1. Εισαγωγή [1]
Η έννοια των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν είναι μόνο σχετικά νέα, σε σύγκριση με τα πολιτικά και τα ατομικά δικαιώματα, αλλά εξακολουθεί να αμφισβητείται μέχρι σήμερα, τουλάχιστον όσον αφορά την αγωγιμότητα των κοινωνικών παροχών. Σκοπός του παρόντος δοκιμίου είναι να χαρτογραφήσει μεθόδους ελέγχου που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και έχουν πράγματι χρησιμοποιηθεί παγκοσμίως από διάφορα δικαστήρια, προκειμένου να υλοποιηθεί το κανονιστικό περιεχόμενο κοινωνικών δικαιωμάτων κατοχυρωμένων σε εθνικά Συντάγματα, ακόμη και όταν η νομοθετική ή/και η εκτελεστική εξουσία ολιγωρούν. Η κεντρική ιδέα είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς μη αγώγιμο (πόσο μάλλον μη νομικό) στα δικαιώματα που παραδοσιακά θεωρούνται ότι αντιστοιχούν πρωτίστως στον ιδεότυπο του status positivus,[2] όπως συμβαίνει με τα κοινωνικά δικαιώματα, αν και οι μορφές της δικαστικής εφαρμογής τους διαφέρουν σίγουρα από εκείνες των ατομικών ή πολιτικών δικαιωμάτων. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι η δικαστική εφαρμογή των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν είναι μόνο δυνατή, αλλά και επωφελής για τον ευρύτερο σκοπό του συνταγματισμού, εφόσον και καθόσον προάγει την κοινωνική αναδιανομή και, ως εκ τούτου, ενισχύει τη συλλογική ταυτότητα των πολιτών, οι οποίοι ανήκουν στο δήμο, δηλαδή στο ιστορικό υποκείμενο ενός συνταγματικού πολιτεύματος.
Κύριο αντικείμενο της μελέτης αποτελούν τα κοινωνικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα εθνικά συντάγματα και η εφαρμογή τους από τα εθνικά δικαστήρια, με σποραδικές μόνο αναφορές στη διεθνή διάσταση των εν λόγω δικαιωμάτων. Είναι αυτονόητο ότι ακόμη και αυτή η συγκριτική συνταγματική προοπτική είναι εξαιρετικά επιλεκτική, δεδομένου ότι ο στόχος δεν είναι να περιγραφεί το εάν και πώς εφαρμόζονται τα κοινωνικά δικαιώματα στο πλαίσιο των εθνικών εννόμων τάξεων, αλλά μόνο να αποδειχθεί ότι μπορούν να εφαρμοστούν και, πιο συγκεκριμένα, ότι μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής κρίσης, εφόσον τα εθνικά δικαστήρια είναι διατεθειμένα να τα εφαρμόσουν. Επιπλέον, ο κατάλογος των δέκα (συν μια) μεθόδων που εξετάζονται εν συντομία στο τέταρτο μέρος της παρούσας μελέτης δεν είναι σε καμία περίπτωση εξαντλητικός. Είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν ήδη άλλες μέθοδοι δικαστικής εφαρμογής των κοινωνικών δικαιωμάτων σε κάποια εθνική έννομη τάξη ή να επινοηθούν και να εφαρμοστούν στο μέλλον. Δεν υποστηρίζεται καν ότι οι δέκα μέθοδοι που απαριθμούνται εδώ είναι απαραίτητα οι πιο αποτελεσματικές για την εφαρμογή των εν λόγω δικαιωμάτων. Ο στόχος του παρόντος άρθρου είναι πολύ πιο μετριοπαθής, δηλαδή να υποστηρίξει τη θέση ότι τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα μπορούν –και πρέπει– να αντιμετωπίζονται από τους δικαστές ως νομικοί κανόνες και όχι ως μη δεσμευτικές δηλώσεις μελλοντικών καλών προθέσεων.
Ο όρος «αγωγιμότητα» εδώ νοείται ευρέως, υποδηλώνοντας οποιαδήποτε δυνατότητα αξιοποίησης ενός κοινωνικού δικαιώματος ως μέρος της αιτιολογίας μιας δικαστικής απόφασης. Με άλλα λόγια, η «αγωγιμότητα» χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της δικαστικής εφαρμογής των κοινωνικών δικαιωμάτων γενικά. Μια στενότερη ερμηνεία της «αγωγιμότητας» θα ήταν ότι «αναφέρεται στη δυνατότητα να ζητηθεί αποκατάσταση… όταν έχει συμβεί ή είναι πιθανό να συμβεί παραβίαση ενός δικαιώματος»[3], εξισώνοντάς την έτσι με τη δικαστική υλοποίηση των κοινωνικών δικαιωμάτων, ειδικά όταν η νομοθετική και/ή η εκτελεστική εξουσία παραμελούν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από εκείνα. Το αντικείμενο του παρόντος άρθρου είναι ευρύτερο, περιλαμβάνοντας μια επισκόπηση ακόμη και μεθόδων (ή σεναρίων) όπως η δικαστική αποδοχή νομοθετικών περιορισμών στα ατομικά δικαιώματα με βάση την ανάγκη υλοποίησης ενός κοινωνικού δικαιώματος (βλ. κατωτέρω, 4.5).
Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι το παρόν δοκίμιο εστιάζει στα δικαιώματα που αφορούν βασικές ανάγκες, όπως η διατροφή, η υγεία, η στέγαση, η εκπαίδευση και η κοινωνική ασφάλιση (βλ. άρθρα 25–26 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου)· με άλλα λόγια, στα δικαιώματα που χαρακτηρίζονται ως «επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο».[4] Από την άλλη πλευρά, τα εργασιακά δικαιώματα θα μπορούσαν να θεωρηθούν μάλλον ως κυρίως οικονομικά δικαιώματα αφού παρουσιάζουν ομοιότητες, αλλά και ορισμένες διαφορές, με τα κοινωνικά δικαιώματα τα οποία αφορούν τις προαναφερθείσες βασικές ανάγκες.
2. Η προέλευση των κοινωνικών δικαιωμάτων και η σύνδεσή τους με την αρχή της ισότητας
Η ισότητα αποτελεί μία από τις βασικές αρχές του συνταγματισμού από τα πρώτα κιόλας βήματά του, όπως αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ (‘all men are created equal’) του 1776 και από τη Γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 (‘Les hommes naissent et demeurent libres et égaux en droits’, άρθρο 1). Παρ’ όλα αυτά, οι καπιταλιστικές κοινωνίες στο πλαίσιο των οποίων το συνταγματικό κράτος έχει αναπτυχθεί ιστορικά και ευδοκιμεί σήμερα, χαρακτηρίζονται, αφενός, από την κατάργηση της νομικής εδραίωσης των κοινωνικών προνομίων και των ταξικών ή φυλετικών διαφορών που διέκριναν τις παλαιότερες φεουδαρχικές κοινωνίες στην Ευρώπη και τις αποικιακές κοινωνίες σε άλλες ηπείρους και, αφετέρου, από την επιμονή ή ακόμη και την επιδείνωση (από τη δεκαετία του 1970 και μετά) των απότομων ανισοτήτων εισοδήματος και περιουσίας.[5] Μια δραστική μείωση των τελευταίων θα προϋπέθετε αντίστοιχη περιστολή της οικονομικής ελευθερίας, την επιβολή πολύ υψηλών προοδευτικών φορολογικών επιβαρύνσεων (δηλ. με συντελεστή που αυξάνεται ανάλογα με το μέγεθος του φορολογητέου εισοδήματος ή της περιουσίας) και γενικά ευρείες αναδιανεμητικές κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία και την κοινωνία. Ωστόσο, όλα αυτά αποτελούν το κύριο θέμα πολιτικής συζήτησης στον σύγχρονο κόσμο και, ως εκ τούτου, πρέπει να προκύπτουν, ή να μην προκύπτουν, κυρίως από τα αποτελέσματα των εκλογών και όχι τόσο από συνταγματικές διατάξεις ή/και δικαστικές αποφάσεις. Έτσι, η έννοια της ισότητας που κατοχυρώνεται συνταγματικά είναι κυρίως ότι ο νομοθέτης δεν πρέπει να επιδεινώνει την υφιστάμενη de facto ανισότητα εισάγοντας ρυθμίσεις που είναι τυπικά ίσες για όλους, αλλά ουσιαστικά άδικες και άνισες[6] (π.χ. η επιβολή ενός κεφαλικού φόρου, ο οποίος εισπράττεται ως σταθερό ποσό από όλους χωρίς διάκριση όσον αφορά το διαθέσιμο εισόδημα ή την περιουσία, με αποτέλεσμα όσοι διαθέτουν περιουσία να επιβαρύνονται με ένα ασήμαντο βάρος, ενώ όσοι δεν διαθέτουν να λιμοκτονούν). Με άλλα λόγια, ο βαθμός και ο ρυθμός εξάλειψης των de facto ανισοτήτων μέσω κρατικής παρέμβασης αποτελεί κατά κύριο λόγο πολιτικό και όχι συνταγματικό ζήτημα, εκτός εάν άλλες συνταγματικές διατάξεις (π.χ. ισότητα των φύλων, κοινωνικά δικαιώματα κ.λπ.) περιέχουν πιο συγκεκριμένες και αυστηρές απαιτήσεις σε σύγκριση με τη γενική αρχή της ισότητας.[7]
Οι κοινωνικές παροχές που χορηγεί το κράτος σε τμήματα του πληθυσμού του, με στόχο την άμβλυνση των υφιστάμενων ανισοτήτων σε εισόδημα και περιουσία, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση καινοτομία της νεωτερικότητας. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια αρκετών χιλιετιών, όλες αυτές βασίζονταν σε κριτήρια σκοπιμότητας και υπόκεινταν στις μεταβαλλόμενες διαθέσεις των διαφόρων κατόχων πολιτικών αξιωμάτων. Ένα πρόπλασμα κατοχύρωσης μιας έστω και αόριστης υποχρέωσης του κράτους για παροχές προς κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται σε κατάσταση ένδειας συναντάται σε ένα κείμενο θεμελιακού χαρακτήρα μόλις το 1793, στη συνημμένη στο γαλλικό Σύνταγμα του έτους εκείνου Διακήρυξη Δικαιωμάτων.
Επρόκειτο για την πιο ριζοσπαστική περίοδος της Γαλλικής Επανάστασης, μερικούς μήνες μετά την κατάργηση της βασιλείας και την εκτέλεση του Λουδοβίκου 16ου, υπό την καθοριστική επίδραση της αριστερής πτέρυγας της «Συμβατικής» Συνέλευσης (δηλ. των Ιακωβίνων ή Ορεινών). Εκδήλωση του ριζοσπαστισμού αυτού αποτελούσαν τα άρθρα 21 (η υποχρέωση της «κοινωνίας» να βρει εργασία για τους «δυστυχείς» πολίτες και να εξασφαλίσει την επιβίωση όσων δεν μπορούν να εργαστούν) και 22 (η υποχρέωση της «κοινωνίας» να παρέχει πρόσβαση στην εκπαίδευση στη διάθεση όλων των πολιτών) της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του 1793.[8] Ωστόσο, όλα αυτά ήταν απλές ασκήσεις επί χάρτου, καθώς η ίδια η Συνέλευση ανέστειλε την εφαρμογή του Συντάγματος μέχρι την (επιθυμητή) ειρήνευση της χώρας και, στη συνέχεια, όταν επικράτησαν πιο συντηρητικές απόψεις στους κόλπους της, ανέτρεψε το καθεστώς των Ιακωβίνων το 1794 και ψήφισε ένα νέο Σύνταγμα το 1795 χωρίς παρόμοιες «κοινωνικές» διατάξεις.[9] Μισό και πλέον αιώνα αργότερα, μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου 1848 και την ανατροπή της μοναρχίας του Οίκου της Ορλεάνης, η Γαλλική Εθνοσυνέλευση ψήφισε ένα νέο δημοκρατικό Σύνταγμα. Το άρθρο 13 του τελευταίου περιείχε ένα πρόπλασμα κοινωνικών δικαιωμάτων με αναφορά στην «ισότητα» των σχέσεων μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, στα δημόσια έργα για την απασχόληση των ανέργων και στη «παροχή ενίσχυσης» προς τα εγκαταλελειμμένα παιδιά, τα άτομα με αναπηρία και τους άπορους γέροντες. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα των ζωηρών συζητήσεων σχετικά με το δικαίωμα στην εργασία, στις οποίες συντηρητικά μέλη της Εθνοσυνέλευσης, μεταξύ των οποίων και ο πρώην πρωθυπουργός Αδόλφος Θιέρσος, διατύπωσαν με ιδιαίτερη οξύτητα επιχειρήματα κατά των κοινωνικών δικαιωμάτων, τα οποία έκτοτε έχουν επαναληφθεί από διάφορους συγγραφείς. Υποστηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν έπρεπε να δίδονται συνταγματικές υποσχέσεις που δεν είναι βέβαιο ότι μπορούσαν να τηρηθούν και ότι «θα καταστραφεί το πνεύμα της οικονομίας», επειδή οι εργαζόμενοι θα γίνονταν αδιάφοροι για το μέλλον και θα παύσουν να αποταμιεύουν.[10] Το συγκεκριμένο Σύνταγμα αποδείχθηκε όμως βραχύβιο, καθώς ο άμεσα εκλεγμένος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Λουδοβίκος-Ναπολέων Βοναπάρτης, το κατέλυσε πραξικοπηματικά τον Δεκέμβριο του 1851.
Στα ευρωπαϊκά συνταγματικά κείμενα μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι αναφορές σε υποχρεώσεις του κράτους για κοινωνικές παροχές ήταν δυσεύρετες. Στα λίγα δείγματα του είδους (στην Ολλανδία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, την Πορτογαλία και τη Δανία) συγκαταλέγονταν η θέσπιση του δικαιώματος στην εκπαίδευση και την αόριστη μνεία μιας κοινωνικής πρόνοιας για μειονεκτούντα πρόσωπα.[11] Στην πράξη, ωστόσο, το κοινωνικό ζήτημα ήταν υπαρκτό και μάλιστα οξύνθηκε με την πάροδο του χρόνου, καθώς η ανοδική δημογραφική εξέλιξη, σε συνδυασμό με την εκβιομηχάνιση και την αστυφιλία, οδήγησε στην εμφάνιση ενός διαρκώς μεγαλύτερου και ολοένα πιο εντοπισμένου στα μεγάλα αστικά κέντρα εργατικού προλεταριάτου, δηλ. σε μια ολοένα ισχυρότερη επαναστατική δυναμική. Η ανάσχεση της δυναμικής αυτής επιχειρήθηκε από πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και κοινοβούλια του 19ου αιώνα με τη θέσπιση κοινωνικών παροχών διαφόρων μορφών σε επίπεδο κοινής νομοθεσίας. Τούτο πάντως δεν εμπόδισε ούτε την εμφάνιση ενός ισχυρού εργατικού κινήματος ούτε τη ριζοσπαστικοποίηση μιας σημαντικής μερίδας του, υπό την καθοριστική επίδραση των ιδεών του μαρξισμού με αφετηρία το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» του 1848.
