Η υποψηφιότητα στις γενικές βουλευτικές εκλογές καταδικασθέντος με τελεσίδικη απόφαση

Θανάσης Γ. Ξηρός,  Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΣΕΙ-ΣΣΕ

 Ι

1. Δεν είναι σπάνιες, ισχύει ακριβώς το αντίθετο, οι περιπτώσεις που τη δημόσια συζήτηση απασχολεί το ίδιο, κατά βάση, πραγματικό. Θα μπορούσε να διερωτηθεί κάποιος, πώς τούτο είναι δυνατόν, ιδιαίτερα όταν το πρόσωπο και τα δεδομένα, νομικά ή/και μη, παραμένουν, κατά κανόνα, αδιαφοροποίητα. Η απάντηση βρίσκεται είτε στη συγκυρία, πρωτίστως εάν δεν υπάρχουν ειδήσεις ικανές να «ανάψουν τα φώτα της δημοσιότητας» και τούτο παρατηρείται στη χώρα μας τη μακρά περίοδο της καλοκαιρινής ραστώνης, ή στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή, θύμα ή θύτης δεν έχει ουσιαστικά σημασία στην πράξη, εάν δεν θεωρείται, πολιτικά ή γενικότερα, αδιάφορος.

Πριν ακόμη λάβει χώρα η προαναγγελθείσα και, γι’ αυτό, αναμενόμενη αποφυλάκιση του πρώην ηγετικού στελέχους του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» ποινικά καταδικασθέντος και σε δεύτερο βαθμό, πύκνωσαν τα δημοσιεύματα και οι αναρτήσεις για την υποψηφιότητά του στις επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές. Η διενέργειά τους έχει επισήμως ορισθεί την Άνοιξη του 2027. Και μπορεί να παραμένει, ακόμη και πέραν κάθε αμφισβήτησης, μέλος του εκλογικού σώματος και, γι’ αυτό, φορέας του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, ερευνητέο είναι, εάν και πώς μπορεί να διεκδικήσει την ανάδειξή του στην επόμενη Βουλή.

2. Υπό διαφορετικά «εκλογικά σχήματα» επιχείρησε, διαδοχικά, να διεκδικήσει, εμμέσως και ευθέως, την προτίμηση του εκλογικού σώματος στις «δίδυμες» γενικές βουλευτικές εκλογές του 2023. Οι απόπειρες του προσφάτως αποφυλακισθέντος δεν τελεσφόρησαν και τα ισάριθμα ανεπιτυχή προηγούμενα θα μπορούσαν, καταρχήν, να επιτρέψουν να υποστηριχθεί ότι τυχόν επανάληψη του εγχειρήματος ήδη έχει νομικά κλείσει και η όποια νέα πρωτοβουλία του θα αποδειχθεί, άνευ ετέρου, θνησιγενής. Η άποψη τότε μόνον θα αποδεχθεί βάσιμη, όταν όλες οι επιλογές που παρέχει η εκλογική νομοθεσία σε όποιον επιθυμεί να είναι υποψήφιος, προβαλλόμενες στο πρόσωπο του προσφάτως αποφυλακισθέντος, καταλήγουν στον αποκλεισμό του.

Η έως σήμερα συζήτηση εντοπίστηκε στις ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη, προκειμένου να μην του επιτραπεί στο πρώην ηγετικό στέλεχος του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» να συμμετάσχει στις εκλογές με συνδυασμό πολιτικού κόμματος ή συνασπισμού περισσότερων συνεργαζόμενων. Είναι  «φωτογραφικές» και, τουλάχιστον, αμφίβολης συνταγματικότητας, εφαρμόστηκαν όμως με επιτυχία και εκπλήρωσαν τον σκοπό τους. Μπορούν άραγε να καταλάβουν κανονιστικά και τις λοιπές διαθέσιμες επιλογές της εκλογικής νομοθεσίας για την υποβολή υποψηφιότητας; Όσα ακολουθούν έχουν και θα διατηρήσουν το θεωρητικό τους ενδιαφέρον εωσότου εκδοθεί, εκτιμάται ότι τούτο θα συμβεί τους προσεχείς μήνες και μάλλον πριν από τις προγραμματισμένες γενικές βουλευτικές εκλογές, η αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου.

