Η εγγυητική τομή της αναθεώρησης του 2001 απέναντι στις σύγχρονες διακινδυνεύσεις και οι διατάξεις που απαιτούν αναθεώρηση.

Παναγιώτης Μαντζούφας, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στην Νομική Σχολή του ΑΠΘ   

Εισαγωγή [1]

Στο κείμενο μου θα αναφερθώ σε μια από τις βασικές αρχές που διέπουν την αναθεώρηση του 2001 στην αρχή της ασφάλειας η οποία εκδηλώθηκε με την απάλειψη συνταγματικών αναχρονισμών, με την προσθήκη νέων δικαιωμάτων και την ενίσχυση των εγγυήσεων σε ήδη κατοχυρωμένα δικαιώματα. Οι παρατηρήσεις μου θα είναι θεωρητικού χαρακτήρα και θα καταλήξω με ορισμένες επισημάνσεις για το πως τίθεται το ζήτημα των εγγυήσεων στην τρέχουσα συγκυρία και ενδεχομένως ποιες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να γίνουν στο συνταγματικό κείμενο ώστε να καταργηθούν ή να τροποποιηθούν συνταγματικές ρυθμίσεις που απέτυχαν να επιτελέσουν το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκαν σε δύο συγκεκριμένα παραδείγματα δικαιωμάτων.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι η κορυφαία πολιτειακή διαδικασία ενός κράτους δικαίου διότι πέραν του ότι επιβεβαιώνει την υπεροχή του Συντάγματος δίνει και την ευκαιρία αναστοχασμού στα κρατικά όργανα και στους πολίτες. H θεσμική αναστοχαστικότητα αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της οργάνωσης αλλά και του μετασχηματισμού των θεσμών. Καθώς οι συλλογικές βεβαιότητες περιορίζονται, αντίστοιχα περιορίζεται και η ικανότητα των Συνταγμάτων να υποτάσσουν στο ρυθμιστικό τους πεδίο τις ραγδαία μεταβαλλόμενες  συνθήκες των σύγχρονων κοινωνιών. Η διαπίστωση αυτή θέτει επιτακτικό το αίτημα της προσαρμογής των Συνταγμάτων στις αλλαγές που συντελούνται στην κοινωνία είτε μέσω αναθεωρήσεων, είτε μέσω ερμηνευτικών προσαρμογών.

Ειδικά η αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, υπήρξε κορυφαίο πολιτικό και νομικό γεγονός, που επαναξιολόγησε συνολικά το Σύνταγμα[2], αναπροσδιόρισε τα όρια μεταξύ δικαίου και πολιτικής[3] και προσπάθησε να απαντήσει στις ιστορικές προκλήσεις που τίθενται σε μια κοινωνία σε περίοδο μετάβασης, όπως η ελληνική. Αποτέλεσε ένα σαφές δείγμα μιας συνολικής συνταγματικής πολιτικής, ένα νέο θεσμικό σχέδιο, εικοσιέξι χρόνια μετά το Σύνταγμα του 1975 το οποίο τήρησε την βασική υπόσχεση που έδωσε δηλαδή την κατοχύρωση της δημοκρατίας και των ελευθεριών.

Ο ολιστικός χαρακτήρας  την αναθεώρησης δεν σήμανε αναγκαστικά ριζική ανανέωση της θεσμικής ταυτότητας της οργανωμένης πολιτείας, αλλά, κυρίως επιβεβαίωση και ενίσχυση, παρά ανατροπή, των θεμελιωδών αποφάνσεων ενός ήδη «επιτυχημένου Συντάγματος»[4]. Το γεγονός αυτό πιστοποιήθηκε και από τον συναινετικό χαρακτήρα των περισσότερων αναθεωρητικών επιλογών, με μεγάλη πολιτική αποδοχή,  δείγμα όχι τόσο  θεσμικής ατολμίας για την οποία τότε κατηγορήθηκε[5], όσο ένδειξη πολιτικής ωρίμανσης μιας κοινωνίας που έπαυσε να διαφωνεί για τα αυτονόητα[6].

Οι διαφωνίες για τις  επιβεβλημένες θεσμικές και πολιτικές επιλογές ήλθαν αργότερα με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης[7] όπου καταρρακώθηκε η μεταπολιτευτική ευδαιμονία της συναίνεσης. Τότε το Σύνταγμα δοκιμάστηκε πολλαπλώς καθώς άντεξε στις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις και στο δημοψήφισμα του 2015 εξασφαλίζοντας ομαλή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία και σε γενικές γραμμές σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στην χώρα μας με το ξέσπασμα της κρίσης παρά τις πολυκομματικές κυβερνήσεις κυριάρχησε η ένταση, η πόλωση και οι αλληλοκατηγορίες που μας καθήλωσαν σε μια οικονομική στασιμότητα και κατέστησαν ορατό τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό[8].

Τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά το 2001 καθώς, τότε, το βασικό χαρακτηριστικό που αγκάλιαζε το αναθεωρητικό εγχείρημα και συμπύκνωνε όλους τους επιμέρους διακεκριμένους στόχους ήταν ο εκσυγχρονισμός των θεσμών[9] και η ενίσχυση του εγγυητικού χαρακτήρα του Συντάγματος. Το κυρίαρχο συνταγματικό ερώτημα το 2001 απέναντι σε μια  κοινωνία που αντιμετώπιζε αυξανόμενες απειλές της προσωπικής αυτονομίας του ατόμου, πρωτίστως συνίστατο  στην ανανέωση και ενίσχυση των εγγυητικών μηχανισμών του κράτους δικαίου, προσπάθεια που αναπόφευκτα συνδέονταν με το διάχυτο αίτημα προσαρμογής προς τα κεκτημένα του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού[10].

Ενώ με το Σύνταγμα του 1975 τέθηκαν οι θεσμικές προδιαγραφές για να εξελιχθούμε σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία, η προσαρμογή του Συντάγματος και της κοινής νομοθεσίας σε κεκτημένα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και ιδίως στα πορίσματα της νομολογίας του ΕΔΔΑ, η οποία υπήρξε σε αρκετές περιπτώσεις περισσότερο προωθημένη από την αντίστοιχη ελληνική[11], προϋπέθετε, ιδίως στο πεδίο των δικαιωμάτων, την απάλειψη αναχρονισμών που ήδη η κοινωνική ζωή είχε αποβάλλει, ενώ παρέμεναν στο τυπικό Σύνταγμα ως δείγματα ενός ιδιότυπου νομικού συντηρητισμού[12].

Η αναθεώρηση του Συντάγματος, με την  κατάργηση συνταγματικών αναχρονισμών[13], αλλά και την θέσπιση νέων δικαιωμάτων δεν είχε να αντιμετωπίσει μείζονα συνταγματικά προβλήματα[14] καθώς αποτελούσε παγίωση μεταρρυθμίσεων που είχαν ήδη καθιερωθεί σε νομοθετικό ή/και υπερνομοθετικό επίπεδο. Έτσι προτάθηκαν συνταγματικές λύσεις σε ώριμες κοινωνικές συνθήκες  όπου η νομοθεσία είχε ήδη καλύψει σημαντικά κενά[15] και η πολιτική συναίνεση ήταν ευρύτατη.

Αν στις κοινωνίες της διακινδύνευσης αναδεικνύονται εκδηλώσεις της κρατικής δράσης που είναι παρεμβατικές και οι οποίες συνεπάγονται ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, προκειμένου να τονωθεί το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών[16], η επιλογή του αναθεωρητικού νομοθέτη να απαλείψει από το Σύνταγμα τις αναχρονιστικές διατάξεις και να  επαναφέρει στο προσκήνιο την εγγυητική λειτουργία του κράτους δικαίου, συνιστά σημαίνον δείγμα της άρνησής του να θυσιάσει την ελευθερία, χάριν της ασφάλειας[17].

Στο πνεύμα αυτό η αναθεώρηση του 2001, ιδίως στο πεδίο των δικαιωμάτων, πρέπει  να κριθεί με βάση το κατά πόσο ανταποκρίθηκε στα αιτήματα για προστασία μιας κοινωνίας που γεννά όλο και πιο σύνθετες πηγές κινδύνων. Στην προσπάθεια αυτή είχε να αντιμετωπίσει δύο μεγάλα ρεύματα της εποχής: αφενός  μια νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση που καταγγέλλει την «παρεμβατική» και «αντιπαραγωγική» λειτουργία του κράτους, και αφετέρου μιας συντηρητικής προέλευσης, επιχειρηματολογία, που αιτιάται το κράτος για ανικανότητα στην παροχή ασφάλειας  και ζητά ενίσχυση των μηχανισμών κοινωνικού ελέγχου. Υπό το πρίσμα αυτό το κοινό σημείο των αναθεωρητικών προτάσεων στα επιμέρους πεδία των αντιρρησιών συνείδησης(άρθρο 4 παρ. 6, ερμηνευτική δήλωση), των ατομικών διοικητικών μέτρων(5 παρ. 4), των μέτρων προφυλάκισης(6 παρ. 4 εδ. β), της θανατικής ποινής(7 παρ. 3) και της άρσης των περιορισμών για την συνδικαλιστική δράση των δημοσίων υπαλλήλων(κατάργηση του 12 παρ. 4 ) είναι ότι υιοθέτησαν λύσεις που προέκρινε ο νομοθέτης ή επέβαλλε η νομολογία[18].