Σημείο καμπής για τη συνταγματική κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων αποτέλεσε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος στη Ρωσία το 1917 και η επικράτηση εκεί του μαρξιστικού Κόμματος των Μπολσεβίκων. Ο φόβος της μετάδοσης του επαναστατικού «πυρετού» από τη Ρωσία στην υπόλοιπη Ευρώπη αποτέλεσε ισχυρό κίνητρο για τη σοσιαλδημοκρατία και τα αστικά πολιτικά κόμματα ώστε να συμφωνήσουν τουλάχιστον στην πανηγυρική συνταγματική εξαγγελία κοινωνικών δικαιωμάτων σε μια σειρά ευρωπαϊκών Συνταγμάτων του μεσοπολέμου. Έκτοτε, τα δικαιώματα αυτά άρχισαν να καθιερώνονται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, στα περισσότερα σύγχρονα συνταγματικά κείμενα,, ακόμη περισσότερο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα, σε 25 (από τα συνολικά 27) Συντάγματα των κρατών μελών της ΕΕ, συγκεκριμένα κοινωνικά δικαιώματα, όπως η εύρεση εργασίας, η διασφάλιση της προστασίας της υγείας, η στέγαση, η κοινωνική ασφάλιση και η εκπαίδευση, καθώς και η προστασία της οικογένειας και της παιδικής ηλικίας προβλέπονται σε ξεχωριστές διατάξεις, αν και συνήθως με μάλλον ασαφείς ρήτρες. Αυτού του είδους η κατοχύρωση συναντάται στις ακόλουθες συνταγματικές διατάξεις: άρθρο 23 Βελγίου, παράγραφος 75 Δανίας, παράγραφοι 27 και 28 Εσθονίας, παράγραφος 19 Φινλανδίας, άρθρα 16, 21 και 22 Ελλάδας, άρθρο 45 Ιρλανδίας, άρθρο 38 Ιταλίας, άρθ. 11 Λουξεμβούργου, άρθ. 109–111 Λετονίας, άρθ. 49 και 52 Λιθουανίας, άρθ. 11–17 Μάλτας, άρθ. 20–22 Ολλανδίας, άρθ. 24 και 66–69 Πολωνίας, άρθ. 63–72 Πορτογαλίας, άρθ. 36 και 38–40 Σλοβακίας, άρθ. 50–53 Σλοβενίας, άρθρα 40–47 Ισπανίας, άρθρα 26–33 του Χάρτη των Δικαιωμάτων της Τσεχίας, άρθρα XI, XIX, XX και XXII του Συντάγματος της Ουγγαρίας, άρθρα 9 Κύπρου, άρθρα 48 και 51–53 Βουλγαρίας, άρθρα 54–58 και 61–63 Κροατίας, άρθρα 32–34 και 41 Ρουμανίας και κεφάλαια I, παράγραφος 2 και II, παράγραφος 21, Σουηδίας. Επιπλέον, στη Γαλλία, το Προοίμιο του ισχύοντος Συντάγματος του 1958 κατοχυρώνει τα κοινωνικά δικαιώματα που αναφέρονται στο προοίμιο του προηγούμενου Συντάγματος του 1946.[12] Ο Γερμανικός Θεμελιώδης Νόμος του 1949 περιλαμβάνει μια γενική ρήτρα σχετικά με το κοινωνικό κράτος (και το παράδειγμά του βρήκε κάποια απήχηση σε αφρικανικά Συντάγματα κατά τις επόμενες δεκαετίες[13]).
Το έτος 1917 αποτέλεσε επίσης ορόσημο για την εδραίωση των κοινωνικών δικαιωμάτων στην Αμερική, καθώς η Μεξικανική Επανάσταση οδήγησε τότε στη θέσπιση ενός Συντάγματος που περιελάμβανε ρητά κοινωνικές εγγυήσεις[14] (και συνεχίζει μέχρι σήμερα, π.χ. στα άρθρα 9 και 123). Με την πάροδο του χρόνου, η τάση προς μια τέτοια κατοχύρωση γινόταν όλο και ισχυρότερη σε όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα σήμερα περισσότερα από τα τρία τέταρτα όλων των εθνικών Συνταγμάτων να περιέχουν τουλάχιστον ένα οικονομικό ή κοινωνικό δικαίωμα και περισσότερα από τα μισά από αυτά να περιέχουν εννέα ή περισσότερα τέτοια δικαιώματα. Τα περισσότερα από αυτά τα Συντάγματα χρησιμοποιούν διατυπώσεις που υποδηλώνουν ότι τα κοινωνικά δικαιώματα είναι, κατ’ αρχήν, επιδεκτικά δικαστικής εφαρμογής, ενώ μόνο λίγα χρησιμοποιούν διατυπώσεις που υποδηλώνουν ότι τα κοινωνικά δικαιώματα είναι καθαρά διακηρυκτικά[15] (π.χ. χαρακτηρίζοντάς τα ως «κατευθυντήριες αρχές της κρατικής πολιτικής», όπως συμβαίνει με το Μέρος II του Συντάγματος της Νιγηρίας του 1999,[16] ή κάτι παρόμοιο). Οι εγγυήσεις για την εκπαίδευση, την υγεία, την προστασία των παιδιών και την κοινωνική ασφάλιση φαίνεται να έχουν γίνει σχεδόν κοινός τόπος στα εθνικά Συντάγματα στα τέλη του εικοστού και στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα.
Όσον αφορά το διεθνές δίκαιο, είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2024, τουλάχιστον 172 χώρες είχαν επικυρώσει το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (ICESCR), το οποίο υιοθετήθηκε το 1966 από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, ενώ άλλες τέσσερις (μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ) το υπέγραψαν αλλά δεν το επικύρωσαν. Ωστόσο, ένα Προαιρετικό Πρωτόκολλο του ICESCR, το οποίο υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 2008 και αφορά την αρμοδιότητα της Διεθνούς Επιτροπής για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα να εξετάζει «αναφορές» που υποβάλλονται από άτομα ή ομάδες που ισχυρίζονται ότι είναι θύματα παραβιάσεων των δικαιωμάτων που ορίζονται στο ICESCR, έχει επικυρωθεί από όχι περισσότερες από 31 χώρες έως τον Φεβρουάριο του 2025.[17]
3. Η αγωγιμότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων ως θέμα αρχής
Ωστόσο, η νομική φύση των κοινωνικών δικαιωμάτων εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαμάχης μέχρι και σήμερα. Ορισμένοι σκεπτικιστές θεωρούν «αμφιλεγόμενο» το «ισχυρισμό ότι… τα κοινωνικο-οικονομικά δικαιώματα… αξίζουν να ληφθούν εξίσου σοβαρά υπόψη με… τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα».[18] Άλλοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι «τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα δεν πρέπει να θεωρούνται ότι εμπίπτουν στο πεδίο των νομικών (κανονιστικών) δικαιωμάτων»,[19] ή, πιο συγκεκριμένα, ότι «πολλά θετικά δικαιώματα δεν μπορούν να επιβληθούν από τα δικαστήρια» επειδή τα τελευταία «στερούνται των εργαλείων μιας γραφειοκρατίας».[20] Έτσι, υποστηρίζεται ότι «η συνταγματική κατοχύρωση των λεγόμενων θετικών δικαιωμάτων στην οικονομική και κοινωνική πρόνοια απειλεί να καταστεί άσκηση ματαιότητας»,[21] ή ακόμη και «μια ιδιαίτερη καταστροφή όπου και αν συμβεί».[22]
Σύμφωνα πάντως με την επικρατούσα μάλλον στη συνταγματική θεωρία άποψη, τα κοινωνικά δικαιώματα δεν μπορούν να οδηγήσουν σε δικαστικά επιδιώξιμες αξιώσεις κατά του κράτους για κοινωνικές παροχές. Ένα επιχείρημα μπορεί να βασίζεται στην ίδια τη διατύπωση των περισσότερων σχετικών συνταγματικών διατάξεων. Τα συνταγματικά κείμενα συνήθως δεν προβλέπουν, π.χ., ότι ένας άστεγος έχει αξίωση να του παρασχεθεί στέγαση «εδώ και τώρα» από το κράτος, ούτε ότι κάθε εργαζόμενος μπορεί να προβάλει αξίωση να του παράσχει το κράτος μια συγκεκριμένη σύνταξη, όταν ο ίδιος κρίνει ότι αρκετά εργάσθηκε.. Με άλλα λόγια, οι σχετικές υποχρεώσεις του κράτους συχνά δεν εξειδικεύονται επαρκώς, με αποτέλεσμα να είναι ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης, πάνω στη βάση αποκλειστικά των συνταγματικών διατάξεων, οι προϋποθέσεις και τα λοιπά στοιχεία των κοινωνικών παροχών.[23] Αντίθετα, άλλες συνταγματικές διατάξεις ρητά καθιστούν συνήθως όλα τα ανωτέρω αντικείμενο εκτίμησης του νομοθέτη, εξειδικεύοντας και κατοχυρώνοντας έτσι τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της διάκρισης των εξουσιών. Και τούτο διότι τα οικονομικά μέσα που έχει στη διάθεσή του το κράτος αποτελούν, σε κάθε περίπτωση, ένα πεπερασμένο σύνολο. Αν από όλα τα κοινωνικά δικαιώματα απέρρεαν αγώγιμες αξιώσεις, τότε η κατανομή των πόρων αυτών θα γινόταν σχεδόν αποκλειστικά με δικαστικές αποφάσεις, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατο να χρηματοδοτηθούν νέες πολιτικές ή να προωθηθούν κατά προτεραιότητα ορισμένες από τις παλιές. Η χάραξη πολιτικής από τους αντιπροσώπους του κυρίαρχου λαού θα υποκαθίστατο από την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων.[24] Επιπλέον, η αναγνώριση αγώγιμων αξιώσεων που απορρέουν άμεσα από κοινωνικά δικαιώματα θα μπορούσε επίσης να προσκρούει στο γεγονός ότι τα συνταγματικά κείμενα προβλέπουν συνήθως τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και όχι των νομοθετικών παραλείψεων. Οι τελευταίες μπορούν συνήθως να εξεταστούν μόνο αντανακλαστικά, στο πλαίσιο του παρεμπίπτοντος ελέγχου υπάρχουσας ρύθμισης, όπως για παράδειγμα, όταν μια γενική ευνοϊκή ρύθμιση παραλείπει, κατά αδικαιολόγητη [δυσμενή] διάκριση, μια συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων (αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις σε αυτό, όπως το Σύνταγμα της Βραζιλίας, το οποίο προβλέπει, στο άρθρο 5 LXXI, την έκδοση δικαστικής εντολής όποτε η έλλειψη ρυθμιστικών διατάξεων καθιστά ανέφικτη την άσκηση συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και, στο άρθρο 103, παράγραφος 2, την άσκηση αγωγής αντισυνταγματικότητας, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε δικαστική κήρυξη αντισυνταγματικότητας που επιβάλλει στο αρμόδιο όργανο να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταστεί αποτελεσματική μια συνταγματική διάταξη).[25] Αν δεν υπάρχει καθόλου σχετική ρύθμιση, εκ των πραγμάτων είναι μάλλον αδύνατο να ελεγχθεί και η παράλειψη. Με άλλα λόγια, η απορρέουσα από τα κοινωνικά δικαιώματα « υποχρέωση του κράτους είναι προς την κοινωνία ως σύνολο, όπου σε περίπτωση μη εκπλήρωσής της, η επανόρθωση εναπόκειται στο κοινοβούλιο, και όχι στους πολίτες».[26]
Ωστόσο, οι προαναφερθείσες αντιρρήσεις σχετικά με την αγωγιμότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων γενικά, ή τουλάχιστον τη δυνατότητά τους να δημιουργούν άμεσα αξιώσεις για κοινωνικές παροχές, δεν διαφέρουν ποιοτικά από τις αντιρρήσεις που διατυπώνονται κατά του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων γενικότερα.[27] Οι περισσότερες συνταγματικές διατάξεις διατυπώνονται ούτως ή άλλως με υψηλότερο βαθμό αφαίρεσης σε σύγκριση με τους κοινούς νόμους και η «δυσκολία της αντι-πλειοψηφικής προσέγγισης»[28] ισχύει κατ’ αρχήν για τον δικαστικό έλεγχο γενικά. Επιπλέον, όχι μόνο τα κοινωνικά δικαιώματα, αλλά και τα ατομικά ή πολιτικά δικαιώματα πρέπει μερικές φορές να ρυθμίζονται μέσω των κοινών νόμων και απαιτούν κάποια κατανομή δημόσιων πόρων[29] προκειμένου να υλοποιηθούν (π.χ. οι βουλευτικές εκλογές δεν μπορούν να διεξαχθούν μόνο με βάση το Σύνταγμα χωρίς έναν λεπτομερή εκλογικό νόμο, και η διεξαγωγή τους συνεπάγεται σημαντικές δημόσιες δαπάνες). Έτσι, η αγωγιμότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων «είναι θέμα βαθμού και όχι ουσίας».[30] Πρέπει να προστεθεί εδώ ότι δεν υπάρχει «Σινικό Τείχος» που να χωρίζει τα ατομικά από τα κοινωνικά δικαιώματα και ότι και οι δύο αυτές έννοιες αναφέρονται σε ιδεότυπους και όχι σε κατηγορίες δικαιωμάτων. Είναι ενδεικτικό ότι, αν και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου περιέχει κυρίως ατομικά δικαιώματα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει χρησιμοποιήσει τις διατάξεις της για να αναπτύξει ένα εντυπωσιακό σώμα κοινωνικής νομολογίας.[31] Με άλλα λόγια, μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα ατομικά δικαιώματα ενδέχεται να έχουν ορισμένα κοινωνικές διαστάσεις ή προεκτάσεις (αν θέλει κανείς να χρησιμοποιήσει ορολογία προερχόμενη από τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, αν και σε διαφορετικό πλαίσιο[32]), όπως, αντίστροφα, τα κοινωνικά δικαιώματα μπορεί να έχουν διαστάσεις αρνητικού/αμυντικού χαρακτήρα παρόμοιες με αυτές των ατομικών δικαιωμάτων.
