Η Αναθεώρηση των μηδαμινών προσδοκιών. Μία συνολική αποτίμηση των προτάσεων της Νέας Δημοκρατίας

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η πρόσφατη εξειδίκευση της αναθεωρητικής πρωτοβουλίας της Νέας Δημοκρατίας δεν κομίζει τίποτε νεότερο στα όσα είχα επισημάνει, ήδη από τον προηγούμενο Νοέμβριο, αφ’ενός μεν ως προς την θεσμική αναξιοπιστία και τον ψευδεπίγραφο μεταρρυθμισμό της αφ’ετέρου δε ως προς τον εργαλειακό,  μικροπολιτικό και αποπροσανατολιστικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την συνταγματική πολιτική (το «στρίβειν διά του Συντάγματος», όπως το έχω βαφτίσει περιπαικτικά…). Πράγματι, όλα αυτά –που επισημάνθηκαν άλλωστε και από πολλούς άλλους συναδέλφους– επιβεβαιώθηκαν έκτοτε τόσο με τις αρχικές εξαγγελίες του πρωθυπουργού όσο και με τις τελευταίες προτάσεις της, οι οποίες κατατέθηκαν ενώ έχει αρχίσει, στην πραγματικότητα, η προεκλογική περίοδος. Ως εκ τούτου, το αναθεωρητικό αυτό εγχείρημα είναι μάλλον θνησιγενές και η τύχη του φαίνεται προδιαγραμμένη: να βυθισθεί στην λήθη και στην ανυποληψία.

Ωστόσο, ακόμη και αν δεν συνέτρεχαν όλα τα προηγηθέντα, οι προτάσεις αυτές είναι ούτως ή άλλως ανάξιες λόγου, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Οι λόγοι είναι προφανείς:

Πρώτον, δεν συνδέονται με συγκεκριμένους και διακηρυγμένους προγραμματικούς στόχους,  ούτε για το κράτος και το πολιτικό σύστημα ούτε για τα δικαιώματα, και ιδίως δεν απηχούν καμία πραγματική μεταρρυθμιστική διάθεση (αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα είχαν κατατεθεί στην αρχή της βουλευτικής περιόδου…).

Δεύτερον, δεν περιλαμβάνουν σημαντικές συνταγματικές αλλαγές, η αναγκαιότητα των οποίων έχει εδώ και καιρό αναδειχθεί στον δημόσιο διάλογο (είναι χαρακτηριστικό το ότι απουσιάζουν πλήρως προτάσεις για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, για την διεύρυνση και τον εμπλουτισμό της πολιτικής συμμετοχής, για την θωράκιση των κοινωνικών δικαιωμάτων, για την διασφάλιση πραγματικών δυνατοτήτων κοινοβουλευτικού ελέγχου από τις εξεταστικές επιτροπές, για την καταπολέμηση της διαπλοκής και την ενίσχυση του πολιτικού πλουραλισμού στα ΜΜΕ –κρατικά και ιδιωτικά– και για τον έλεγχο συνταγματικότητας των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου).

Τρίτον, και σπουδαιότερο, διότι και οι αλλαγές που έχουν επιλεγεί  όχι μόνο δεν έχουν καμία εσωτερική συνοχή (είναι «πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένοι»…) αλλά και εμφανίζουν έντονη προβληματικότητα, σχεδόν στο σύνολό τους. Ας τις δούμε όμως πιο συγκεκριμένα, για του λόγου το αληθές:

    1. Αρκετές από τις μεγαλόστομες τροποποιήσεις και προσθήκες που προτείνονται δεν έχει καμία θέση στο Σύνταγμα διότι αφορούν ζητήματα που μπορεί ή/και πρέπει να απασχολήσουν τον κοινό νομοθέτη. Το Σύνταγμά μας είναι αρκετά φλύαρο και δεν έχει κανένα νόημα να ενισχύσουμε απλώς, για εντυπωσιασμό, αυτήν την φλυαρία με γενικόλογες διακηρύξεις και προτροπές, όπως αυτές για την τεχνητή νοημοσύνη (άρθρο 5), την ελληνική γλώσσα, την ελληνική σημαία και τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης (άρθρο 16), την κλιματική αλλαγή και τα συμπαρομαρτούντα (άρθρο 24), την διαίρεση σε ελάσσονες και μείζονες περιφέρειες. (άρθρο 54 παρ. 3), την θωράκιση του θεσμικού ρόλου του βουλευτή (άρθρο 60) –αρκεί εν προκειμένω ο Κανονισμός της Βουλής– την συνταγματική κατοχύρωση αρχών καλής νομοθέτησης κλπ. (άρθρου 73 παρ. 1), τις ρυθμίσεις για την φορολογία λογία (άρθρο 78), τους κανόνες καλής κυβερνητικής λειτουργίας (άρθρο 82) και την αξιολόγηση των κρατικών υπαλλήλων (άρθρο 103).

    2. Πολλές άλλες προτάσεις είναι ατυχείς ή/και εν δυνάμει επικίνδυνες, ιδίως αν αξιοποιηθούν επιτηδείως από μία μελλοντική απόλυτη πλειοψηφία στην επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή. Στην κατηγορία αυτήν εντάσσονται ιδίως οι προτάσεις που αφορούν:

    α. Την εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας του άρθρου 30. Η ΝΔ άργησε αλλά τελικά βρήκε ποιο είναι το πραγματικό συνταγματικό έλλειμμα ως προς τον δεύτερο πόλο της εκτελεστικής εξουσίας… Καμία πρόταση ούτε για την ενίσχυση του ρόλου του ούτε για την διεύρυνση της δημοκρατικής του νομιμοποίησης, ώστε να παύσει να αντιμετωπίζεται σαν υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ…

    β.  Την κατάργηση της πρωθυπουργικής διάλυσης του άρθρου 41. Προτείνεται η αυτοδιάλυση της Βουλής, με πρόταση του πρωθυπουργού, που επί της ουσίας δεν εισφέρει τίποτε το διαφορετικό.

    γ. Την δυνατότητα άσκησης του εκλογικού δικαιώματος με επιστολική ψήφο και για τους εντός επικρατείας εκλογείς. Για αυτούς όμως υπάρχουν πολύ πιο πρόσφορες νομοθετικές λύσεις οι οποίες αξιοποιούν την σύγχρονη τεχνολογία (όπως πχ η ψήφος στον τόπο διαμονής, που εφάρμοσε η Πορτογαλία),  με σαφώς  μεγαλύτερες εγγυήσεις σε σχέση με την επιστολική ψήφο, που είναι μόνο κατ’οικονομίαν ανεκτή για τους Έλληνες πολίτες του εξωτερικού.

    δ. Την κατάργηση του συνταγματικού χαρακτήρα των κωλυμάτων εκλογιμότητας και των ασυμβιβάστων. Προτείνεται χωρίς καμία επιχειρηματολογία η κατάργηση μιας μακράς συνταγματικής παράδοσης, που μπορεί να καταστήσει τους βουλευτές έρμαιο συγκυριακών και μεροληπτικών πλειοψηφιών.

    ε. Τα σχετικά με την δημοσιονομική ισορροπία (άρθρο 79), που παρεισάγει στο Σύνταγμα νεοφιλελεύθερες και σε κάθε περίπτωση αποκρουστέες οικονομικές λογικές.

    στ. Την δυνατότητα πρόβλεψης ασυμβιβάστου μεταξύ βουλευτή και υπουργού (άρθρο 81), που ήδη έχει αντιμετωπισθεί, τόσο πολιτικά όσο και επιστημονικά, με μεγάλο σκεπτικισμό για την συμβατότητά του με την λογική του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, ενώ θα ήταν απείρως προτιμότερη –και ευκολότερη- η νομοθετική κατάργηση τους σταυρού προτίμησης.

    ζ. Την επιδιωκόμενη κατάργηση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων (άρθρο 103), η οποία μας στέλνει με βεβαιότητα -πολλώ δε μάλλον με την συγκεκριμένη άκρως πελατειακή κυβέρνηση– σε παλαιότερες εποχές, που τις υπενθυμίζει εύγλωττα η ιστορία της πλατείας Κλαυθμώνος.