Επιπλέον, ήταν σαφές ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης του 2001 συνειδητοποίησε ότι η προστασία που παρέχεται μετά από την προσβολή των εννόμων αγαθών -είτε είναι η υγεία, είτε η ιδιωτικότητα, είτε το περιβάλλον- θα ήταν αναποτελεσματική, διότι η ζημία θα είχε συντελεσθεί και κατά το μάλλον, θα ήταν μη αναστρέψιμη. Συνεπώς η ρυθμιστική παρέμβαση θα έπρεπε να είναι προληπτική-εγγυητική με βασικές παραμέτρους το επίπεδο της τεχνολογικής προόδου, την ασφάλεια των απειλούμενων έννομων αγαθών και την νομιμοποίηση των κοινωνικών επιπτώσεων των ερευνών[19]. Ωστόσο, για να εκδηλωθεί μια νομοθετική πρωτοβουλία με τα χαρακτηριστικά της προληπτικής θεσμικής παρέμβασης θα έπρεπε να βρίσκει επαρκές έρεισμα στο Σύνταγμα υπό δύο εκδοχές: Είτε με την διεύρυνση της κανονιστικής βάσης των κλασσικών ατομικών δικαιωμάτων, είτε με την θέσπιση νέων δικαιωμάτων που θα υποδεχθούν τα νέα δεδομένα, είτε με τον συνδυασμό και των δύο.

Ο συντακτικός νομοθέτης επέλεξε να καθιερώσει ορισμένα νέα δικαιώματα. Σημειώνουμε ενδεικτικά: η προστασία της υγείας και της γενετικής ταυτότητας(άρθρο 5 παρ. 5), η προστασία των προσωπικών δεδομένων(άρθρο 9Α), και το ατομικό δικαίωμα στο περιβάλλον(άρθρο 24 παρ.1), αλλά και να κατοχυρώσει ρητά τις αρχές της αναλογικότητας, της τριτενέργειας και του κοινωνικού κράτους δικαίου(άρθρο 25 Σ.) απαντώντας στις παραπάνω ανάγκες που θέτει η κοινωνία της διακινδύνευσης.

Η επιλογή αυτή συνδέεται με την διαπίστωση ότι εφόσον οι διακινδυνεύσεις -κυρίως στην βιοτεχνολογία, στα προσωπικά δεδομένα αλλά και στο περιβάλλον- προέρχονται συνηθέστερα από το χώρο της ιδιωτικής οικονομίας και έρευνας, η αυτονομία του ατόμου θωρακίζεται μόνο όταν το κράτος λάβει θετικά προστατευτικά μέτρα[20], που συνίστανται σε επιμέρους δικαιώματα και διαδικασίες κυρίως με την δημιουργία Ανεξάρτητων Αρχών. Υπό αυτή την έννοια η ρητή καταγραφή των νέων δικαιωμάτων συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του Συντάγματος διότι περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την αβεβαιότητα  στην συνταγματική αντιμετώπιση των νέων τεχνολογικών δεδομένων[21] ιδίως αυτών που συνδέονται με το πεδίο της επικοινωνίας και την ψηφιακή εποχή του διαδικτύου. Έτσι ο ερμηνευτής των συνταγματικών διατάξεων δεν χρειάζεται να επιδοθεί σε έναν ερμηνευτικό μαξιμαλισμό, ούτε ο δικαστής να εξαντλήσει τα όρια του νομολογιακού του ακτιβισμού -με τον κίνδυνο να εκτεθεί στην κριτική ότι υπερβαίνει την δικαιοδοσία του και υποκαθιστά το νομοθέτη- προκειμένου να καλύψει τα κανονιστικά κενά[22] που αναπόφευκτα προκαλούνται από τις νέες προσβολές[23].

