Η υπεράσπιση της Δημοκρατίας απέναντι στις νέες υπερεθνικές προκλήσεις. Η πολύτιμη παρακαταθήκη του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ομιλία στο πλαίσιο των ΧΧΙ «Διεθνολογικών Συναντήσεων Ναυπλίου», 4.10.2026, αφιερωμένη στη μνήμη του Κωνσταντίνου Τσουκαλά.

Ευχαριστώ θερμά το Κέντρο Διεθνούς Δικαίου και Διπλωματίας και προσωπικά τον Πρόεδρό του και αγαπητό συνάδελφο Στέλιο Περράκη για την τιμή που μου έκαναν να με συμπεριλάβουν στην εκδήλωση μνήμης για τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, έναν κορυφαίο επιστήμονα και διανοούμενο, που ανήκει στην χορεία των ελαχίστων για τους οποίους δεν ισχύει το «ουδείς αναντικατάστατος».

Είχα την χαρά όχι μόνον να τον γνωρίσω καλά στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, που θεμελίωσε με περισσή φροντίδα ο αγαπητός συνάδελφος Γιάννης Μεταξάς, αλλά και να με τιμήσει με την φιλία του, γράφοντας μάλιστα και τον Πρόλογο στο τελευταίο μου βιβλίο. Έχοντας λοιπόν μία πλήρη εικόνα για το έργο και την προσωπικότητα του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, μπορώ νομίζω μετά λόγου γνώσεως να προσθέσω και εγώ,  στα όσα καλά έχουν ακουσθεί έως τώρα, την δική μου οπτική γωνία, τόσο για ίδιο όσο και για την πολύτιμη παρακαταθήκη του.

Α. Αυτό που νομίζω ότι τον διακρίνει περισσότερο από όλα, είναι ο σπάνιος συνδυασμός, στον ανώτατο δυνατό βαθμό, της ιδιότητας του επιστήμονα και της ιδιότητας του διανοουμένου. Ως επιστήμονας ανέταμε, με μοναδική εμβρίθεια, ενάργεια και πληρότητα, σημαντικές πτυχές της ελληνικής, ευρωπαϊκής και διεθνούς κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Ως διανοούμενος υπερασπίσθηκε σε κάθε ευκαιρία και με κάθε πρόσφορο τρόπο το βασικό πρόταγμα του διαφωτισμού, τον αυτοκαθορισμό του ανθρώπου, αφ’ενός αναδεικνύοντας την αναντικατάστατη αξία του αλλά και τον ουσιαστικό εξελικτικό εμπλουτισμό του –ώστε να περιλαμβάνει ισότιμα την πολιτική συμμετοχή, την ατομική ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη– και αφ’ετέρου αποκαλύπτοντας τις δυνάμεις που τον αντιμάχονται, απεργαζόμενες, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, την κατάργηση ή την συρρίκνωση των κατακτήσεων της σύγχρονης Δημοκρατίας. Δεν σκοπεύω βέβαια να αναλύσω συνολικά την προσφορά του στον ευρύτερο επιστημονικό και πολιτικό διάλογο, πολλώ μάλλον όταν έχει προηγηθεί η τόσο εμπεριστατωμένη σχετική ομιλία του αγαπητού συναδέλφου –διότι συνάδελφος είναι πάνω από όλα– Προκόπη Παυλόπουλου («Μνήμη Κωνσταντίνου Τσουκαλά: Πορεία στους δρόμους της Ελευθερίας», βλ. και Constitutionalism.gr, 5-10-2026). Θέλω όμως να σταθώ σε τρία σημεία που τα θεωρώ σημαντικά:

Το πρώτο σημείο είναι η στέρεα επιστημοσύνη του και η αναμφισβήτητα καθοριστική συμβολή του στην προαγωγή της Κοινωνιολογίας και της Πολιτικής Επιστήμης στην χώρα μας, που επέτρεψαν στον Κωνσταντίνο Τσουκαλά να έχει ευρύτατη   αναγνώριση στο σύνολο σχεδόν της ακαδημαϊκής κοινότητας. Κάτι που ευτυχώς αναγνώρισε τελικά και η Ακαδημία Επιστημών, με καθοριστική την συμβολή των αγαπητών συναδέλφων Μιχάλη Σταθόπουλου και Προκόπη Παυλόπουλου.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ήταν ένας από τους διαχρονικά πλέον σημαντικούς διανοουμένους της χώρας, με σημαντικότατη επιρροή στην διαμόρφωση και εξέλιξη των προοδευτικών ιδεών. Και επειδή τα τελευταία χρόνια οι έννοιες όντως τείνουν να χάσουν την σημασία τους,  με τον όρο προοδευτικός δεν εννοώ απλώς την απλή και κατά κανόνα επιλεκτική και αλά καρτ υπεράσπιση κάποιων ατομικών –και δη ατομικιστικών– δικαιωμάτων, που συνήθως συνοδεύεται από γενικόλογες και συνήθως πομπώδεις κοινοτοπίες. Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς υπήρξε, πρώτα και πάνω από όλα, σταθερά, βιωματικά και μαχητικά υπέρμαχος της κοινωνικής δημοκρατίας, που δεν ήρθε καταλύσαι αλλά πληρώσαι την πολιτική και την φιλελεύθερη δημοκρατία, για να θυμηθώ τον  αντίστοιχό του στον χώρο μου –και Δάσκαλό μου– Αριστόβουλο Μάνεση. Πράγματι, είτε επρόκειτο για τις εθνικές είτε επρόκειτο για τις ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις, το κύριο μέλημά του ήταν να προτάσσει, σε όλα του τα κείμενα και σε όλες του τις συμμετοχές σε εθνικά και διεθνή fora, την επιτακτική αναγκαιότητα αφ’ενός της αμφισβήτησης των νεοφιλελεύθερων ιδεών, επιλογών και πρακτικών του κοινωνικού και πολιτικού κατεστημένου –με ιδιαίτερη έμφαση στην διαβόητη «συναίνεση της Ουάσιγκτον»– και αφ’ετέρου της υπεράσπισης των δημοκρατικών και κοινωνικών κατακτήσεων και της πολιτικής αυτονομίας του κράτους, ιδίως όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο μεταπολεμικό δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο. Στο σημείο όμως αυτό θα επανέλθω στην συνέχεια, διότι θέλω να εξάρω, ιδίως, τα ταχύτατα επιστημονικά αλλά και πολιτικά αντανακλαστικά του απέναντι στο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, προσθέτοντας και κάποιες δικές μου σκέψεις.

Το τρίτο σημείο είναι ότι ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς δεν απέφυγε, όπως για παράδειγμα ο Αριστόβουλος Μάνεσης, να δοκιμάσει την πραγμάτωση κάποιων ιδεών του και στον χώρο της πολιτικής. Ωστόσο το έκανε «τόσο όσο», με πολλή φειδώ, με μεγάλη προσοχή και με πλήρη ετοιμότητα να επιστρέψει στο οικείο έδαφος της επιστήμης και της διανόησης. Προ πάντων όμως το έκανε χωρίς να αγαπήσει την εξουσία, χωρίς να ταυτισθεί ιδεολογικοπολιτικά με τους χώρους και τους ηγέτες τους οποίους συνέδραμε για κάποιο διάστημα και, ιδίως, χωρίς να υποκύψει στην «κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» και να δώσει γην και ύδωρ στους ισχυρούς του πλούτου και των ΜΜΕ. Έφυγε όπως μπήκε, ακέραιος και ανέγγιχτος από την τύρβη της πολιτικής…

Με αυτά τα δεδομένα, που αδρομερώς προσπάθησα να σκιαγραφήσω, δεν είναι διόλου συμπτωματικό το ότι γενιές ολόκληρες φοιτητών αλλά και καθηγητών επηρεάσθηκαν καθοριστικά από το έργο του. Και δεν αναφέρομαι βέβαια μόνο στον χώρο της κοινωνιολογίας, που ήταν το κύριο επιστημονικό αντικείμενό του, αλλά στο συνολικό πεδίο των κοινωνικών επιστημών.