Επομένως, τα κοινωνικά δικαιώματα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλές προγραμματικές διακηρύξεις, δηλ. ευχολόγιο χωρίς ουσιαστικές συνέπειες. Μια τέτοιου είδους ερμηνεία θα υποκαθιστούσαν τον ερμηνευτή σε ρόλο (καταργητικού) συντακτικού νομοθέτη. Απεναντίας θα πρέπει να γίνει δεκτό, σε ένα συνταγματικό κράτος, το Σύνταγμα αποτελείται από δεσμευτικές επιταγές και δικαιώματα, παρά το γεγονός ότι η κανονιστική τους ισχύς μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τη φύση του καθενός από αυτά και, φυσικά, με τη διατύπωση που χρησιμοποιείται σε κάθε Σύνταγμα (π.χ. το Σύνταγμα της Ινδίας χαρακτηρίζει τα κοινωνικά δικαιώματα που περιλαμβάνονται στο Μέρος IV ως «κατευθυντήριες αρχές της κρατικής πολιτικής» και δηλώνει ρητά, στο άρθρο 37, ότι «δεν είναι εκτελεστά από κανένα δικαστήριο», εμποδίζοντας έτσι την άμεση δικαστική εφαρμογή τους). Άρα, όλες οι συνταγματικές διατάξεις πρέπει να θεωρούνται ότι έχουν κάποιο είδος κανονιστικού περιεχομένου, αν και ενδεχομένως διαφορετικό σε κάθε περίπτωση. Όσον αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα, στο βαθμό που κατοχυρώνονται στα εθνικά Συντάγματα, το περιεχόμενο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται τη δυνατότητα να γίνεται επίκληση τους ενώπιον των δικαστηρίων και να εκδικάζονται με τουλάχιστον τους ακόλουθους δέκα τρόπους ή μεθόδους ελέγχου, οι οποίες έχουν ήδη εφαρμοστεί κατά καιρούς από διάφορα δικαστήρια σε όλο τον κόσμο. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ορισμένες από αυτές τις μεθόδους συνεπάγονται ή προϋποθέτουν την ενεργοποίηση της νομοθετικής και/ή της εκτελεστικής εξουσίας, εκτός ή πριν από εκείνη της δικαστικής, προς την κατεύθυνση της εφαρμογής των κοινωνικών δικαιωμάτων (π.χ. ένα κεκτημένο από την υφιστάμενη κοινωνική νομοθεσία μπορεί να αναγνωριστεί και να προστατευθεί από τα δικαστήρια μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω νομοθεσία έχει ήδη ψηφιστεί από το κοινοβούλιο). Ωστόσο, άλλες υποδηλώνουν ότι το νομοθετικό σώμα ή η διοίκηση δεν ήταν διατεθειμένα να εφαρμόσουν ένα κοινωνικό δικαίωμα και, ως εκ τούτου, η εφαρμογή πρέπει να επιβληθεί με την υποβολή ένδικου βοηθήματος σε δικαστήριο (π.χ. μέσω της δικαστικής επιδίκασης αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί από το κράτος σε ιδιώτη για παραβίαση των κοινωνικών του δικαιωμάτων λόγω νομοθετικής παράλειψης). Η πρώτη περίπτωση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εφαρμογή ή υλοποίηση των κοινωνικών δικαιωμάτων με την ευρεία έννοια , ενώ η δεύτερη θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δικαστική επιβολή τους με τη στενή έννοια. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, εμπλέκονται τα δικαστήρια και τα κοινωνικά δικαιώματα διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της αντιδικίας, καθιστώντας τα έτσι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αγώγιμα.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η εφαρμογή των περισσότερων, ή και όλων, αυτών των δέκα μεθόδων ή τεχνικών δεν περιορίζεται μόνο στα κοινωνικά δικαιώματα, αλλά αποτελεί, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, συνήθη πρακτική και όσον αφορά την εφαρμογή άλλων συνταγματικών κανόνων. Έτσι, ένα κεκτημένο μπορεί να προκύψει από διαφορετικά είδη νομοθεσίας, π.χ. θεσμικές εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας, οι οποίες δεν μπορούν να καταργηθούν εάν η τελευταία είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη κατ’ αρχήν. Ο περιορισμός της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης μπορεί επίσης να απορρέει από το Σύνταγμα σε διάφορες περιπτώσεις, η αποχή του κράτους είναι αναπόφευκτη στα περισσότερα ατομικά δικαιώματα, η άμεση εφαρμογή τους από τις διοικητικές αρχές μπορεί να αποτελεί χαρακτηριστικό πολλών συνταγματικών κανόνων, οι νομοθετικοί περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων μπορούν να βασίζονται σε διάφορες συνταγματικές εκτιμήσεις κ.ο.κ. Επομένως, από καθαρά τεχνική άποψη, η αποδοχή της δικαστικής εφαρμογής των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν προϋποθέτει καμία ερμηνευτική επανάσταση.
4. Μέθοδοι δικαστικής εφαρμογής των κοινωνικών δικαιωμάτων
4.1.Σχετικό κοινωνικό κεκτημένο
Καταρχάς, τα κοινωνικά δικαιώματα μπορούν να υλοποιηθούν δικαστικά υπό τη μορφή ενός σχετικού «κοινωνικού κεκτημένου». Εφόσον και καθόσον ο νομοθέτης ανταποκρίθηκε ήδη στις συνταγματικές του υποχρεώσεις που απορρέουν από το ένα ή το άλλο κοινωνικό δικαίωμα και εξειδίκευσε τις κοινωνικές παροχές που πρέπει να χορηγούνται σε ορισμένα πρόσωπα υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα ήταν αντισυνταγματικό να περιοριστούν αυτές οι παροχές αυθαίρετα μέσω μεταγενέστερου νόμου του Κοινοβουλίου. Ως εκ τούτου, περιορισμοί των εν λόγω παροχών θα μπορούσαν να προβλεφθούν εκ των υστέρων μόνο εάν αυτό δικαιολογείται εξαιτίας υπαρκτών και πιεστικών δημοσιονομικών δυσχερειών [33] και υπό την προϋπόθεση ότι διατηρείται ένα προστατευτικό αποτέλεσμα επαρκές για την αξιοπρεπή διαβίωση του δικαιούχου. Υπό αυτή την έννοια, ο νεότερος νομοθέτης δεν έχει την εξουσία ούτε να καταργήσει πλήρως ούτε να περιορίσει αυθαίρετα την κοινωνική αυτή παροχή. Αυτή η αρχή της μη οπισθοδρόμησης υπό όρους απευθύνεται, φυσικά, πρωτίστως στον νομοθέτη. Ωστόσο, σε όσο βαθμό τα εθνικά δικαστήρια γενικά ή ένα συνταγματικό δικαστήριο έχουν την εξουσία να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των νόμων, αποτελούν επίσης αποδέκτες της αρχής αυτής και οφείλουν να εξετάζουν εάν ο νομοθέτης έχει υπερβεί τα όρια της εξουσίας του.
Αντίθετα, η θεωρία του απόλυτου κοινωνικού κεκτημένου, η οποία θεωρεί ότι και ο απλός περιορισμός των κοινωνικών παροχών είναι αντισυνταγματικός, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η διατήρηση ενός επιπέδου κοινωνικών παροχών, το οποίο είχε επιτευχθεί σε κάποια χρονική στιγμή στο παρελθόν, ενδέχεται να προσκρούει σε οικονομική αδυναμία του κράτους ή, εν πάση περιπτώσει, στην ανάγκη διοχέτευσης πόρων και προς άλλες κατευθύνσεις, όπως την εκτιμά η κυβέρνηση. Μια τέτοια παγίωση θα παραβίαζε, άλλωστε, την αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου σε θέματα δημοσιονομικής διαχείρισης. Αξίζει να σημειωθεί ότι μία από τις ανησυχίες που εκφράζονται σχετικά με την αγωγιμότητα των κοινωνικών δικαιώματων γενικά είναι ότι αυτή μπορεί να ωφελήσει περισσότερο τα στρώματα της μεσαίας τάξης παρά τα φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού, επειδή εκείνα έχουν «σχετικά λίγα να προστατεύσουν μέσω της μη επέμβασης», ή μπορεί ακόμη και να δυσκολεύονται να προσφύγουν στα δικαστήρια (π.χ. λόγω των δικαστικών εξόδων).[34] Προφανώς, τέτοιες ανησυχίες θα γίνονταν πιο έντονες εάν επρόκειτο να εδραιωθεί ένα απόλυτο κεκτημένο. Το «κεκτημένο» των κοινωνικών παροχών μπορεί, επομένως, κατ’ αρχήν, να υπόκειται θεμιτιτώς σε περαιτέρω περιορισμούς σε σχέση με το «κεκτημένο» των θεσμικών εγγυήσεων[35] όπου είτε δεν υπάρχει καθόλου οικονομικό κόστος για το κράτος είτε, πάντως, το κόστος αυτό δεν αποτελεί το προέχον και αποφασιστικό στοιχείο τους. Δεν είναι όμως συνταγματικά ανεκτή μια εντελώς αυθαίρετη, πέρα δηλαδή από τα όρια του προφανούς σφάλματος, μείωση των παροχών αυτών χωρίς να συντρέχουν επαρκείς δημοσιονομικοί λόγοι, ούτε η πλήρης κατάργηση ενός προστατευτικού καθεστώτος. Και ακόμη δεν είναι συνταγματικά ανεκτή η αιφνίδια και δραστική μείωσή μείωση των κοινωνικών παροχών, χωρίς πρόβλεψη μεταβατικών διατάξεων.
Για παράδειγμα, ήδη από τη δεκαετία του 1980, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πορτογαλίας έκρινε ότι η κατάργηση ενός προηγούμενου νόμου που θέσπιζε την Εθνική Υπηρεσία Υγείας παραβίαζε το άρθρο 64 του Συντάγματος του 1976 που εγγυάται το δικαίωμα στην υγεία).[36] Το Ουγγρικό Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, λίγα χρόνια μετά τη σύστασή του, ότι ένας νόμος που είχε ψηφιστεί το 1995 και προέβλεπε περικοπές στο επίδομα μητρότητας και στο επίδομα τέκνου ήταν αντισυνταγματικός, στο μέτρο που η εφαρμογή του επεκτεινόταν σε ήδη γεννηθέντα τέκνα. Η αιτιολογία ήταν ότι το άρθρο 70 Ε του Συντάγματος του 1949 (που ίσχυε τότε), το οποίο εγγυόταν το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση, σήμαινε ότι το κράτος έπρεπε να οργανώσει και να λειτουργήσει ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης το οποίο μπορούσε να τροποποιηθεί χωρίς, ωστόσο, να μειωθεί το εύρος των κοινωνικών παροχών κάτω από ένα ορισμένο ελάχιστο επίπεδο. Επιπλέον, το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Συντάγματος προέβλεπε ότι «η συνταγματικότητα περιλαμβάνει την τήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων». Ως εκ τούτου, η αρχή της ασφάλειας δικαίου θεωρήθηκε ότι έχει εξαιρετική σημασία για τα συστήματα κοινωνικών παροχών, τα οποία δεν μπορούν να τροποποιηθούν χωρίς ουσιώδη λόγο ή αιφνιδιαστικά. Δεδομένου ότι ο εν λόγω νόμος δεν προέβλεπε μεταβατική ρύθμιση όσον αφορά τα παιδιά που είχαν γεννηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του, παραβίαζε την αρχή αυτή και κηρύχθηκε αντισυνταγματικός.[37] Ομοίως, το 2002, το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου έκρινε ότι το άρθρο 23 του Συντάγματος του Βελγίου, το οποίο κατοχυρώνει, μεταξύ άλλων κοινωνικών δικαιωμάτων, το δικαίωμα σε «κοινωνική, ιατρική και νομική βοήθεια», απαγορεύει στον νομοθέτη να καταργήσει νομοθεσία που προέβλεπε ήδη τέτοια βοήθεια κατά τη στιγμή της θέσπισης του εν λόγω άρθρου. Αυτό δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται στον νομοθέτη να τροποποιήσει τους όρους της κοινωνικής βοήθειας, όπως αυτές είχαν προβλεφθεί τη δεδομένη στιγμή. Δεν μπορεί, ωστόσο, να λάβει μέτρα συνεπαγόμενα σημαντική υποβάθμιση του επιπέδου κοινωνικής βοήθειας.[38] Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Λετονίας ακολούθησε το παράδειγμά του το 2009, κρίνοντας ότι οι περικοπές στις συντάξεις παραβίαζαν το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση, διότι ο νομοθέτης δεν είχε προβεί σε «αντικειμενική και εμπεριστατωμένη μελέτη ανάλυσης των συνεπειών» των εν λόγω διατάξεων και δεν είχε «εξετάσει δεόντως εναλλακτικές λύσεις ούτε είχε σχεδιάσει μια ομαλή μετάβαση».[39] Σε ένα κάπως διαφορετικό πλαίσιο, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αργεντινής είχε ήδη κρίνει το 2004 ότι οι νομοθετικοί περιορισμοί στην αποζημίωση των εργαζομένων για επαγγελματικά ατυχήματα ή ασθένειες, οι οποίοι καταργούσαν ένα πιο ευνοϊκό σύστημα αποζημίωσης που υπήρχε στο παρελθόν, παραβίαζαν το συνταγματικό δικαίωμα σε αξιοπρεπείς και δίκαιες συνθήκες εργασίας.[40] Περίπου την ίδια περίοδο, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Κολομβίας, έχοντας προηγουμένως ακυρώσει μια ολόκληρη σειρά νομοθετικών μέτρων μείωσης παροχών σχετικών με διάφορα κοινωνικά δικαιώματα, έκρινε ότι τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποδεκτά μόνο εάν είχαν υιοθετηθεί μετά από προσεκτική εξέταση, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης πιθανών εναλλακτικών λύσεων και της αναλογικότητας σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο.[41]
4.2 Περιορισμός της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης
Το κανονιστικό περιεχόμενο των κοινωνικών δικαιωμάτων μπορεί να εκδηλωθεί περαιτέρω υπό τη μορφή υποχρέωσης της διοίκησης, όταν ο νόμος της παραχωρεί διακριτική ευχέρεια, να την ασκεί λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη προστασίας των εν λόγω δικαιωμάτων. Έτσι, για παράδειγμα, εάν οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις επιτρέπουν τη μετακίνηση δημοσίων υπαλλήλων από τον έναν τόπο στον άλλο, η οποία, κατ’ αρχήν, πραγματοποιείται ελεύθερα από τη διοίκηση κατόπιν αξιολόγησης των αναγκών της υπηρεσίας, το αρμόδιο διοικητικό όργανο πρέπει να λαμβάνει υπόψη την οικογενειακή και προσωπική κατάσταση των υποψηφίων για μετακίνηση, υπό το πρίσμα της συνταγματικής προστασίας της οικογένειας, ή την κατάσταση της υγείας τους, υπό το πρίσμα του δικαιώματος στην υγεία. Για παράδειγμα, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Κολομβίας διέταξε τη μετάθεση μιας εκπαιδευτικού που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, τα οποία επιδεινώνονταν λόγω της μεγάλης απόστασης που έπρεπε να διανύει για να φτάσει στον χώρο εργασίας της, σε άλλο χώρο εργασίας.[42] Ένα άλλο παράδειγμα μπορεί να αντληθεί από τη νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Νότιας Αφρικής, το οποίο έκρινε ότι μια διάταξη που παρέχει στις τοπικές αρχές τη διακριτική ευχέρεια να λαμβάνουν μέτρα για τη διατήρηση των περιοχών τους «σε υγιεινές και καθαρές συνθήκες» και την πρόληψη οποιασδήποτε «όχλησης» ή «επιβλαβούς κατάστασης» (άρθρο 20 του Νόμου περί Υγείας 63 του 1977) δεν μπορεί να ερμηνευθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη η υποχρέωση του κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Συντάγματος, να επιτύχει την προοδευτική υλοποίηση του δικαιώματος σε ένα επαρκές επίπεδο στέγασης. Ως εκ τούτου, η προαναφερθείσα διακριτική ευχέρεια δεν παρείχε στον δήμο του Γιοχάνεσμπουργκ λευκή επιταγή για να εκδιώξει τους καταληψίες από κτίρια που δεν πληρούν τις προδιαγραφές ασφάλειας και υγιεινής, χωρίς να παρέχει εναλλακτική στέγαση σε όσους δεν διαθέτουν τα μέσα να βρουν τέτοια στέγη.[43] Για άλλη μια φορά, όλα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν πρωτίστως ως συνέπεια μιας γενικής αρχής, δηλαδή ότι η δημόσια διοίκηση οφείλει να σέβεται το Σύνταγμα. Παρ’ όλα αυτά, τα δικαστήρια που είναι αρμόδια να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των διοικητικών πράξεων μπορούν να επιβάλλουν, μέσω της άσκησης αυτού του ελέγχου, το κανονιστικό περιεχόμενο των κοινωνικών δικαιωμάτων έναντι της ενδεχόμενης απροθυμίας ή αμέλειας των διοικητικών αρχών να συμμορφωθούν με τα δικαιώματα αυτά εξ αρχής.