 

Οι αστοχίες των εγγυητικών επιλογών του αναθεωρητικού νομοθέτη του 2001

Για τον συνταγματικό σχεδιασμό και την διαμόρφωση προτάσεων συνταγματικής πολιτικής προϋποτίθεται ο εντοπισμός κενών και αντιφάσεων στο συνταγματικό κείμενο, αλλά και δυσλειτουργικών  συνταγματικών θεσμών που  αναδείχθηκαν κατά την λειτουργία του. Πάνω σε αυτή την βάση διαμορφώνονται οι βασικοί στόχοι της αναθεώρησης και η νομοτεχνική τους εξειδίκευση ενώ κρίσιμη είναι η πρόβλεψη των συνεπειών που θα επέλθουν στην συνολική αρχιτεκτονική των θεσμών και στο πολιτικό σύστημα από μια συγκεκριμένη τροποποίηση. Στο πνεύμα αυτό θα περιοριστώ σε ορισμένες εντελώς συνοπτικές παρατηρήσεις αναγκαίων τροποποιήσεων  των συνταγματικών  δικαιωμάτων στα πεδία της ιδιωτικότητας και ειδικότερα της συνταγματικής απαγόρευσης της χρήσης απαγορευμένων αποδεικτικών μέσων(άρθρο 19 παρ. 3)  καθώς και στην ελευθερία της γνώμης  και ειδικότερα στα ασυμβίβαστα που θέτει το άρθρο 14 παρ. 9 Σ. στους ιδιοκτήτες ΜΜΕ.

Θα περιοριστώ μόνο σε δύο σημεία που δημιουργούν συνεχή προβλήματα συμβατότητας της νομοθεσίας και της νομολογίας με το Σύνταγμα χωρίς να επεκταθώ σε άλλες διατυπώσεις των ίδιων άρθρων που απαιτούν προσαρμογή στις νέες τεχνολογικές εξελίξεις ακόμα και με την κατάργηση παρωχημένων ρυθμίσεων[24]. Επίσης η σκοπιμότητα της πρότασης για την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων αμφισβητείται όταν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει ήδη επαρκές επίπεδο προστασίας και εγγυήσεων κυρίως για την χρήση νέων τεχνολογιών, όπως για παράδειγμα η τεχνητή νοημοσύνη. Η υπερφόρτωση του εθνικού Συντάγματος με προστατευτικές ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση απειλών υπερεθνικής εμβέλειας(π.χ τεχνητή νοημοσύνη, κλιματική αλλαγή) και την κανονιστική πυκνότητα του  αλλοιώνει και την οικονομία του κειμένου βλάπτει.

Η παράγραφος 9 του άρθρου 14 αποτελεί μία από τις πλέον αναλυτικές ρυθμίσεις του Συντάγματος με την οποία επιδιώκεται αφενός να τεθούν εγγυήσεις διαφάνειας(εδ. α και β) στο χώρο της ενημέρωσης και αφετέρου να θεσπιστούν ασυμβίβαστες ιδιότητες(εδ. γ-ζ)μεταξύ ιδιοκτητών ΜΜΕ και προμηθευτών του δημοσίου. Το κλίμα της περιόδου όπου προτείνονταν οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις ευνοούσε μια μαξιμαλιστική προσέγγιση περί ασυμβιβάστων προκειμένου να καταπραϋνθούν οι έντονες πολιτικές καταγγελίες που θεωρούσαν την διαπλοκή μεταξύ ιδιοκτητών ΜΜΕ και πολιτικού συστήματος την πηγή κάθε προβλήματος. Ο τρόπος με τον οποίο ο κοινός νομοθέτης(ν. 3021/2002, 3310/2005, 3345/2005, 4712/2020, 4779/2021, 4782/2021,4871/2021)   επεδίωξε να εξειδικεύσει τις συνταγματικές περί ασυμβιβάστων προβλέψεις αμφισβητήθηκε τόσο ως προς την συνταγματικότητα  επιμέρους ρυθμίσεων του, όσο και ως προς την συμφωνία με το δίκαιο της ΕΕ περί δημοσίων συμβάσεων και οδήγησε σε αλλεπάλληλες νομοθετικές παλινωδίες. Μετά το νομολογιακό ξεκαθάρισμα της υπόθεσης με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ένωσης[25] και του ΣτΕ[26] που έκριναν ότι η καθιέρωση αμάχητου τεκμήριου ασυμβίβαστου μεταξύ των ιδιοτήτων του ιδιοκτήτη και βασικού μετόχου(μαζί με άλλες προβλεπόμενες ιδιότητες) επιχειρήσεων ΜΜΕ και επιχειρήσεων που συνάπτουν συμβάσεις με το Δημόσιο σε έργα και προμήθειες, είναι αντίθετη προς το ενωσιακό δίκαιο[27], θεωρούμε ότι πέραν των νομοθετικών ακόμα και οι συγκεκριμένες συνταγματικές ρυθμίσεις έχουν περιπέσει σε αχρησία διότι επιδίωκαν ένα θεμιτό συνταγματικό σκοπό με απρόσφορα και αντίθετα προς το Δίκαιο της Ένωσης μέσα. Ίσως πρέπει ο αναθεωρητικός νομοθέτης να επανεξετάσει την συνταγματική ρύθμιση -καθώς το πρόβλημα βρισκόταν κυρίως σε αυτή[28] και όχι μόνο στην νομοθετική της εξειδίκευση-, διότι προφανώς θίγει την κανονιστικότητα του Συντάγματος να υφίστανται εν ισχύ ρυθμίσεις που δεν μπορούν να εφαρμοστούν όπως προβλέπονται.

