b,c. Ministero della Giustizia. Διαθέσιμο στο:

[7] Για παράδειγμα στον τομέα της υγείας: Α. Ciarini, St. Neri (2021), “Intended” and “Unintended” Consequences of the Privatisation of Health and Social Care Systems in Italy in light of the Pandemic, Transfer: European Review of Labor and Research, 27/3. Διαθέσιμο στο: https://bit.ly/4hS2G0H; Ε. Pavolini (επ.) (2015), From austerity to permanent strain? The EU and welfare state reform in Italy and Spain, Comparative European Politics 13: 56-76.

[8] Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατάρρευση της γέφυρας Morandi στη Γένοβα που στοίχησε τη ζωή σε 43 ανθρώπους. Η λεωφόρος της οποίας η γέφυρα αποτελούσε μέρος είχε παραχωρηθεί από το Ιταλικό κράτος στην Atlantia, μία εταιρεία που υπάγονταν στον όμιλο Benetton. Η εταιρεία δεν επένδυσε στην απαιτούμενη συντήρηση της γέφυρας και η δημόσια διοίκηση απέτυχε ως προς την επαρκή επίβλεψη της διαχείρισης των ζητημάτων ασφάλειας που σχετίζονταν με αυτή. Βλέπε σχετικά G. Mattioli, What caused the Genoa bridge collapse and the end of an Italian national myth?, Guardian (26/2/2019), στο: https://bit.ly/4rGf9bh

[9] Η οριζόντια επικουρικότητα στην Ιταλία αναγνωρίστηκε αρχικά στο άρθρο 2 του νόμου αριθμό 265/1999, στη συνέχεια ενσωματώθηκε με το νόμο 267/2000 και, τέλος, στο άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος: “To κράτος, οι περιφέρειες, οι μητροπολιτικοί δήμοι, οι επαρχίες και οι δήμοι θα προάγουν τις αυτόνομες πρωτοβουλίες των πολιτών, ως άτομα και ως μέλη συλλογικοτήτων, ως προς τις δραστηριότητες γενικού συμφέροντος στη βάση της αρχής της επικουρικότητας” (μετάφραση δική μας).

[10] Μ. Pagano (7/2023), Urban commons from Italy to Europe, Transformative private Law Blog. Διαθέσιμο στο: https://transformativeprivatelaw.com/urban-commons-from-italy-to-europe/

[11] Ενδεικτικά, σύμφωνα με μια έκθεση που δημοσιεύθηκε το 2017, η Μπολόνια ολοκλήρωσε 280 συμφωνίες συνεργασίας κατά την περίοδο από το 2014-2016. Σε οικονομικούς όρους, το συνολικό ποσό των οικονομικών πόρων που επενδύθηκαν από τους πολίτες που συμμετείχαν στις συμφωνίες (συμπεριλαμβανομένων των ιδρυμάτων βάσης και των επιχειρήσεων) ήταν 480.180,27 ευρώ για μια περίοδο δύο ετών, ενώ ο Δήμος επένδυσε 195.558,84 ευρώ για το ίδιο σκοπό. Μ. Pagano, όπ.π., σ. 845.

[12] Bologna Regulation on Collaboration Between Citizens and the City for the Care and Regeneration of the Urban Commons. Ο κανονισμός ήταν το αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ της νομικής ομάδας Laboratory for Subsidiarity (Labsus), του πολιτιστικού-κοινωνικού ιδρύματος Fondazione del Monte di Bologna e Ravenna και του Δήμου της Μπολόνια που ένωσαν τις δυνάμεις τους για περισσότερο από δύο χρόνια με στόχο τον σχεδιασμό ενός κανονισμού για τα κοινά βασισμένου στην συνταγματική αρχή της επικουρικότητας.

[13] Sh. R. Foster, Ch. Iaione (2016), The City as a Commons, Yale Law & Policy Review, 34: 281. Διαθέσιμο στο: https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=2653084

[14] M. R. Marella (2017), The commons as a legal concept, Law and Critique, 28 (1): 61-86.