Ενδεικτικά σας αναφέρω, για να περιοριστώ στον εαυτό μου, ότι οι δύο από τις πέντε  μονογραφίες μου, με τις οποίες εξελίχθηκα επιστημονικά, είχαν σαν έναυσμα κείμενα του Κωνσταντίνου Τσουκαλά.

Συγκεκριμένα, η πρώτη, με τίτλο «Θρησκεία και Εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία» (1998 και 2023), είχε ως ερέθισμα ένα κείμενο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά στο περιοδικό Αντί, με το οποίο στηλίτευε τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και τον εθνολαϊκισμό που χαρακτηρίζει το ελληνικό κατεστημένο στα θέματα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας και της θρησκευτικής ελευθερίας. Σε αυτό περιλαμβανόταν, ειδικότερα, και μία περιεκτική και διεισδυτική αναφορά στην ολοκληρωτική νοοτροπία που απέπνεε τότε –και εξακολουθεί δυστυχώς να αποπνέει, εν μέρει, ακόμη και σήμερα– η θρησκευτική εκπαίδευση, όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω αναλυτικά στην μελέτη μου και στην μετέπειτα σχετική αρθρογραφία μου.

Η δεύτερη μονογραφία μου, με τίτλο «Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης», που εκπονήθηκε με αφορμή την άτολμη και άχρωμη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, επηρεάσθηκε πολύ, ως προς την βασική της σύλληψη, από την προδρομική αρθρογραφία του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, αφ’ενός μεν ως προς τους κινδύνους που εγκυμονούσε εγγενώς η παγκοσμιοποίηση, για την Δημοκρατία, την εθνική κυριαρχία και τα δικαιώματα, αφ’ετέρου δε ως προς την μυωπική της αντιμετώπιση από τις πολιτικές δυνάμεις της εποχής και ιδίως από τα κυρίαρχα τότε σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, τα οποία περί άλλα ετύρβαζαν, μην ακούγοντας την βουή των επερχόμενων γεγονότων, για να παραφράσουμε τον ποιητή.

Β. Από τότε βέβαια οι εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες και η πραγματικότητα σήμερα έχει σε μεγάλο βαθμό διαφοροποιηθεί, καθώς μεσολάβησε πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα. Ωστόσο, οι βασικές επισημάνσεις του Κωνσταντίνου Τσουκαλά –τις οποίες επεξεργάσθηκε συστηματικά αργότερα, ιδίως με το έργο του  «Αόρατος Λεβιάθαν» (2020)– συνακόλουθα δε και οι δικές μου εξειδικεύσεις στο πεδίο της Συνταγματικής Δημοκρατίας  (Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, 2000 και 2022) θεωρώ ότι όχι μόνον επιβεβαίωσαν αλλά και κατέστησαν ακόμη πιο δικαιολογημένους τους φόβους μας. Και στο σημείο αυτό θα ήθελα να επιμείνω:

α. Έχει πλέον καταστεί αναμφισβήτητο ότι στο οικονομικό πεδίο η πτώση τους τείχους του Βερολίνου είχε συμβολικά ανάλογη σημασία με την πτώση του τείχους της Βαστίλης. Απλώς τα οικονομικά μεγέθη είναι διαφορετικά. Το 1789 αποτέλεσε τον καταλύτη για την υπέρβαση των στενών παραγωγικών σχέσεων της φεουδαρχίας, λόγω της έκρηξης των παραγωγικών δυνάμεων, και την διεύρυνση των οικονομικών συνόρων σε επίπεδο εθνικού κράτους, το οποίο αρχικά υποτάχθηκε στα οικονομικά συμφέροντα των αστικών στρωμάτων και μετατράπηκε σε «κράτος νυκτοφύλακα».  Διακόσια χρόνια μετά, το 1989, οι δυνάμεις της αγοράς, απαλλαγμένες από τους φραγμούς του μεταπολεμικού διπολισμού –και με εμπροσθοφυλακή πλέον τα νομαδικά κεφάλαια του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των νέων τεχνολογιών– θα επεκταθούν ταχύτατα σε υπερεθνικό επίπεδο και μάλιστα σε μία γκρίζα ζώνη, προκειμένου να αποφεύγουν τους δημοκρατικούς και κοινωνικούς ελέγχους που είχαν επιβληθεί στο πλαίσιο των εθνικών κρατών, υπό την επήρεια του κεϋνσιανού μοντέλου. Το αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή επικράτηση ενός «αχαλίνωτου καπιταλισμού», με επίκεντρο τον «φονταμενταλισμό των αγορών» και την σταδιακή διαμόρφωση τεράστιων μονοπωλιακών και ολιγοπωλιακών επιχειρήσεων, οι οποίες όχι μόνον διαθέτουν προϋπολογισμούς πολλαπλάσιους από αυτούς των εθνικών κρατών αλλά και, το σημαντικότερο, έχουν μεταμορφωθεί σε “ιστούς της αράχνης” και τα έχουν περισφίξει ασφυκτικά με πολυπλόκαμα οικονομικά δίκτυα πλανητικής εμβέλειας.