Παρόμοιες ενστάσεις μπορεί να εγείρει κανείς και για τις απόλυτες απαγορεύσεις που περιέχονται στο άρθρο 19 παρ. 3 Σ για την χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά τρόπο αντίθετο προς το Σύνταγμα[29]. Όπως προέκυψε από την νομολογιακή εφαρμογή της συνταγματικής διάταξης, η ανεξαίρετη απολυτότητα της ρύθμισης που απαγορεύει την χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 19, 9 και 9Α Συντάγματος δημιούργησε πολλά προβλήματα.  Η έλλειψη περιθωρίου σταθμίσεων όταν για παράδειγμα ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να κάνει χρήση αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν την αθωότητά του θίγει συνταγματικές αρχές και δικαιώματα, όπως την αξία του ανθρώπου( 2 παρ. 1 Σ), την τιμή και την ελευθερία του ανθρώπου(άρθρο 5 παρ. 2 Σ) και το δικαίωμα στην δικαστική προστασία μέσω της χρήσης αποδεικτικών μέσων(άρθρο 20 παρ. 1 Σ). Τα δικαστήρια και ιδίως ο ΑΠ[30] οδηγήθηκαν στην  αμφίβολης συνταγματικότητας σχετικοποίηση της απαγόρευσης κρίνοντας ως επιτρεπτή την χρήση ενός κατά αρχήν παράνομου αποδεικτικού μέσου όταν αυτό, σε περίπτωση βαρύτατου αδικήματος, είναι απολύτως αναγκαίο και πρόσφορο για να αποδείξει την αθωότητα ενός κατηγορουμένου. Είναι σαφές ότι οι ερμηνευτικές αυτές λύσεις απαιτούν νομολογιακές δογματικές κατασκευές[31] αμφίβολης αξιοπιστίας ενώ ένα γενικότερο κλίμα ανασφάλειας αποτυπώνεται και στις συνεχείς νομοθετικές παλινωδίες κυρίως του ΚποινΔ(άρθρο 177 με τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις) καθώς ο νομοθέτης προσπαθεί να προκρίνει επιεικείς λύσεις επί την βάση μιας συνταγματικής ρύθμισης, όπως το 19 παρ. 3  που δεν του δίνει αυτό το περιθώριο[32].

Και σε αυτή την περίπτωση ο μελλοντικός αναθεωρητικός νομοθέτης οφείλει να επαναδιατυπώσει την διάταξη προκειμένου η νέα ρύθμιση να  δίνει το περιθώριο σταθμίσεων που να εναρμονίζονται  με τις προαναφερόμενες συνταγματικές αρχές και δικαιώματα.

Και οι δύο αυτές συνταγματικές ρυθμίσεις που επέλεξα παραδειγματικά αποτελούν προϊόντα μιας συγκυρίας που κυριαρχούσε μια έντονη πολιτική αντιπαράθεση, όπου με συμφωνία των περισσότερων πολιτικών δυνάμεων επιλέγει να ενσωματωθούν στο Σύνταγμα ρυθμίσεις που αφενός δεν εφαρμόζονται(14 παρ. 9 Σ) και αφετέρου οδηγούν σε ερμηνευτικά προβλήματα(19 παρ. 3 Σ) θίγοντας την κανονιστικότητα του Συντάγματος. Έτσι, αγνοήθηκε η αρχή ότι δεν πρέπει να εισάγονται συνταγματικές ρυθμίσεις που εξυπηρετούν ανάγκες της πολιτικής συγκυρίας αγνοώντας τις μακροπρόθεσμες συνέπειες τους στην λειτουργία των θεσμών και στην απονομή της δικαιοσύνης.