    1. Μια άλλη κατηγορία προτάσεων αφορά διατάξεις οι οποίες κατ’αρχήν θα μπορούσαν να θεωρηθούν αναθεωρητέες. Ωστόσο, οι προτάσεις αυτές αλλού  είναι ασαφείς και γενικόλογες και αλλού, ακόμη χειρότερο, κινούνται σε λάθος κατεύθυνση. Η υπερψήφισή τους, λοιπόν, στην παρούσα (προτείνουσα) Βουλή εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους είτε για δραματική χειροτέρευσή των εν λόγω διατάξεων είτε, στην καλύτερη περίπτωση, για απλό και ανώδυνο εξωραϊσμό τους. Τέτοιες προτάσεις είναι αυτές που αφορούν:

    α. Τα άρθρα 14 και 15 (Τύπος και Ραδιοτηλεόραση), για τα οποία οι διατυπώσεις όχι μόνο είναι τραγελαφικές («Αποκάθαρση και εξορθολογισμός [sic] Τύπου, τηλεόρασης, ραδιοφώνου και Διαδικτύου») αλλά και δεν υπαινίσσονται καν την αναγκαιότητα προστασίας της πολυφωνίας απέναντι στην συγκέντρωση των ΜΜΕ και την διαπλοκή.

    β. Το άρθρο 16 (ως προς τα Ιδιωτικά Πανεπιστήμια), το οποίο όχι μόνο προτείνεται να συζητηθεί αφού έχει παραβιασθεί άκριτα και  βάναυσα από την κυβέρνηση (με την συνδρομή της  «συμμαχίας των προθύμων» – δηλ. μιας πλειοψηφίας του ΣτΕ και ορισμένων  γνωμοδοτησάντων ομότιμων καθηγητών) αλλά και διότι η συζήτηση αυτή επιδιώκεται να γίνει όχι με όρους ακαδημαϊκής αξιοπρέπειας αλλά με όρους «νομιμοποίησης αυθαιρέτων».

    γ. Το άρθρο 29 (δημοκρατική οργάνωση κομμάτων), το οποίο, με δεδομένη την πρόσφατη παράκαμψή του τόσο από την κυβέρνηση (με υπέρμετρους νομοθετικούς περιορισμούς) όσο και από το Εκλογοδικείο (με την ανεκδιήγητη απόφαση για τους «Σπαρτιάτες»), θα ήταν παράλογο να θεωρηθεί αναθεωρητέο με πλειοψηφία 3/5 στην παρούσα Βουλή…

    δ. Το άρθρο 54 παρ. 1 (εκλογικό σύστημα), ως προς το οποίο η διατύπωση είναι τόσο γενικόλογη ώστε να μην αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για πραγματική προστασία της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου απέναντι σε μία αξιωματικά προβαλλόμενη –και καλπονοθευτικώς αξιοποιηθείσα έως τώρα– «κυβερνησιμότητα». Τέτοια προστασία, με κάποια έστω σχετικοποίηση, περιλάμβανε για παράδειγμα η πρόταση του Δημήτρη Τσάτσου κατά την συζήτηση του Συντάγματος του 1975, που επί της ουσίας είχε προτείνει η αναντιστοιχία ψήφων και εδρών να μην είναι δυνατόν επ’ουδενί να υπερβεί το 1/3 της βουλής, δηλ. τις 30 έδρες. Αν η κυβέρνηση θέλει μια πραγματικά ισορροπημένη λύση, ανάμεσα στην ισοδυναμία της ψήφου και την «κυβερνησιμότητα», ιδού η Ρόδος…

    ε. Το άρθρο 86 (ποινική ευθύνη των υπουργών), για το οποίο η πρόταση τροποποίησης είναι εξαιρετικά άτολμη, αφού δεν αποκόπτει εντελώς την Βουλή (δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, τις φατριαστικές πλειοψηφίες) από την διαδικασία παραπομπής υπουργών σε δίκη, όπως για παράδειγμα έκανε ήδη η κοιτίδα του κοινοβουλευτισμού, η Μ. Βρετανία.