4.3 Επιβολή της υποχρέωσης του κράτους να απέχει
Θα μπορούσε επιπλέον να γίνει δεκτό ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η απαίτηση προς το κράτος να απέχει από ένα συγκεκριμένο είδος παρέμβασης απορρέει άμεσα από ένα κοινωνικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα. Εάν, για παράδειγμα., μια ομάδα άπορων αστέγων έχει εγκατασταθεί αυθαίρετα σε δημόσια ή δημοτική έκταση και οι άνθρωποι αυτοί διαβιούν εκεί σε πρόχειρα κτίσματα εδώ και πολλά χρόνια και εξακολουθούν να βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία εξεύρεσης άλλης στέγης, η τελευταία θα μπορούσε να θεωρηθεί προαπαιτούμενο της βίαιης έξωσής τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Νότιας Αφρικής έκρινε ότι «ένα δικαστήριο θα πρέπει να είναι απρόθυμο να εκδώσει απόφαση έξωσης κατά σχετικά εγκατεστημένων κατοίκων, εκτός εάν είναι πεπεισμένο ότι υπάρχει διαθέσιμη μια εύλογη εναλλακτική λύση, έστω και ως προσωρινό μέτρο», επικαλούμενο το Άρθρο 26 του Συντάγματος (δικαίωμα στη στέγαση) σε συνδυασμό με το Άρθρο 6 του σχετικού Νόμου (19 του 1998).[44] Ομοίως, το Ανώτατο Δικαστήριο του Μπαγκλαντές έκρινε επιτακτική την ύπαρξη σχεδίου επανεγκατάστασης από την πλευρά της κυβέρνησης πριν προχωρήσει σε μαζική έξωση ατόμων από έναν άτυπο οικισμό.[45] Με άλλα λόγια, εάν η πραγματική κατάσταση που το κράτος είναι υποχρεωμένο, βάσει του σχετικού κοινωνικού δικαιώματος, να δημιουργήσει για το σύνολο της κοινωνίας έχει δημιουργηθεί, ακόμη και αν αυτό έγινε παράνομα σε σχέση με ορισμένα άτομα που χρειάζονται προστασία, και έχει πράγματι διαρκέσει για επαρκές χρονικό διάστημα, τότε δεν επιτρέπεται η ανατροπή της χωρίς να βρεθεί υποκατάστατο για τις ανάγκες τους. Όταν το κράτος είναι συνταγματικά υποχρεωμένο να παρέμβει θετικά και να προστατεύσει, φαίνεται μάλλον ανακόλουθο να δεχόμασταν ότι μπορεί αντίθετα να αναιρέσει την, έστω και παράνομα δημιουργημένη αλλά παγιωμένη πλέον, σχετική πραγματικότητα, αδιαφορώντας για την τύχη ανθρώπων που έχουν ανάγκη κοινωνικής προστασίας.
4.4 Άμεση εφαρμογή κοινωνικών δικαιωμάτων από διοικητικές αρχές
Εφόσον η δημόσια διοίκηση μπορεί να ενεργεί μόνο, στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης εθνικής έννομης τάξης, σύμφωνα με την αρχή secundum legem και intra legem, δηλαδή υπό την προϋπόθεση ότι ένας νόμος που ψηφίστηκε από το κοινοβούλιο εξουσιοδοτεί μια τέτοια ενέργεια και εντός των (ουσιαστικών) ορίων που θέτει, τότε ένα κοινωνικό δικαίωμα κατοχυρωμένο στο Σύνταγμα θα μπορούσε, υπό ορισμένες συνθήκες, να «αντικαταστήσει» τον εν λόγω νόμο όταν ο τελευταίος απουσιάζει. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να είναι δυνατή η άμεση εφαρμογή του κοινωνικού δικαιώματος από τη δημόσια διοίκηση, τουλάχιστον σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Π.χ., το Συνταγματικό Δικαστήριο της Νότιας Αφρικής έκρινε το 2001 ότι, αν και δεν υπήρχε νόμος του Κοινοβουλίου ο οποίος να εξουσιοδοτεί την κυβέρνηση να κατασκευάζει κατοικίες για άστεγους σε δημόσια γη, ένα τέτοιο κατασκευαστικό πρόγραμμα δεν υπερέβαινε τις αρμοδιότητές της, δεδομένου ότι το άρθρο 26 του Συντάγματος του 1996 ορίζει ότι «κάθε άτομο έχει το δικαίωμα πρόσβασης σε επαρκή στέγαση» και, επιπλέον, ότι «το κράτος πρέπει να λαμβάνει εύλογα νομοθετικά και άλλα μέτρα, στο πλαίσιο των διαθέσιμων πόρων του, για την προοδευτική υλοποίηση αυτού του δικαιώματος».[46]
4.5 Αποδοχή νομοθετικών περιορισμών σε ατομικά δικαιώματα
Τα κοινωνικά δικαιώματα μπορούν, επιπλέον, να παράσχουν έρεισμα για τον νομοθετικό περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι αναγνωρίζεται οποιοσδήποτε μορφής προβάδισμα ή ιεραρχικής προτεραιότητας των κοινωνικών έναντι των ατομικών δικαιωμάτων. Το ζητούμενο σε τέτοιες περιπτώσεις, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση όπου υπάρχει σύγκρουση μεταξύ εφαρμοστέων συνταγματικών δικαιωμάτων (ανεξάρτητα από το αν το ένα θεωρείται τυπικά ως ατομικό δικαίωμα και το άλλο ως κοινωνικό ή αν και τα δύο θεωρούνται κυρίως ως ατομικά δικαιώματα), είναι να εξασφαλιστεί η πρακτική εναρμόνιση στην άσκησή τους, έτσι ώστε το καθένα από αυτά να επιφέρει το άριστο (όχι το μέγιστο) δυνατό αποτέλεσμα για την προστασία του αντίστοιχου έννομου αγαθού.[47] Επομένως, δεν επιτρέπεται να τεθεί στο περιθώριο κανένα από τα συγκρουόμενα δικαιώματα, ενώ η αναγκαία στάθμιση μεταξύ τους οφείλει να στηριχθεί σε ευρύτερα αποδεκτά δεδομένα που προκύπτουν από την κοινωνική πραγματικότητα. Έτσι, εάν το Σύνταγμα, αφενός επιτρέπει την αποστέρηση των περιουσιακών στοιχείων των ατόμων μόνο για λόγους δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου ορίζει ότι το κράτος πρέπει να μεριμνά για τη στέγαση των αστέγων, τότε επιτρέπεται η απαλλοτρίωση αστικών οικοπέδων που είναι απαραίτητα για την κατασκευή καταλυμάτων για τους άστεγους. Ένα τέτοιο παράδειγμα μπορεί να βρεθεί στη νομολογία του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου, το οποίο έκρινε το 1991 ότι το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, σύμφωνα με το άρθρο 17 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη της 26.8.1789 (η τελευταία αποτελεί μέρος του Συντάγματος του 1958, σύμφωνα με το Προοίμιο του), συνεπάγεται κατ’ αρχήν το δικαίωμα του ιδιοκτήτη να δημιουργήσει εμπορικό σήμα και να το χρησιμοποιεί εντός των ορίων του νόμου. Η απαγόρευση της διαφήμισης και της προώθησης προϊόντων καπνού επηρεάζει, συνεπώς, την άσκηση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Ωστόσο, μια τέτοια απαγόρευση είναι, κατ’ αρχήν, συνταγματικά επιτρεπτή, δεδομένου ότι η παράγραφος 11 του Προοιμίου του Γαλλικού Συντάγματος του 1946 (το οποίο αποτελεί επίσης μέρος του Συντάγματος του 1958, σύμφωνα με το Προοίμιο του τελευταίου) προβλέπει ότι το κράτος «εγγυάται σε όλους… την προστασία της υγείας τους» και επειδή το κάπνισμα είναι επιβλαβές για την ανθρώπινη υγεία.[48]
Παραμένει ανοιχτό το ζήτημα κατά πόσον τέτοιοι περιορισμοί μπορούν, σε ακραίες περιπτώσεις, να φτάσουν έως το σημείο της απαγόρευσης ενός συγκεκριμένου είδους οικονομικής δραστηριότητας για τον ιδιωτικό τομέα και της εδραίωσης ενός δημόσιου μονοπωλίου. Θετική απάντηση δόθηκε από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Ελλάδας (Συμβούλιο της Επικρατείας), το οποίο έκρινε ότι το δικαίωμα στην υγεία, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παράγραφος 5 και στο άρθρο 21 παράγραφος 3 του Συντάγματος, συνεπάγεται το δικαίωμα στο νερό. Το δικαστήριο έκρινε ότι η επιδιωκόμενη ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων ύδρευσης της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, μέσω της επικείμενης πώλησης της πλειοψηφίας των μετοχών τους σε ιδιώτες, παραβιάζει την υποχρέωση του κράτους, βάσει των άρθρων 5 και 21 παράγραφος 3 του Συντάγματος,[49] να προστατεύει την υγεία των πολιτών, δεδομένου ότι η μετατροπή της δημόσιας επιχείρησης ύδρευσης σε ιδιωτική κερδοσκοπική επιχείρηση θέτει σε κίνδυνο τη συνέχεια της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας υψηλής ποιότητας, ενώ η συνέχεια αυτή δεν μπορεί να διασφαλιστεί πλήρως με την απλή εποπτεία της λειτουργίας της επιχείρησης από το κράτος.[50]
4.6 Ερμηνεία άλλων συνταγματικών κανόνων υπό το πρίσμα των κοινωνικών δικαιωμάτων
Μια άλλη πιθανότητα είναι τα κοινωνικά δικαιώματα να αποτελούν τη βάση, το κριτήριο, για την ερμηνεία άλλων συνταγματικών διατάξεων από τα δικαστήρια σύμφωνα με αυτά. Για παράδειγμα, στην Ινδία, το τρίτο μέρος του Συντάγματος, υπό τον τίτλο «Θεμελιώδη Δικαιώματα», κατοχυρώνει κυρίως τα ατομικά δικαιώματα (ισότητα, ελευθερία έκφρασης, συνάθροισης και συνένωσης, προστασία της ζωής και της προσωπικής ελευθερίας κ.λπ.) και περιλαμβάνει μια συγκεκριμένη διάταξη (άρθρο 12 παράγραφος 2), η οποία απαγορεύει και κηρύσσει άκυρο κάθε νόμο που παραβιάζει τα δικαιώματα αυτού του μέρους του Συντάγματος. Αντίθετα, τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην εργασία και στην εκπαίδευση, η βελτίωση της δημόσιας υγείας κ.λπ., κατοχυρώνονται στο τέταρτο μέρος του Συντάγματος υπό τον τίτλο «Κατευθυντήριες Αρχές της Κρατικής Πολιτικής», όπως ήδη αναφέρθηκε. Παρ’ όλα αυτά, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε το 1993 ότι το δικαίωμα στην δωρεάν πρωτοβάθμια εκπαίδευση ενυπάρχει ήδη στο άρθρο 21 του Συντάγματος («κανείς δεν μπορεί να στερηθεί τη ζωή του…») ως έκφανση του δικαιώματος στη ζωή. Έτσι, το άρθρο 21 ερμηνεύτηκε, αρκετά τολμηρά, υπό το πρίσμα του άρθρου 41 («το Κράτος, εντός των ορίων της οικονομικής του ικανότητας και ανάπτυξης, λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα για τη διασφάλιση του δικαιώματος… στην εκπαίδευση») και του άρθρου 45 («το Κράτος καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την παροχή … εκπαίδευσης σε όλα τα παιδιά…») του Συντάγματος. Επιπλέον, οι δημόσιες αρχές που αμελούσαν τις σχετικές υποχρεώσεις τους μπορούσαν, από τότε και στο εξής, να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων.[51] Όλα αυτά βρήκαν τόσο θετική απήχηση στην κοινή γνώμη, ώστε λίγα χρόνια αργότερα (το 2002), με συνταγματική αναθεώρηση προστέθηκε στο Σύνταγμα το άρθρο 21Α, το οποίο προβλέπει ρητά το δικαίωμα στη δωρεάν εκπαίδευση για παιδιά ηλικίας 6 έως 14 ετών (αν και στην πράξη εξακολουθούν να υφίστανται προβλήματα).[52]
4.7 Ερμηνεία των νόμων σύμφωνα με το Σύνταγμα
Μια περαιτέρω μέθοδος δικαστικής εφαρμογής μπορεί να είναι η ερμηνεία της κοινής νομοθεσίας σύμφωνα με τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα. Από αυτή την άποψη, η νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Νότιας Αφρικής φαίνεται να προσφέρει ένα κατάλληλο παράδειγμα. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε το 2004 ότι η απαίτηση για δικαστική «εξέταση όλων των σχετικών περιστάσεων» πριν από την έκδοση διαταγής εκτέλεσης θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπεριέχεται στο άρθρο 66(1) του Magistrate’s Court Act της Νότιας Αφρικής, το οποίο επέτρεπε, υπό ορισμένες συνθήκες, πλειστηριασμό της ακίνητης περιουσίας των οφειλετών βάσει δικαστικής απόφασης χωρίς περαιτέρω έλεγχο. Η αιτιολογία ήταν ότι κάθε μέτρο που επιτρέπει τη στέρηση της υπάρχουσας πρόσβασης ενός ατόμου σε «κατάλληλη στέγαση» περιορίζει το δικαίωμα στη στέγαση που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, ο περιορισμός αυτός πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι «εύλογος και δικαιολογημένος σε μια ανοιχτή και δημοκρατική κοινωνία», σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Επομένως, θα πρέπει να υφίσταται δικαστικός έλεγχος ως προς το αν «ο πλειστηριασμός αυτός, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα ήταν κατάφωρα δυσανάλογος… ιδίως εάν το εν λόγω μέτρο εκτέλεσης είναι πιθανό να καταστήσει τον οφειλέτη… εντελώς άστεγο».[53] Με άλλα λόγια, το Magistrate’s Court Act της Νότιας Αφρικής ερμηνεύθηκε, με αρκετά δημιουργικό τρόπο, σύμφωνα με το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα στη στέγαση. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως περίπτωση ερμηνείας σύμφωνης με το Σύνταγμα.[54]
4.8 Χορήγηση ατομικής αποζημίωσης για παραβίαση κοινωνικού δικαιώματος
Υπάρχουν επίσης ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες, παρά τις επιφυλάξεις που θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς όσον αφορά την αγωγιμότητα των αξιώσεων που απορρέουν άμεσα από κοινωνικά δικαιώματα, μια τέτοια αξίωση θα πρέπει να θεωρείται συνταγματικά κατοχυρωμένη, ανάλογα φυσικά με τη διατύπωση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων και με τα ενδεχόμενα ιδιόμορφα χαρακτηριστικά του εκάστοτε κοινωνικού δικαιώματος. Εάν το Σύνταγμα προβλέπει το δικαίωμα σε (κρατικά χρηματοδοτούμενη) υγειονομική περίθαλψη, τότε οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν το νόμιμο δικαίωμα να λαμβάνουν κατάλληλη περίθαλψη σε δημόσιες υγειονομικές εγκαταστάσεις σε περίπτωση επείγουσας κατάστασης που απειλεί τη ζωή τους (εφόσον και καθόσον υπάρχουν τέτοιες εγκαταστάσεις και μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το επείγον ζήτημα). Οποιαδήποτε αντίθετη παραδοχή θα ισοδυναμούσε με πλήρη άρνηση του δικαιώματος στην υγειονομική περίθαλψη για τους ασθενείς, καθώς και με άρνηση του δικαιώματός τους στη ζωή και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια (άρθρα 1 και 3 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ του 1948). Επομένως, εάν σε έναν ασθενή δεν παρασχεθεί η εν λόγω περίθαλψη, τότε το κράτος και/ή ο σχετικός δημόσιος φορέας μπορεί να φέρει ευθύνη για την πρόκληση ζημίας.