[15] A. Kioupkiolis (2020), όπ.π.

[16] A. Kioupkiolis (2020), όπ.π.

[17] Golfinopoulos, S. K., & Koumparou, D. (2024). Rural environmental governance: A communal irrigation system in Greece through the social–ecological system framework. Sustainability, 16(15), 6416.

[18] Χαΐτογλου, Γ. (2024). Κοινά της φύσης, περιφράξεις και κοινωνική δράση: Η περίπτωση του Δάσους του Ράντη στην Ικαρία. Ιστορική αναδρομή και σύγχρονη συνάφεια.  ΑΕΠ, Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, https://bit.ly/46OSTT6

[19] Marini Govigli, V., Efthymiou, A., & Stara, K. (2021). From religion to conservation: Unfolding 300 years of collective action in a Greek sacred forest. Forest Policy and Economics, 131, 102575.https://doi.org/10.1016/j.forpol.2021.102575

[20] Kanellopoulou, V. (2020). Seeds as common cultural heritage. Στο: S. Lekakis (επιμ.), Cultural heritage in the realm of the commons: Conversations on the case of Greece, Ubiquity Press, 141–158. <

[21]  Tzoumakers, στο: <tzoumakers.gr.
Ντούρος (13/3/2023), μέλος της ομάδας Tzoumakers, Video/Συνέντευξη στο Παρατηρητήριο των Κοινών του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ. Διαθέσιμο στο: https://bit.ly/4e1kynu;

[22] Liodaki, D. (2024). Alternative futures “in the making”: Insights from three makerspaces in peripheral Greece, Futures, Vol. 164, p. 103481.

[23] Kotzamani, M.-I., Paidakaki, A., Katsigianni, X., & Pratsinakis, M. (2026). Commoning Water as a Pathway to Sustainable and Culturally-Grounded Management: The Case of Stagiates, Greece. Europa XXI, 50 2.

[24] https://heteropolitics.net/index.php/tag/sarantaporo-gr/

[25] https://www.mesopotamia.gr/el/about/

[26] “Vernacular law” σύμφωνα με την ορολογία που προτείνουν οι D. Bollier & B. Weston (Green Governance:  Ecological Survival, Human Rights and the Law of the Commons, Cambridge University Press, 2013).

[27] Με την απόφαση 1906/2014 το ΣτΕ (Ολ.) έκρινε ότι η μετατροπή της ΕΥΔΑΠ σε ιδιωτική επιχείρηση αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρα 5 και 21). Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας (ύδρευση-αποχέτευση) δεν μπορεί να εξαρτάται από τους νόμους της ελεύθερης αγοράς και την επιδίωξη κέρδους. Επίσης το ΣτΕ (αποφάσεις 190-191/2022) ακύρωσε την υπ’ αριθμ. 135275/19.05.2017 απόφαση της διυπουργικής Εθνικής Επιτροπής Υδάτων, η οποία προέβλεπε την τιμολόγηση του νερού ως εμπόρευμα και την μετακύλιση του κόστους στους χρήστες. Το νερό κρίθηκε ότι αποτελεί ζωτικής σημασίας δημόσιο αγαθό, την επιστασία του οποίου ασκεί το Δημόσιο. Ωστόσο, η κυβέρνηση νομοθέτησε προς την αντίθετη κατεύθυνση (ν. 4964/2022), μεταβιβάζοντας πλειοψηφικά πακέτο μετοχών στο Υπερταμείο. Μεταξύ πολλών άλλων σχολίων βλ.: Νερό, Δημοκρατία και Κράτος Δικαίου. Τι απομένει μετά την απαξίωση του ΣτΕ; Μ. Καραμανώφ, 5-8-2022, https://protovoulia-dimosio-nero.gr/nero-dimokratia-kai-kratos-dikaiou-ti-apomenei-meta-tin-apaxiosi-tou-ste/

[28] 966 ΑΚ: «Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών».