    στ. Τα άρθρα 90 παρ. 5 (επιλογή ηγεσίας των Ανώτατων Δικαστηρίων) και 101 Α (επιλογή προέδρων και μελών Ανεξάρτητων Αρχών), στα οποία δεν διαφαίνεται ειλικρινής πρόθεση για επιλογές που δεν θα κηδεμονεύονται, έστω έμμεσα και διαμεσολαβημένα, από την εκτελεστική εξουσία.

    1. Υπάρχουν πάντως και προτάσεις που θα μπορούσαν πιο εύκολα να αντιμετωπισθούν με συναινετική διάθεση, όπως αυτές που αφορούν τα άρθρα 17 (ιδιοκτησία), 21 (προσιτή στέγη και διαγενεακή δικαιοσύνη και αλληλεγγύη), 44 παρ. 2 (εγγυήσεις για την διεξαγωγή δημοψηφισμάτων – όχι όμως και λελογισμένη κατοχύρωση δημοψηφισμάτων λαϊκής πρωτοβουλίας, όπως στην Ιταλία…), 55 παρ. 1 (υποβιβασμός ηλικίας ως προς το δικαίωμα του εκλέγεσθαι – που έπρεπε ήδη να έχει ψηφιστεί σε προηγούμενες αναθεωρήσεις), 89 (ανάθεση διοικητικών καθηκόντων από δικαστές ή ανάληψη καθηκόντων μετά την αφυπηρέτησή τους), 100 (προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας από ΑΕΔ), 101 παρ. 3 και 5 (αποκέντρωση), και 102 (αυτοδιοίκηση). Ωστόσο, πέρα από το ότι και αυτές οι προτάσεις είναι πρόχειρες και ανεπεξέργαστες –και άρα απαιτούνται πιο σαφείς διατυπώσεις αλλά και πολλές διευκρινίσεις– μια τέτοια συναίνεση θα προϋπέθετε εντελώς διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον, όπου θα κυριαρχούσε η θεσμική υπευθυνότητα και ο νηφάλιος και εποικοδομητικός διάλογος. Με δεδομένο, όμως, ότι αυτό είναι υπόθεση β΄ είδους (του μη πραγματικού…), ακόμη και αυτές θα ακολουθήσουν, όπως φαίνεται, την τύχη των υπολοίπων…

    Εν κατακλείδι, λοιπόν, οι προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας είναι εν πολλοίς είτε θεσμικά απρόσφορες είτε ακατάλληλες για το Σύνταγμα είτε προβληματικές ή/και επικίνδυνες. Αν δε συνυπολογίσουμε και τον (προεκλογικό) χρόνο στον οποίο κατατέθηκαν αλλά και το καταφανές έλλειμμα θεσμικής αξιοπιστίας της σημερινής κυβέρνησης, που δεν παρέχει κανένα εχέγγυο ως προς την τελική έκβαση  στην αναθεωρητική Βουλή, η πρωτοβουλία της Νέας Δημοκρατίας φαίνεται καταδικασμένη εγγενώς σε αποτυχία. Ακόμη όμως και αν αναθεωρηθούν τελικά κάποιες –λίγες– διατάξεις, η συνολική εικόνα δεν πρόκειται να αλλάξει. Παρότι θα ήθελα πολύ να διαψευσθώ, είμαι σχεδόν βέβαιος –όπως και η συντριπτική πλειονότητα των συναδέλφων μου– ότι η προτεινόμενη αναθεώρηση είναι μηδαμινών προσδοκιών. Κατ’επέκτασιν, δε,  ότι θα αποδειχθεί μία ακόμη χαμένη ευκαιρία ως προς συνταγματικές αλλαγές που έχει πράγματι ανάγκη ο τόπος.

    ___________

    Δημοσιεύθηκε στο KReport, 18.5.2026

     

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

one × 5 =