Συχνά ο δρόμος προς την (συνταγματική) κόλαση είναι στρωμένος με τις αγαθότερες (αναθεωρητικές) προθέσεις.

 

[1] Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη  μορφή της προφορικής εισήγησης που παρουσιάστηκε στο Συνέδριο “50 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975 – Η συνταγματική υπόσχεση της Μεταπολίτευσης και η ποιότητα της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου”, 10-11 Ιουνιου 2025, Ζάππειο Μέγαρο Αθήνα, που διοργανώθηκε από τον  Κύκλο Ιδεών, σε  συνεργασία με τον Οργανισμό διαΝΕΟσις και το Delphi Economic Forum. Το κείμενο αποτελεί προδημοσίευση καθώς αναμένεται ο σχετικός τόμος με τα πρακτικά του συνεδρίου.

 [2] Βλ. Ε.Βενιζέλου, Η επικαιρότητα του συνταγματικού φαινομένου και το ελληνικό αναθεωρητικό διάβημα του 2001, στον τόμο Δ.Τσάτσου/Ευ.Βενιζέλου/Ξ.Κοντιάδη(επιμ.), Το Νέο Σύνταγμα, Αντ.Σάκκουλα, 2001, σ. 32.

[3] Για την ιστορικότητα του Συντάγματος  σε σχέση με την αναθεώρηση, βλ. Δ.Τσάτσου, Συνταγματική αναθεώρηση και ερμηνεία του Συντάγματος, Η ανάγκη μιας προερμηνευτικής συνταγματικής θεωρίας  για το Σύνταγμα του 2001, στον τόμο Δ.Τσάτσου/Ευ.Βενιζέλου/Ξ.Κοντιάδη, ό.π, σ. 19 επ.

[4] Η διαπίστωση ότι το Σύνταγμα του 1975/1986 ήταν ένα επιτυχημένο Σύνταγμα, ουσιαστικά απέτρεψε το αναθεωρητικό νομοθέτη από ριζοσπαστικές τομές, ή μείζονες ανακατατάξεις ως προς την ρυθμιστέα πολιτική ύλη, βλ. Ξ. Κοντιάδη, Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001, Αντ.Σάκκουλας, 2002,  σ. 74 επ.. Κριτικοί ως προς τα αποτελέσματα της αναθεώρησης οι Ν.Αλιβιζάτος, Συνολική αποτίμηση του αναθεωρητικού εγχειρήματος, στον τόμο Τσάτσου/Βενιζέλου/Κοντιάδη, ό.π, σ. 440 επ, ιδίως 445,  Γ.Σωτηρέλης, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της «παγκοσμιοποίησης», Αντ.Σάκκουλα, 2000, σ. 41 επ., και Κ.Χρυσόγονος, Μια βεβαιωτική αναθεώρηση, Αντ.Σάκκουλα, 2000, σ. 69 επ.

[5] Ως τέτοιο το αντιμετωπίζει ο Α.Μανιτάκης, Ένας συγκρατημένος συνταγματικός εκσυγχρονισμός, Πρόλογος στο: Α.Μανιτάκης, Το Σύνταγμα της Ελλάδας 1975/1986/2001, Σάκκουλας, 2001, σ. VII, και του ιδίου, Άτολμη και φτωχή, πολιτικά ανούσια και αναντίστοιχη των καιρών, Βουλή και Ευρωβουλή, τχ. 6/1998, σ. 17 επ.

[6] Με αυτό δεν υπονοούμε ότι δεν υπήρχαν πεδία όπου ήταν ώριμη μια συνταγματική διαρρύθμιση, όπως οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας, ή θέματα που θα αποτελούσαν πραγματική τομή στην λειτουργία του πολιτικού συστήματος όπως η τροποποίηση της εκλογής του ΠτΔ ή ζητήματα που οι αστοχίες και η ανεδαφικότητα των ρυθμίσεων ήταν πρόδηλη, όπως το 14 παρ. 9 Σ., αλλά αξιολογούμε συνολικά την συνταγματική στρατηγική που υπήρξε πίσω από την αναθεώρηση, η οποία έστω και με τον επιβεβαιωτικό της χαρακτήρα, σε πολλά σημεία, αποκατέστησε ισορροπίες στο επίπεδο των δικαιωμάτων με προφανή εγγυητικά αποτελέσματα. Για μια συνολική αποτίμηση της αναθεώρησης από τον εισηγητή της πλειοψηφίας Ε.Βενιζέλο, βλ. Ε.Βενιζέλου, Το αναθεωρητικό κεκτημένο, Αντ. Σάκκουλας, 2002.

