Η γυναικοκτονία και ένας οπισθοδρομικός συνταγματισμός.

Νικ. Παρασκευόπουλος, ομ. καθηγητής ΑΠΘ, επίτιμος δρ. ΔΠΘ.

Κατά τη δεκαετία όπου έπνεαν οι άνεμοι του φιλελευθερισμού, το δικαίωμα στην ανθρώπινη ζωή είχε αποτελέσει ενώπιον της ποινικής καταστολής πεδίο σφοδρής και μακρόχρονης διαμάχης. Το ερώτημα αφορούσε την θανατική ποινή. Η κατάργησή της * αποτελούσε μια προοδευτική διεκδίκηση και εξελισσόμενη θεσμική κατάκτηση που έφθασε σε ανώτατους θεσμικούς χάρτες. Η αντιπαράθεση  είχε πολιτική, κοινωνική αλλά και ακαδημαϊκή διάσταση, καθώς τα διεθνή και τα εγχώρια  επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα σχημάτιζαν φορτωμένους καταλόγους.

Στις μέρες μας  η συζήτηση για τη θανατική ποινή δεν έχει λήξει οριστικά, αλλά πάντως έχει καταλαγιάσει. Το σχετικό με την ανθρώπινη ζωή και την ποινική καταστολή ερώτημα που πλέον απασχολεί είναι η εισαγωγή ενός εγκλήματος γυναικοκτονίας  στον ποινικό κώδικα ή και στο ελληνικό Σύνταγμα. Αν αυτό συμβεί, θα πρόκειται πιστεύω για μια ιστορικών διαστάσεων οπισθοδρόμηση, που θα πλήξει ακριβώς τις αξίες που φιλοδοξεί να προστατεύσει. Είναι δύσκολο κανείς να γράφει λίγα για τόσο μεγάλα θέματα, γι’ αυτό θα περιοριστώ ακριβώς μόνο σε δυο θεμελιακά ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων, παραπέμποντας για αναλυτικότερη εξέταση στη βιβλιογραφία.**

Καταρχάς, ας αφήσουμε στην άκρη -υπερθεματίζοντας- τα αυτονόητα: Η πατριαρχία αποτελεί πραγματικά ένα προαιώνιο βάθρο ολιγαρχίας και βαρβαρότητας.  Το εξουσιαστικό έγκλημα πραγματικά επιβαρύνει τα πάθη και βάσανα των θυμάτων, οι γυναικοκτονίες εκφράζουν εξουσία και αρχέγονη έμφυλη  ιδιοκτησία  και ο χαρακτήρας τους αυτός πρέπει να λαμβάνεται υπόψη επιβαρυντικά κατά την απονομή της δικαιοσύνης.

Πώς όμως άραγε μπορεί να επιβαρυνθεί η ήδη προβλεπόμενη ως αποκλειστική*** για κάθε ανθρωποκτονία ποινή της ισόβιας κάθειρξης; Το αδιέξοδο δεν θα μπορούσε άραγε  να υποθάλψει υποδόρειες νοσταλγίες για την θανατική ποινή, τη μόνη βαρύτερη από τα ισόβια κύρωση που μπορεί να συλλάβει ο νους του ανθρώπου; Μήπως η συγκεκριμένη αυστηροποίηση θα προσθέσει «ψήφους» στο σταθερό ακροδεξιό αίτημα για την επαναφορά της; Όχι απαντούν ορισμένοι ειδικοί, επισημαίνοντας ότι η επιβάρυνση μπορεί να λάβει τη μορφή του αποκλεισμού διαφόρων ελαφρυντικών και λόγων μείωσης της ισόβιας διάρκειας.

Καταρχάς, η απάντησή τους αυτή  είναι τεχνοκρατική. Οι αρχαίοι και διάχυτοι συνειρμοί  στο άκουσμα της ανάγκης για επιβάρυνση των ισοβίων σηματοδοτούν τυφεκισμούς και θαλάμους αερίων, όχι κάποιες περιπτωσιακές ρυθμίσεις. Ο κοινωνικός απόηχος της βαρβαρότητας δεν σβήνεται. Ακόμη όμως και ως τεχνικό θεσμικό επιχείρημα η απάντηση είναι  τελείως αβάσιμη. Οι πλείστοι από τους προβλεπόμενους στην ποινική νομοθεσία λόγους μείωσης της ποινής οφείλονται σε διαβαθμίσεις του αδίκου ή της ενοχής****. Θα πρόκειται για απόπειρα, ή για δράστη με αποδειγμένη ψυχοπαθολογία ή ανήλικο, και το δίκαιο παραταύτα θα μένει αδιάφορο; Η συνταγματική επιταγή  της αναλογικότητας βάρους ευθύνης και ποινής θα αφήνεται στην άκρη; Ο κανόνας όμως «τόσο έφταιξες – τόσο πληρώνεις», που επιβάλλει κατά περίπτωση εξατομικευμένες σταθμίσεις, βρίσκεται στον πυρήνα του δικαίου.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά την αρχή της ίσης αξίας της ζωής όλων των ανθρώπων. Κατοχυρώθηκε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο σε παγκόσμιες συμβάσεις (της Γενεύης και στην Οικουμενική διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων), τόσο για περιόδους πολέμου όσο και για περιόδους ειρήνης. Όμως η γενική και αφηρημένη  επιβάρυνση της ποινικής μεταχείρισης  με βάση το φύλο των θυμάτων  (και μάλιστα αποτυπωμένη στο  Σύνταγμα) λόγω της αρχής της αναλογικότητας θα υποδηλώνει  ότι ένα φύλο θεωρείται «πιο ίσο από τα άλλα», κατά τη σοφή και εκλαϊκευμένη παραδοξολογία. Με άλλα λόγια, θα επαναφέρει την ιδέα και την απεχθή πρακτική της διάκρισης της αξίας της ζωής των ανθρώπων σε περισσότερο ή λιγότερο προστατεύσιμη. Αν εξοικειωθούμε με την ιδέα της διάκρισης, η επιστροφή στις πιο μαύρες ημέρες της ανθρωπότητας, όπου κάποιες ζωές είναι στερημένες αξίας ή υποδεέστερες, θα έχει άνωθεν υπαγορευθεί. Το ταμπού της ίσης προστασίας, ψυχολογικό εργαλείο πρόληψης, θα καταρρεύσει. Με δυο λόγια: Η παγκόσμια κατοχύρωση της ίσης  αξίας της ζωής όλων των ανθρώπων χωρίς διακρίσεις (μεταξύ άλλων και φύλου) πρέπει να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού.