 

II

1. Μέλος του εκλογικού σώματος, δηλαδή ενεργός πολίτης, είναι κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνες που έχουν συμπληρώσει το όριο πολιτικής ενηλικότητας, ορίζεται στο δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας τους, και δεν είναι ανίκανοι για δικαιοπραξία, δηλαδή δεν βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και για όσο χρόνο αυτή διαρκεί, ή δεν έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για καθορισμένα ποινικά αδικήματα, εκείνα των κεφαλαίων 1-6 του Δεύτερου Βιβλίου του Ποινικού Κώδικα ή του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα που επισείουν την ποινή της ισόβιας κάθειρξης ή κάθε άλλο που τιμωρείται με την ίδια ποινή [άρθρα 51 παρ. 3 πρότ. 2 Συντ. και 5 της εκλογικής νομοθεσίας, η οποία κωδικοποιείται στο π.δ. 26/2012 (Α΄ 57), όπως ισχύει]. Οι φορείς του δικαιώματος της ψήφου μπορεί να εκλέγονται βουλευτές, εφόσον έχουν συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους (άρθρα 55 παρ. 1 Συντ. και 29 του π.δ. 26/2012, όπως ισχύει), και να ιδρύουν ή να συμμετέχουν σε πολιτικό κόμμα, η οργάνωση και η δράση του οποίου οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος [άρθρα 29 παρ. 1 εδάφ. α΄ Συντ. και 29 του ν. 3023/2022 (Α΄ 146), όπως ισχύει].

Στις γενικές βουλευτικές εκλογές παίρνουν μέρος συνδυασμοί και μεμονωμένοι.  Οι υποψήφιοι εντάσσονται σε συνδυασμό ενός πολιτικού κόμματος ή σε συνδυασμό συνασπισμού περισσότερων συνεργαζόμενων πολιτικών κομμάτων ή σε συνδυασμό, στην τροποποίηση της εκλογικής νομοθεσίας το 2021 αναφέρθηκε εκ παραδρομής και για μοναδική φορά στην εκλογική νομοθεσία ως συνασπισμός, ανεξαρτήτων (άρθρο 32 παρ. 1 πρότ. 1 του π.δ. 26/2012, όπως ισχύει). Εξάλλου, μεμονωμένος, αποκαλείται συχνά και χωρίς νομική ακριβολογία ανεξάρτητος, είναι ο υποψήφιος που κατέρχεται αυτοτελώς και σε μία βασική εκλογική περιφέρεια, δίχως οποιαδήποτε σύνδεση με πολιτικό κόμμα. Η υποψηφιότητά του δεν  διατηρεί στην ουσία της πιθανότητα επιτυχίας, αφού δεν είναι, αντικειμενικά, δυνατόν να συγκεντρώσει το εκλογικό κατώφλι, δηλαδή να πετύχει ποσοστό ίσο τουλάχιστον τρία τοις εκατό (3%) του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων της επικράτειας, για να συμμετάσχει στην κατανομή των βουλευτικών εδρών (άρθρο 99 παρ. 1 του π.δ. 26/2012). Ο συνδυασμός ανεξαρτήτων κείται μεταξύ των παραπάνω μορφών συμμετοχής στις εκλογές και διαθέτει στοιχεία αμφότερων. Είναι συνδυασμός και τον συγκροτούν περισσότεροι του ενός υποψήφιοι, αυτοί όμως δεν έχουν οποιονδήποτε δεσμό με πολιτικό κόμμα. Καταρτίζεται με δήλωση του υποψηφίου, που εξουσιοδοτείται από όλους τους συνυποψηφίους του [άρθρο 32 παρ. 2 εδάφ. α΄ περίπτ. γ) του π.δ. 26/2012, όπως ισχύει], η οποία κατατίθεται στην ηλεκτρονική πύλη καταχώρησης (άρθρο 32 παρ. 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 33, του π.δ. 26/2012, όπως ισχύουν) και πρέπει να περιέχει την προσωνυμία του και τα ονόματα των συνεργαζόμενων (ανεξαρτήτων) υποψηφίων (άρθρο 32 παρ. 2 εδάφ. β΄ του π.δ. 26/2012).