[7] Για την συνταγματική διάσταση των μέτρων του μνημονίου για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης βλ. Α.Μανιτάκη, Τα συνταγματικά ζητήματα του μνημονίου ενόψει μοιρασμένης κρατικής κυριαρχίας και επιτηρούμενης δημοσιονομικής πολιτικής, σε www.constitutionalism. gr όπου συμπυκνώνεται ο σχετικός προβληματισμός και υπάρχουν βιβλιογραφικές αναφορές σε όλους τους συμμετέχοντες στον συνταγματικό διάλογο. Βλ. επίσης Ε.Βενιζέλου, Εθνικό Σύνταγμα και εθνική κυριαρχία υπό συνθήκες διεθνούς οικονομικής κρίσης- το πρόβλημα ήταν και παραμένει πολιτικό και όχι συνταγματικό, ΕφΔΔ, 1/2011, 2 επ. Κ.Γώγου, Έγκλημα και τιμωρία. Η διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση μεταξύ δικαίου και πολιτικής, ΕφΔΔ 4/2010, 426 επ., Π.Μαντζούφα, Οικονομική κρίση και συνταγματικοί θεσμοί, στον τόμο «Το πολιτικό πορτραίτο της Ελλάδας. Κρίση και αποδόμηση του πολιτικού» (επιμ. Ν.Γ.Γεωργακάκης-Ν. Δεμερτζής), Gutenberg, EKKE, 2015, σ. 612-635 και σε: ΔτΑ 64/2015

[8] Βλ. Γ.Βούλγαρη, Στην άκρη του γκρεμού 2007-2019,  Κρίση – Πολιτικοί σεισμοί – Ακροβασίες – Διέξοδος, Πατάκης, 2025

[9] Βλ. Γ.Παπαδημητρίου, Πρόλογος στον τόμο Γ.Παπαδημητρίου(επιμ.) Αναθεώρηση του Συντάγματος και εκσυγχρονισμός των θεσμών, Αντ.Σάκκουλα, 2000.

[10] Βλ. Π.Παραρά, Το κεκτημένο του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού. Τα όρια του αναθεωρητικού οργάνου στο χώρο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ΔτΑ 10/2001, σ. 543 επ.

[11] Βλ. Κ.Χρυσόγονου, Η ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην εθνική έννομη τάξη, Αντ.Σάκκουλας, 2001, σ. 33 επ.

[12] Τέτοια ενδεικτικά παραδείγματα πρέπει να θεωρηθούν η μη αναγνώριση της εναλλακτικής κοινωνικής θητείας για τους αντιρρησίες συνείδησης, η μη κατάργηση της θανατικής ποινής, η απαγόρευση του προσηλυτισμού, δηλαδή ρυθμίσεις ή παραλείψεις που δεν απαντώνται στα περισσότερα ευρωπαϊκά συντάγματα.

[13] Βλ. Π.Μαντζούφα, Η κατάργηση συνταγματικών αναχρονισμών στα θεμελιώδη δικαιώματα  με την αναθεώρηση του 2001, στον τόμο «Πέντε χρόνια μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2001», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2006, σ. 223- 272.

[14] Βέβαια ασκήθηκε η κριτική (βλ. Ν.Αλιβιζάτος, Συνολική αποτίμηση…, ό.π, σ. 445) ότι η πρόσθεση επί πλέον ρυθμίσεων με την αναλυτική τους διατύπωση -που σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρξε υπερβολική, όπως το άρθρο 14 παρ. 9 Σ- ανατρέπει την οικονομία του κειμένου και θίγει την κανονιστική του πυκνότητα. Θεωρούμε ότι η συγκεκριμένη κριτική δεν επιδέχεται ενιαία απάντηση αλλά συνδέεται με τις ιδιαιτερότητες κάθε δικαιώματος.

[15] Βλ. τις περιπτώσεις προηγούμενης νομοθετικής ή υπερνομοθετικής  ρύθμισης που το Σύνταγμα ήλθε απλά να επικυρώσει. σε Κ.Χρυσόγονο, Η επιβεβαιωτική αναθεώρηση, ό.π

[16] Για τις κοινωνικές αυτές τάσεις και την επιρροή τους στην λειτουργία του Συνταγματικού κράτους βλ. εντελώς ενδεικτικά, Π.Μαντζούφα, Ασφάλεια και πρόληψη την εποχή της διακινδύνευσης: εισαγωγικά ερωτήματα και προβληματισμοί για το συνταγματικό κράτος, σε Τιμητικό Τόμο για τα 75 χρόνια του ΣτΕ, Σάκκουλας, 2004, σ. 55 επ.