Με τα παραπάνω, δεν αναιρούμε την εισαγωγική θέση ότι ένα έγκλημα που τελείται μέσα σε εξουσιαστικές συνθήκες είναι βαρύτερο, και ότι η πατριαρχία είναι μια μορφή στυγνής εξουσίας. ‘Όμως:

  • Η αντίστοιχη επιβάρυνση της ποινής προϋποθέτει το διαβαθμίσιμο χαρακτήρα της. Είναι νοητή πχ σε εγκλήματα με πρόσκαιρη διάρκεια, όπως η προβλεπόμενη στέρηση ελευθερίας για πολύμορφες κακοποιήσεις γυναικών, όχι όμως σε περιπτώσεις ισόβιας κάθειρξης.
  • Ο εξουσιαστικός χαρακτήρας ενός εγκλήματος θα πρέπει να σταθμίζεται εξίσου και πάντοτε, κι όχι μόνο στις έμφυλες περιστάσεις. Για παράδειγμα αν ένας εργοδότης με ενδεχόμενο δόλο και απειλή απόλυσης ωθεί εργαζόμενους να δουλεύουν σε μηχανοστάσια με άμεση την απειλή θανατηφόρας έκρηξης, τότε το    βάρος της προσβολής είναι ίσο, σε οποιοδήποτε φύλο κι αν ανήκουν τα θύματα.

Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ανάγκη βαρύτερης τιμώρησης ενός βαρύτερου εγκλήματος. Η οποιαδήποτε κάμψη εξάλλου ενός απεχθούς φαινομένου όπως οι γυναικοκτονίες  θα αποτελέσει σπουδαία  νίκη του ανθρωπισμού. Η ιδέα ωστόσο ότι η μεταρρύθμιση ποινικών ρυθμίσεων με κόστος  παλινδρόμησης σε εποχές διακρίσεων και πανάκειας αρκεί για την αποτελεσματικότερη προστασία της ζωής των γυναικών, παρά τις καλές προθέσεις αποτελεί μια  ανιστόρητη και αναποτελεσματική οπισθοδρόμηση. Αποπροσανατολίζει από τον κοινωνικό αγώνα που είναι απαραίτητος  στα σχολεία, στις εκκλησίες, στις  οικογενειακές εστίες και στα διαδικτυακά στερεότυπα ώστε το αντριλίκι, ο Μενούσης κι ο Μπιρμπίλης, ο έμφυλος φασισμός και η αίσθηση  ιδιοκτησίας επί της γυναίκας,  φωλιά  ζήλειας και επιθετικότητας, να ηττηθούν. Επίσης εισάγει μια άνιση μεταχείριση εξουσιαστικών εγκλημάτων, όπου πχ αν ο εξουσιαστικός χαρακτήρας οφείλεται σε ωμή εκμετάλλευση εργασιακών σχέσεων ή της προσφυγικής ιδιότητας του θύματος τότε δεν απασχολεί.

Τέλος, η  εισαγωγή της ίδιας διάκρισης στο Σύνταγμα δεν θα συνεπαγόταν μια απλή εσωτερική αντινομία: Θα κλόνιζε τον φέροντα σκελετό του, τις αξίες της ισότητας και της αναλογικότητας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Στη χώρα μας με το νόμο 2172/1993, με πρόταση του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης  Γ. Κουβελάκη.

** Βλ. Ε.  Φυτράκη, «Γυναικοκτονία»: Μια αχρείαστη για το ποινικό δίκαιο έννοια», ΕλλΔνη 1/2026 (67), σελ. 50 -60, όπου παραπομπές και σε άλλες  απόψεις εγκληματολόγων και ποινικολόγων.

*** Με την πρόχειρη  μεταρρύθμιση με βάση το Νόμο 4855/2021, που απέκλεισε τη διάζευξη και κάθε δυνατότητα επιμέτρησης.

**** Βλ. Ν. Παρασκευόπουλου, Η συνταγματική διάσταση του αδίκου και της ενοχής, Υπεράσπιση 1993. 1295κε.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

6 + seventeen =