[29] Σχετικά με το δικαίωμα για την απόλαυση του οφέλους που πηγάζει από το δάσος, ιδιωτικό μεν, αλλά προστατευόμενο από το Σύνταγμα ως κοινωνικό αγαθό, κρίθηκε (ΜΠΒ 1531/2002) ότι: «η ύπαρξη κυριότητας [επί των ιδιωτικών δασών] μπορεί μεν να αποστερεί από το κοινωνικό σύνολο την ελεύθερη και χωρίς περιορισμούς χρήση τους, δεν του αποστερεί όμως την απόλαυσή τους, στην οποία εμπεριέχεται η ωφέλεια που προκύπτει για το κοινωνικό σύνολο από την ύπαρξη και διατήρηση αναλλοίωτης της δασικής μορφής των δασικών αυτών εκτάσεων. […] Σε περίπτωση, επομένως, που επιχειρείται μεταβολή του προορισμού τους με υλικές πράξεις ιδιωτών (λ.χ. αποψιλωτική υλοτομία) συντρέχει περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας [του κάθε πολίτη] και χωρεί εφαρμογή του άρθρου 57 ΑΚ».

[30] Ν. 4185/2017, άρθρο 4.1.ζ (ΦΕΚ Α 114).

[31] Προτάθηκε η προσθήκη νέας διάταξης, ως παρ. 7, στο άρθρο 21 Σ: «Βασικά κοινωνικά αγαθά, όπως το νερό και η ηλεκτρική ενέργεια, και τα δίκτυα διανομής τους υπόκεινται σε καθεστώς δημόσιας υπηρεσίας και τελούν σε δημόσιο έλεγχο». Ωστόσο, η προτεινόμενη διάταξη, η οποία τελικά δεν υιοθετήθηκε με την απαιτούμενη πλειοψηφία, περιορίζει κατά πολύ το εύρος των κοινών πόρων που θα μπορούσαν να τεθούν υπό προστασία. Για μια πληρέστερη προσέγγιση για την συνταγματική κατοχύρωση των κοινών βλ. πρόταση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και εδώ στο Παράρτημα.

[32] Forsyth, M. B. Pali & F. Tepper (2022). Environmental Restorative Justice: An Introduction and an Invitation, στο The Palgrave Handbook of Environmental Restorative Justice, B. Pali, M. Forsyth, F. Tepper (επιμ.), Palgrave Macmillan, Cham, 1–23.

[33] REScoop MECISE (2020). Mobilising European Citizens to Invest in Sustainable Energy, Final Results Oriented report, Horizon 2020, Antwerp. Σχετικό νομοθετικό πλαίσιο αναπτύχθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία, τη Δανία και αλλού. Στην Ελλάδα, οι ενεργειακές κοινότητες αναγνωρίζονται με τον ν. 4513/2018 (ΦΕΚ Α’ 9), ωστόσο η νομική πρόβλεψη για προτεραιοποίηση συνδεσιμότητας με το δίκτυο δεν βρίσκει πραγματικό αντίκρισμα.

[34] Urbinati, N. (2018). Subsidiarity and the challenge to the sovereign state. In: Cohen, J., Arato, A., von Busekist, A. (eds.), Forms of Pluralism and Democratic Constitutionalism, pp. 187–210. Columbia University Press, New York.

[35] Angeloni, S., Fattore, M., Mazziotta, M. et al. (2026). Horizontal subsidiarity is not social capital: theoretical reflections and a proposal of measurement. Qual Quant 60, σ. 11942 (2026).  Διαθέσιμο στο:

[36] Βλ. Αναλυτικά Salati, Ch. (2023). The forgotten meaning of the EU principle of subsidiarity, EURAC Research 2/2023, διαθέσιμο στο: <a href=”https://bit.ly/4xUnLwr”>https://bit.ly/4xUnLwr</a>

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

17 + fifteen =