2. Προκειμένου να αποκλεισθεί η υποψηφιότητα, τότε του συνόλου της καταδικασθείσας οριστικώς ηγετικού στελέχους του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» και, στη συνέχεια, αποκλειστικά του προσφάτως αποφυλακισθέντος μέλους της, ο κοινός νομοθέτης με διαδοχικές τροπολογίες του οργάνωσε τη διαδικασία κατάρτισης συνδυασμού από πολιτικό κόμμα ή από συνασπισμό περισσότερων συνεργαζόμενων. Την αναγόρευσε σε δικαίωμα, προφανώς πολιτικό κατά την κλασική τους τριχοτόμηση, και συνέδεσε την άσκησή του με τη συνδρομή, σωρευτικά, τριών προϋποθέσεων. Απαίτησε, συγκεκριμένα, το πολιτικό κόμμα, αυτοτελώς ή ως συνιστώσα συνασπισμού, να έχει ιδρυθεί νόμιμα, ο πρόεδρος, ο γενικός γραμματέας, τα μέλη της διοικούσας επιτροπής, ο νόμιμος εκπρόσωπος και η πραγματική ηγεσία του να μην έχουν καταδικασθεί σε οποιονδήποτε βαθμό με την ποινή της κάθειρξης για τα αδικήματα των Κεφαλαίων 1-6 του Δεύτερου Βιβλίου του Ποινικού Κώδικα ή σε οποιαδήποτε ποινή για εγκλήματα του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα που επισύρουν την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και, τέλος, η οργάνωση και η δράση του (πολιτικού κόμματος) να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος [άρθρο 32 παρ. 1 εδάφ. α΄ περίπτ. β) πρότ. 3 του π.δ.26/2012, όπως ισχύει]. Η απαίτηση δεν καταλαμβάνει τον συνδυασμό ανεξαρτήτων και, γι’ αυτό, καταρτίζεται απροϋπόθετα.

Η αποστέρηση του δικαιώματος κατάρτισης συνδυασμού από πολιτικό κόμμα ή από συνασπισμό περισσότερων συνεργαζόμενων ισχύει καθόλη τη διάρκεια της επιβληθείσας ποινής, υπολογίζεται από την επομένη της ημέρας της οριστικής καταδικαστικής απόφασης και η έκτισή της ή μη ή η παραγραφή αυτής δεν ασκεί επιρροή στον υπολογισμό του  χρονικού διαστήματος [άρθρο 32 παρ. 1 περίπτ. β) πρότ. 3 του π.δ.26/2012, όπως ισχύει]. Εξάλλου, η πραγματική ηγεσία έχει την έννοια ότι πρόσωπο άλλο από εκείνο που κατέχει τυπικά θέση προέδρου, γενικού γραμματέα, μέλους της διοικούσας επιτροπής ή νομίμου εκπροσώπου εμφανίζεται να ασκεί με συγκεκριμένες πράξεις του τη διοίκηση του κόμματος ή να έχει τοποθετήσει εικονική ηγεσία ή να έχει τον ηγετικό πολιτικό ρόλο προς το εκλογικό σώμα [άρθρο 32 παρ. 1 περίπτ. β) πρότ. 3 του π.δ.26/2012, όπως ισχύει]. Τέλος, η κρίση ότι η δράση του πολιτικού κόμματος δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος μπορεί να λάβει χώρα μόνον όταν υφίσταται καταδίκη σε οποιονδήποτε βαθμό υποψηφίων βουλευτών ή ιδρυτικών μελών ή διατελεσάντων προέδρων για τα αδικήματα των άρθρων 134, 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα [άρθρο 32 παρ. 1 περίπτ. β) πρότ. 3 του π.δ.26/2012, όπως ισχύει].

3. Η σωρευτική συνδρομή των προϋποθέσεων για την κατάρτιση συνδυασμού από πολιτικό κόμμα ή συνασπισμό περισσότερων συνεργαζόμενων ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, το αποκαλούμενο και εκλογικό, στη σύνθεση του οποίου μετέχουν ο Πρόεδρός του και όλα τα μέλη του, και λαμβάνει ή δύναται να ζητεί σχετική τεκμηρίωση από τις, κατά περίπτωση, αρμόδιες δικαστικές ή άλλες αρχές [άρθρο 32 παρ. 1 εδάφ. γ΄ πρότ. 1 του π.δ.26/2012, όπως ισχύει]. Προκειμένου να υποβοηθηθεί στην κρίση του, τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί τους, εφόσον έχουν εκλέξει αντιπροσώπους στη Βουλή ή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τις τελευταίες, αντίστοιχες, εκλογές από τους συνδυασμούς τους, έχουν δικαίωμα να υποβάλουν, έως την ανακήρυξη των συνδυασμών, υπόμνημα με στοιχεία τεκμηρίωσης [άρθρο 32 παρ. 1 εδάφ. γ΄ πρότ. 2 του π.δ.26/2012, όπως ισχύει].