β. Ωστόσο, αυτή δεν είναι η μόνη συνέπεια της παγκοσμιοποίησης. Ισχυρές επιχειρήσεις που δρούσαν υπερεθνικά υπήρχαν και σε παλαιότερες εποχές, ιδίως δε την περίοδο του ιμπεριαλισμού. Τότε όμως οι βασικοί παίχτες, σε διεθνές επίπεδο, εξακολουθούσαν να είναι τα εθνικά κράτη. Οι δε επιχειρήσεις, ακόμη και όταν ήταν πολυεθνικές, είχαν έντονες εθνικές αναφορές και ήταν κέντρα οικονομικής κατά βάση ισχύος, ενώ για την προαγωγή των συμφερόντων τους επεδίωκαν, ιδίως, την θεσμική και πολιτική αποτύπωση των όρων της οικονομικής κυριαρχίας τους τόσο στην οργάνωση όσο και στην λειτουργία των διοικητικών, κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών των αντίστοιχων κυρίαρχων κρατών. Δεδομένου δε ότι μετά τα μέσα του 19ου αιώνα αυτό δεν γινόταν, κατά κανόνα, με μία κραυγαλέα και “εργαλειακή” χρησιμοποίηση αυτών των μηχανισμών αλλά μέσω πολλαπλών και συχνά αδιόρατων διαύλων και διαμεσολαβήσεων, τα εθνικά κράτη είχαν αποκτήσει σταδιακά ένα σημαντικό βαθμό (σχετικής) αυτονομίας, που φαινόταν μάλιστα τόσο περισσότερο έντονη όσο ποιοτικότερη και διεκδικητικότερη αποδεικνυόταν η εγχώρια πολιτική, στο πλαίσιο του εκάστοτε συσχετισμού κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Έτσι ο οικονομικός χώρος, και ειδικότερα ο χώρος της αγοράς, εμφανιζόταν κατ’αρχήν αποστασιοποιημένος από την άσκηση της πολιτικής, η οποία επαφίετο –τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο– στα αρμόδια για την λήψη των σχετικών αποφάσεων κρατικά όργανα, όπως κατέδειξε με το πλούσιο και πρωτοποριακό έργο του ο Νίκος Πουλαντζάς, αγαπημένος φίλος και συνοδοιπόρος του Κωνσταντίνου Τσουκαλά.

Αντίθετα με την παγκοσμιοποίηση συντελείται, υποδόρια, και μία δεύτερη θεμελιακή αλλαγή, εξαιρετικά κρίσιμη για την εξέλιξη της σύγχρονης Δημοκρατίας. Πρόκειται για μία προϊούσα μετάλλαξη του εξουσιαστικού φαινομένου, που συντελείται με την παράλληλη μετατροπή των υπερεθνικών οικονομικών μονάδων σε κέντρα ιδιωτικής εξουσίας. Τα κέντρα αυτά επιδιώκουν όχι μόνον να χειραγωγήσουν αλλά σε τελευταία ανάλυση και να  υποκαταστήσουν το συνταγματικό κράτος, μέσω μιας ιδιότυπης νόσφισης εξουσίας σε κρίσιμους τομείς του. Το πρόπλασμα μιας τέτοιας πολιτικής υποκατάστασης έχει ήδη διαμορφωθεί, με την οργάνωση και λειτουργία ιδίων και εν πολλοίς ανέλεγκτων κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών, καθώς και μηχανισμών παρακολούθησης. Πρόκειται ειδικότερα:

Πρώτον, για ιδιωτικούς στρατούς και σώματα ασφαλείας, με δικούς τους μηχανισμούς επιβολής που χρησιμοποιούνται πλέον ευρύτατα τόσο για την «φύλαξη» των απανταχού  «ολιγαρχών» όσο και για την καταστολή κοινωνικών αντιδράσεων, ιδίως σε χώρες του τρίτου κόσμου.

Δεύτερον, για τεράστιας εμβέλειας ηλεκτρονικά και διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης, που συρρικνώνουν δραματικά τον πολιτικό και πολιτιστικό πλουραλισμό, ως κορυφαία έκφραση και εγγύηση του αυτοκαθορισμού των πολιτών και της δημοκρατικής οργάνωσης και λειτουργίας των κρατών.

Τρίτον, για εξαιρετικά αποτελεσματικούς μηχανισμούς παρακολούθησης, με πρωτόγνωρες δυνατότητες, που θέτουν σε κατάσταση πλήρους διακινδύνευσης το σύστημα προστασίας πλείστων όσων ατομικών δικαιωμάτων και ιδίως των δικαιωμάτων της ιδιωτικότητας.

Αλλά και στο επίπεδο των διεθνών οικονομικών οργανισμών τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Στους περισσότερους από αυτούς (όπως η Παγκόσμια Τράπεζα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) τα προσχήματα τηρούνται ολοένα και λιγότερο, καθώς η κατά τρόπο κραυγαλέο διατεταγμένη και πειθήνια λειτουργία τους, σε σχέση με τις επιταγές των εξωθεσμικών κέντρων, είναι πλέον ο κανόνας.

γ. Αυτή λοιπόν η μετάλλαξη του εξουσιαστικού φαινομένου, που εξελίχθηκε ραγδαία στο νέο τοπίο της παγκοσμιοποίησης, συνιστά μία κρίσιμη διακινδύνευση της σύγχρονης Δημοκρατίας, καθώς απειλεί να την καταστήσει κέλυφος κενό περιεχομένου, «ένα πουκάμισο αδειανό» για να παραφράσουμε τον ποιητή. Και η διακινδύνευση αυτή γίνεται διαρκώς εντονότερη, παρότι οι υπερεθνικές εξελίξεις μετά το 1989 δεν υπήρξαν ούτε γραμμικές ούτε απαλλαγμένες αντιφάσεων και οπισθοδρομήσεων. Πράγματι, ούτε η οικονομική κρίση του 2009, που υπήρξε απόρροια των εγγενών προβλημάτων της παγκοσμιοποίησης, ούτε η κρίση της πανδημίας, που σηματοδότησε πρόσκαιρα την μερική επιστροφή της πολιτικής αλλά ούτε και οι δολιχοδρομήσεις και βραχυκυκλώσεις του διεθνούς εμπορίου, στην εποχή του ανεκδιήγητου προέδρου Τραμπ, έχουν επιφέρει καθοριστικές ανατροπές ως προς τους κινδύνους που εγκυμονούν για την σύγχρονη Δημοκρατία οι διαβρωτικοί άνεμοι της παγκοσμιοποίησης. Το αντίθετο, μάλιστα:

Η ολοένα και εντονότερη διαπλοκή οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων έχει περιορίσει ακόμη περισσότερο την πολιτική αυτονομία των εθνικών κρατών, καθιστώντας μάλιστα, σε μεγάλο βαθμό, αναποτελεσματική και την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων.

Το πεδίο προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων έχει συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο, λόγω της γιγάντωσης αλλά και της ασυδοσίας των ιδιωτικών κέντρων εξουσίας.