[17] Βλ. Ξ.Κοντιάδη, Ο νέος συνταγματισμός, ό.π, σ. 128-130.

[18] Βλ. Π.Μαντζούφα, Η κατάργηση συνταγματικών αναχρονισμών στα θεμελιώδη δικαιώματα  με την αναθεώρηση του 2001, στον τόμο «Πέντε χρόνια μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2001», ό.π, σ. 350 επ.

[19] Βλ.Π.Δόνο, Τεχνολογική διακινδύνευση και προστασία προσωπικών δεδομένων, στον τόμο, Νέες τεχνολογίες και συνταγματικά δικαιώματα, Σάκκουλας, Αθήνα –Θεσσαλονίκη, 2004, σ. 23 επ.(ιδίως σ. 24)

[20] Για την προστατευτική διάσταση των δικαιωμάτων Βλ. Π.Μαντζούφα, Προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης, υγεία-ιδιωτικότητα-περιβάλλον, Σάκκουλας, 2006, Τ.Βιδάλη, Νέα Δικαιώματα στην πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, 2000, ό.π, σ. 93 επ.

[21] Βλ. Τ.Βιδάλη, Η αναθεώρηση του Συντάγματος ως αίτημα της ασφάλειας του δικαίου: η κατοχύρωση των «νέων» δικαιωμάτων, Ισοπολιτεία, 1998, και στον τόμο Γ.Σωτηρέλλης/Α.Παπακωνσταντίνου(επιμ.), Η δυναμική της δημοκρατίας στην δεκαετία του ’90, Αντ. Σάκκουλας, 1999, σ. 403 επ.

[22] Στο σημείο αυτό μπορεί να υποστηριχθεί και ο αντίλογος ότι ο πολλαπλασιασμός των δικαιωμάτων αντιστρέφει την βασική ερμηνευτική αρχή ότι η αμφιβολία λειτουργεί υπέρ των δικαιωμάτων(in dubio pro libertate) και οδηγεί στην επικίνδυνη άποψη ότι προστατευτέα είναι μόνο τα δικαιώματα που ρητά καταγράφονται στο συνταγματικό κείμενο, βλ. Τ.Βιδάλη, ό,π, 2000, σ. 99.

[23] Για την προβληματική αυτή βλ. Π.Μαντζούφα, Η συνταγματική προστασίας των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης Υγεία -Ιδιωτικότητα -Περιβάλλον, εκδ. Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006, σ. 173-182.

[24] Βλ. Μία από τις προτάσεις αναθεώρησης που διατυπώνονται για τα άρθρο 15 Συντάγματος σε Σ. Βλαχόπουλου, Η συνταγματική αναθεώρηση στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, ΒΗΜΑ της Κυριακής 29.9.2024

[25] ΔΕΚ 16.12.2008, C-213/07, Μηχανική κατά Ε.Σ.Ρ)

[26] ΣτΕ 3670/2006 Ολ.

[27] Βλ. αντί πολλών Κ.Χρυσόγονου, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, Σάκκουλας, 2023, σ. 475-476.

[28] Το γεγονός ότι και τα δύο δικαστήρια (ΣτΕ και ΔΕΕ) έκριναν με «επιείκια» την συνταγματική ρύθμιση και αναγνώρισαν ότι με την κατάλληλη εξειδίκευσή της από το νομοθέτη δεν τίθεται ευθέως ζήτημα αντίθεσης του άρθρου 14 παρ. 9 Σ. με το ενωσιακό ζήτημα δεν αλλάζει το χαρακτήρα της συνταγματικής διάταξης που απέτυχε να ικανοποιήσει τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε και προκάλεσε μια μακροχρόνια και ανώφελη αντιδικία.

[29] Βλ. Τζ. Ηλιοπούλου- Στράγγα, Χρήση παρανόμων κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, 2003, Γ.Καμίνη, Το πρόβλημα των παρανόμων αποδεικτικών μέσων, Τιμ.Τομ. Ι. Μανωλεδάκη, σ. 344 επ.

[30] ΑΠ 42/2004, ΕλλΔνη 2004, σ. 1557 επ.

[31] Βλ. ΑΠ 254/2021

[32] Βλ. Κ.Χρυσόγονου, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, Σάκκουλας, 2023, σ. 402-406.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

nineteen + 13 =