Σε περίπτωση αυτεπάγγελτου ελέγχου ή υποβολής υπομνημάτων με στοιχεία τεκμηρίωσης για τα οριζόμενα, καλείται, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, το ελεγχόμενο κόμμα ή ο ελεγχόμενος συνασπισμός για να λάβει γνώση και να υποβάλει υπόμνημα με τις απόψεις του [άρθρο 32 παρ. 1 εδάφ. δ΄ του π.δ.26/2012, όπως ισχύει]. Οι, κάθε μορφής, συνδυασμοί υποβάλλονται εντός τεσσάρων (4) ημερών από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου (άρθρο 34 παρ. 1 του π.δ. 12/2012, όπως ισχύει) και ανακηρύσσονται, το αργότερο, δύο (2) ημέρες μετά την παρέλευση αυτής της προθεσμίας από το Α1 Πολιτικό Τμήμα Αρείου (άρθρο 35 παρ. 1 του π.δ. 26/2012, όπως ισχύει). Ο εν λόγω σχηματισμός, όποτε επιλαμβάνεται εκλογικής ύλης, δεν ασκεί δικαιοδοτικά αλλά αμιγώς διοικητικής φύσης καθήκοντα.

 

ΙΙΙ 

Η αποφυλάκιση βρήκε το πρώην ηγετικό στέλεχος του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» καταδικασμένο και σε δεύτερο βαθμό για το αδίκημα της ένταξης  και της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 ΠΚ). Η καταδίκη επιφέρει τη στέρηση του δικαιώματος της ψήφου, όταν καταστεί αμετάκλητη. Επειδή τέτοια δεν είναι, προφανώς, η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία κρίθηκε η έφεσή του κατά της οριστικής ετυμηγορίας, ο προσφάτως αποφυλακισθείς εξακολουθεί να είναι μέλος του εκλογικού σώματος. Ως Έλληνας πολίτης και φορέας του δικαιώματος της ψήφου μπορεί, καταρχήν, να ιδρύει και να συμμετέχει σε πολιτικό κόμμα. Δηλαδή, παραμένει φορέας και του δικαιώματος πολιτικής συσσωμάτωσης.

Για να ιδρυθεί πολιτικό κόμμα απαιτείται, μεταξύ άλλων, η κατάθεση της ιδρυτικής δήλωσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Την υπογράφουν, τουλάχιστον, διακόσιοι (200) ενεργοί πολίτες και σε αυτήν αναφέρεται ότι η οργάνωση και η δράση του εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πρόκειται για συνταγματική απαίτηση, η οποία διασφαλίζει τη συμμόρφωση του νέου κομματικού σχηματισμού στη λεγόμενη δημοκρατική ρήτρα. Παραμένοντας φορέας του δικαιώματος της ψήφου, ο προσφάτως αποφυλακισθείς μπορεί να είναι μεταξύ εκείνων που θα υπογράψουν την ιδρυτική του δήλωση, δεν τον κωλύει η τελεσίδικη ποινική καταδίκη του. Βέβαια, όταν αυτή αφορά το αδίκημα της ένταξης και της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, το οποίο τελείται, μεταξύ άλλων, από ιδρυτικό μέλος, χωρεί η κρίση, ανεξαρτήτως του βαθμού της καταδικαστικής απόφασης, ότι η δράση του πολιτικού κόμματος δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ο αποδέκτης της ιδρυτικής δήλωσης και των εγγράφων που τη συνοδεύουν, δηλαδή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δεν ελέγχει, αφού δεν υποχρεούται ex lege, το περιεχόμενό τους, ούτε αναζητά το ποινικό μητρώο όσων την υπογράφουν. Και μπορεί το δικαστικό παρελθόν του προσφάτως αποφυλακισθέντος να είναι γνωστό, δεν αρκεί, αφού δεν συγκροτεί κώλυμα, για να τον εμποδίσει να είναι ιδρυτικό μέλος νέου πολιτικού κόμματος. Άλλωστε, η ευθεία σύνδεση της καταδίκης για το συγκεκριμένο αδίκημα και της συμμόρφωσης στη δημοκρατική ρήτρα δεν καταλαμβάνει την ίδρυση αλλά την κατάρτιση συνδυασμού πολιτικού κόμματος ή συνασπισμού περισσότερων συνεργαζόμενων. Ούτε, βέβαια, αποκλείει τη συμμετοχή του σε ήδη συνεστημένο κομματικό σχηματισμό όχι μόνον ως απλό μέλος ή/και την κατάληψη θέσης ευθύνης στην ιεραρχία του. Αμφότερα συνθέτουν τη δεύτερη όψη του δικαιώματος πολιτικής συσσωμάτωσης.