Το πεδίο προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων εξακολουθεί βρίσκεται σε δεινή δοκιμασία, λόγω των πολλαπλών και συνεχώς εντεινόμενων πιέσεων για δραστικό περιορισμό του εύρους τους, τόσο ως προς τα υποκείμενα όσο και ως προς το περιεχόμενό τους, με παράλληλη υπονόμευση όλων των κρατικών θεσμών που αποβλέπουν στην διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος.

Γ. Με βάση αυτά τα δεδομένα, που σηματοδοτούν ολοφάνερα μια αλλαγή παραδείγματος ως προς τις θεμελιώδεις παραδοχές του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού, οι αγωνιώδεις προειδοποιήσεις του Κωνσταντίνου Τσουκαλά είναι περισσότερο επίκαιρες από ποτέ. Η σύγχρονη Δημοκρατία βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο και πρέπει επειγόντως να ανασκουμπωθεί, να ανανεώσει το οπλοστάσιό της και, στο μέτρο του εφικτού, να αντεπιτεθεί, σε δύο επίπεδα:

α. Κατ’αρχάς σε επίπεδο εθνικού κράτους, η σημασία και η αξία του οποίου, παρά τις παραδοσιακές αδυναμίες και τις σημερινές δυσλειτουργίες του, παραμένουν για το ορατό μέλλον αναντικατάστατες.  Ως εκ τούτου επιβάλλεται ένας ευρύτατος αναστοχασμό ως προς τον ρόλο και την προοπτική του, με επίκεντρο την αντιμετώπιση των εξαιρετικά αρνητικών για τη δημοκρατία επιπτώσεων της παγκοσμιοποίησης, που σχετίζονται προεχόντως με την ως άνω ραγδαία αποδυνάμωση και υπονόμευση της αρχής της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας. Και τούτο διότι η αρχή αυτή αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί το τυπικό και ουσιαστικό υπόβαθρο του σύγχρονου συνταγματισμού, καθώς όλες οι οργανωτικές βάσεις του σύγχρονου δημοκρατικού πολιτεύματος (λαϊκή κυριαρχία, αντιπροσωπευτική αρχή, κοινοβουλευτισμός, διάκριση των λειτουργιών, κράτος δικαίου, κοινωνικό κράτος) συνιστούν σε τελευταία ανάλυση απαντήσεις είτε σε ό,τι αφορά την πηγή, τον φορέα, την κατανομή και τον τρόπο άσκησης αυτής της κυριαρχίας είτε σε ό,τι αφορά την προστασία των ατόμων από αυτήν.

Η πρώτη λοιπόν γραμμή άμυνας για την σύγχρονη Δημοκρατία είναι αναμφισβήτητα το εθνικό κράτος, το οποίο ιστορικά αποτέλεσε, παρά τις όποιες παρεκτροπές του “εθνικισμού”, το πολιτικό θερμοκήπιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε και άνθισαν έως τώρα η πολιτική δημοκρατία, ο συνταγματικός φιλελευθερισμός, η κοινωνική συνοχή και η συσπείρωση γύρω από κοινά προβλήματα και στόχους. Αντί λοιπόν οι δυνάμεις της πολιτικής να ενδίδουν στις σειρήνες περί εγκατάλειψής του –η οποία στην πράξη θα είχε τις ίδιες συνέπειες με την εγκατάλειψη ενός πραγματικού θερμοκηπίου σε δύσκολες εξωτερικές περιβαλλοντικές συνθήκες…– επείγει η ανάληψη θαρραλέων πρωτοβουλιών, ώστε τα εθνικά κράτη να αλλάξουν τις προτεραιότητές τους ως προς την αντιμετώπιση των κινδύνων που εκπορεύονται από τα ιδιωτικά κέντρα εξουσίας,  ενισχύοντας τα δημοκρατικά και δικαιοκρατικά χαρακτηριστικά τους και αναδιατάσσοντας τους αμυντικούς, ελεγκτικούς και αναδιανεμητικούς μηχανισμούς τους.