Σε μια τέτοια περίπτωση (ένα άτομο που υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία μετά από σιδηροδρομικό ατύχημα δεν έγινε δεκτό σε διάφορα δημόσια νοσοκομεία λόγω έλλειψης κενών κλινών και αναγκάστηκε να πληρώσει για τη θεραπεία του σε ιδιωτικό νοσοκομείο), το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας επικαλέστηκε το δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 21 του Συντάγματος), χωρίς πάντως αναφορά στις, περισσότερο ή λιγότερο σχετικές, διατάξεις των «κατευθυντήριων αρχών της κρατικής πολιτικής» του άρθρου 41 (δικαίωμα σε κοινωνική πρόνοια) και του άρθρου 47 (βελτίωση της δημόσιας υγείας) και επιδίκασε αποζημίωση στον ασθενή (είναι χαρακτηριστικό ότι το καθορισθέν ποσό ήταν υψηλότερο από το πραγματικό κόστος της νοσηλείας σε ιδιωτικό φορέα παροχής υπηρεσιών υγείας).[55] Ένα παρόμοιο παράδειγμα θα μπορούσε να είναι το δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όσο βαθμό κατοχυρώνεται κατηγορηματικά στο Σύνταγμα για όλα τα παιδιά. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας αποφάνθηκε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 4 του Συντάγματος της Ιρλανδίας («το κράτος παρέχει δωρεάν πρωτοβάθμια εκπαίδευση…»), επιβάλλεται στο κράτος η υποχρέωση να παρέχει εκπαίδευση σε όλα τα παιδιά, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με σωματική ή/και διανοητική αναπηρία, για τα οποία πρέπει να υιοθετηθεί ένα κατάλληλο διαφορετικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Δεδομένου ότι το κράτος δεν συμμορφώθηκε, επιδικάστηκε αποζημίωση εις βάρος του, η οποία κάλυπτε τα έξοδα των γονέων για ιδιωτικά μαθήματα.[56] Σε μια παρόμοια υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αργεντινής διέταξε τις δημόσιες αρχές να χρηματοδοτήσουν το κόστος φοίτησης σε ιδιωτικό σχολείο για παιδιά με αναπηρίες, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν κενές θέσεις σε ειδικά σχολεία.[57] Είναι αυτονόητο ότι η αποζημίωση, ως τέτοια, δεν διορθώνει το συνολικό έλλειμμα συμμόρφωσης εάν δεν ακολουθήσει νομοθετική πρωτοβουλία,[58] ωστόσο, μπορεί να ασκήσει σημαντική πίεση στο νομοθετικό σώμα να αναλάβει δράση, δεδομένου ότι το κράτος ενδέχεται να αντιμετωπίσει πληθώρα αγωγών βάσει του νομολογιακού προηγούμενου που δημιουργήθηκε με αυτόν τον τρόπο.
Ωστόσο, αυτή η μέθοδος ελέγχου, όπως εφαρμόστηκε από τα δικαστήρια της Βραζιλίας σε σχέση με το δικαίωμα στην υγεία (το οποίο κατοχυρώνεται στα άρθρα 6 και 196 του Συντάγματος της Βραζιλίας), υποχρεώνοντας το κράτος να χρηματοδοτεί δαπανηρές θεραπείες για σοβαρές ασθένειες, έχει προκαλέσει έντονη κριτική. Έχει υποστηριχθεί ότι «όταν οι διάδικοι είναι ήδη προνομιούχοι όσον αφορά το βιοτικό επίπεδο, όπως συνήθως συμβαίνει, δεδομένου ότι η πρόσβαση στα δικαστήρια είναι δαπανηρή στις πλείστες των περιπτώσεων, οι δικαστικές διαμάχες για τα κοινωνικά δικαιώματα χρησιμεύουν στην ενίσχυση αυτών των προνομίων», καθώς «είναι πιθανό να οδηγήσουν σε αναδιανομή πόρων από ολοκληρωμένα προγράμματα που απευθύνονται στο ευρύ κοινό προς τις προνομιούχες μειοψηφίες που προσφεύγουν στη δικαιοσύνη».[59] Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι το κόστος των δικαστικών δαπανημάτων αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα, το οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί με μέσα όπως προγράμματα παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής στους ενδεείς. Όσον αφορά τους πόρους, οι δικαστικές αποφάσεις συνήθως δεν υποχρεώνουν το κράτος να ανακατανείμει κονδύλια που έχουν ήδη προοριστεί για άλλα είδη κοινωνικών δαπανών. Η συμμόρφωση μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση ειδικού κονδυλίου του προϋπολογισμού προορισμένου για την κάλυψη των δαπανών που προκύπτουν από δικαστικές αποφάσεις οι οποίες επιδικάζουν αποζημίωση εις βάρος του κράτους γενικά ή από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής κ.λπ. Επομένως, σε όσο βαθμό οι εν λόγω δικαστικές διαμάχες έχουν ωφελήσει τμήματα του πληθυσμού που χρειάζονται κοινωνική προστασία λιγότερο από άλλα τμήματα, η ευθύνη δεν πρέπει να αποδοθεί στους δικαστές ή στη δικαστική εφαρμογή των κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά στους πολιτικούς μιας συγκεκριμένης χώρας.
4.9 Έκδοση δήλωσης – διακήρυξης ασυμβατότητας
Μια άλλη, αν και αδύναμη,[60] μορφή δικαστικού ελέγχου της συμπεριφοράς του νομοθετικού σώματος ή/και της διοίκησης όσον αφορά την εφαρμογή (ή τη μη εφαρμογή) των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι η απλή έκδοση δήλωσης-διακήρυξης ασυμβατότητας υπό τη μορφή δικαστικής απόφασης, χωρίς περαιτέρω άμεσες νομικές συνέπειες. Έτσι, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Νότιας Αφρικής έκρινε στην απόφασή του στην υπόθεση Grootboom το 2000 ότι το άρθρο 26(2) του Συντάγματος (το οποίο υποχρεώνει το κράτος να «λάβει εύλογα νομοθετικά και άλλα μέτρα, στο πλαίσιο των διαθέσιμων πόρων του, για την προοδευτική υλοποίηση» του δικαιώματος στη στέγαση) «απαιτεί από το κράτος να σχεδιάσει και να εφαρμόσει, στο πλαίσιο των διαθέσιμων πόρων του, ένα ολοκληρωμένο… πρόγραμμα για την προοδευτική υλοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης σε επαρκή στέγαση» και ότι η κρατική δράση που αναλήφθηκε προς τον σκοπό αυτό «δεν ανταποκρινόταν» στις απαιτήσεις αυτές. Πρόσθεσε ότι πρέπει να εφαρμοστούν «εύλογα μέτρα» «για την ανακούφιση των ανθρώπων… που ζουν σε ανυπόφορες συνθήκες», χωρίς όμως να ορίζει με ακρίβεια τα μέτρα αυτά ή να καθορίζει χρονοδιάγραμμα.[61] Κατά συνέπεια, οι συνθήκες διαβίωσης των συγκεκριμένων εναγόντων, αστέγων στην περιοχή του Κέιπ Τάουν, δεν βελτιώθηκαν σημαντικά[62] αν και έχει υποστηριχθεί ότι ο έλεγχος του εύλογου χαρακτήρα των ληπτέων μέτρων που επέβαλε το Συνταγματικό Δικαστήριο οδήγησε σε μακροπρόθεσμες αλλαγές πολιτικής και συνεπώς συνιστούσε «στρατηγική σοφία».[63] Ομοίως, το 2005, το Συνταγματικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άρνηση της κυβέρνησης να παρέχει ένα συγκεκριμένο φάρμακο σε ασθενείς με HIV/AIDS σε δημόσιες δομές υγείας, εκτός από ορισμένους χώρους εκπαίδευσης και έρευνας, παραβίαζε το άρθρο 27 του Συντάγματος (δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης), ωστόσο απέφυγε να ορίσει οποιοδήποτε δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για την παροχή του φαρμάκου.[64] Η πρακτική αποτελεσματικότητα τέτοιων αφηρημένων δικαστικών δηλώσεων εξαρτάται προφανώς από το θεσμικό κύρος των δικαστηρίων που τις εκδίδουν. Όσο υψηλότερο είναι αυτό το κύρος σε μια δεδομένη κοινωνία, τόσο πιο έντονη πίεση θα αισθανθεί το πολιτικό σύστημα να λάβει τουλάχιστον κάποια επιπλέον μέτρα προς την κατεύθυνση που υποδεικνύει η απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και μια διαπιστωτική απόφαση είναι κάτι περισσότερο από την απουσία οποιασδήποτε απόφασης (ή από μια απόφαση που απλώς δηλώνει ότι ένα κοινωνικό δικαίωμα δεν είναι δικαστικά επιδιώξιμο). Ένα καλό παράδειγμα είναι το άρθρο 31 παράγραφος 4 του Συντάγματος της Ινδονησίας, το οποίο συνοδεύει το δικαίωμα κάθε πολίτη να λαμβάνει εκπαίδευση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου με μια πρόβλεψη ότι «το κράτος θα δώσει προτεραιότητα στον προϋπολογισμό για την εκπαίδευση σε ποσοστό τουλάχιστον 20 % του κρατικού προϋπολογισμού και των περιφερειακών προϋπολογισμών». Στην πράξη, όμως, οι δημόσιες δαπάνες για εκπαιδευτικούς σκοπούς ήταν πολύ χαμηλότερες από το συνταγματικό όριο και τούτο οδήγησε σε επανειλημμένες αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες οι νόμοι περί κρατικού προϋπολογισμού κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα κρίθηκαν αντισυνταγματικοί. Παρά το γεγονός ότι οι αποφάσεις εκείνες δεν ακύρωσαν τον προϋπολογισμό (δεδομένου ότι μια τέτοια ακύρωση θα ήταν αντίθετη προς την οικονομική σταθερότητα), οι κρίσεις περί αντισυνταγματικότητας συνέβαλαν στο να ωθήσουν την κυβέρνηση να αυξήσει σταδιακά τις δαπάνες για την εκπαίδευση[65] έως το σημείο που έχουν πλέον φθάσει στο όριο αναφοράς του 20%.
4.10 Έκδοση δικαστικών διαταγών προς τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία
Πολύ πιο αποτελεσματική από μια αφηρημένη δήλωση-διακήρυξη ασυμβατότητας θα ήταν, φυσικά, μια δικαστική διαπίστωση ότι η κυβέρνηση έχει ήδη παραλείψει να εκπληρώσει τις συνταγματικές της υποχρεώσεις που απορρέουν από ένα κατοχυρωμένο κοινωνικό δικαίωμα ή ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος τέτοιας παράλειψης, συνοδευόμενη από συγκεκριμένες εντολές προς τις αρμόδιες δημόσιες αρχές να ενεργήσουν με τον τρόπο που ορίζει το δικαστήριο. Είναι αυτονόητο ότι μια τέτοια πορεία δράσης προϋποθέτει την ύπαρξη κατάλληλων ενδίκων βοηθημάτων στο πλαίσιο της εθνικής έννομης τάξης. Επομένως, το επίπεδο της πραγματικής προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων εξαρτάται όχι μόνο από την ουσιαστική κατοχύρωσή τους στο Σύνταγμα της εκάστοτε χώρας, αλλά και από τους εφαρμοστέους διαδικαστικούς κανόνες. Εάν οι τελευταίοι επιτρέπουν σε μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) να υποβάλλουν ένδικα βοηθήματα για την αντιμετώπιση προβληματικών καταστάσεων γενικά και στα δικαστήρια να δίνουν εντολές προς τη Διοίκηση ώστε να ενεργεί σύμφωνα με συγκεκριμένες κατευθύνσεις, υλοποιώντας το περιεχόμενο ενός συγκεκριμένου κοινωνικού δικαιώματος, τότε ένα τέτοιο δικαίωμα μπορεί να αποκτήσει υψηλότερο επίπεδο πρακτικής αποτελεσματικότητας σε σύγκριση με χώρες όπου τίθενται ως προϋποθέσεις παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων η ύπαρξη έννομου συμφέροντος και αξίωση αποκατάστασης της προκληθείσας ζημίας.