 

ΙV 

1. Διατηρώντας ακόμη την ιδιότητα του ενεργού πολίτη, ο προσφάτως αποφυλακισθείς είναι φορέας και του δικαιώματος του εκλέγεσθαι. Δηλαδή, μπορεί να είναι υποψήφιος και να διεκδικήσει την προτίμηση του εκλογικού σώματος. Στο σημείο αυτό, εντοπίστηκε, αποκλειστικά και ίσως εύλογα, η δημόσια συζήτηση ήδη από τη δημοσιοποίηση της αποφυλάκισής του. Όσα υποστηρίχθηκαν συνέκλιναν, μάλλον ομόφωνα, στον νομικό αποκλεισμό του από τις επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές με συνδυασμό πολιτικού κόμματος ή συνασπισμού περισσότερων συνεργαζόμενων. Ανεξαρτήτως της κρατούσας στην επιστήμη και σχεδόν ομόφωνης άποψης, σύμφωνα με την οποία οι σχετικοί ορισμοί της εκλογικής νομοθεσίας πάσχουν συνταγματικότητας, έχουν δοκιμαστεί στο πρόσωπό του και η εφαρμογή τους έχει διαπλάσει προηγούμενα που μπορεί να θεωρηθούν δεσμευτικά και για το μέλλον.

2. Εάν το πρώην ηγετικό στέλεχος του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» αποφασίσει να είναι υποψήφιος στις επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές, όπως φέρεται ή φαίνεται να επιδιώκει, θα «εκτεθεί» στην προτίμηση του εκλογικού σώματος με μία από τις περιοριστικά διαθέσιμες στην εκλογική νομοθεσία και, γι’ αυτό, μόνες δυνατές επιλογές. Η συμμετοχή σε συνδυασμό πολιτικού κόμματος ή συνασπισμού περισσότερων συνεργαζόμενων δεν θα του εξασφαλίσει το ζητούμενο, την επιδίωξη της εκλογής, αφού σε αμφότερες τις περιπτώσεις ο συνδυασμός και ο ίδιος δεν πρόκειται ανακηρυχθούν από το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου.

Η τελεσίδικη, πλέον, καταδίκη του για το αδίκημα της ένταξης και της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, θεμελιώνει την κρίση ότι η οργάνωση και η δράση του πολιτικού κόμματος δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Έτσι, δεν συντρέχει η τρίτη από τις σωρευτικά απαιτούμενες προϋποθέσεις για την κατάρτιση συνδυασμού και το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου δεν πρόκειται να τον ανακηρύξει, όπως και το σύνολο των υποψηφίων του . Όποιος αγνοήσει τα προφανή θα είναι, τουλάχιστον, προκλητικά αφελής.

3. Η ίδια τύχη, δηλαδή ο αποκλεισμός από τις εκλογές, θα επιφυλαχθεί στον συνδυασμό και στην περίπτωση που ο προσφάτως αποφυλακισθείς καταλάβει θέση ευθύνης στην οργανωτική δομή νέου ή ήδη υφιστάμενου πολιτικού κόμματος. Το αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη καταδικαστεί τελεσιδίκως, περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που αποστερεί το δικαίωμα κατάρτισης συνδυασμού. Επειδή δεν θα πληρούται η δεύτερη νομοθετημένη προϋπόθεση για την άσκησή του, επίσης δεν θα ανακηρυχθεί από το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου. Η αποστέρηση θα ισχύσει καθόλη τη διάρκεια της επιβληθείσας ποινής και ανέρχεται σε δεκατρία (13) έτη. Ο υπολογισμός της εκκινεί την επομένη της ημέρας της οριστικής καταδίκης του με την απόφαση 2644/2020 του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δηλαδή την 22α Οκτωβρίου 2020, και δεν θα ασκήσει επιρροή η τυχόν έκτισή της.

