Για την θεσμική κατάπτωση της χώρας

Χρήστος Ράμμος,  πρώην πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), πρώην αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας

 Ποτέ στην Μεταπολίτευση δεν βρέθηκε η  χώρα σε τέτοια θεσμική και (ίσως αυτό να είναι ακόμη χειρότερο) ηθική  κατάπτωση, με την εκδήλωση τόσο προκλητικού   κυνισμού  εκ μέρους των ασκούντων την εξουσία και με τέτοια μοιρολατρική απάθεια των πολιτών. Η βαθμιαία επικράτηση  της άποψης ότι η τήρηση των συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών δεν είναι τόσο σημαντική και ότι κεντρική σημασία έχει μόνο το εισόδημα των πολιτών, είναι δείγμα ενός νοσηρότατου και  επικίνδυνου κατήφορου.  Το ίδιο ισχύει και με την  εξοικείωση με το φαινόμενο της πολιτικής διαφθοράς,  αρκεί οι πολίτες να επωφελούνται κάπως από την μοιρασιά της πίτας. Η κοινωνική αλληλεγγύη και η συλλογική δράση μοιάζουν  ξεπερασμένες, λησμονημένες  αρετές.  Η μισαλλοδοξία  και η περιφρόνηση προς τους ξένους, τους ανίσχυρους και τους διαφορετικούς επικρατούν  ολοένα και περισσότερο. Χωρίς να θέλω να ωραιοποιήσω το παρελθόν, φοβάμαι  ότι βρισκόμαστε, όσο ποτέ άλλοτε, κοντά  στον αυταρχισμό και στην «μη φιλελεύθερη» δημοκρατία. Και,  φυσικά, δεν μπορεί να είναι άλλοθι   το γεγονός ότι παρόμοια συμπτώματα εμφανίζονται και σε άλλες χώρες της Δύσης, λιγότερο ή περισσότερο.

Για να  γίνω πιο συγκεκριμένος θα αναφερθώ σε δύο τομείς.

Πρώτα στην Δικαστική εξουσία. Τα χαμηλότατα ποσοστά εμπιστοσύνης  της κοινής γνώμης προς αυτήν, που καταδεικνύουν όλες ανεξαίρετα οι δημοσκοπήσεις, είναι ανησυχητικό σημάδι, διότι δείχνουν μια έλλειψη πίστης στον βασικότερο ίσως θεσμό  της δημοκρατίας  και  επομένως, τελικά, στην ίδια.  Παρά τις εξαιρέσεις που είδαμε πρόσφατα, όπως, για παράδειγμα, την πρόσφατη απόφαση  για τις υποκλοπές μέσω Predator, η Δικαστική εξουσία συνολικά, αλλά  κυρίως τα ανώτατα κλιμάκια της, με τα πεπραγμένα της σε διάφορες κορυφαίες για το πολίτευμα ή σε υποθέσεις ιδιαίτερης ευαισθησίας για την κοινή γνώμη, όπως ενδεικτικά  οι  υποκλοπές, με το προπέρσινο πόρισμα του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ή τα της δίκης για το  τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη, για να περιοριστώ σε αυτά, δεν έχει πείσει την κοινωνία, τους  Έλληνες πολίτες -επ’ ονόματι των οποίων απονέμει Δικαιοσύνη-  ότι  την απονέμει έγκαιρα,  επίκαιρα και κυρίως προς κάθε κατεύθυνση, χωρίς εξαιρέσεις, συμπεριλαμβανομένων και των πιο ισχυρών στο κράτος και στην κοινωνία  και έχοντας επιτύχει μια πλήρη διαλεύκανση, χωρίς δηλαδή να αφήνονται πτυχές των ερευνώμενων υποθέσεων ανεξέταστες. Δεν ωφελεί να κλείνει κάποιος τα μάτια στο υπαρκτό αυτό ζήτημα και να το αποδίδει σε “ανωριμότητα των πολιτών”, σε «λαϊκισμό» ή σε παρόμοιες επιδερμικές και βολικές για την εξουσία ερμηνείες. Θα κάνουν μεγάλο λάθος η Πολιτεία και η ηγεσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων, αν δεν προβληματιστούν σοβαρά από το μήνυμα που εκπέμπουν οι δημοσκοπήσεις  αυτές και εξακολουθήσουν να απαντούν προσβεβλημένα και οργίλα στις όποιες κριτικές ασκούνται σχετικά.

Δεν είναι όμως μόνο η Δικαστική εξουσία που παρουσιάζει προβλήματα. Οι Ανεξάρτητες Αρχές, που καταστρώθηκαν  από τον συνταγματικό νομοθέτη ως αντίβαρο εξουσίας, υπέστησαν ένα καταλυτικό φοβάμαι πλήγμα, με την αντιμετώπιση που επιφύλαξε η Πολιτεία στην ΑΔΑΕ, όταν η τελευταία προσπάθησε να ασκήσει τις συνταγματικές της αρμοδιότητες,  κάνοντας τους απαραίτητους ελέγχους  στην ΕΥΠ  για την εξακρίβωση του τι συνέβη  στις περιπτώσεις των  νομότυπων  άρσεων  του απορρήτου των επικοινωνιών. Οι ασκούντες την εξουσία πρέπει να συνειδητοποιήσουν και να αποδεχτούν  το γεγονός ότι οι Ανεξάρτητες Αρχές δεν μπορεί να λειτουργούν διακοσμητικά και «αβλαβώς» για την εξουσία.

 

*Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ, 4.4.2026

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

17 − 10 =