β. Η προστασία όμως της σύγχρονης Δημοκρατίας δεν αφορά μόνο την επιβαλλόμενη θωράκιση της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας. Ακόμη περισσότερο αφορά τον αναγκαίο αναπροσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι τα όσα προηγήθηκαν δεν πρέπει να εκληφθούν σαν προσχώρηση σε έναν στείρο κρατισμό αλλά ούτε και σαν μία άκριτη και συλλήβδην απόρριψη κάθε προοπτικής για την διαμόρφωση υπερεθνικών και διακρατικών θεσμών. Άλλωστε, κανένα Σύνταγμα και κανένα εθνικό κράτος δεν μπορεί να γυρίσει βολονταριστικά προς τα πίσω τον ρου της ιστορίας. Ο ακραίος εθνικισμός, η δογματική περιχαράκωση στην παράδοση και την ιστορία, ο πείσμων θεσμικός και πολιτικός απομονωτισμός και η φυγή προς τα πίσω σε πρώτο μεν επίπεδο ανοίγουν τον δρόμο σε  ακροδεξιές ή/και φασίζουσες παρεκτροπές της Δημοκρατίας σε δεύτερο δε επίπεδο αποτελούν –με δεδομένες τις αδυναμίες των μεμονωμένων εθνικών κρατών– τις πλέον σίγουρες συνταγές αποτυχίας απέναντι στους διαβρωτικούς ανέμους της παγκοσμιοποίησης…

Το κομβικό λοιπόν ζήτημα δεν είναι το αν αλλά το πως μιας μεταβίβασης αρμοδιοτήτων του εθνικού κράτους. Σε ό,τι δε αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση,  που μας ενδιαφέρει ειδικότερα, το κρίσιμο είναι αν η μεταβίβαση αυτή θα γίνεται με όρους υποταγής στην οικονομική κυριαρχία των ιδιωτικών κέντρων εξουσίας και στο ομογενοποιημένο παγκόσμιο αξιακό σύστημα που έχουν διαμορφώσει ή με όρους διευρυμένης αναπαραγωγής της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας, του συνταγματισμού και της πολιτικής δημοκρατίας. Στην δεύτερη εκδοχή, που είναι προφανώς το ζητούμενο, προέχει αφ’ενός μεν η εγγύηση της ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση για κάθε θεσμική υπέρβαση του εθνικού κράτους, αφ’ετέρου δε η αλλαγή παραδείγματος στην διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων, με την οργάνωση ενός ισχυρού, αποτελεσματικού και δημοκρατικά νομιμοποιημένου μηχανισμού πολιτικής διεύθυνσης και κοινωνικού ελέγχου της ευρωπαϊκής οικονομικής ενοποίησης. Ειδικότερα, αυτό προϋποθέτει μια τριπλή ασφαλιστική δικλείδα:

Πρώτον, μια ισχυρή και συνταγματικά οριοθετημένη  δημοκρατική νομιμοποίηση για κάθε απόφαση που θα συνεπάγεται σοβαρή θεσμική αποδυνάμωση του εθνικού κράτους, ώστε να αποφευχθεί, ιδίως, η αδιαφανής και υποδόρια υποκατάσταση του συνταγματισμού μέσω μιας γενικής και αόριστης «συνταγματοποίησης», δηλ. μέσω ευρειών και συνήθως έωλων ερμηνειών που ανάγονται, σε τελευταία ανάλυση, στα ρευστά κριτήρια του διεθνούς δικαίου.

Δεύτερον, ότι θα ισχύει για όλες τις μεταφερόμενες αρμοδιότητες ένα ισοδύναμο λαϊκής κυριαρχίας, που να μπορεί να συμβάλει στην υπέρβαση των εγγενών δημοκρατικών ελλειμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην σταδιακή διαμόρφωση δημοκρατικής θεσμικής παράδοσης αντίστοιχης με εκείνη των εθνικών κρατών.