Δεν αποκλείεται πάντως η σχέση του πρώην ηγετικού στελέχους του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» με νέο, το πιθανότερο, ή με ήδη υφιστάμενο πολιτικό κόμμα να αναπτυχθεί στο παρασκήνιο και αυτός να είναι, κατά πάσα βεβαιότητα, ο πραγματικός ηγέτης του. Η αποκάλυψή της και του ρόλου του, σε συνδυασμό με την τελεσίδικη καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, θα αποστερήσει, επίσης, το πολιτικό κόμμα από το δικαίωμα κατάρτισης συνδυασμού. Σχετικά προηγούμενα υπήρξαν δύο φορές στο πρόσφατο παρελθόν. Το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου διέταξε να μην ανακηρυχθεί με την απόφαση του 8/2023 στις εκλογές του Μαΐου του 2023 ο συνδυασμός του πολιτικού κόμματος με το όνομα «Εθνικό Κόμμα ΕΛΛΗΝΕΣ» και με την απόφασή του 1/2024 στις Ευρωπαϊκές εκλογές τον Ιούνιο του 2024 ο συνδυασμός του πολιτικού κόμματος με το όνομα «Σπαρτιάτες». Και στις δύο περιπτώσεις, πραγματικός ηγέτης τους αποδείχθηκε ο προσφάτως αποφυλακισθείς. Η πραγματική ηγεσία ενδέχεται πάντως να αποκαλυφθεί και μετά τις εκλογές. Τότε θα πλήξει, εφόσον έχει κατατεθεί ένσταση, την κοινοβουλευτική παρουσία εκλεγμένων υποψηφίων του συνδυασμού. Την έκπτωση τριών (3) βουλευτών των «Σπαρτιατών» που αναδείχθηκαν στις εκλογές του Ιουνίου του 2023 διέταξε το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο στις αποφάσεις του 9 και 10/2025.

4. Στις γενικές βουλευτικές εκλογές λαμβάνουν μέρος και μεμονωμένοι υποψήφιοι. Πρόκειται για πρόσωπα, τα οποία δεν κατάφεραν να ενταχθούν, αν και το επιδίωξαν, σε συνδυασμό ή τον απέρριψαν, εξ αρχής, ως επιλογή για τους δικούς τους, πολιτικούς ή άλλους, λόγους, και αποφάσισαν να διεκδικήσουν, αυτόνομα, την προτίμηση του εκλογικού σώματος σε συγκεκριμένη βασική εκλογική περιφέρεια. Η εκλογική τους απήχηση θα είναι αποκλειστικά το αποτέλεσμα της, εν γένει, παρουσίας τους στην περιοχή και οι δυνάμεις που θα καταγράψουν θα αποτυπώνουν αμιγώς την προσωπική τους επιρροή. Η επίδοσή τους όσο υψηλά και εάν φθάσει, θα απέχει πάντως σημαντικά από το εκλογικό κατώφλι για τη συμμετοχή στην κατανομή των βουλευτικών εδρών.

Οι μεμονωμένοι υποψήφιοι γνωρίζουν, πριν ακόμη το αποφασίσουν, ότι ο «αγώνας» τους για την εκλογή δεν πρόκειται να ευοδωθεί. Το ίδιο πρέπει να έχει στο μυαλό του ο προσφάτως αποφυλακισθείς, εφόσον επιλέξει τη μεμονωμένη υποψηφιότητα ακόμη και σε βασική εκλογική περιφέρεια, όπου θεωρεί ότι θα έχει «υψηλή ανταπόκριση». Επειδή δεν είναι προφανώς αφελής, εάν κατέλθει στις εκλογές με το «όχημα» του μεμονωμένου υποψηφίου ως μοναδικό στόχο του θα πρέπει να έχει την καταγραφή της δύναμής του. Τότε όμως η διεκδίκηση της προτίμησης του εκλογικού σώματος, ενδεχομένως, να αποτελεί διακριτή πράξη στο συνολικό σχεδιασμό του, τον οποίο όμως δεν θα μπορεί να συλλάβει ο κοινός νους. . .