Για άλλη μια φορά, η Ινδία μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα σε αυτό το πλαίσιο, δεδομένου ότι εκεί υπάρχει η δυνατότητα άσκησης ενδίκου βοηθήματος δημοσίου συμφέροντος (PIL), όπως αυτή που κατατέθηκε το 2001 από τη People’s Union for Civil Liberties με στόχο την εφαρμογή του κοινωνικού δικαιώματος στη σίτιση σε διάφορες πολιτείες όπου ο κίνδυνος λιμοκτονίας ήταν οξύς. Το Ανώτατο Δικαστήριο δέχτηκε ότι το δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 21 του Συντάγματος) περιλαμβάνει ένα βασικό δικαίωμα στη σίτιση[66] και προχώρησε στην έκδοση λεπτομερούς προσωρινής διαταγής για τη δωρεάν διανομή τροφίμων σε όλα τα δημόσια σχολεία εντός καθορισμένων ημερομηνιών.[67] Το Δικαστήριο θέσπισε ένα σύστημα παρακολούθησης για να διασφαλίσει την εφαρμογή των σχετικών αποφάσεών του, το οποίο λειτούργησε για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια (μέχρι το 2017, όταν η υπόθεση έκλεισε επίσημα) και συνέβαλε σε σημαντική βελτίωση της αντιμετώπισης του προβλήματος του υποσιτισμού στην Ινδία.[68] Επιπλέον, μπορεί να αναφερθεί εδώ και η λεγόμενη απόφαση «Hartz IV» του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, αν και η νομική της βάση δεν ήταν, κατά κυριολεξία, ένα κοινωνικό δικαίωμα. Το 2010, το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα θεμελιώδες δικαίωμα στην εγγύηση ενός ελάχιστου αξιοπρεπούς ορίου διαβίωσης απορρέει από την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 1 παράγραφος 1 του Γερμανικού Συντάγματος). Το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα διασφαλίζει σε κάθε άτομο που χρήζει βοήθειας τις υλικές προϋποθέσεις, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη διαβίωση του και για τη συμμετοχή στην κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική ζωή. Προκειμένου να προσδιοριστεί η έκταση της σχετικής αξίωσης, ο νομοθέτης πρέπει να αξιολογήσει ρεαλιστικά και συνολικά όλες τις δαπάνες που είναι απαραίτητες για την διαβίωση ενός ατόμου, με διαφανή και ταχεία διαδικασία, βάσει αξιόπιστων στοιχείων και κατάλληλων μεθόδων υπολογισμού.[69] Με άλλα λόγια, το Συνταγματικό Δικαστήριο ερμήνευσε τη ρήτρα του κοινωνικού κράτους πρόνοιας με ενεργητικό τρόπο, αποδεχόμενο ουσιαστικά ότι αυτή εμπεριέχει ένα κοινωνικό δικαίωμα σε ένα ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης, και κήρυξε αντισυνταγματικές ορισμένες διατάξεις του κοινού δικαίου σχετικά με την κοινωνική πρόνοια, επειδή ο νομοθέτης δεν βασίστηκε σε μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση των αναγκών των δικαιούχων. Επιπλέον, έθεσε προθεσμία στον νομοθέτη έως το τέλος του 2010 προκειμένου να επαναξιολογήσει κατάλληλα τις εν λόγω ανάγκες. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν μια σημαντική αύξηση των εν λόγω κοινωνικών παροχών.[70] Ομοίως, το 2012 το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι ορισμένες διατάξεις του Νόμου περί Παροχών των Αιτούντων Άσυλο ήταν ασυμβίβαστες με το θεμελιώδες δικαίωμα στην εγγύηση ενός αξιοπρεπούς ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης και ότι ο νομοθέτης υποχρεούται να θεσπίσει νέες διατάξεις χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Εν τω μεταξύ, έως τη θέσπιση της νέας αυτής νομοθεσίας, διέταξε να υπολογίζονται (δηλ. να αυξάνονται) οι παροχές με βάση άλλες διατάξεις του Κώδικα Κοινωνικού Δικαίου (Gesetz zur Ermittlung der Regelbedarfe nach § 28 Sozialgesetzbuch Zwölftes Buch).[71] Ομοίως, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Κολομβίας έχει αναπτύξει το λεγόμενο δόγμα της «αντισυνταγματικής κατάστασης πραγμάτων», εκδίδοντας διαταγές προς την κυβέρνηση σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης de facto καταστάσεων που δεν συνάδουν με τα συνταγματικά κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα και εποπτεύοντας την εφαρμογή τους, κυρίως σε υποθέσεις σχετικές με το πρόβλημα των εσωτερικά εκτοπισμένων ατόμων (λόγω εμφύλιων συγκρούσεων) και το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης.[72]
4.11 Το ζήτημα της ενδεχόμενης οριζόντιας ισχύος των κοινωνικών δικαιωμάτων
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η επισκόπηση των δέκα προαναφερθεισών μεθόδων ελέγχου που παρουσιάζεται εδώ δεν καλύπτει το σύνολο των νομικών προβλημάτων που συνδέονται με τη δικαστική εφαρμογή των κοινωνικών δικαιωμάτων. Ένα σημαντικό ερώτημα που αφορά επίσης το εύρος εφαρμογής των εν λόγω μεθόδων ελέγχου είναι, για παράδειγμα, αν τα κοινωνικά δικαιώματα ασκούνται κατ’ αρχήν μόνο έναντι του κράτους και άλλων δημόσιων φορέων ή αν μπορούν να έχουν τριτενέργεια ή «οριζόντιο αποτέλεσμα» έναντι των ιδιωτών.[73] Πρόκειται βέβαια για ένα ευρύτερο ζήτημα που αφορά επίσης τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, και πολλά εξαρτώνται από τη διατύπωση που χρησιμοποιείται σε κάθε συνταγματικό κείμενο. Εάν το τελευταίο προβλέπει ότι το κράτος πρέπει να παρέχει τη μία ή την άλλη κοινωνική παροχή στους πολίτες του ή στον πληθυσμό του, τότε είναι μάλλον δύσκολο να υποστηριχθεί ότι το αντίστοιχο κοινωνικό δικαίωμα είναι δεσμευτικό και για ιδιώτες. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές δικαστικές αποφάσεις σε διάφορες χώρες που φαίνεται να κλίνουν προς αυτή την κατεύθυνση για ορισμένα κοινωνικά δικαιώματα. Έτσι, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Κολομβίας έχει διατάξει επανειλημμένα ιδιωτικούς φορείς υγειονομικής περίθαλψης να πληρώσουν δαπανηρές θεραπείες για τους πελάτες τους, αν και πρέπει να σημειωθεί ότι οι εν λόγω ιδιωτικοί φορείς μπόρεσαν να αποζημιωθούν από το κράτος, το οποίο έχει αναλάβει την ευθύνη για τη δημόσια υγεία σύμφωνα με το άρθρο 49 του Συντάγματος.[74] Ομοίως, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αργεντινής έκρινε ότι άρνηση μιας ιδιωτικής ασφαλιστικής εταιρείας υγείας να διατηρήσει την ασφάλιση ενός ασθενούς με HIV συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος στην υγεία.[75] Είναι αμφισβητήσιμο εάν αυτή η νομολογία, ή η προαναφερθείσα απόφαση Jaftha κατά Schoeman του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Νότιας Αφρικής σχετικά με την αναλογικότητα της εκτέλεσης επί ακινήτων (η οποία αναφέρθηκε ως παράδειγμα ερμηνείας σύμφωνης με το Σύνταγμα), συνεπάγεται αποδοχή τριτενέργειας ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, η δικαστική εφαρμογή των κοινωνικών δικαιωμάτων έχει ιστορία μόλις δεκαετιών (σε σύγκριση με την ιστορία αιώνων των ατομικών δικαιωμάτων) και, ως εκ τούτου, μια σειρά σημαντικών ερωτημάτων σχετικά με αυτό το θέμα περιμένει να απαντηθεί στο μέλλον.
5. Τα κοινωνικά δικαιώματα στη σύγχρονη πραγματικότητα
Τα κοινωνικά δικαιώματα αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα συνταγματικών διατάξεων, η εφαρμογή των οποίων υπερβαίνει τις δυνατότητες κάθε μεμονωμένου εθνικού κράτους. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα περισσότερα από τα σχετικά ζητήματα (συνθήκες εργασίας, αμοιβές, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης κ.λπ.) συνδέονται άμεσα με τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά σε εθνικό επίπεδο (π.χ. μια σημαντική αύξηση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης θα μπορούσε να καταστήσει κάποια μορφή οικονομικής δραστηριότητας μη κερδοφόρα για τους εργοδότες και να τους οδηγήσει να μετεγκαταστήσουν τις επιχειρήσεις τους σε άλλες χώρες, αυξάνοντας έτσι την ανεργία κ.ο.κ.). Έτσι, η αναβάθμιση ή ακόμη και η διατήρηση του ίδιου επιπέδου κοινωνικής προστασίας απαιτεί διακρατική συνεργασία και τη διασφάλιση ενός συγκρίσιμου επιπέδου δικαιωμάτων τουλάχιστον σε άμεσα ανταγωνιστικές οικονομίες (π.χ. σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης). Στην πράξη, ωστόσο, φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια και με επιταχυνόμενο ρυθμό γίνονται προσπάθειες για το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των εθνικών οικονομιών μέσω της de facto υποβάθμισης των κοινωνικών δικαιωμάτων, ειδικά στην περίπτωση χωρών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες και υποβάλλουν αίτηση για δάνεια από το ΔΝΤ, καθώς οι προϋποθέσεις αυτών των δανείων συχνά περιλαμβάνουν βαριές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες.[76]
Τελικά φαίνεται ότι, παρά τον ακτιβισμό διαφόρων δικαστηρίων σε όλο τον κόσμο για την εφαρμογή των κοινωνικών δικαιωμάτων, τα τελευταία συνολικά προσελκύουν σχετικά περιορισμένο ενδιαφέρον και συγκαταλέγονται μεταξύ των συνταγματικών κανόνων που εφαρμόζονται λιγότερο.[77] Αυτή η απόκλιση είναι επίσης εμφανής στα διάφορα συστήματα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακόμη και σε διεθνές[78] επίπεδο. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης λειτουργεί ένα ισχυρό και αποτελεσματικό σύστημα προστασίας των πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων που βασίζεται στην εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,[79] αλλά ένα μάλλον αδύναμο σύστημα διασφάλισης των κοινωνικών δικαιωμάτων μέσω της εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη μέσα από τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων.[80] Παρόμοια απόκλιση παρατηρείται ακόμη και σε ορισμένα εθνικά νομικά συστήματα, όπως αυτά της Ινδίας, της Νιγηρίας κ.λπ.
Επιπλέον, σε όσο βαθμό που οι υφιστάμενες εισοδηματικές ανισότητες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως αντίθετος δείκτης της πρακτικής αποτελεσματικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων, φαίνεται πως το ευρωπαϊκό μοντέλο του κοινωνικού κράτους έχει βρει λιγότερη απήχηση σε άλλα μέρη του κόσμου. Σε πολλές περιπτώσεις, ενώ συνταγματικές διατάξεις κατοχυρώνουν τα κοινωνικά δικαιώματα, οι εισοδηματικές και περιουσιακές ανισότητες είναι τόσο έντονες ώστε η άμβλυνσή τους μέσω αναδιανεμητικών πολιτικών δεν είναι εύκολη. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις, οι έντονες εισοδηματικές ανισότητες είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που αγνοούν κατάφωρα τη συνταγματική κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τις πέντε χώρες με τις χειρότερες εισοδηματικές ανισότητες παγκωσμίως (σε επίπεδο περίπου 60 % του συντελεστή Gini), μόνο το Σύνταγμα της Μποτσουάνα δεν περιλαμβάνει κανόνες με περιεχόμενο ή διάσταση κοινωνικής προστασίας. Στις υπόλοιπες χώρες, μπορεί κανείς να βρει διακηρύξεις αδελφοσύνης (άρθ. 4 Συντ. Αϊτής), ευημερίας και αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης για όλους τους πολίτες (άρθ. 98 Συντ. Ναμίμπια), επίτευξης της ισότητας ως αξίας επί της οποίας θεμελιώνεται το κράτος (άρθ. 1 Συντ. Νότιας Αφρικής) ή κοινωνικής δικαιοσύνης και δίκαιης κατανομής του εθνικού εισοδήματος (άρθ. 6 Συντ. Σουρινάμ), ενώ αφθονούν τα επιμέρους κοινωνικά δικαιώματα (άρθρα 19, 22 και 23 του Συντάγματος της Αϊτής, άρθρα 14, 15 και 20 του Συντάγματος της Ναμίμπια, άρθρα 26–29 του Συντάγματος της Νότιας Αφρικής, άρθρα 39 και 49–51 του Συντάγματος του Σουρινάμ).[81]
Ωστόσο, η προώθηση ενός ορισμένου βαθμού διανεμητικής ισότητας μέσω μιας πιο εντατικής εφαρμογής των κοινωνικών δικαιωμάτων[82] ενδέχεται να έχει κρίσιμη σημασία για την ίδια την επιβίωση του συνταγματισμού. Πράγματι, οι διαφορές που περιγράφηκαν παραπάνω μεταξύ των πολιτικών και των κοινωνικών δικαιωμάτων, καθώς και η ευπάθεια των κοινωνικών δικαιωμάτων στο συνολικό συνταγματικό τοπίο, μπορούν να θεωρηθούν ως ένας από τους κύριους κινδύνους που αντιμετωπίζει ο συνταγματισμός. Στο διεθνές πεδίο, η παγκοσμιοποίηση έχει φτάσει σε ένα σχεδόν υπερ-συνταγματικό επίπεδο· διεθνείς οργανισμοί παγκόσμιας (π.χ. ΠΟΕ) ή περιφερειακής εμβέλειας (π.χ. ΕΕ ή NAFTA) εγγυώνται την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων πέρα από τα σύνορα, αλλά αυτή η πρακτική έχει οδηγήσει πολλές χώρες να αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά τη φορολογία του κεφαλαίου και των κερδών.[83] Έτσι, οι κυβερνήσεις είναι όλο και πιο ανίκανες να χρηματοδοτήσουν και να υποστηρίξουν αναδιανεμητικές πολιτικές που ευνοούν τους ενδεείς. Αυτή η αδυναμία έχει ως αντίκτυπο συναισθήματα απογοήτευσης και «δημοκρατικής κόπωσης»· οι ψηφοφόροι γίνονται σκεπτικοί ως προς την ικανότητα (ή ακόμη και προθυμία) των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών να προωθήσουν την ευημερία τους.[84] Μια αναβάθμιση της κανονιστικής ποιότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης μιας εντατικότερης εμπλοκής της δικαστικής λειτουργίας με τρόπους όπως αυτοί που περιγράφονται παραπάνω, θα μπορούσε να προσφέρει κάποιο αντίβαρο σε αυτές τις επικίνδυνες τάσεις σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, δημιουργώντας ένα ισχυρότερο αίσθημα συλλογικής ταυτότητας εντός του ιστορικού υποκειμένου της δημοκρατίας, δηλ. του «δήμου». Εάν η δημοκρατική οπισθοδρόμηση, η οποία παρατηρείται τα τελευταία δέκα ή δεκαπέντε χρόνια σε παγκόσμια κλίμακα[85] πρέπει να ανατραπεί πριν να είναι πολύ αργά, τότε μια ενισχυμένη επιβολή των κοινωνικών δικαιωμάτων φαίνεται να είναι απαραίτητη.
Ωστόσο, πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι ορισμένοι παρατηρητές έχουν εκφράσει αμφιβολίες ως προς το αν η δικαστική εφαρμογή των κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελεί αποτελεσματικό μέσο για τη μείωση των ανισοτήτων. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, «τα δικαστήρια συχνά επιβάλλουν τα κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα με αυστηρό τρόπο χωρίς να εστιάζουν αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο στους περιθωριοποιημένους», αλλά αντίθετα «χρησιμοποιούν τα κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα για να υπερασπιστούν το καθεστώς των ομάδων με υψηλότερα εισοδήματα».[86] Αυτό μπορεί να ισχύει σε κάποιο βαθμό, αλλά δεν αρκεί για να αρνηθεί κανείς την αξία της αγωγιμότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων όσον αφορά την προώθηση της διανεμητικής ισότητας. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι τα κοινωνικά δικαιώματα και η εφαρμογή τους δεν προορίζονται να αποτελέσουν πανάκεια για όλα τα κοινωνικά δεινά ή τις δυσκολίες. Αποτελούν απλώς έναν τρόπο μετριασμού των υφιστάμενων προβλημάτων μέσω της παρέμβασης του κράτους. Η εφαρμογή τους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «το επιθυμητό αποτέλεσμα θα επιτευχθεί πράγματι», αλλά μάλλον ότι οι κλάδοι της κυβέρνησης θα «καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να σχεδιάσουν, να υιοθετήσουν και να εκτελέσουν πολιτικές και μέτρα» προς τον σκοπό αυτό.[87] Δεύτερον, ο κύριος αποδέκτης των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι, σε κάθε περίπτωση, ο νομοθέτης, ενώ η παρέμβαση των δικαστηρίων προορίζεται ως τρόπος διόρθωσης των νομοθετικών αστοχιών, στο μέτρο που αυτές μπορούν να διορθωθούν μέσω της δικαστικής οδού.[88] Επομένως, ακόμη και όταν η δικαστική επιδίωξη δε οδηγεί σε βέλτιστη κατανομή των διαθέσιμων δημόσιων πόρων σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, μπορεί ωστόσο να είναι επιθυμητή, υπό την προϋπόθεση ότι θα οδηγήσει σε βελτιωμένη κατανομή σε σύγκριση με ό,τι θα είχε επιτύχει ο νομοθέτης εάν είχε αφεθεί να ενεργήσει μόνος του χωρίς δικαστικό έλεγχο.[89] Τρίτον, και ίσως το πιο σημαντικό, οι δικαστικές αμφισβητήσεις για τα κοινωνικά δικαιώματα αποτελούν ένα πολύ πρόσφατο φαινόμενο, αν εξεταστούν από μια μακροπρόθεσμη προοπτική. Επομένως, θα πρέπει να θεωρείται ως μια διαρκής δοκιμή σφάλματος, όπου η δικαστική λειτουργία θα πρέπει να είναι πρόθυμη να μαθαίνει σταδιακά από τα δικά της λάθη, τα οποία αναπόφευκτα θα συμβαίνουν κατά καιρούς. Τελικά, όλα καταλήγουν στο ερώτημα αν εμπιστεύεται κανείς τους δικαστές ότι είναι σε θέση να διορθώσουν, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, μια ενδεχόμενη αποτυχία των πολιτικών να εφαρμόσουν τα συνταγματικά προστατευόμενα κοινωνικά δικαιώματα, ή όχι. Όσοι υποθέτουν ότι οι δικαστές είναι δομικά προκατειλημμένοι κατά των κοινωνικών δικαιωμάτων ή κατά των φτωχών, π.χ. επειδή «ανήκουν σε εκείνους που επωφελούνται περισσότερο από την άνιση κατανομή του πλούτου», δεδομένου ότι είναι «οι υψηλότερα αμειβόμενοι δημόσιοι υπάλληλοι»,[90] πιθανότατα θα τείνουν να δώσουν αρνητική απάντηση στο προαναφερθέν ερώτημα. Από την άλλη πλευρά, στις περισσότερες χώρες η βουλευτική αποζημίωση είναι υψηλότερη από τον μέσο μισθό ενός δικαστή, εκτός του ότι οι πολιτικοί συνήθως πρέπει να βρουν επαρκή χρηματοδότηση για την προεκλογική τους εκστρατεία προκειμένου να εκλεγούν και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να έχουν την τάση, υπό ορισμένες συνθήκες, να προστατεύουν πρωτίστως τα συμφέροντα των ιδιωτών δωρητών τους.