Τρίτον, ότι θα αναζητηθούν θεσμικά αντίβαρα της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας και προς τα κάτω, όχι μόνον με την προεκτεθείσα αναδιάταξη του εθνικού κράτους αλλά και με την ουσιαστική ενίσχυση της τοπικής δημοκρατίας.

γ. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η προοπτική πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εγγυήσεις δημοκρατίας αλλά και αποτελεσματικότητας, όχι μόνον δεν υπονομεύει την αρχή της εθνικής (κρατικής) κυριαρχίας αλλά αντίθετα συνιστά μια λελογισμένη, συντεταγμένη και διαφανή αναδιάταξή της, η οποία φαίνεται να είναι η μόνη που διασφαλίζει την “διάσωσή της”, μέσω της διαμόρφωσης μιας νέας –ευρωπαϊκής– κυριαρχίας. Αυτή δε συνδέεται, αναπόφευκτα, με έναν συνολικό ανακαθορισμό των προτεραιοτήτων της ευρωπαϊκής πολιτικής και ιδίως με μία  δημιουργική ανασύνθεση, σε (παν)ευρωπαϊκό επίπεδο, της σύγχρονης Δημοκρατίας, ως διαλεκτικής ενότητας των στοιχείων που συγκροτούν την πεμπτουσία του ευρωπαϊκού πολιτικού και κοινωνικού μοντέλου: της ελευθερίας, της πολιτικής συμμετοχής, του κράτους δικαίου και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Μόνο μια τέτοια Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποτελέσει, μακροπρόθεσμα, αποτελεσματικό αντίβαρο στην καταθλιπτική κυριαρχία των παγκόσμιων ιδιωτικών εξουσιών αλλά και στις προκλήσεις της νέας πολυκεντρικής διεθνούς πραγματικότητας.

Έως τότε, πάντως, κάθε προσπάθεια που κινείται προς την κατεύθυνση αυτή πρέπει να χαιρετίζεται και να ενθαρρύνεται, ακόμη και αν έμμεσα μόνον και εν δυνάμει μπορεί να ενταχθεί –ή έστω να αναχθεί– σε μια τέτοια προοπτική. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ενοποιητικοί μηχανισμοί που οικοδομούνται σταδιακά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έστω και αποσπασματικά ή αντανακλαστικά, υπό την πίεση της αντιμετώπισης των παρενεργειών της χαώδους πλέον (ιδίως στην σημερινή περίοδο του Τραμπ…) διεθνούς πολιτικής, θα πρέπει σε γενικές γραμμές να αντιμετωπισθούν θετικά, ως ενδείξεις πολιτικής βούλησης για την οικοδόμηση μιας άλλης Ευρώπης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραγνωρίζουμε ή να αμβλύνουμε την κριτική για τις τεράστιες υστερήσεις και τα εμφανή ηγετικά ελλείμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εξακολουθούν να την κρατούν καθηλωμένη και άτολμη. Ωστόσο πρέπει να τεθεί με σαφήνεια μία κρίσιμη κόκκινη γραμμή. Είναι άλλο να ασκείται κριτική που αποσκοπεί στην αποδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς όφελος των συμφερόντων επί μέρους κρατών-μελών ή/και άλλων διεθνών πολιτικών και οικονομικών κέντρων, και άλλο η εποικοδομητική κριτική, που εστιάζει στην επιτακτική αναγκαιότητα για την εμβάθυνση και τον εκδημοκρατισμό της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Διότι δεν πρέπει να λησμονούμε –και αυτό το τόνιζε σε κάθε ευκαιρία ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς– ότι η δρομολόγηση μιας τέτοιας πορείας, που συνεπάγεται αναπόφευκτα αλλαγή παραδείγματος για την ήπειρό μας, είναι η μόνη ελπίδα αφ’ενός μεν για την σταδιακή αποκατάσταση της προ πολλού διαταραχθείσας ισορροπίας μεταξύ αγοράς και πολιτικής αφ’ετέρου δε για την ανάληψη πειστικών, αποτελεσματικών αλλά και θαρραλέων πρωτοβουλιών, προς την κατεύθυνση της διασφάλισης της παγκόσμιας ειρήνης.

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

four × four =