 

V  

1. Έχοντας αποκλείσει τους συνδυασμούς πολιτικού κόμματος ή συνασπισμού περισσότερων συνεργαζόμενων, λόγω της μη συνδρομής των απαιτούμενων σωρευτικά προϋποθέσεων για την ανακήρυξή τους, και την επιλογή του μεμονωμένου υποψηφίου, συνεπεία της βεβαιότητας ότι η επίδοσή του θα απέχει σημαντικά από το εκλογικό κατώφλι, στις νομοθετικά διαθέσιμες επιλογές για τη διεκδίκηση της προτίμησης του εκλογικού σώματος απομένει στον προσφάτως αποφυλακισθέντα ο συνδυασμός ανεξαρτήτων. Πρόκειται για εκλογική σύμπραξη γνωστή από το παρελθόν, η οποία θεμελιώνεται στην ευκαιριακή σύμπτωση προσώπων δίχως κομματική σύνδεση και κοινή οργανωτική δομή. Ο συνεκτικός τους δεσμός εξαντλείται στη συμπόρευσή τους σε ορισμένες, κοινωνικές ή πολιτικές, αντιλήψεις. Η συγκεκριμένη μορφή συνδυασμού εισάγεται, το πρώτον, στην έννομη τάξη μας κατά τον μεσοπόλεμο, σχεδόν ταυτόχρονα με το ψηφοδέλτιο ως μέσου έκφρασης της εκλογικής βούλησης, και παραμένει έκτοτε, αδιαλείπτως, στο σώμα της εκλογικής νομοθεσίας ως εναλλακτική επιλογή για την υποβολή υποψηφιότητας. Καθόλη τη διάρκεια της εκλογικής μας ιστορίας έχει πάντως αξιοποιηθεί σπανιότατα.

Ο συνδυασμός ανεξαρτήτων οριοθετήθηκε εννοιολογικά από τον κοινό νομοθέτη κατά την εισαγωγή του. Συγκεκριμένα, ορίστηκε ως το σύνολο υποψηφίων που συνεργάζονται για ορισμένη εκλογή εντός μιας, της αυτής, εκλογικής περιφέρειας και ανεξαρτήτως κομμάτων [άρθρο 58 παρ. 4 του ν. 5493/1932 (Α΄ 168)]. Ο νομοθετικός ορισμός θα καταργηθεί δύο σχεδόν δεκαετίες αργότερα [άρθρο 8 του ν. 2800/1954 (Α΄ 60)], επειδή, μάλλον, ο συνδυασμός αυτής της μορφής δεν αποδείχθηκε στην πράξη «δημοφιλής». Έτσι, η μία χωρική εκλογική ενότητα, δηλαδή η μία βασική εκλογική περιφέρεια, έπαυσε να αποτελεί, ex lege, κριτήριο για τον καθορισμό της έννοιάς του. Εντελώς πρόσφατα το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου δέχθηκε πάντως ότι μπορεί να καταρτίζεται συνδυασμός ανεξαρτήτων και σε «ελάχιστες εκλογικές περιφέρειες» (βλ. την απόφασή του 95/2023, σ. 22). Ποιος μπορεί να είναι ο αριθμός τους, από τη στιγμή που δεν καθορίζεται νομοθετικά, είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κατά περίπτωση. Δεδομένης της, κατ’ ακραία εξαίρεση, επιλογής του, δεν έχει απασχολήσει ιδιαίτερα την επιστήμη, η φύση του δεν επιτρέπει πάντως να φθάσει διψήφιος. Τέλος, οι υποψήφιοι του συνδυασμού ανεξαρτήτων σε κάθε βασική εκλογική περιφέρεια δεν μπορεί να ξεπεράσουν τον αριθμό που ορίζει η εκλογική νομοθεσία στις λοιπές μορφές συνδυασμών.

2. Εάν γίνει δεκτό ότι o συνδυασμός ανεξαρτήτων επιτρέπεται να καταρτίζεται σε περισσότερες της μίας βασικές εκλογικές περιφέρειες, η επιλογή του αντιμετωπίζει όλα όσα οι λοιπές διαθέσιμες αποκλείουν νομικά ή εμποδίζουν ποσοτικά την υποψηφιότητα στις γενικές βουλευτικές εκλογές του προσφάτως αποφυλακισθέντος. Η κατάρτισή του δεν υπόκειται στην απαίτηση της σωρευτικής συνδρομής των νομοθετικά καθορισμένων προϋποθέσεων, όπως ισχύει επί ποινή αποκλεισμού στις περιπτώσεις του συνδυασμού πολιτικού κόμματος ή περισσότερων συνεργαζόμενων. Εξάλλου, η σύμπραξη σε περισσότερες βασικές εκλογικές περιφέρειας της χώρας, ακόμη και σε μονοψήφιο αριθμό, πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες και ενισχύει την προσδοκία να συγκεντρωθεί το εκλογικό κατώφλι για τη συμμετοχή στην κατανομή των βουλευτικών εδρών, αφού η εκλογική δύναμη των υποψηφίων του αθροίζεται.