6. Συμπεράσματα
Συνοψίζοντας, τα κοινωνικά δικαιώματα διαθέτουν μια κανονιστική δυναμική που μπορεί να αξιοποιηθεί από τα εθνικά δικαστήρια μέσω μιας ποικιλίας μεθόδων ελέγχου. Τρεις από αυτές τις μεθόδους, όπως περιγράφονται παραπάνω (Τμήμα 3), συγκεκριμένα η δικαστική προστασία (1) ενός σχετικού κεκτημένου εκ της υφιστάμενης κοινωνικής νομοθεσίας και (2) της υποχρέωσης του κράτους να απέχει από την ανατροπή ορισμένων de facto καταστάσεων που αντιστοιχούν σε κοινωνικά δικαιώματα, καθώς και (3) ο περιορισμός της διοικητικής διακριτικής ευχέρειας, έχουν απαγορευτικό χαρακτήρα, δηλαδή απαγορεύεται στον νομοθέτη και στη διοίκηση να προβαίνουν σε ορισμένες ενέργειες. Άλλες τέσσερις από τις προαναφερθείσες μεθόδους ελέγχου μπορούν να χαρακτηριστούν ως εξουσιοδοτικού χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι επιτρέπουν στα όργανα της μίας ή της άλλης κρατικής λειτουργίας να προβαίνουν σε ενέργειες που διαφορετικά θα μπορούσαν να θεωρηθούν εκτός του επιτρεπτού πεδίου δράσης τους. Αυτές οι τέσσερις μέθοδοι είναι η αποδοχή (1) της άμεσης εφαρμογής των κοινωνικών δικαιωμάτων από τη δημόσια διοίκηση, (2) των νομοθετικών περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων, (3) της (δικαστικής) ερμηνείας των συνταγματικών κανόνων υπό το πρίσμα των κοινωνικών δικαιωμάτων, και (4) της σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας των κοινών νόμων. Επιπλέον, η ατομική αποζημίωση για παραβίαση κοινωνικού δικαιώματος αποτελεί μέθοδο ελέγχου με χαρακτήρα αποκατάστασης. Οι δύο τελευταίες μέθοδοι ελέγχου, με άλλα λόγια (1) η κήρυξη ασυμβατότητας της κυβερνητικής δράσης ή (συχνότερα) της αδράνειας με ένα κοινωνικό δικαίωμα που προβλέπεται από το Σύνταγμα και (2) η έκδοση συγκεκριμένων επιταγών από τα δικαστήρια προς τη νομοθετική ή την εκτελεστική εξουσία να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο, σύμφωνα με το Σύνταγμα, έχουν διατακτικό χαρακτήρα. Πρέπει να τονιστεί ότι όλες αυτές οι μέθοδοι είναι συνηθισμένες σε άλλα πλαίσια, αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και με βάση τα κοινωνικά δικαιώματα.
Είναι αμφισβητήσιμο ποιες από αυτές τις δέκα μεθόδους συνεπάγονται υψηλότερο βαθμό δικαστικού ακτιβισμού[91] και ποιες από αυτές είναι προτιμότερες, για τον έναν ή τον άλλο λόγο. Το γεγονός είναι ότι τα κοινωνικά δικαιώματα είναι δικαστικά εφαρμόσιμα με διάφορες μορφές, οι οποίες εκτείνονται πολύ πέρα από μια μη δεσμευτική αναγνώριση της νομοθετικής υποχρέωσης συμμόρφωσης προς τα δικαιώματα αυτά. Πέραν αυτού, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η δικαστική εμπλοκή στην εφαρμογή των κοινωνικών δικαιωμάτων μπορεί να συμβάλει, σε κάποιο βαθμό, στην αποκατάσταση των έντονων ανισοτήτων που επιμένουν στη σύγχρονη πραγματικότητα, καθώς και στην προώθηση του συνταγματισμού παγκοσμίως.
________________________
[1] Μετάφραση: Θανάσης Γιαννόπουλος, ασκούμενος δικηγόρος. Το πρωτότυπο έχει δημοσιευτεί στο Vienna Journal on International Constitutional Law τόμος 20, τεύχος 2 , 2026, σελ. 207-235 και είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου De Gruyter Brill: https://www.degruyterbrill.com/document/doi/10.1515/icl-2025-0049/html#MLA.
[2] Η κλασική διατύπωση της τριπλής διάκρισης μεταξύ status positivus (κοινωνικά δικαιώματα), activus (πολιτικά δικαιώματα) και negativus (ατομικά δικαιώματα) χρονολογείται από το έργο του Georg Jellinek, System der subjektiven öffentlichen Rechte (2η έκδ., JCB Mohr 1905) 81–193. Βλ., ωστόσο, τις κριτικές παρατηρήσεις της Virginia Mantouvalou, ‘In Support of Legalisation’ σε Conor Gearty και Virginia Mantouvalou (επιμ.), Debating Social Rights (Hart 2011) 85, 111.
[3] Christian Courtis, Courts and the Legal Enforcement of Economic, Social and Cultural Rights (International Commission of Jurists 2008) 6.
[4] Evan Rosevear, Ran Hirschl και Courtney Jung, ‘Justiciable and Aspirational Economic and Social Rights in National Constitutions’ σe Katharine Young (επιμ.), The Future of Economic and Social Rights (CUP 2019) 37, 62.
[5] Thomas Piketty, Le capital au XXIe siècle (Seuil 2013) 501, 503, 505–07, 512, 514, 518, 556, 566
[6] Βλ. π.χ. Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας απόφασή 2 BvR 804/75 (24.3.1976), BVerfGE 42, 64 (1976) 72.
[7] Βλ. Susanne Baer, «Equality» σε Michel Rosenfeld και András Sajó (επιμ.), The Oxford Handbook of Comparative Constitutional Law (OUP 2012) 982, 985: «Ορισμένα συντάγματα περιλαμβάνουν διανεμητικές έννοιες της ισότητας που συνδέονται στενά με τα κοινωνικά δικαιώματα. Πολύ πιο συχνά, η ισότητα εγγυάται ως αυτόνομο ανθρώπινο δικαίωμα κατά των διακρίσεων».
[8] Jacques Godechot, Les constitutions de la France depuis 1789 (αναθ. έκδ., Garnier-Flammarion 1994) 72–73.
[9] Yves Guchet, Histoire constitutionnelle de la France (3η έκδ., Economica 1993) 95–96, 99–101.
[10] Godechot, Les constitutions de lα France depuis 1789, 256.
[11] Julia Iliopoulos-Strangas, ‘Soziale Grundrechte in den Mitgliedstaaten der Europäischen Union im Rechtsvergleich unter Berücksichtigung des Europäischen Rechts’ σε Julia Iliopoulos-Strangas (επιμ.), Soziale Grundrechte in Europa nach Lissabon (Nomos 2010) 699, 719–20.
[12] François Gaudu, ‘Les droits sociaux’ σε Rémy Cabrillac κ.ά. (επιμ.), Libertés et droits fondamentaux (12η έκδ., Dalloz 2006) 749, 749–51.
[13] Hans Zacher, ‘Das soziale Staatsziel’ στο Josef Isensee και Paul Kirchhof (επιμ.), Handbuch des Staatsrechts, (τόμος I, CF Müller 1987) 1045, 1056.
[14] Βλ. Katharine Young, ‘Introduction’ στο Katharine Young (επιμ.), The Future of Economic and Social Rights (CUP 2019) 1, 5.
[15] Rosevear, Hirschl και Jung, ‘Justiciable and Aspirational’ (3η εκδ.) 37–40.
[16] Chidi A. Odinkalu, ‘The Impact of Economic and Social Rights in Nigeria’ σε Varun Gauri και Daniel Brinks (επιμ.), Courting Social Justice (CUP 2008) 183, 193.
[17] Συλλογή Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών, «Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα» <https://treaties.un.org/pages/ViewDetails.aspx?src=TREATY&mtdsg_no=IV-3-a&chapter=4> πρόσβαση στις 24 Νοεμβρίου 2025.
[18] Jeremy Waldron, ‘Socioeconomic Rights and Theories of Justice’ (2011) 48 San Diego L Rev 773, 776.
[19] Dennis M. Davis, ‘Socio-Εconomic Rights’ σε Michel Rosenfeld και András Sajó (επιμ.), The Oxford Handbook of Comparative Constitutional Law (OUP 2012) 1020, 1024.
[20] Cass Sunstein, ‘Against Positive Rights’ (1993) 2 East Eur Const Rev 35, 37.
[21] Bruce Ackerman, ‘The New Separation of Powers’ (2000) 113 Harv L Rev 633, 721.
[22] Conor Gearty, ‘Against Judicial Enforcement’ στο Conor Gearty και Virginia Mantouvalou (επιμ.), Debating Social Rights (Hart 2011) 1, 1.
[23] Hans Huber, ‘Soziale Verfassungsrechte?’ στο Ernst Forsthoff (επιμ.), Rechtsstaatlichkeit und Sozialstaatlichkeit (Wissenschaftliche Buchgesellschaft 1968) 1, 11–12· Ernst Forsthoff, ‘Begriff und Wesen des sozialen Rechtsstaates’ στο Ernst Forsthoff (επιμ.), Rechtsstaatlichkeit und Sozialstaatlichkeit (Wissenschaftliche Buchgesellschaft 1968) 165, 199· Jean Rivero, Les libertés publiques: Les droits de l’homme (4η έκδ., PUF 1984) 123.
[24] Konrad Hesse, ‘Grundrechte: Bestand und Bedeutung’ σε Ernst Benda, Werner Maihofer και Hans-Jochen Vogel (επιμ.), Handbuch des Verfassungsrechts (Walter de Gruyter 1983) 79, 97–98· Mark Tushnet, Taking the Constitution Away from the Courts (Princeton UP 1999) 169–71.
[25] Flavia Piovesan, ‘Brazil: Impact and Challenges of Social Rights in the Courts’ σε Malcolm Langford
(επιμ.), Social Rights Jurisprudence: Emerging Trends in International and Comparative Law (CUP 2008) 182, 184.
[26] Thomas H. Marshall, ‘Citizenship and Social Class’ σε Thomas Η. Marshall και Tom Bottomore,
Citizenship and Social Class (Pluto Press 1992) 3, 35.
[27] Μια σύντομη επισκόπηση αυτών των κριτικών παρέχεται στο Kostas Chrysogonos, The Rise of Constitutionalism (Hart 2025) 72–77.
[28] Alexander Bickel, The Least Dangerous Branch: The Supreme Court at the Bar of Politics (Yale UP 1986) 16.
[29] Βλ. Frank Michelman, ‘The Constitution, Social Rights and Liberal Political Justification’ (2003) 1 ICON 13, 16.
[30] Malcolm Langford (επιμ.), Social Rights Jurisprudence: Emerging Trends in International and Comparative Law (CUP 2008) 31· πρβλ. Robert Alexy, Theorie der Grundrechte (Nomos 1985) 466–67· Mantouvalou, ‘In Support of Legalisation’ (1η εκδ.) 116.
[31] Βλ. European Court of Human Rights, Guide on the case-law of the European Convention on Human Rights: Social Rights (Ενημερώθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2025)
<https://ks.echr.coe.int/documents/d/echr-ks/guide_social_rights_eng> πρόσβαση στις 24 Νοεμβρίου 2025.
[32] Griswold v. Connecticut 381 US 479 (1965).
[33] Βλ. Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, «Γενική Παρατήρηση αριθ. 3: Η φύση των υποχρεώσεων των κρατών μερών (άρθρο 2, παράγραφος 1 του Συμφώνου)» (1990) UN Doc E/1991/23 παράρτημα III, 86: «Οποιαδήποτε σκόπιμα μέτρα μείωσης της παρεχόμενης προστασίας θα απαιτούσαν την πιο προσεκτική εξέταση και θα έπρεπε να αιτιολογούνται πλήρως… στο πλαίσιο της πλήρους αξιοποίησης των μέγιστων διαθέσιμων πόρων».
[34] David Landau, ‘The Reality of Social Rights Enforcement’ (2012) 53 Harv Intl LJ 401, 412
[35] Η έννοια των θεσμικών εγγυήσεων, σε αντιδιαστολή με τα ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, έχει αναπτυχθεί κυρίως από τον Carl Schmitt, Verfassungslehre (ανατύπωση 1983, Duncker & Humblot 1928) 170–74.
[36] Απόφαση αριθ. 39 της 11ης Απριλίου 1984, Diário da República I, 104 (5 Μαΐου 1984)· βλ. Courtis, Courts and the Legal Enforcement (2η έκδ.) 32–33.
[37] Απόφαση 43/1995 του Ουγγρικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, σε Vicki C. Jackson και Mark V. Tushnet (επιμ.), Comparative Constitutional Law (Foundation Press 1999) 1452–64
[38] Απόφαση 169/2002 του Συνταγματικού Δικαστηρίου του Βελγίου (27 Νοεμβρίου 2002) 12, <www.const-court.be/fr/judgments> πρόσβαση στις 24 Νοεμβρίου 2025· βλ. Koen Lenaerts, Patrick van Ypersele και Joël van Ypersele, ‘Der Schutz der sozialen Grundrechte in der Rechtsordnung Belgiens’ στο Julia Iliopoulos-Strangas (επιμ.), Soziale Grundrechte in Europa nach Lissabon (Nomos 2010) 57–58.
[39] Απόφαση στην υπόθεση 2009-43-01 του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Λετονίας (21 Δεκεμβρίου 2009) διαθέσιμη στη διεύθυνση
<www.satv.tiesa.gov.lv/wp-content/uploads/2009/07/2009-43-01_Spriedums_ENG.pdf >, πρόσβαση στις 24 Νοεμβρίου 2025· βλ. Xenophon Contiades και Alkmene Fotiadou, ‘Social Rights in the Age of Proportionality: Global Economic Crisis and Constitutional Litigation’ (2012) 10 ICON 660, 676· Malcolm Langford, ‘Judicial Politics and Social Rights’ στο Katharine Young (επιμ.), The Future of Economic and Social Rights (CUP 2019) 66, 93–94.
[40] Aquino v Cargo Servicios Industriales (Ανώτατο Δικαστήριο της Αργεντινής, 21 Σεπτεμβρίου 2004), διαθέσιμο στη διεύθυνση <https://compendium.itcilo.org/en/compendium-decisions/supreme-court-aquino-isacio-v.cargo-servicios-industriales-s.a.-21-september-2004-a.-2652.-xxxviii> πρόσβαση στις 24 Νοεμβρίου 2025.; βλ. Christian Courtis, ‘Argentina: Some Promising Signs’ στο Malcolm Langford (επιμ.), Social Rights Jurisprudence:Emerging Trends in International and Comparative Law (CUP 2008) 163, 168–69.
[41] Απόφαση C-038/2004 του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Κολομβίας (27 Ιανουαρίου 2004) παρ. 32–48., που αναφέρεται από τον Courtis, Courts and the Legal Enforcement (2η εκδ.) 31.
[42] Υπόθεση T-704/01 του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Κολομβίας (18 Ιουλίου 2001), διαθέσιμη στη διεύθυνση <www.corteconstitucional.gov.co/>, πρόσβαση στις 24 Νοεμβρίου 2025· βλ. Magdalena Sepúlveda, ‘Colombia: The Constitutional Court’s Role in Addressing Social Injustice’ σε Langford, Social Rights Jurisprudence, 144, 150.
[43] Occupiers of Olivia Road v City of Johannesburg CCT 24/07 [2008] ZACC 1 παράγραφοι 1, 17-18 διαθέσιμο στη διεύθυνση <http://saflii.org/za/cases/ZACC/2008/1.pdf>, πρόσβαση στις 24 Νοεμβρίου 2025· βλ. Jeff King, Judging Social Rights (CUP 2012) 105–06· Edward Béchard-Torres, ‘Giving Individual Remedies in Social Rights Litigation Their Due’ (2024) 2 Comp Const Studies 80, 92–93.
[44] Port Elizabeth Municipality ν Various Occupiers [2004] ZACC 7 (1 Οκτωβρίου 2004) παράγραφος 28, διαθέσιμο στη διεύθυνση <http://saflii.org/za/cases/ZACC/2004/7.html> πρόσβαση στις 24 Νοεμβρίου 2025.
[45] ASK v Bangladesh 19 BLD (1999) 488 (29 Ιουλίου 2001), αναφέρεται από τον Courtis, Courts and the Legal Enforcement (2η εκδ.), 27.
[46] Minister of Public Works v Kyalami Ridge Association 2001 (7) BCLR 652 (CC)· βλ. Frank Michelman, ‘The Constitution, Social Rights and Liberal Political Justification’ στο Daphne Barak-Erez και Aeyal Gross (επιμ.), Exploring Social Rights: Between Theory and Practice (Hart 2007) 21, 25.
[47] Βλ. Konrad Hesse, Grundzüge des Verfassungsrechts der Bundesrepublik Deutschland (18η έκδ., CF Müller 1991) 27.
[48] Απόφαση αριθ. 90–283 του Conseil constitutionnel, (8 Ιανουαρίου 1991), σκέψεις 6–12, διαθέσιμη στη διεύθυνση <http://conseil-constitutionnel.fr/decision/1991/90283DC>· βλ. Theodor Öhlinger και Manfred Stelzer, ‘Der Schutz der sozialen Grundrechte in der Rechtsordnung Frankreichs’ στο Julia Iliopoulos– Strangas (επιμ.), Soziale Grundrechte in Europa nach Lissabon (Nomos, 2010) 201, 240.
[49] Βλ. Lina Papadopoulou, ‘The Justiciability of „Social Rights“: Evidence from Crisis-Ridden Greece’ σε Maribel G. Pasqual και Aida T. Perez (επιμ.), Social Rights and the European Monetary Union (Edward Elgar 2022) 162, 172.
[50] ΣτΕ1906/2014, 190/2022.
[51] Unnikrishnan v State of Andhra Pradesh AIR 1993 SC 2178· βλ. Jayna Kothari, ‘Social Rights Litigation in India: Developments of the Last Decade’ στο Barak-Erez και Gross (επιμ.), Exploring Social Rights (σημ. 6) 172, 188–90.
[52] ibid 190–91.
[53] Jaftha v Schoeman CCT 74/03 [2004] ZACC 25, παράγραφοι 31–36, 56, 67, διαθέσιμο στη διεύθυνση <http://saflii.org/za/cases/ZACC/2004/25.html>, πρόσβαση στις 24 Νοεμβρίου 2025· βλ. Sandra Liebenberg, ‘South Africa: Adjudicating Social Rights Under a Transformative Constitution’ σε Langford (επιμ.), Social Rights Jurisprudence ό.π., υποσ. 30, 75, 93-94.
[54] βλ. σχετικά με αυτή τη μέθοδο ερμηνείας, γενικά, Matthias Klatt (επιμ.), Constitutionally Conforming Interpretation: Comparative Perspectives (Hart 2025)· Daniel C. Gosch, ‘The Emergence of Constitutionally Conforming Interpretation’ (2025) 19 Vienna J Intl Const L 87, 87–119.
[55] Paschim Banga Khet Mazdoor Samity κατά State of West Bengal (1996) 4 SCC 37, διαθέσιμο στη διεύθυνση https://indiankanoon.org/doc/1743022, βλ. S Muralidhar, ‘India: The Expectations and Challenges of Judicial Enforcement of Social Rights’ σε Langford (επιμ.), Social Rights Jurisprudence, ό.π. (υποσ. 30), 102, 114.
[56] Ο’Donoghue v Minister for Health [1996] 2 IR 20 (Ir HC, 27 Μαγ 1993); cf John Murray and Diarmuid R. Phelan, ‘Der Schutz der sozialen Grundrechte in der Rechtsordnung Irlands’ in Julia lliopoulos-
Strangas (επιμ.), Soziale Grundrechte in Europa nach Lissabon (Nomos, 2010) 325, 355-56. Ωστόσο, στην υπόθεση Sinnott ν Minister for Education [2001] 2 IR 241 (Ir SC), το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας ανέτρεψε προηγούμενη νομολογία που διέτασσε το κράτος να διαθέσει πόρους για την παροχή εκπαίδευσης σε άτομα με αναπηρία, βλ. Paul O’Connell, ‘The Death of Socio-Economic Rights’ (2011) 74 Mod L Rev 532, 541–44.
[57] Lifschitz v Estado Nacional (Ανώτατο Δικαστήριο της Αργεντινής, 15 Ιουνίου 2004), διαθέσιμη στη διεύθυνση <www.globalhealthrights.org/wp-content/uploads/2017/02/FALLO-Lifschitz-Graciela-B.-y-otros-c.Estado-Nacional.pdf>, πρόσβαση στ ις 24 Νοεμβρίου 2025.; βλ. Courtis, Courts and the Legal Enforcement (2η εκδ.) 178.
[58] Βλ. Kent Roach, ‘The Challenges of Crafting Remedies for Violations of Socio-Economic Rights’ σε Langford (επιμ.), Social Rights Jurisprudence ό.π., υποσ. 30, 46, 57.
[59] Octavio Luiz Motta Ferraz, ‘Harming the Poor Through Social Rights Litigation: Lessons from Brazil’ (2011) 89 Tex L Rev 1643, 1646, 1663· βλ. Béchard-Torres, ‘Giving Individual Remedies’ 84–85.
[60] Βλ. Mark Tushnet, Weak Courts, Strong Rights (Princeton UP 2008) 227–64.
[61] Government of the Republic of South Africa v Grootboom, CCT 11/00 [2000] ZACC 19, παρ. 99 <https://collections.concourt.org.za/bitstream/handle/20.500.12144/2107/Full%20judgment.pdf >· βλ. επίσης Katharine Young, ‘A Typology of Economic and Social Rights Adjudication: Exploring the Catalytic Function of Judicial Review’ (2010) 8 ICON 385, 393–94.
[62] Βλ. Katie Boyle, Economic and Social Rights Law (Routledge 2020) 124.
[63] Marius Pieterse, ‘Justiciable socio-economic rights as adaptive law for urban resilience’ (2025) 25 HRLR 1, 13.
[64] Minister of Health v Treatment Action Campaign 2002 (5) SA 721 (CC)· βλ. Dennis M. Davis, ‘Socio- Economic Rights: The Promise and Limitation: The South African Experience’ σε Barak-Erez και Gross (επιμ.), Exploring Social Rights 193, 199–202.
[65] Συνταγματικό Δικαστήριο της Ινδονησίας, Υπόθεση 011/PUU-III/2005, Υπόθεση 012/PUU-III/2005, Υπόθεση 026/PUU-III/2006, βλ. Bivitri Susanti, ‘The Implementation of the Rights to Health Care and Education in Indonesia’ σε Gauri and Brinks (επιμ.), Courting Social Justice ό.π., 224, 258-61.
[66] People’s Union for Civil Liberties v Union of India, WP (Πολιτικό) 196/2001 (Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας, 23 Ιουλίου 2001).
[67] Kothari, ‘Social Rights Litigation’ ό.π., 177–82· Muralidhar, ‘India: The Expectations and Challenges’, ό.π., 116–17.
[68] César Rodríguez-Garavito, ‘Empowered Participatory Jurisprudence’ σε Katharine Young (επιμ.), The Future, ό.π., 233, 250–56.
[69] Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας, Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2010, BVerfGE 125, 175–260· βλ. Contiades και Fotiadou, ‘Social Rights in the Age of Proportionality’ ό.π., 681–82.
[70] Roman R. Sallaba, ‘From “Unemployment Benefit II” to “Citizen’s Income” in Germany’ (2023) 4 Rev dr comparé trav sécurité sociale 226–31.
[71] Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας, Απόφαση της 18ης Ιουλίου 2012, BVerfGE 132, 134–79.
[72] Συνταγματικό Δικαστήριο της Κολομβίας, Απόφαση T-025/04 (22 Ιανουαρίου 2004)
<https://www.corteconstitucional.gov.co/relatoria/2004/t-025-04.htm> και Απόφαση T-760/08 (31 Ιουλίου 2008) <https://www.corteconstitucional.gov.co/relatoria/2008/t-760-08.htm >; βλ. Landau, ‘The Reality’ ό.π., 434-38· César Rodríguez-Garavito, ‘Beyond Enforcement: Assessing and Enhancing Judicial Impact’ σε Malcolm Langford, César Rodríguez-Garavito και Julieta Rossi (επιμ.), Social Rights Judgments and the Politics of Compliance (CUP 2017) 75, 98–102.
[73] Βλ. Helen Hershkoff, ‘Transforming Legal Theory in the Light of Practice: The Judicial Application of Social and Economic Rights to Private Orderings’ σε Gauri και Brinks (επιμ.), Courting Social Justice ό.π., 268– 302· Mark Tushnet, ‘Constitutional Law, Private Law, and Economic and Social Rights’ σε Malcolm Langford και Katharine Young (επιμ.), The Oxford Handbook of Economic and Social Rights (OUP 2022).
[74] Βλ. Sepúlveda, ‘Colombia: The Constitutional Court’s Role’ ό.π., 152-54.
[75] Etcheverry v Omint (Ανώτατο Δικαστήριο της Αργεντινής, 13 Μαρτίου 2001)· αναφέρεται από τον Courtis, Courts and the Legal Enforcement ό.π., 48.
[76] Βλ. Human Rights Watch, Bandage on a Bullet Wound: IMF Social Spending Floors and the Covid-19 Pandemic (2023) <https://www.hrw.org/report/2023/09/25/bandage-bullet-wound/imf-social-spending-floors-and-covid-19pandemic> 7–13.
[77] Daphne Barak-Erez και Aeyal Gross, ‘Introduction: Do We Need Social Rights?’ σε Barak-Erez και Gross (επιμ.), Exploring Social Rights, ό.π.
[78] Malcom Langford, ‘The Justiciability of Social Rights: From Practice to Theory’ in Langford (ed), Social Rights Jurisprudence: Emerging Trends in International and Comparative Law (CUP 2008) 1, 7–8, Mantouvalou, ‘In Support of Legalisation’ ό.π., 92-95.
[79] Παρόλα αυτά, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το απλό γεγονός ότι μια ερμηνεία της Σύμβασης μπορεί να επεκταθεί στον τομέα των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων δεν πρέπει να αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα κατά μιας τέτοιας ερμηνείας, καθώς δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ αυτού του τομέα και του πεδίου που καλύπτει η Σύμβαση. Βλ. Airey v Ireland, Application no 6289/73 (ECtHR, 9 October 1979) παρ. 26, Stec and Others v the United Kingdom, Applications 65731/01 and 65900/01 (ECtHR, 12 April 2005) παρ. 52.
[80] Monica Schlachter, ‘The European Social Charter: Could it Contribute to a More Social Europe?’ στο Countouris και Freedland (επιμ.), Resocialising Europe in a Time of Crisis (CUP, 2014) 105, 110.
[81] World Bank, ‘Gini Coefficient’ (World Bank Data, 2023) <https://data.worldbank.org/indicator/SI. POV.GINI> accessed 25 November 2025.
[82] Βλ. Young, ‘Introduction’ ό.π., 11: ‘Economic and social rights clearly implicate distributive, as well as political, justice’.
[83] Jean-Bernard Auby, Globalisation, Law and the State (Hart Publishing, 2017) 86-88, 100, 191.
[84] Βλ. Alexander Wuttke, Konstantin Gavras and Harald Schoen, ‘Have Europeans Grown Tired of Democracy? New Evidence from Eighteen Consolidated Democracies, 1981-2018’ (2022) 52 British Journal of Political Science 416-17.
[85] Ο «Δείκτης Ελευθερίας» του Freedom House κατέταξε 125 χώρες, από τις συνολικά 195 παγκοσμίως, ως «εκλογικές δημοκρατίες» (electoral democracy) το 2015 και το 2016, ενώ ο αριθμός αυτός μειώθηκε σε 110 το 2023. Επιπλέον, ο τελευταίος «Δείκτης Δημοκρατίας» του βρετανικού περιοδικού «The Economist», ο οποίος δημοσιεύθηκε το 2024 για το έτος 2023, αξιολόγησε τον παγκόσμιο μέσο όρο της δημοκρατίας με βαθμολογία 5,23 στα 10, το οποίο είναι το χειρότερο αποτέλεσμα από την έναρξη αυτών των μετρήσεων το 2006. Η τελευταία αξιολόγηση κατατάσσει μόνο 74 από τις συνολικά 167 χώρες ως ‘full democracy’ ή ‘flawed democracy’ 34 ως υβριδικά καθεστώτα και 59 ως αυταρχικά καθεστώτα. Βλ. επίσης Wim Voermans, The story of Constitutions (CUP 2023) 26– 38.
[86] David Landau και Rosalind Dixon, ‘Constitutional Non-Transformation? Socioeconomic Rights beyond the Poor’ σε Katharine Young (επιμ.), The Future of Economic and Social Rights (CUP 2019) 110, 110–11· βλ. Landau, ‘The Reality’, ό.π., 441–58.
[87] Frank Michelman, ‘Socioeconomic Rights in Constitutional Law: Explaining America Away’ (2008) 6 ICON 663, 667-68.
[88] Όπως έκρινε το Συνταγματικό Δικαστήριο της Νότιας Αφρικής στην απόφασή του στην υπόθεση Mazibuko v City of Johannesburg 2010 (4) SA 1 (CC), παράγραφος 161, «το Σύνταγμα δεν απαιτεί από την κυβέρνηση να τηρεί ένα αδύνατο πρότυπο τελειότητας… ούτε απαιτεί από τα δικαστήρια να αναλάβουν καθήκοντα τα οποία, σε μια δημοκρατία, θα έπρεπε κανονικά να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των δημοκρατικών οργάνων της κυβέρνησης».
[89] Βλ. Landau και Dixon, ‘Constitutional Non-Transformation?’ ό.π., 132: «Σε ορισμένες περιστάσεις (…) μια νομολογία κοινωνικών δικαιωμάτων υπέρ της μεσαίας τάξης (…) μπορεί (…) να συμπληρώνει ένα πρόγραμμα κοινωνικών δικαιωμάτων που είναι περισσότερο υπέρ των φτωχών και μετασχηματιστικό».
[90] Ferraz, ‘Harming the Poor’, ό.π., 1665.
[91] Ο βαθμός δικαστικού ακτιβισμού που υπονοείται σε κάθε απόφαση φαίνεται να αποτελεί το κριτήριο στο οποίο βασίζεται η τυπολογία που προτείνει η Katharine Young, ‘A Typology of Economic and Social Rights’ ό.π., 391 (deferential, conservational, experimentalist, managerial, and peremptory review).