Ο προσφάτως αποφυλακισθείς είχε επιχειρήσει, πρώτη και μοναδική φορά μετά την τροποποίηση της εκλογικής νομοθεσίας και τη διαμόρφωσή της υπό την ισχύουσα μορφή της, να είναι υποψήφιος στη δεύτερη των «δίδυμων» γενικών βουλευτικών εκλογών τον Μάιο του 2023 με συνδυασμό ανεξαρτήτων. Είχε την προσωνυμία «Έλληνες για την πατρίδα και την ελευθερία» και υποψηφίους, συνολικά, σε είκοσι οκτώ (28) βασικές εκλογικές περιφέρειες της χώρας. Ωστόσο, το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου δεν ανακήρυξε τον συνδυασμό. Στην απόφασή του 95/2023 έκρινε την κατάρτισή του «ψευδεπίγραφη» και ως εκδήλωση καταστρατήγησης, υπό τη μορφή της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, προκειμένου να παρακαμφθεί η προηγηθείσα μη ανακήρυξη στις εκλογές του Μαΐου του 2023 του συνδυασμού πολιτικού κόμματος με το όνομα «Εθνικό Κόμμα ΕΛΛΗΝΕΣ». Έγινε δεκτό, ομόφωνα, με δύο συγκλίνουσες σκέψεις, ότι ο συνδυασμός ανεξαρτήτων αποτελεί μετονομασία του πολιτικού κόμματος, οι υποψήφιοι του είχαν υπάρξει στελέχη ή υποψήφιοί του ή υποψήφιοι του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή», καθοδηγούνταν από τον προσφάτως αποφυλακισθέντα και ο, κεντρικός και προσδιοριστικός, πυρήνας της ονομασίας του (συνδυασμού ανεξαρτήτων) ταυτίζονταν με εκείνους του πολιτικού κόμματος.

3. Ο προσφάτως αποφυλακισθείς, εάν επιχειρήσει να διεκδικήσει την προτίμηση του εκλογικού σώματος με συνδυασμό ανεξαρτήτων, δεν μπορεί ασφαλώς να αγνοήσει τις παραδοχές και τα κεκτημένα της απόφασης 95/2023. Το γεγονός ότι παραμένει φορέας του δικαιώματος της ψήφου δεν αρκεί για να παρακαμφθεί το παρελθόν του, δικαστικά διαμορφωμένο κατά το πλείστον, και η εμπλοκή του ήδη σε αποτυχημένες απόπειρες. Μοιραία, θα βρεθεί στην αφετηρία από μειονεκτική θέση, ακόμη και στην περίπτωση που στον συνδυασμό ανεξαρτήτων δοθεί προσωνυμία εντελώς διαφορετική και διακριτή του ονόματος ή της προσωνυμίας των απορριφθέντων συνδυασμών.

Ριζική διαφοροποίηση, κατά κυριολεξία μία εντελώς νέα προσέγγιση, πρέπει πάντως να υπάρξει στους υποψηφίους του, να μην έχουν συνδεθεί με τις δύο ανεπιτυχείς απόπειρες και με συγγενείς πολιτικούς ή εκλογικούς σχηματισμούς. Και υπό τους όρους αυτούς, το εγχείρημα να διεκδικήσει, φανερά, την προτίμηση του εκλογικού σώματος με συνδυασμό ανεξαρτήτων διαγράφεται, τουλάχιστον, εξαιρετικά δυσχερές στην εξέλιξη και, μάλλον, αδύνατο στην κατάληξή του. Είναι όμως το μοναδικό που θα του επιτρέψει να επιχειρήσει με «στοιχειώδη πολιτική αξιοπρέπεια». Άλλως, θα παραμείνει στο σκοτεινό παρασκήνιο, ως ο πραγματικός ηγέτης δυνάμεων που αδυνατούν να βρεθούν και να αγωνιστούν στο πεδίο της εκλογικής μάχης, αναμένοντας, νομοτελειακά, το μοιραίο. Δηλαδή, την αμετάκλητη ποινική καταδίκη που θα τον καταστήσει και τυπικά, πλέον, ανενεργό εκλογικά, θέτοντάς τον οριστικά στο περιθώριο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

fourteen − thirteen =